Οι λέξεις που δεν είπε μια εικόνα
Λειψία, τελευταίες ημέρες του Τρίτου Ράιχ. Οι αμερικανικές δυνάμεις μπαίνουν την πόλη κι ένας τους στρατιώτης ανεβαίνει σε ένα κτίριο, βγαίνει στο μπαλκόνι και στρέφει το τουφέκι του προς το ιστορικό κέντρο απ’ όπου υποχωρούν οι ναζιστές πυροβολώντας αδιακρίτως. Αλλά η σφαίρα ενός γερμανού ελεύθερου σκοπευτή, για τον οποίο κανένας φυσικά δεν γνωρίζει πού ήταν κρυμμένος, πετυχαίνει τον στρατιώτη ανάμεσα στα μάτια. Εκείνος πέφτει νεκρός, το πάτωμα γεμίζει αίμα.
Λίγο πιο πίσω του, όμως, βρίσκεται ο Ρόμπερτ Κάπα, ο σπουδαίος φωτογράφος που έλεγε ότι «εάν μια φωτογραφία δεν είναι καλή, τότε σημαίνει πως δεν είσαι αρκετά κοντά». Και ο στρατιώτης Ρέιμοντ Τζέι Μπόοουμαν περνάει στην αθανασία από το περιοδικό Life με τη λεζάντα «Πεθαίνοντας τελευταίος».
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η κομμουνιστική Γερμανία έσβησε από τη συλλογική μνήμη τον Κάπα και τους αμερικανούς στρατιώτες. Αλλά ο μικρός Μάιγκλ Χόφμαν βρίσκει μια μέρα στη σοφίτα σφαίρες και ένα κράνος του αμερικανικού στρατού. Οι γονείς του κάτι του εξηγούν ψιθυριστά.
Τη δεκαετία του ’80 θα έρθει η στιγμή που θα αλλάξει τη ζωή του. Γιατί σε ένα περιοδικό που κυκλοφορεί παράνομα, το Snowbag Magazine, βλέπει δημοσιευμένες πέντε φωτογραφίες του Ρόμπερτ Κάπα με τον νεκρό στρατιώτη. Είναι εικόνες που υπεύθυνοι του περιοδικού είχαν φωτογραφίσει κρυφά από το αρχείο της δημοτικής βιβλιοθήκης. Και ο Μάιγκλ μαγεύεται.
Λίγο μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, θα αρχίσει την έρευνά του. Έρχεται σε επαφή με το αμερικανικό προξενείο αλλά κανένας δεν ξέρει κάτι, το 2005 συναντά αμερικανούς βετεράνους στρατιώτες, οι οποίοι είχαν έρθει στη Λειψία με αφορμή τους εορτασμούς για τα 60 χρόνια από το τέλος του πολέμου.
Αλλά ούτε από εκεί βγάζει κάτι για τον «last man to die». Και τότε αρχίζει να μελετά τη φωτογραφία. Το μοναδικό στοιχείο που έχει στα χέρια του είναι το μπαλκόνι σε στυλ Jugendstil. Και με αυτό καταφέρνει κάποια στιγμή να εντοπίσει τον δρόμο και μετά το κτίριο που όμως βρίσκεται σε κακή κατάσταση: η μισή στέγη έχει καταρρεύσει, πόρτες και παράθυρα δεν υπάρχουν.
Ο Μάιγκλ Χόφμαν δεν αποθαρρύνεται. Μπαίνει στο κτίριο με έναν φίλο του, ανεβαίνουν αργά την ξύλινη σκάλα, από ένα παράθυρο βλέπει το αμαξοστάσιο των τραμ, ένα βενζινάδικο, τη γέφυρα Ζέπελιν. Το μέρος που άφησε την τελευταία του πνοή ο στρατιώτης έχει βρεθεί.
Και τώρα; Και τώρα πρέπει να σωθεί το κτίριο. Ο Χόφμαν κερδίζει και αυτό το στοίχημα χάρις σε μια ιδιωτική χορηγία 10 εκατομμυρίων ευρώ που έπεισε τον δήμο να ανακαλέσει την απόφαση, ειλημμένη από το 2012, να το κατεδαφίσει.
Το ανακαινισμένο κτίριο, γράφει η FAZ, σήμερα λέγεται Capa Haus και ο Μάιγκλ Χόφμαν το αφιέρωσε στην Καταρίνα Ο. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αυτή εδώ μπορεί να διαβαστεί ως ιστορία μιας ξεχασμένης φωτογραφίας. Αλλά και ως μια ιστορία για το πώς μια πόλη σώζει και συντηρεί τα κτίριά της, δηλαδή τα κατ’ εξοχήν ιστορικά της τεκμήρια. Και από αυτήν την άποψη, σε μας εδώ μπορεί να φανεί πολύ διδακτική.
