Καθαρά Δευτέρα 1973
Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης
Οι μπαμπάδες μας, τα παιδιά της Κατοχής, ισχυρίζονταν πως κατείχαν την τέχνη της κατασκευής του. Ότι ήξεραν πώς να φτιάχνουν τον καλαμένιο του σκελετό, τα ζύγια και την ουρά του από λωρίδες εφημερίδων. Δεν έμπαιναν όμως στον κόπο. Έτσι εμείς, τα παιδάκια της δεκαετίας του ’70, αμολούσαμε ετοιματζίδικους. Τους παρέτασσε από την παραμονή ο ψιλικατζής στο πεζοδρόμιο. Στο γυαλιστερό τους χαρτί στάμπες ομάδων - οι Αεκτζήδες απολάμβαναν το προνόμιο να έχει ο αετός τους πάνω του αετό και μάλιστα δικέφαλο. Μας έδιναν έξτρα χαρτζιλίκι για να τον πληρώσουμε – οι πιο φιλόδοξοι ψωνίζαμε τρεις και τέσσερις καλούμπες, τι παράξενο δε!, ο σπάγγος κόστιζε περισσότερο από τον αετό, οι χειροπέδες –σαν να λέμε- ήταν πιο ακριβές από τα χέρια…
Αλάνες στην Κυψέλη δεν υπήρχαν. Και μέσα στο Πεδίο του Άρεως ακόμα φύτρωνε κάθε δέκα μέτρα μια κολώνα της ΔΕΗ. Ο πατέρας μου αρνούνταν να αγοράσει Ι.Χ., προτιμούσε να επενδύει τα λεφτά του σε μηχανήματα hi-fi, δίσκους κλασσικής μουσικής και σε ραμμένα κοστούμια. Βγαίναμε έτσι στην Ευελπίδων και σταματούσαμε ταξί για Φάληρο. Γκρίζα ήταν τότε στην Αθήνα, με κουρδιστό ταξίμετρο, Παναγίτσα στο καθρεφτάκι και πλαστικά καθίσματα. Κατεβαίνοντας την Συγγρού, μού ερχόταν εμετός. Η μάνα μου μού’λεγε να αφήσω το Μίκυ Μάους και να κοιτάζω έξω απ’το παράθυρο για να ξεζαλιστώ. Του Φιξ δούλευε ακόμα ως εργοστάσιο μπύρας, «Πίνε Υγεία!» πρόσταζε η γιγαντοαφίσσα στην πρόσοψή του.
Στο Έντεν είχε μπόλικες ταβέρνες. «Δεν κουνιέται φύλλο» διαπίστωνε ο πατέρας μου. «Ας τσιμπήσουμε κάτι πρώτα, μπας και σηκωθεί στο μεταξύ αέρας και καταφέρουμε να τον πετάξουμε.» Τραπέζια με οικογένειες εν απαρτία -μέχρι πεθερές με λουλακί μαλλιά-, σερβιτόροι να κάνουν σλάλομ φορτωμένοι τεράστιους δίσκους με ορεκτικά, απ’τα μεγάφωνα του καταστήματος τα τραγούδια της Χούντας, «Ο Σταμούλης ο Λοχίας» και η «Κύρα-Γιώργαινα»… Οι μεγάλοι έκαναν συγκεκαλυμμένα πολιτικά σχόλια, εκτός και αν ήταν του καθεστώτος, οπότε εξυμνούσαν τη ρητορική δεινότητα του Γεωργίου Παπαδοπούλου και την αισθητική τσίρκου που είχε επιβάλει ο διορισμένος δήμαρχος Σκυλίτσης στον Πειραιά. Τα παιδιά βαριόμασταν κι αρχίζαμε τις αηδίες, ανακατεύαμε στο ποτήρι λεμονίτα με λαδόξυδο και με χαλίκια, πετάγαμε μέσα κι ένα τηγανιτό καλαμαράκι για να διαπιστώσουμε εάν επιπλέει. «Σώνει πιά!» μπάφιαζαν οι μαμάδες και διέταζαν τους μπαμπάδες να μας βγάλουν έξω, να πετάξουμε τους αετούς, να ξεχαρμανιάσουμε.
Έχω ακόμα στις παλάμες μου την αίσθηση του σκοινιού που τεντώνεται. Θυμάμαι ατόφιο τον ενθουσιασμό μου όταν ο χαρταετός ανέβαινε. Και την οδύνη μου άμα έχανε την ισορροπία του και βούταγε με το κεφάλι. Ήμασταν ικανοί να πασχίζουμε και δυό και τρεις ώρες ώσπου ο αετός μας να εκμεταλλευτεί κάποια ριπή αέρα και να κερδίσει ύφος ασφαλείας. Να βρεθεί πάνω από τις πολυκατοικίες, να αμολάμε καλούμπα και να τον καμαρώνουμε να μικραίνει, να γίνεται μια κουκίδα στον ουρανό.
«Πρέπει να φύγουμε!» μας έλεγαν οι μπαμπάδες – βιάζονταν να επιστρέψουν στην ταβέρνα και να αρχίσουν τις πορτοφολομαχίες, ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό, ο σερβιτόρος θα τους παρακολουθούσε ανθυπομειδιώντας, ελπίζοντας πως η χουβαρντοσύνη της αξιοτίμου πελατείας θα εκδηλωνόταν και στο πουρμπουάρ.
«΄Αντε, πάμε!» «Και τον αετό τι θα τον κάνουμε;» ρώτησα τον πατέρα μου. «Διάλεξε. Ή θα τον κατεβάσεις ή θα κόψεις τον σπάγγο και θα τον απελευθερώσεις στους αιθέρες…» πήρε πομπώδες, παιγνιώδες ύφος.
Αποφάσισα το δεύτερο. Για μήνες έπειτα, φτιαχνόμουν να πιστεύω ότι ο χαρταετός μου διέσχιζε ηπείρους και ωκεανούς. Πως ήταν το ιπτάμενο alter-ego μου που είχε ξεφύγει απ’το δρομολόγιο σπίτι-σχολείο κι αλήτευε, πιο ελεύθερος κι απ’τον αγαπημένο μου ήρωα, τον Τομ Σόγιερ όταν διέπλεε με τη σχεδία τον Μισισιπή…-
