Οι Παλιάτσοι (Pagliacci ο πρωτότυπος ιταλικός τίτλος) ήταν μια αντίδραση του Λεονκαβάλο στον Ρίχαρντ Βάγκνερ και τη ρομαντική ιταλική όπερα. Αντί για ένα ιστορικό πλαίσιο, στους Παλιάτσους έχουμε μία ιστορία της καθημερινής ζωής, μια αιματοβαμμένη ερωτική ιστορία, στους κόλπους ενός περιοδεύοντος θεατρικού μπουλουκιού, που εκτυλίσσεται στα τέλη της δεκαετίας του 1860 στο χωριό Μοντάλτο της Καλαβρίας, ανήμερα της εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου. Ο ήρωας της όπερας είναι ο παλιάτσος Κάνιο, που γελάει εξωτερικά, κλαίει εσωτερικά και στο τέλος μαχαιρώνει τη γυναίκα του Νέντα και τον εραστή της Σίλβιο.
Το έργο εντάσσεται στην κατηγορία του μουσικού βερισμού (του ιταλικού ρεαλισμού), που δόξασε ο φίλος του Λεονκαβάλο, Τζιάκομο Πουτσίνι. Ο Λεονκαβάλο, όπως και στις περισσότερες όπερές του, έγραψε ο ίδιος το λιμπρέτο κι έδειξε πως είχε λογοτεχνική κλίση και αντίληψη για τα θεατρικά εφέ.
Αμέσως μετά την πρεμιέρα του έργου, ο γάλλος ποιητής Κατίλ Μεντέ (Cattule Mendes) κατέθεσε αγωγή κατά του Λεονκαβάλο για λογοκλοπή, ισχυριζόμενος ότι οι Παλιάτσοιβασίζονται στο θεατρικό έργο του La Femme de Tabarin, που είχε γράψει το 1887. Ο Λεονκαβάλο κέρδισε τη δίκη, υποστηρίζοντας ότι την ιστορία τού την είχαν διηγηθεί, όταν ήταν μικρός και ο πατέρας του που ήταν δικαστής είχε αναμιχθεί στην υπόθεση. Σήμερα, η πλειονότητα των κριτικών υποστηρίζει ότι το λιμπρέτο των Παλιάτσωνμοιάζει με το θεατρικό του Μεντέ και για το λόγο ότι κατά την περίοδο της παρουσίασής του στο Παρίσι ο Λεονκαβάλο διέμενε στη γαλλική πρωτεύουσα και δεν είναι απίθανο να είχε δει το έργο.
…Βάλε το κοστούμι, την μπογιά και την πούδρα.Ο κόσμος πληρώνει για να τον κάνεις να γελάσει…
…Γέλα Παλιάτσο, γιατί η αγάπη σου τελείωσε!
Γέλα για τη θλίψη που σου ματώνει την καρδιά!»
Έχει υποστηριχθεί ότι η άρια είναι πιστή αντιγραφή της ρομάντσας από την όπερα Λιονέλα του δικού μας Σπύρου Σαμάρα, συνθέτη του Ολυμπιακού Ύμνου, μεταξύ άλλων.


