ενημέρωση 8:26, 2 May, 2026

Από την πασαρέλα στο Χόλιγουντ - Η Ούμα Θέρμαν πέρα από τα στερεότυπα

Μούσα του Κουέντιν Ταραντίνο, σύμβολο της ποπ κουλτούρας και ηθοποιός που αρνήθηκε να εγκλωβιστεί σε έναν ρόλο - Η Ούμα Θέρμαν έχτισε μια διαδρομή έξω από τα στερεότυπα του Χόλιγουντ

Σαν σήμερα, στις 29 Απριλίου 1970, γεννήθηκε στη Βοστώνη μια από τις πιο ιδιαίτερες και αναγνωρίσιμες μορφές του σύγχρονου κινηματογράφου, η Ούμα Θέρμαν. Μια ηθοποιός που δεν ταίριαξε ποτέ απόλυτα στα καλούπια του Χόλιγουντ και ίσως ακριβώς γι’ αυτό κατόρθωσε να ξεχωρίσει.

Κατά καιρούς τη συνόδευσαν ποικίλοι χαρακτηρισμοί: «παράξενη και μποέμ», «μοιραία γυναίκα», «ονειρικό πλάσμα». Ωστόσο, η ίδια με τις επιλογές της κατάφερνε πάντα να επαναπροσδιορίζεται, να μεταλλάσσεται και να μην εξαντλείται σε μία μόνο εικόνα. Θεωρείται μούσα του Κουέντιν Ταραντίνο και έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα με δυναμικούς, συχνά εκκεντρικούς ρόλους, με ξεχωριστό αισθητικό ύφος.

«Οσα θέλετε να ξέρετε για μια θεά του Χόλιγουντ» έγραφε η Λένα Παπαδημητρίου στο «ΒΗΜΑ» της 6ης Αυγούστου 1998, με αφορμή την ταινία «Γκατάκα» του Άντριου Νίκολ:

«Ούμα είναι “αυτή που φέρνει τα αγαθά”, Καρούνα (το δεύτερο όνομά της) σημαίνει “συμπόνια” (σ.σ. πήρε το όνομά της από μια ινδή θεά, καθώς ο πατέρας της ήταν μελετητής του Θιβέτ) και αρκεί μια φωτογραφία της για να καταλάβει κανείς ότι δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για ευφημισμό!

»Εκείνη όμως έχει πολλές φορές ­- κάθε φορά που τη σήκωνε ο δάσκαλος στον πίνακα ­- ευχηθεί να την έλεγαν Κάρεν ή Σούζαν, όπως τέλος πάντων λένε όλα τα κορίτσια του κόσμου».

Από την πασαρέλα στο σινεμά

Η Θέρμαν ξεκίνησε την καριέρα της ως μοντέλο πριν περάσει στην υποκριτική, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Αργότερα θα δήλωνε για τη θητεία της στην πασαρέλα:

« “Την έβρισκα πολύ βαρετή δουλειά. Το να είσαι μοντέλο σημαίνει ουσιαστικά να παρακινείς τους πάντες: ‘Αγοράστε περισσότερα! Δεν θέλετε αλήθεια να αγοράσετε μερικά παραπάνω πράγματα; Θα δείχνετε πολύ νεότερη και οι άντρες θα τρελαίνονται μαζί σας!’. Αν ήθελα να γίνω πωλήτρια, θα είχα βρει δουλειά σε μια μπουτίκ”».

Σε ηλικία μόλις 17 ετών «κατέκτησε τον πρώτο της κινηματογραφικό ρόλο στο απελπιστικά χαμηλού προϋπολογισμού θρίλερ “Kiss Daddy Good Night”. Ουδείς ενθυμείται το φιλμ, όπως ουδείς έσβησε από τη μνήμη του εκείνη τη μετεφηβική σαγήνη τής ­ όχι ακριβώς ­ πρωταγωνίστριας».

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», 20.4.1989, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

Τότε κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τη συνέχεια. Η εκτόξευση ήρθε λίγα χρόνια αργότερα, όταν το όνομά της συνδέθηκε με την αισθητική και την κινηματογραφική γλώσσα του Κουέντιν Ταραντίνο.

Ο ρόλος που έγινε σύμβολο

Το «Pulp Fiction» την καθιέρωσε ως ηθοποιό αλλά και ως φαινόμενο της ποπ κουλτούρας. Όπως σημείωναν «ΤΑ ΝΕΑ» της 21ης Νοεμβρίου 1997 «μετά την προβολή της ταινίας “Παλπ Φίκσιον”, […] όλες οι γυναίκες ήθελαν κάτι από το λουκ της Ούμα Θέρμαν», με χαρακτηριστικό παράδειγμα την εκτόξευση στις πωλήσεις του Rouge Noir της Chanel «όταν ξαφνικά οι γυναίκες άρχισαν να ζητούν εκείνο το σκουροκόκκινο του αίματος στις άκρες των δαχτύλων τους».

Το μαύρο καρέ με τις αυστηρές αφέλειες και το ασπρόμαυρο ανδρόγυνο ντύσιμο έγιναν εικόνα-αναφορά, ενώ μέχρι σήμερα παραμένουν πηγή έμπνευσης για καλλιτέχνες και δημιουργούς.

«ΤΑ ΝΕΑ», 8.11.1994, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»

H Λένα Παπαδημητρίου σημείωνε στο «ΒΗΜΑ» ήδη από το 1998:

«Πλείστες ροκ μπάντες την έχουν επανειλημμένως χρίσει μούσα τους. Οι Majesty Crush συμπύκνωσαν το πάθος τους σε ένα και μόνο τραγούδι (“Uma”), όπως άλλωστε και οι Heavenly (“Ben Sherman”) ενώ οι Zoinks! απεφάνθησαν “Uma Fourteen Times”, ήτοι “Ούμα Δεκατέσσερις Φορές” (αξίζει να σημειώσει κανείς τους επηρεασμένους από το “Pulp Fiction” στίχους, “Ι long to hold ya/Ι know I’m no Travolta”, σε ιδιαιτέρως ελεύθερη μετάφραση “Θέλω να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου/Ξέρω ότι δεν είμαι και κανένας Τραβόλτα”).

Μεταμορφώσεις και επανεκκινήσεις

Ωστόσο, η εικόνα της δεν περιορίστηκε ποτέ σε ένα μόνο πρότυπο. Το 1997, με το «Batman & Robin», κλήθηκε να ενσαρκώσει έναν σχεδόν καρτουνίστικο χαρακτήρα, την Poison Ivy.

«Η Φαρμακερή Περικοκλάδα είναι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου… Αν τη φιλήσεις πέθανες!», έγραφε «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 6ης Ιουλίου 1997, περιγράφοντας τη μεταμόρφωσή της σε μια «σεξομέγαιρα» που απαιτούσε «πολύ ύφασμα και άφθονο πλαστικό, πολλή μπογιά και στόκο για να μεταμορφωθεί η εκ φύσεως γλυκύτατη Ούμα σε ανθρωπόμορφο σεξομανιακό ηδυπαθές έκτρωμα».

«Η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου είναι η Ούμα Θέρμαν. Τελεία και παύλα, και οι υπόλοιπες να επιστρέψουν στις συνήθεις ασχολίες τους, διότι ο ρόλος δόθηκε», έλεγε ο Τζόελ Σουμάχερ, σκηνοθέτης της ταινίας μετά από αιτήσεις δεκάδων καλλονών για να υποδυθούν τον ρόλο.

Κι όμως, η Θέρμαν δεν εγκλωβίστηκε σε καμία εικόνα. Αντίθετα, επανεφεύρισκε τον εαυτό της, όπως αποδεικνύει και η συνεργασία της με τον Ταραντίνο στο «Kill Bill».

Η «Νύφη»

Για τον εμβληματικό ρόλο της «Νύφης», όπως κατέγραφε ο Δημήτρης Δανίκας στα «ΝΕΑ» της 17ης Μαΐου 2004, η ίδια αποκάλυπτε:

« “Επί δύο χρόνια έγραφε το σενάριο και παραλλήλως μου έδειχνε έναν απίστευτο αριθμό ασιατικών ταινιών με πολεμικές τέχνες. Πρέπει να γίνεις – μου είπε – η πιο τέλεια, αδίστακτη φονική μηχανή […] Εννέα ώρες, πέντε ημέρες την εβδομάδα, επί τρεις μήνες στο Λος Άντζελες και έναν μήνα στο Πεκίνο. Με εκπαιδευτές τους καλύτερους του κουνγκ φου και τους άριστους σαμουράι του κόσμου” […]

»“Σχεδόν λεχώνα μόλις δέκα εβδομάδων”, πρόσθεσε ο Bill… Ντέιβιντ Καραντάιν».

Η ερμηνεία αυτή, αν και δεν τιμήθηκε με Όσκαρ, αναγνωρίστηκε ευρέως.

«ΤΑ ΝΕΑ» της 8ης Ιουνίου 2004, μετά τα κινηματογραφικά βραβεία MTV, έγραφαν:

« “Η Ακαδημία θα έπρεπε να είχε χτυπήσει την πόρτα της Ούμα και να της δώσει το Όσκαρ στο σπίτι”, είχε πει προ καιρού ο Κουέντιν Ταραντίνο για την πρωταγωνίστρια της ταινίας του “Kill Bill”. Αλλά τα… στραβά της Ακαδημίας Κινηματογράφου βάλθηκε να τα διορθώσει το μουσικό τηλεοπτικό δίκτυο MTV, που στα φετινά κινηματογραφικά βραβεία του τίμησε δεόντως την ταινία και τους πρωταγωνιστές της.

Η Ούμα Θέρμαν και ο Κουέντιν Ταραντίνο στα MTV Movie Awards του 2004, όπου η ηθοποιός βραβεύτηκε για το Kill Bill: Vol. 1

»Η Ούμα Θέρμαν έλαβε το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας, η Λούσι Λιου το Βραβείο καλύτερου “κακού”, ενώ η δυναμική επί της οθόνης μονομαχία της Θέρμαν με τη Γιαπωνέζα Τσιάκι Κουριγιάμα ξεχώρισε ως η καλύτερη κινηματογραφική πάλη της χρονιάς».

Η Θέρμαν είχε ήδη υπάρξει υποψήφια για Όσκαρ για το «Pulp Fiction», χωρίς ωστόσο να το κατακτήσει, γεγονός που ενίσχυσε τη συζήτηση γύρω από τις «παραλείψεις» της Ακαδημίας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν το «Kill Bill» δεν είχαν την ίδια εκρηκτική δυναμική. Ωστόσο, η Ούμα Θέρμαν συνέχισε να κινείται ανάμεσα σε εμπορικές και πιο ανεξάρτητες επιλογές, ακολουθώντας μια πιο επιλεκτική πορεία μέχρι σήμερα.

Πέρα από τους κανόνες

Παρά την αναγνωρισιμότητα και τον μύθο που χτίστηκε γύρω από το πρόσωπό της, η δημόσια εικόνα της παραμένει αντισυμβατική. Απαντώντας σε ερωτήσεις για τον εαυτό της, η ίδια αποδομούσε τον μύθο της σταρ:

«Ψηλή, ξανθιά, με γαλάζια μάτια, κοκαλιάρα σε ορισμένα σημεία, “γεμάτη” σε άλλα. Μια συνηθισμένη κοπέλα».

Για την εμμονή του Χόλιγουντ με την εξωτερική εμφάνιση έλεγε:

«Είναι τόσο επιφανειακή και ηλίθια».

Ενώ για τις παραδοσιακές χολιγουντιανές συνταγές δήλωνε:

«Οι περισσότερες ταινίες σήμερα περιστρέφονται γύρω από ανδρικές ιστορίες. Οι γυναίκες δεν είναι τίποτε άλλο από μια καλή συνταγή για λίγο συμπληρωματικό ρομάντζο. Αυτό κάνει τα πράγματα πολύ δύσκολα για μας».

Αυτή ακριβώς η απόσταση από τη βιομηχανία που την ανέδειξε μοιάζει να εξηγεί και τη διάρκεια της γοητείας της. Η Ούμα Θέρμαν υπήρξε άλλοτε η μυστηριώδης Mia Wallace, άλλοτε η υπερβολική Poison Ivy, άλλοτε η αδυσώπητη Νύφη του «Kill Bill». Δεν υπήρξε όμως ποτέ, απλώς μια ακόμη καλλονή του Χόλιγουντ.

Η ικανότητά της να διαφεύγει διαρκώς από την εικόνα της μούσας, της ηρωίδας δράσης ή της σταρ που υπακούει στους κανόνες του συστήματος είναι που της χάρισε μια ξεχωριστή κινηματογραφική ταυτότητα.

Αριστοκρατία στο σελιλόιντ - Οι σταρ που μετέτρεψαν την κομψότητα σε κινηματογραφικό «DNA»

Οι γυναικείες παρουσίες που έχουν σφραγίσει την κινηματογραφική οθόνη με το αριστοκρατικό παρουσιαστικό, το απαράμιλλο στυλ, το αυστηρό βλέμμα, ενίοτε και με τον ειρωνικό τόνο της φωνής τους.

Ηεπιβλητική κομψότητα δεν υπήρξε ποτέ εύκολη υπόθεση στο σινεμά, γι’ αυτό και οι ηθοποιοί που την είχαν δεν ήταν ποτέ πολλές. Στις μέρες μας, μάλιστα, όπου η αριστοκρατία δεν ανήκει στα κύρια «κινηματογραφικά ζητούμενα», οι σύγχρονες σταρ που φέρουν αυτή την αύρα είναι μετρημένες στα δάχτυλα.

Λόρεν Μπακόλ

«Αυτό που προσπαθώ να σου πω, Τζέι Ντι, είναι ότι πάντα μου άρεσαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνδρες. Κοίτα τον Ρούζβελτ, κοίτα τον Τσόρτσιλ, κοίτα αυτόν τον ηλικιωμένο τύπο, πώς τον λένε; Αυτόν στη “Βασίλισσα της Αφρικής”. Είμαι απολύτως ξετρελαμένη μαζί του!». Τάδε έφη Σάτζε Πέιτζ στην κλασική αμερικανική ταινία «Πώς να παντρευτείτε έναν εκατομμυριούχο» (How to Marry a Millionaire, 1953) του Ζαν Νεγκουλέσκο. Την «αποστολή» του τίτλου έχουν αποφασίσει να φέρουν εις πέρας τρεις όμορφες κυρίες, οι οποίες, αν και έχουν στόχο τα λούσα και τα πλούτη, στην πορεία αντιλαμβάνονται ότι στη ζωή ο έρωτας έχει μεγαλύτερη σημασία.

Πρόκειται για τις Πόλα Ντεμπεβουάζ, Λόκο Ντέμπσι και Σάτζε Πέιτζ, τις οποίες υποδύονται αντίστοιχα η Μέριλιν Μονρόε, η Μπέτι Γκρέιμπλ και η μοναδική σε αριστοκρατική εμφάνιση και ιδιοσυγκρασία Λόρεν Μπακόλ (1924-2014). Οσο για τον άνδρα από τη «Βασίλισσα της Αφρικής» που αναφέρει στην ατάκα της, πρόκειται για ένα «εσωτερικό» αστείο, αφού δεν είναι άλλος από τον μεγάλο έρωτα της Μπακόλ στη ζωή, τον σύζυγό της Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ – εκείνος βέβαια μάλλον εξέπεμπε το ακριβώς αντίθετο από την αμερικανίδα σταρ, αλλά τα αντίθετα, ως γνωστόν, έλκονται.

 

 

Credit Image: SNAP/ZUMAPRESS.com

Αυτή η ηθοποιός με το λεπτό πρόσωπο, τα μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, το επιβλητικό παράστημα, το σοφιστικέ στυλ και τη βαθιά φωνή είχε το χάρισμα να προσδίδει σεξαπίλ στην αυστηρότητα, παίζοντας τις περισσότερες φορές – αν όχι πάντα – classy γυναίκες που δεν σήκωναν και πολλά-πολλά από τον οποιονδήποτε. Αρκεί να τη θυμηθεί κανείς στην πανέμορφη κομεντί του Βινσέντε Μινέλι «Η γυναίκα μου, εγώ κι ο πειρασμός» (Designing Woman, 1957), όπου υποδύθηκε τη σχεδιάστρια μόδας που «μονομαχεί» με τον αθλητικογράφο τού Γκρέγκορι Πεκ. Η Μπακόλ, αυτή η αξέχαστη περσόνα με τον αριστοκρατικό μέχρι τη δύση της καριέρας της αέρα, σε ηλικία 74 ετών βρέθηκε – με απαράδεκτη καθυστέρηση – για πρώτη φορά υποψήφια για Οσκαρ (Β’ γυναικείου ρόλου) ερμηνεύοντας τη σνομπ μητέρα της Μπάρμπρα Στράισαντ στην ταινία «Ο καθρέφτης έχει δύο πρόσωπα» (The Mirror has Two Faces, 1998), σε σκηνοθεσία της τελευταίας.

Γκρέις Κέλι

Η ταινία «Υψηλή κοινωνία» (High Society, 1956) του Τσαρλς Γουόλτερς – η οποία μάλιστα το περασμένο καλοκαίρι προβλήθηκε σε επανέκδοση στα θερινά σινεμά σημειώνοντας τεράστια επιτυχία – είναι η μόλις δέκατη και τελευταία της Γκρέις Κέλι, της αμερικανίδας ηθοποιού που ταυτίστηκε όσο καμία άλλη με την έννοια της αριστοκρατίας – τόσο επί της οθόνης όσο και εκτός. Η απόφασή της να εγκαταλείψει το Χόλιγουντ και την υποκριτική στο peak της καριέρας της προκειμένου να παντρευτεί τον πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό είχε ήδη παρθεί πριν από τη συμμετοχή της στην «Υψηλή κοινωνία» και ο γάμος έγινε αμέσως μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων.

Ενα χαριτωμένο trivia είναι ότι το μονόπετρο Cartier που φοράει στην τελευταία της αυτή ταινία είναι το δαχτυλίδι των αρραβώνων της με τον Ρενιέ. Στα περίπου επτά χρόνια κινηματογραφικής καριέρας η Γκρέις Κέλι πέτυχε πολλά. Υπήρξε μούσα του μετρ Αλφρεντ Χίτσκοκ σε τρεις ταινίες («Τηλεφωνήσατε ασφάλεια αμέσου δράσεως – Dial M for murder» και «Σιωπηλός μάρτυρας – Rear Window», και οι δύο του 1954, και «Το κυνήγι του κλέφτη – To catch a thief», 1955), εμφανίστηκε σε ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά γουέστερν όλων των εποχών, «Το τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές» (High Noon, 1953) του Φρεντ Τσίνεμαν, κέρδισε ένα Οσκαρ Α’ γυναικείου ρόλου για τη μόλις τέταρτη ταινία της, τη «Χωριατοπούλα» (The country girl, 1954) – πόσο ειρωνικό, αλήθεια – του Τζορτζ Σίτον και εδραιώθηκε ως ένα από τα πιο ήρεμα, ψύχραιμα, συγκρατημένα αλλά και όμορφα πρόσωπα που πέρασαν ποτέ από το Χόλιγουντ. Ηταν η σκεπτόμενη ξανθιά καλλονή, χωρίς ίσως το σεξαπίλ μιας Μέριλιν Μονρόε, όμως με μια απαράμιλλη κομψότητα, που την ακολούθησε μέχρι τον τραγικό θάνατό της το 1982 σε ηλικία μόλις 52 ετών.

Τζιν Τίρνεϊ

Μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση ηθοποιού αριστοκρατικής ομορφιάς αποτελεί η μελαχρινή με τα καταπράσινα μάτια Τζιν Τίρνεϊ (1920-1991), η οποία ταυτίστηκε με την ηρωίδα της στη «Λόρα» (Laura, 1944), το κλασικό φιλμ νουάρ του Οτο Πρέμινγκερ, στο οποίο ο αστυνομικός (Ντέινα Αντριους) που ερευνά τα αίτια θανάτου μιας γυναίκας την ερωτεύεται από το πορτρέτο της, χωρίς να του περνάει καν από το μυαλό ότι είναι ζωντανή – όταν την αντικρίζει, νιώθει ότι βλέπει φάντασμα.

Χαρακτηριστικό στοιχείο της αμερικανίδας ηθοποιού ήταν ότι το αρχοντικό παρουσιαστικό της σχεδόν πάντα συνδεόταν κινηματογραφικά με κάτι βαθιά σκοτεινό και απόκρυφο, όπως συμβαίνει σε μια άλλη κλασική ταινία της, με τίτλο «Ας την κρίνει ο Θεός» (Leave Her to Heaven, 1945) του Τζον Μ. Σταλ, όπου τη βλέπουμε να πέφτει από τις σκάλες του σπιτιού της επίτηδες για να αποβάλει το μωρό που κουβαλά μέσα της.

Η Τζιν Τίρνεϊ, με την έμφυτη αριστοκρατική λάμψη, ήταν γεννημένη στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης σε μια πλούσια οικογένεια (ο πατέρας της ήταν πολύ επιτυχημένος μεσίτης), έζησε κατά καιρούς με τους εξίσου εύρωστους οικονομικά παππούδες της στο Κονέκτικατ και σπούδασε στα καλύτερα σχολεία της Ανατολικής Ακτής πριν ακολουθήσει τον δρόμο της υποκριτικής. Ωστόσο, η ζωή της υπήρξε μια διαδοχή δυσκολιών, μεταξύ των οποίων η απόκτηση ενός παιδιού με σοβαρές αναπηρίες, γεγονός που συνετέλεσε στον κλονισμό της εύθραυστης ψυχικής υγείας της.

Οντρεϊ Χέπμπορν

Η μόδα ανέκαθεν συμβάδιζε με τον κινηματογράφο, με τα όμορφα ρούχα να μη λειτουργούν μόνο υπέρ της ταινίας, αλλά να εισφέρουν και στο image της πρωταγωνίστριας ή του πρωταγωνιστή της. Το «άγγιγμα» του Ιμπέρ Ντε Ζιβανσί, για παράδειγμα, έπαιξε τεράστιο ρόλο στη λάμψη της Χόλι Γκολάιτλι, της διασημότερης ηρωίδας στην καριέρα της Οντρεϊ Χέπμπορν (1929-1993), στο «Πρόγευμα στο Tiffany’s» (Breakfast at Tiffany’s, 1961) του Μπλέικ Εντουαρντς.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Χόλι είναι call girl. Με τι αριστοκρατικό αέρα όμως! Τα κοστούμια και τα φορέματα μπορούν άνετα να κερδίσουν τις εντυπώσεις, αλλά αυτό σε σημαντικό βαθμό εξαρτάται και από το σώμα – ίσως και από το πνεύμα – του ανθρώπου που θα τα φορέσει. Ακόμα και σήμερα η λεπτή κορμοστασιά της Οντρεϊ Χέπμπορν αποτελεί πρότυπο, ενώ ρόλοι όπως της πριγκίπισσας στο φιλμ «Διακοπές στη Ρώμη» (Roman Holiday, 1953) του Γουίλιαμ Γουάιλερ παραμένουν αξεπέραστοι.

Η αριστοκρατικότητα ήταν στο DNA της βρετανίδας ηθοποιού και μπορούσες να τη διακρίνεις ακόμα και όταν ο ρόλος δεν ήταν τέτοιος, όπως συμβαίνει στη «Γλυκιά μου Σαμπρίνα» (Sabrina, 1954) του Μπίλι Γουάιλντερ, όπου η ηρωίδα της είναι η κόρη του σοφέρ των πάμπλουτων Λάραμπι και προκαλεί ερωτικά σκιρτήματα στους αδελφούς της οικογένειας, τον  Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ και τον Γουίλιαμ Χόλντεν.

Κάθριν Χέπμπορν

Αριστοκρατικό αίμα κυλούσε και στις φλέβες μιας άλλης Χέπμπορν, της Κάθριν (1907-2003), την οποία (διόλου τυχαία) υποδύθηκε η Κέιτ Μπλάνσετ στην ταινία «Ιπτάμενος κροίσος» (The Aviator, 2004) του Μάρτιν Σκορσέζε – ερμηνεία για την οποία κέρδισε το πρώτο της Οσκαρ (Β’ γυναικείου ρόλου). Ισως κάποιοι θυμούνται και την υπέροχη εκείνη σκηνή στην οποία η Χέπμπορν έχει καλέσει τον αγαπημένο της Χάουαρντ Χιουζ (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) για γεύμα στο σπίτι των δικών της.

KATHARINE HEPBURN in THE PHILADELPHIA STORY -1940-. #2 by Album

Katharine Hepburn “The Philadelphia Story” 1940 MGM

Η σνομπ συμπεριφορά με την οποία τον αντιμετωπίζουν είναι τόσο αιχμηρή που, όταν η μητέρα της Κάθριν τού λέει απαξιωτικά «εδώ δεν μας ενδιαφέρουν τα χρήματα», εκείνος την αποστομώνει λέγοντας: «Επειδή τα έχετε». Σε κάθε περίπτωση, ως ηθοποιός η Χέπμπορν ήταν φορέας αυτής της αριστοκρατικής συμπεριφοράς, κάτι που διακρίνει κανείς σε όλους ανεξαιρέτως τους ρόλους της, όπως και στην ταινία «Κοινωνικά σκάνδαλα» (The Philadelphia Story, 1940) – ρόλο τον οποίο αργότερα η Γκρέις Κέλι θα «ξαναζωντάνευε» δίνοντας τη δική της εκδοχή στην «Υψηλή κοινωνία» του 1956.

Μάγκι Σμιθ

«Συνήθως, μπορείς να βρεις μια αστεία πλευρά σε οτιδήποτε σχεδόν» είχε πει κάποτε η λαίδη Μάγκι Σμιθ (1934-2024) και πρώτη απόδειξη ήταν η ίδια, που σε πολλές ταινίες και σειρές προσέδιδε κωμικό τόνο στις τοξικές, σνομπ ή απλώς αυστηρές ηρωίδες που υποδυόταν, ακόμα και στις εν δυνάμει φασίστριες όπως η λαίδη Χέστερ, η ηρωίδα της στο «Τσάι με τον Μουσολίνι» (Tea with Mussolini, 1999) του Φράνκο Τζεφιρέλι. Κατά πάσα πιθανότητα, το αμιγώς βρετανικό αλλά την ίδια στιγμή απολύτως μοναδικό χιούμορ της Σμιθ ήταν και το στοιχείο που την έκανε τόσο εκλεκτή.

“California Suite” Michael Caine, Maggie Smith 1979 Columbia © 1979 Mel Traxel

Πέρα από τη σπουδαία πορεία της στο θέατρο, η Σμιθ μετρούσε έξι υποψηφιότητες για Οσκαρ και δύο νίκες: Α’ γυναικείου ρόλου για τη «Δεύτερη νιότη της Τζιν Μπρόντι» (The Prime of Miss Jean Brodie, 1969) και Β’ γυναικείου ρόλου για το «Καλιφόρνια Οτέλ» (California Suite, 1978), όπου ερμήνευε μια άκρως αριστοκρατική ηθοποιό (τον σύζυγό της έπαιζε ο Μάικλ Κέιν). H μοναδική περσόνα της Σμιθ φάνηκε σε ταινίες όπως «Ταξίδια με τη θεία μου» (Travels with My Aunt, 1972) του Τζορτζ Κιούκορ από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκριν, «Δωμάτιο με θέα» (A Room with a View, 1985) του Τζέιμς Αϊβορι και «Εγκλημα στο Γκόσφορντ Παρκ» (Gosford Park, 2001) του Ρόμπερτ Ολτμαν. Επιτυχία της Σμιθ είναι επίσης ότι κατάφερνε πάντα να ανανεώνει το κοινό της παίζοντας είτε σε επιτυχημένα franchise, όπως οι ταινίες «Χάρι Πότερ», είτε σε σειρές κύρους, όπως «Ο Πύργος του Ντάουντον» (Downton Abbey, 2010-2015).

Κέιτ Μπλάνσετ

Η πρώτη που έρχεται στο μυαλό μας από τις νεότερες γενιές είναι ίσως η Αυστραλή Κέιτ Μπλάνσετ, μια ηθοποιός που μπορεί να παίξει τα πάντα, αλλά υπήρξε ιδανική για τον ρόλο της βασίλισσας Ελισάβετ Α’, και μάλιστα σε δύο φιλμ, στο «Elizabeth» το 1998 και περίπου δέκα χρόνια αργότερα στο «Elizabeth: Η χρυσή εποχή» (Elizabeth: The Golden Age, 2007).

Photo by Photo12.com – Collection Cinema / Photo12 via AFP

Ως σπουδαία ηθοποιός, έχει τεράστια γκάμα, όμως ακόμα και οι μοιραίες, «δηλητηριώδεις» γυναίκες που έχει υποδυθεί στο σινεμά, όπως η δρ Λίλιθ Ρίτερ στο νουάρ του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο «Το μονοπάτι των χαμένων ψυχών» (Nightmare Alley, 2021), αποπνέουν πάντα μια εκλεπτυσμένη αύρα η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί. Παρόμοια αίσθηση δίνει και στη Λίντια Ταρ, διευθύντρια ορχήστρας, ηρωίδα της στην ταινία «Tár» (2022) του Τοντ Φιλντ – η δε ερμηνεία της είναι τόσο άψογη που νομίζει κανείς ότι υπήρξε στ’ αλήθεια αρχισμουσικός!

Μέριλ Στριπ

Στην ίδια κατηγορία ανήκει βεβαίως η μοναδική Μέριλ Στριπ, η οποία επίσης έχει παίξει τα πάντα, επομένως και γυναίκες της υψηλής κοινωνίας: από τη σνομπ Αν Μαρί της στην «Τζούλια» (Julia, 1977) του Φρεντ Τσίνεμαν μέχρι τη δανή συγγραφέα Κάρεν Μπλίξεν στο επικό «Πέρα από την Αφρική» (Out of Africa, 1985) του Σίντνεϊ Πόλακ.

Μεταξύ άλλων, υποδύθηκε την Κέι Γκράχαμ, γόνο εύπορης οικογένειας και πρωτοπόρο εκδότρια της εφημερίδας «The Washington Post» στην ταινία «The Post: Απαγορευμένα μυστικά» (The Post, 2017) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, ενώ εφέτος επιστρέφει στον πιο αριστοκρατικό ρόλο της καριέρας της, εκείνον της Μιράντα Πρίστλεϊ, της αυταρχικής και απόλυτα ισχυρής εκδότριας ενός περιοδικού μόδας.

Το σίκουελ της ταινίας «Ο Διάβολος φοράει Prada» (The Devil Wears Prada, 2006), που υπήρξε επιτυχία παγκόσμιου βεληνεκούς, έρχεται στις 30 Απριλίου στους κινηματογράφους ως «Ο Διάβολος φοράει Prada 2».

Οι «εξειδικευθείσες» δευτεραγωνίστριες

Αρκετές ηθοποιοί «ειδικεύθηκαν» σε ρόλους αριστοκρατικών γυναικών στον κινηματογράφο, χωρίς ποτέ να είναι οι πρωταγωνίστριες αυτών των ταινιών. Κρατούσαν συνήθως δεύτερους ρόλους, αλλά με την παρουσία και τον αέρα τους κατάφερναν συχνά να κλέβουν την παράσταση.

Credit Image: SNAP/ZUMAPRESS.com

Στην Ελλάδα, η πιο χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση ήταν η Τασσώ Καββαδία (1921-2010). Δεν πρέπει να έχει υπάρξει ταινία στην οποία να μην είχε αυτή τη στιβαρή αύρα – και δεν αναφέρομαι μόνο σε φιλμ όπως «Η αμαρτία της ομορφιάς» (1972) του Γιάννη Δαλιανίδη (εκεί ήταν η πλούσια, καταπιεστική μητέρα του Νίκου Γαλανού που δεν ανεχόταν τον έρωτά του με μια γυναίκα κατώτερης κοινωνικής τάξης, την οποία υποδυόταν η Μπέτυ Λιβανού), αλλά ακόμα και σε ρόλους χωρίς αριστοκρατική λάμψη, όπως η κυρία Ξ. Παπαμήτρου της στο «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1964) του Γιώργου Τζαβέλλα.

Στα εκτός Ελλάδας κινηματογραφικά πράγματα ένα πολύ χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν της βρετανίδας ηθοποιού Γκλάντις Κούπερ (1888-1971). Στο «πέτρινο» πρόσωπό της ξεχώριζε πάντα ένα χλευαστικό βλέμμα, όπως ακριβώς απαιτούσαν οι ηρωίδες της. Ακόμα και τα ονόματα των χαρακτήρων της μπορούσαν να μεταφέρουν την υπεροψία των γυναικών της ανώτερης τάξης που δεν φοβούνταν τίποτα και αποδοκίμαζαν πολλά: η κυρία Στράφορντ στο «Δράμα μιας γυναίκας» (Kitty Foyle, 1940), η λαίδη Φράνσις Νέλσον στη «Λαίδη Χάμιλτον» (That Hamilton Woman, 1941), η λαίδη Τζιν Ασγουντ στους «Λευκούς βράχους του Ντόβερ» (The White Cliffs of Dover, 1944) και η δούκισσα ντε Μπρανκούρ στην «Κυρία Πάρκινγκτον» (Mrs Parkington, 1944) ήταν ονόματα που κατείχαν ισχυρή κοινωνική θέση και ήξεραν πώς να χειρίζονται το φλιτζάνι με το τσάι τους.

Βέβαια, δευτεραγωνίστριες όπως η Γκλάντις Κούπερ ήταν αναπόφευκτο να µένουν στα «µετόπισθεν» και να γεύονται λιγότερη λάµψη όταν σταρ στις ταινίες τους ήταν ηθοποιοί σαν την Μπέτι Ντέιβις ή τη Βίβιαν Λι, την κεντρική ηρωίδα στη «Λαίδη Χάµιλτον» και επίσης µια άκρως αριστοκρατική περσόνα, όπως είχε φανεί στη µεγαλύτερη επιτυχία της, «Οσα παίρνει ο άνεµος» (Gone with the Wind, 1939).

Η Κούπερ υπήρξε τρεις φορές υποψήφια για Οσκαρ Β’ γυναικείου ρόλου – η πρώτη ήταν για την ερμηνεία της ως άκαμπτης μητέρας της Μπέτι Ντέιβις στην ταινία «Το ξέσπασμα μιας ψυχής» (Now, voyager, 1942) – αλλά δεν κέρδισε ποτέ.

«Η OpenAI ήταν δική μου ιδέα» λέει ο Μασκ στη δίκη κατά του Άλτμαν

Ο Μασκ ίδρυσε την OpenAΙ μαζί με τον Άλτμαν το 2015. Ζητά τώρα αποζημίωση 150 δισ. δολαρίων για τη μετατροπή της σε κερδοσκοπική εταιρεία.

Στην εκδίκαση της πολυσυζητημένης αγωγής του Έλον Μασκ για τη μετατροπή της OpenAI από φιλανθρωπική οργάνωση σε κερδοσκοπικό οργανισμό, ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου υποστήριξε ότι η ίδρυση της εταιρείας ήταν δική του ιδέα, την οποία έκλεψε ο σημερινός διευθύνων σύμβουλος Σαμ Άλτμαν και άλλα στελέχη με στόχο να πλουτίσουν.

Ο Μασκ έχει καταθέσει αγωγή κατά της OpenAI, του Αλτμαν και του προέδρου της εταιρείας Γκρεγκ Μπρόκμαν, τους οποίους κατηγορεί ότι τον πρόδωσαν εγκαταλείποντας την αρχική αποστολή της OpenAI για ασφαλή χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο Μασκ αξιώνει από την OpenAI αποζημίωση 150 δισ. δολαρίων, ποσό που δεσμεύτηκε να προσφέρει στο φιλανθρωπικό σκέλος της OpenAI, κάνοντας λόγο για παραβίαση φιλανθρωπικού καταπιστεύματος και αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Ζητά επίσης να αποκατασταθεί ο αρχικός, μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας της OpenAI και να απομακρυνθούν από τις θέσεις τους οι Άλτμαν και Μπρόκμαν.

«Αν γίνει  αποδεκτή η λεηλασία μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης, ολόκληρο το θεμέλιο της φιλανθρωπικής προσφοράς στην Αμερική θα καταστραφεί» υποστήριξε ο Μασκ την πρώτη ημέρα της δίκης. «Αυτό είναι που με ανησυχεί» είπε.

Ο Μασκ και ο Άλτμαν ίδρυσαν την OpenAI το 2015 με στόχο την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης προς όφελος της ανθρωπότητας.

 

O Σαμ Άλτμαν ήταν κάποτε συνεργάτης του Μασκ. Τώρα είναι εχθρός του (Reuters)

Στη δίκη, ο δισεκατομμυριούχος ισχυρίστηκε ότι η OpenAI είναι δικό του πνευματικό τέκνο.

«Εγώ είχα την ιδέα, εγώ βρήκα το όνομα, εγώ προσέλαβα πρόσωπα-κλειδιά, τους έμαθα ότι ήξερα και προσέφερα όλη την αρχική χρηματοδότηση» κατέθεσε. ««Είχε συγκεκριμένα σχεδιαστεί για να είναι μια φιλανθρωπική οργάνωση που δεν ωφελεί κανένα μεμονωμένο άτομο. Θα μπορούσα να την είχα ιδρύσει ως κερδοσκοπική εταιρεία και επέλεξα συνειδητά να μην το κάνω».

Πριν από την κατάθεσή του, ο δικηγόρος της OpenAI και του Άλτμαν, Oυίλιαμ Σάβιτ, δήλωσε ενώπιον των ενόρκων ότι ο Μασκ ήταν αυτός που δελεάστηκε από το χρήμα και άσκησε πιέσεις για να αποκτήσει η OpenAI κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Ο Σάβιτ υποστήριξε ότι ο Μασκ «ήθελε τα κλειδιά του βασιλείου» και υπέβαλε αγωγή όταν απέτυχε να αποκτήσει τον έλεγχο της OpenAI. Το 2023 ίδρυσε δική του εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης, την xAI, στην οποία ανήκει η πλατφόρμα Χ και το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης Grok.

«Αυτό που ενδιαφέρει τον Έλον Μασκ είναι να βρίσκεται στην κορυφή» δήλωσε ο Σάβιτ στην εναρκτήρια αγόρευσή του. «Βρισκόμαστε εδώ επειδή ο κ. Μασκ δεν πήρε αυτό που ήθελε» είπε.

Ο δικηγόρος της OpenAI υποστήριξε ακόμα ότι η δημιουργία μιας κερδοσκοπικής οντότητας το 2019 ήταν απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλίσει η εταιρεία υπολογιστική ισχύ για την εκπαίδευση των μοντέλων της και να παραμείνει ανταγωνιστική έναντι της Google.

Η δίκη προσφέρει μια εικόνα για ορισμένες από τις προσωπικότητες που διαμόρφωσαν την OpenAI από ένα μη κερδοσκοπικό ερευνητικό εργαστήριο στο διαμέρισμα του Μπρόκμαν σε μια εταιρεία με αξία που ξεπερνά τα 850 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η δίκη ενδέχεται επίσης να περιπλέξει τα σχέδια της OpenAI για είσοδο στο χρηματιστήριο, καθώς εγείρει αμφιβολίες για την ηγεσία της, και θα μπορούσε να εντείνει τους φόβους των Αμερικανών σχετικά με την τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης γενικότερα.

Ο Μασκ κατέθεσε πως είχε για καιρό «σοβαρές ανησυχίες για την τεχνητή νοημοσύνη» και αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέμα όταν δεν βρήκε ευήκοα ώτα σε συναντήσεις του με την Google και τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα.

Από την άλλη, ο Σάβιτ υποστήριξε ότι η ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης δεν αποτελούσε προτεραιότητα για τον Μασκ, ο οποίος αποκαλούσε «ηλίθιους» όσους επικεντρώνονταν στο θέμα της ασφάλειας.

Στα τέλη του περασμένου έτους, η OpenAI αναδιάρθρωσε ξανά τη δομή της για να μετατραπεί σε εταιρεία δημόσιου οφέλους (public benefit corporation), στην οποία ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός και άλλοι επενδυτές, συμπεριλαμβανομένης της Microsoft, κατέχουν μερίδια.

Ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός διατηρεί ποσοστό 26%, καθώς και δικαιώματα προαίρεσης (warrants) εφόσον η OpenAI επιτύχει συγκεκριμένους στόχους αποτίμησης.

Δουλειά της δικαιοσύνης δεν είναι να συγκαλύπτει την παρανομία και να προσφέρει ατιμωρησία σε μια κυβέρνηση που εγκληματεί

Η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλα να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών αποτελεί σοβαρή θεσμική εκτροπή και βαρύ πλήγμα στο κράτος δικαίου

Αυτή τη στιγμή η χώρα περνάει μία από τις πιο σοβαρές θεσμικές κρίσης της μεταπολιτευτικής ιστορίας της.

Για την ακρίβεια, αυτή τη στιγμή η χώρα είναι αντιμέτωπη με μια θεσμική εκτροπή.

Η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού της χώρας, να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών, έτσι ώστε να εξεταστούν κακουργήματα, όπως αυτό της κατασκοπείας, αλλά και να διερευνηθεί η ποινική ευθύνη και άλλων προσώπων, δεν είναι απλώς μια δικαστική κρίση. Είναι ένα πλήγμα στο κράτος δικαίου στη χώρα.

Ουσιαστικά, ένας ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός δεν λειτούργησε με το κριτήριο της ανάγκης να διερευνηθεί μια υπόθεση που αφορά την παρακολούθηση μεγάλου μέρους του υπουργικού συμβουλίου, ανώτατων αξιωματικών, δικαστικών, πολιτικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων. Δεν λειτούργησε με το κριτήριο να μην έχουμε στο πλαίσιο της δημοκρατίας μας πρακτικές τύπου «οι ζωές των άλλων» και μάλιστα με χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού. Δεν λειτούργησε με το κριτήριο να μην υπάρχουν σκιές πάνω από το θεσμικό πλαίσιο της δημοκρατίας στη χώρα μας.

Αντιθέτως, αυτός ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός φαίνεται να κινήθηκε ουσιαστικά για να προσφέρει δικαστική προστασία και ατιμωρησία για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας. Γεγονός που επιβεβαιώνει το ότι αυτή η κυβέρνηση έχει πετύχει μία χωρίς προηγούμενο εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης και συνολικά των θεσμών.

Γιατί ο ελέφαντας στο δωμάτιο είναι ακριβώς η ευθύνη αυτής της κυβέρνησης και αυτού του πρωθυπουργού για αυτή την υπόθεση. Γιατί κανείς δεν πιστεύει ότι η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά απλώς κάποιους «ιδιώτες». Όπως, ήδη έχει δηλώσει ένας από τους καταδικασμένους πρωτόδικα «ιδιώτες», το λογισμικό αυτό το προμηθεύονται και το χρησιμοποιούν κυβερνήσεις και κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας. Πράγμα που σημαίνει ότι το λογισμικό αυτό το προμηθεύτηκε η ΕΥΠ, έστω και εάν η προμήθειά του «συγκαλύφθηκε» εντός άλλων συναλλαγών με το δημόσιο. Δεδομένο που με τη σειρά του σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός και ο μηχανισμός γύρω του στο Μέγαρο Μαξίμου, που τότε περιλάμβανε και τον ανιψιό του και γενικό γραμματέα του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη, βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της υπόθεσης. Και για να διερευνηθεί αυτό, το κρίσιμο βήμα ήταν ακριβώς να ξεφύγουμε από τη λογική ότι ήταν απλώς τέσσερις ιδιώτες που από «χόμπι» παρακολουθούσαν υπουργούς, πολιτικούς και ανώτατους αξιωματικούς, και να αναζητήσουμε τους πολιτικούς προϊσταμένους που ενορχήστρωσαν τις υποκλοπές.

Για όλα αυτά είχε νόημα να συνεχιστεί η ποινική διερεύνηση αυτή της υπόθεσης. Γιατί έτσι θα συγκεντρώνονταν περισσότερα στοιχεία και θα πιέζονταν και αυτοί που πρέπει να μιλήσουν και έτσι θα μπορούσαμε να είχαμε πλήρη εικόνα της υπόθεσης και των ευθυνών.

Το γεγονός ότι η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου επέλεξε για άλλη μια φορά να «κλείσει» την υπόθεση, διευκολύνοντας πάνω από όλα τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του, αποτυπώνει ακριβώς το θεσμικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Ουσιαστικά, η απόφαση αυτή είναι το συμπλήρωμα της κυνικής δήλωσης του πρωθυπουργού πριν λίγες μέρες στη Βουλή, στη διάρκεια της προ ημερησίας διάταξης συζήτηση για την κατάσταση με το κράτος δικαίου στη χώρα, ότι το θέμα των υποκλοπών έχει κριθεί δύο φορές εκλογικά. Μόνο που εάν κανείς περιμένει από τη μεριά της πολιτικής εξουσίας τέτοιες δηλώσεις, από τη μεριά της δικαστικής εξουσίας περιμένει αντίστοιχα να λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο, ως ανάχωμα στην εργαλειοποίηση των θεσμών και ως θεματοφύλακας των βασικών αρχών του κράτους δικαίου. Γιατί μόνο έτσι η Δικαιοσύνη μπορεί να παίξει τον ρόλο της που είναι ακριβώς να αντιστέκεται στην αυθαιρεσία και την αλαζονεία της εξουσίας αντί να την υπηρετεί.

Διαφορετικά, υπονομεύεται ακόμη περισσότερο η πίστη των πολιτών στους θεσμούς. Με αποτέλεσμα να είναι διάχυτη η πεποίθηση ότι «όλοι μέσα στο κόλπο είναι». Μόνο που κάτι τέτοιο σημαίνει ότι οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην ίδια τη δημοκρατία, γεγονός που μόνο τη διολίσθηση σε ακόμη πιο αυταρχικές και αντιδραστικές λογικές διευκολύνει, καθώς είναι ακριβώς αυτό που θα σπεύσει να εκμεταλλευτεί η Ακροδεξιά σε όλες τις παραλλαγές της.

Αυτή τη στιγμή στη χώρα μας πέραν του κοινωνικού ζητήματος, εάν αναλογιστούμε την κρίση κόστους ζωής και την ένταση των ανισοτήτων, τίθεται και δημοκρατικό ζήτημα. Και αυτή η συνειδητή υπονόμευση της δημοκρατίας είναι η χειρότερη υπηρεσία που έχει προσφέρει μέχρι τώρα η Νέα Δημοκρατία και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Γιατί αυτό που μπορεί να τους φαντάζει μια βολική παντοδυναμία, στην πράξη διαρκώς στέλνει το μήνυμα ότι το βασικό δεν είναι να υπάρχουν θεσμοί, αλλά να μπορούν αυτοί που έχουν την εξουσία να τους χειραγωγούν. Ότι το βασικό δεν είναι να υπάρχει ανεξάρτητη δικαιοσύνη, αλλά η κυβέρνηση να έχει πειθήνιους  δικαστές στην κορυφή της Δικαιοσύνης που θα την προστατέψουν, ότι το σημαντικό δεν είναι να έχουμε ανεξάρτητες Αρχές, αλλά να ελέγξουμε τη διαδικασία διορισμού των διοικήσεών τους για να μπορεί η εκάστοτε κυβέρνηση να τις χρησιμοποιεί κατά το δοκούν, ότι το αναγκαίο δεν είναι να έχουμε θεσμική προστασία απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας, αλλά ακόμη μεγαλύτερα περιθώρια της κυβέρνησης να παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα.

Αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη πρόκληση δεν είναι απλώς να υπάρξει μια κυβερνητική εναλλαγή στις επόμενες εκλογές. Η πρόκληση είναι να απομακρυνθεί, όσο νωρίτερα γίνεται, η τοξική θεσμική παραβατικότητα που αποτελεί, καιρό τώρα, το σήμα κατατεθέν αυτής της διακυβέρνησης, ακριβώς ώστε να αποκατασταθεί και η λειτουργία των θεσμών και η εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτούς.

Η χώρα δεν έφτασε ανώδυνα στο να έχει μια δημοκρατία και θεσμούς κράτους δικαίου που στοιχειωδώς να λειτουργούν. Χρειάστηκε να υπάρξει η αυταρχική εμπειρία του μετεμφυλιακού κράτους, η Χούντα και τα τραγικά αποτελέσματά της, με αποκορύφωμα την Κυπριακή Τραγωδία και οι μεγάλες συγκρούσεις της Μεταπολίτευσης για να έχουμε μια κανονική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ωστόσο, τα καταφέραμε, παρ’ όλα τα προβλήματα που κατά καιρούς υπήρξαν. Αυτό το δημοκρατικό κεκτημένο της Μεταπολίτευσης αυτή τη στιγμή διακινδυνεύεται από μια κυβέρνηση που όσο περισσότερο βλέπει την πραγματική της νομιμοποίηση να υποχωρεί, τόσο περισσότερο συμπεριφέρεται ως πολιτικά και θεσμικά παντοδύναμη. Οφείλουμε να υπερασπιστούμε αυτό το δημοκρατικό κεκτημένο, πριν είναι πολύ αργά και τα πλήγματα γίνουν ανεπανόρθωτα.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0