ενημέρωση 7:20, 26 April, 2026

Το περίπτερο και ο ανάπηρος

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Το αριστουργηματικό μυθιστόρημα «Το Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου αποτελεί –μεταξύ των άλλων- και μια αλληγορία για την Αριστερά στον Εμφύλιο: Ένα απόσπασμα επιλέκτων του Δημοκρατικού Στρατού διατάσσεται να μεταφέρει ένα σιδερένιο κλειδωμένο κιβώτιο από μια πόλη σε μιαν άλλη εν μέσω εχθρικών πυρών και πάσης φύσεως αντιξοοτήτων. Οι αγνοί –ή και λιγότερο αγνοί- μαχητές ριψοκινδυνεύουν, ανδραγαθούν, αλληλοσπαράσσονται, αποδεκατίζονται. Η αποστολή φτάνει σε πέρας από τον τελευταίο επιζώντα. Μόνο και μόνο για να αποδειχθεί πως το κιβώτιο ήταν άδειο.

Εάν ο Αλεξάνδρου αποφάσιζε να γράψει μιαν ανάλογη αλληγορία για την περίοδο της Μεταπολίτευσης, θα του περνούσε απ’το μυαλό –πιστεύω- αντί για το κιβώτιο να χρησιμοποιήσει το περίπτερο. Και τον ανάπηρο.

Εξηγούμαι.

Λίγο μετά τον πόλεμο, η πολιτεία παραχώρησε τα περίπτερα σε όσους είχαν αφήσει την αρτιμέλειά τους στα πεδία των μαχών. Οι άδειες δίνονταν δωρεάν, εφ’όρου ζωής. Ούτε όμως κληρονομούνταν ούτε μεταβιβάζονταν. Η πρόθεση του νομοθέτη ήταν σαφής: Να εξασφαλίσει έναν αξιοπρεπή βιοπορισμό σε εκείνους που δεν μπορούσαν πλέον να εργαστούν χειρωνακτικά.

Έλα όμως που –καλώς ή κακώς- σχεδόν τα πάντα συν τω χρόνω γίνονται αντικείμενο συναλλαγής… Όταν οι ήρωες γέρασαν ή κουράστηκαν ή εν πάση περιπτώσει δεν ήθελαν πιά να κάνουν τους περιπτεράδες, άρχισαν άτυπα να εκμισθώνουν τις άδειες. Κάποιοι άλλοι εκμεταλλεύονταν τα περίπτερα και τους πλήρωναν νοίκι. Τα οποία εάν μεν βρίσκονταν σε κανένα χωριό ή συνοικία, βία απέδιδαν δυό μεροκάματα. Εάν δε ήταν στο κέντρο των πόλεων, σε σημεία που έσφυζαν από κίνηση, μπορούσαν να αποδειχθούν μικρά χρυσορυχεία.

Εδώ ακριβώς ξεκινάει το παράδοξο. Το μυθιστορηματικώς ενδιαφέρον.

Η οικογένεια μιάς γνωστής μου ζούσε μέχρι πριν από δεκαπέντε χρόνια πλουσιοπάροχα από ένα περίπτερο το οποίο διανυκτέρευε στην κοσμικότερη πλατεία της Αθήνας. Τα τσιγάρα έφευγαν με τις κούτες, τα περιοδικά με τις ντάνες, για να μην μιλήσουμε για τα προφυλακτικά… Εστιατόριο πολυτελείας να είχαν, δεν θα έβγαζαν περισσότερα.

«Καλά τα πάμε, δόξα τω Θεώ» μου εξομολογούνταν ένα βράδυ. «Συνέχεια όμως ζούμε με τον εφιάλτη: Μην τα τινάξει ο ανάπηρος! Διότι τότε φασκελοκουκούλωστα! Πάει η άδεια, πάει το περίπτερο, πάνε όλα… Τον έχουμε μη στάξει και μη βρέξει. Μας κρυολόγησε; Βουρ στους καλύτερους γιατρούς! Μας χλώμιασε; Ταξίδι αναψυχής για να τον δει ο ήλιος και να αναπνεύσει ιώδιο θαλασσινό! Μας μελαγχόλησε; Εμπρός να τον διασκεδάσουμε! Μέχρι στους Αγίους Τόπους τον πήγαμε, το είχε κάνει τάμα –λέει- να γίνει χατζής…»

«Πόσο χρονών είναι ο ανάπηρος;» «Πατάει φέτος τα ογδόντα.» «Πόσο θα ζήσει;» «Η μάνα του είχε καβαλήσει τα εκατό…» «Κάποτε πάντως θα τα κλείσει τα ματάκια του. Γιατί δεν ασχολείστε με το τι θα κάνετε εσείς μετά;» Με κοίταξε σαν να της είχα πει το πιο παράδοξο πράγμα. «Άσε το μετά για το μετά…» ψέλλισε. Έφτυσε το κόρφο της και άλλαξε κουβέντα.

Η ίδια δεν τελείωσε ποτέ το πανεπιστήμιο. Τα δυό αδέλφια της δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να μάθουν μια δουλειά. Φέρονταν όλοι λες και είχαν δέσει αιωνίως τον γάιδαρό τους. Κι ας ήξεραν –ηλίθιοι δεν ήταν- πως νομοτελειακά είτε το ζώο θα τα κακάρωνε είτε το σκοινί του θα κοβόταν.

Βάλτε στη θέση του αναπήρου τα χρηματοδοτικά πακέτα που μας έρχονταν απ’την Ευρώπη. Βάλτε τα κύματα των ξένων τουριστών που έσπευδαν στα νησιά μας για να χορέψουν συρτάκι, να γευτούν τζατζίκι και να αγκαλιάσουν τους ζορμπάδες-καμάκια δίχως να πολυνοιάζονται αν θα’μεναν σε ενοικιαζόμενα κοτέτσια και θα τα χρυσοπλήρωναν. Βάλτε για τα παλιά κόμματα εξουσίας το όραμα των Ολυμπιακών Αγώνων. Βάλτε για την Αριστερά το κλέος του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, τον μύθο της προδομένης Εθνικής Αντίστασης που τής έδινε –δήθεν- ηθικό πλεονέκτημα εσαεί.

Και έχετε την ιστορία της Ελλάδας μετά το 1974.-

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016 21:12

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.