Ο πόλεμος εδραιώνει την Κίνα ως υπερδύναμη
Το Πεκίνο προετοιμαζόταν εδώ και χρόνια για μια τέτοια κρίση και σήμερα βρίσκεται σε σχετικά ευνοϊκή θέση ώστε όχι μόνο να αντέξει τις συνέπειες, αλλά και να μετατρέψει τη σύγκρουση σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα παγκόσμιας οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος
Protagon Team 31 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026, 10:15 Ο πόλεμος με το Ιράν θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να αποτελέσει σοβαρό πλήγμα για την Κίνα, καθώς η χώρα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο και εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Financial Times, το Πεκίνο προετοιμάζεται εδώ και χρόνια για μια τέτοια κρίση και σήμερα βρίσκεται σε σχετικά ευνοϊκή θέση ώστε όχι μόνο να αντέξει τις συνέπειες, αλλά και να μετατρέψει τη σύγκρουση σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για οικονομική και γεωπολιτική ισχύ σε παγκόσμιο επίπεδο. Την περασμένη χρονιά, περίπου το μισό αργό πετρέλαιο που εισήγαγε η Κίνα προερχόταν από τη Μέση Ανατολή, ενώ σχεδόν το ένα τρίτο του υγροποιημένου φυσικού αερίου της είχε την ίδια προέλευση.
Παρ’ όλα αυτά, η κινεζική ηγεσία έχει επενδύσει επιθετικά στη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων. Υπολογίζεται ότι διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα έκτακτης ανάγκης πετρελαίου στον κόσμο, περίπου 1,3 δισ. βαρέλια. Επιπλέον, η Τεχεράνη έχει αφήσει να εννοηθεί ότι πλοία που συνδέονται με «μη εχθρικούς» εταίρους, κατηγορία στην οποία περιλαμβάνεται και η Κίνα, μπορούν να περνούν από τα Στενά του Ορμούζ. Αυτό, εξηγούν οι Financial Times, μειώνει σε κάποιο βαθμό τον κίνδυνο άμεσης ενεργειακής ασφυξίας για το Πεκίνο. Ενας επιπλέον παράγοντας που ενισχύει την ανθεκτικότητα της κινεζικής οικονομίας είναι η διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών της. Σχεδόν το μισό από το φυσικό αέριο που εισάγει φτάνει μέσω αγωγών από τη Ρωσία και το Τουρκμενιστάν, βάσει μακροχρόνιων συμφωνιών.
Ταυτόχρονα, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας έχει τη δυνατότητα, χάρη στο συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας, να περιορίζει τις εξαγωγές από τα διυλιστήρια της χώρας, να ελέγχει τις τιμές στο εσωτερικό και να στρέφει την οικονομία πιο γρήγορα προς εναλλακτικές μορφές ενέργειας όταν χρειάζεται. Η μετάβαση προς την ηλεκτροκίνηση και την ηλεκτροδότηση της οικονομίας αποτελεί επίσης σημαντικό πλεονέκτημα. Η ηλεκτρική ενέργεια, σύμφωνα με τους Financial Times, καλύπτει περίπου το 30% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Κίνα, ποσοστό περίπου 50% υψηλότερο από εκείνο των ΗΠΑ ή της Ευρώπης. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα είναι πιο προστατευμένη από τις διεθνείς αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου.
Παράλληλα, η Κίνα επεκτείνει με ταχύ ρυθμό τις εγκαταστάσεις ηλιακής και αιολικής ενέργειας και ήδη αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο της παγκόσμιας δυναμικότητας παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας. Χάρη σε αυτό το ποικιλόμορφο ενεργειακό μείγμα, στους πολλαπλούς προμηθευτές και στις εναλλακτικές διαδρομές που παρακάμπτουν τον Περσικό Κόλπο, εκτιμάται ότι μόνο περίπου το 6% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης της Κίνας επηρεάζεται άμεσα από πιθανές διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ. Η χώρα, γράφουν οι Financial Times, θα μπορούσε να αντέξει μια σύγκρουση που θα διαρκούσε αρκετούς μήνες. Μάλιστα, η σχετική προστασία από τις διεθνείς ενεργειακές ανατιμήσεις ίσως καταστήσει τα κινεζικά εξαγωγικά προϊόντα ακόμη πιο ανταγωνιστικά.
Πέρα όμως από την αντοχή, ο πόλεμος μπορεί να δημιουργήσει και ευκαιρίες για την Κίνα. Η στρατηγική της να επενδύει στην καθαρή τεχνολογία και να επιδιώκει πλήρη βιομηχανική αυτάρκεια σε κρίσιμους τομείς φαίνεται να αποδίδει. Η σύγκρουση ανέδειξε πόσο σημαντικό είναι για τις χώρες να μειώσουν την εξάρτησή τους από τους εισαγόμενους υδρογονάνθρακες. Σε αυτό το πεδίο, η Κίνα έχει ήδη τεράστιο πλεονέκτημα: οι εταιρείες της αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 70% της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας σε βασικές «πράσινες» τεχνολογίες, όπως τα φωτοβολταϊκά, οι μπαταρίες και τα εξαρτήματα ηλεκτρικών οχημάτων. Παράλληλα, σημειώνουν οι Financial Times, η χώρα κυριαρχεί στην εξόρυξη και επεξεργασία σπάνιων γαιών, υλικών απαραίτητων για αυτές τις τεχνολογίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι επενδυτές στρέφονται μαζικά σε κινεζικές εταιρείες πράσινης ενέργειας, προσδοκώντας αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης. Οι μεγαλύτεροι κατασκευαστές μπαταριών της Κίνας έχουν δει τη χρηματιστηριακή αξία τους να αυξάνεται κατά περισσότερα από 70 δισ. δολάρια μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης. Ακόμη ένα πιθανό όφελος είναι ότι η Κίνα μπορεί να παρουσιαστεί ως εναλλακτικός προμηθευτής σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζει αβεβαιότητα στις ροές πόρων από τη Μέση Ανατολή. Διαθέτει μεγάλα αποθέματα ορυκτών καυσίμων και κρίσιμων βιομηχανικών υλικών, ενώ είναι καθαρός εξαγωγέας διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων. Επιπλέον, αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα λιπασμάτων παγκοσμίως.
Αν και έχει περιορίσει τις εξαγωγές για λόγους εσωτερικής ασφάλειας, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «μαξιλάρι» για χώρες που αντιμετωπίζουν αγροτικές πιέσεις. Η χώρα διαθέτει επίσης στρατηγικά αποθέματα θείου, γράφουν οι Financial Times, ενός βασικού στοιχείου για τη γεωργία και τη μεταλλουργία. Ταυτόχρονα, έχει σημειώσει πρόοδο στη μείωση της εξάρτησής της από εισαγωγές ηλίου, χάρη στην ανακάλυψη σημαντικών εγχώριων κοιτασμάτων και σε τεχνολογικές εξελίξεις στον καθαρισμό του. Το αέριο αυτό είναι κρίσιμο για τη βιομηχανία ημιαγωγών στην Ασία. Σε γεωπολιτικό επίπεδο, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της Κίνας έναντι των ΗΠΑ, εκτιμούν οι Financial Times.
Αναλυτές σημειώνουν ότι πολλά οπλικά συστήματα που χρησιμοποιεί η αμερικανική αμυντική βιομηχανία βασίζονται σε σπάνιες γαίες που παράγονται στην Κίνα, ενώ τα αμερικανικά αποθέματα επαρκούν για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, οι καλές σχέσεις του Πεκίνου με χώρες του Κόλπου και η εμπειρία του στην κατασκευή μεγάλων υποδομών μπορεί να το φέρουν σε πλεονεκτική θέση για την ανοικοδόμηση της περιοχής μετά τον πόλεμο. Η σύγκρουση ίσως επηρεάσει και το διεθνές νομισματικό σύστημα. Η ενίσχυση της χρήσης του κινεζικού νομίσματος σε ενεργειακές συναλλαγές, ιδιαίτερα αν ορισμένες χώρες δεχθούν να πληρώνουν σε γουάν για να εξασφαλίσουν τη διέλευση πλοίων από το Ορμούζ, θα μπορούσε να αποδυναμώσει την κυριαρχία του δολαρίου στο εμπόριο πετρελαίου.
Ορισμένοι οικονομικοί αναλυτές μιλούν στους Financial Times για την πιθανότητα μιας πιο έντονης παρουσίας του λεγόμενου «πετρογουάν». Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει την εικόνα της ως πιο σταθερού και προβλέψιμου εταίρου σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, τόσο στον αναπτυγμένο όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Πρόσφατες διεθνείς συναντήσεις επιχειρηματικών ηγετών στο Πεκίνο είχαν στόχο ακριβώς να προβάλουν την αξιοπιστία της κινεζικής οικονομίας και των εφοδιαστικών της αλυσίδων. Ορισμένες δημοσκοπήσεις δείχνουν, σύμφωνα με τους Financial Times, ότι η θετική αντίληψη για την Κίνα αυξάνεται σε σύγκριση με εκείνη για τις ΗΠΑ. Δεν είναι, όμως, όλα θετικά για την Κίνα.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η κινεζική οικονομία θα βγει εντελώς αλώβητη. Αν ο πόλεμος παραταθεί, το Πεκίνο θα αντιμετωπίσει αυξημένα κόστη, πιθανές ελλείψεις και τον κίνδυνο περιορισμών στην κατανάλωση ενέργειας. Ενα βαθύ παγκόσμιο οικονομικό σοκ θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση για κινεζικά προϊόντα, πλήττοντας τις εξαγωγές της χώρας. Πολλοί διεθνείς εταίροι παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στα εμπορικά πλεονάσματα της Κίνας και φοβούνται υπερβολική εξάρτηση από αυτήν. Παρά τις δυσκολίες αυτές, καταλήγουν οι Financial Times, όσοι πιστεύουν ότι ο πόλεμος θα αποδυναμώσει την κινεζική υπερδύναμη μάλλον υποτιμούν τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της. Η προνοητικότητα στον σχεδιασμό, η διαφοροποίηση των πόρων και η ευελιξία στην οικονομική πολιτική καθιστούν την Κίνα ιδιαίτερα ανθεκτική σε κρίσεις τέτοιου τύπου και ίσως της επιτρέψουν να αξιοποιήσει τις νέες ευκαιρίες που δημιουργούνται.
