ενημέρωση 7:20, 26 April, 2026

Ανάλυση Politico - Γιατί οι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες δεν σταματούν να χάνουν

Τι συμβαίνει στα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης • Ο ρόλος της μετεξέλιξης των εργασιακών συνθηκών και η στροφή προς το κέντρο • Ποιος ο ρόλος του Τραμπ.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης καταρρέουν και οι ηγέτες τους φαίνεται να μην ξέρουν πώς να αντιστρέψουν την τάση, σχολιάζει το Politico.

Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, τα κεντροαριστερά κόμματα με ρίζες στα εργατικά συνδικάτα και τη βιομηχανική εργασία ήταν από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. 

Το παράδειγμα της Δανίας

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι οι Σοσιαλδημοκράτες της πρωθυπουργού της Δανίας Μέτε Φρεντέρικσεν, οι οποίοι την περασμένη εβδομάδα υπέστησαν δραματική πτώση στις εθνικές εκλογές. Παρότι το κόμμα συγκέντρωσε συνολικά τις περισσότερες ψήφους, κατέγραψε το χειρότερο αποτέλεσμα από το 1903.

Ψηφοφόροι της εργατικής τάξης, απογοητευμένοι από την αδράνεια του κόμματος απέναντι στο αυξημένο κόστος ζωής, στράφηκαν προς το ακροδεξιό Δανικό Λαϊκό Κόμμα, ενώ αριστεροί ψηφοφόροι, δυσαρεστημένοι από τη πρόθεση της Φρεντέρικσεν να συνεργαστεί με την κεντροδεξιά και να υιοθετήσει σκληρή στάση στο μεταναστευτικό, μετακινήθηκαν προς την Πράσινη Αριστερά.

Ο Τζιάκομο Φιλιμπέκ, γενικός γραμματέας του Κόμματος Ευρωπαίων Σοσιαλιστών — της πανευρωπαϊκής οργάνωσης που περιλαμβάνει όλα τα εθνικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα — δήλωσε στο Politico ότι τα κακά αποτελέσματα οφείλονται στην «οργή» για τη διαχείριση της κρίσης κόστους ζωής από την κυβερνώσα κεντροαριστερά. Το ζήτημα έγινε ακόμη πιο πιεστικό «λόγω του πολέμου στο Ιράν, που αύξησε τις τιμές ενέργειας και άλλα», είπε.

Ο Βαν Γιούλ-Λάρσεν, τοπικός πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών στη Δανία, το έθεσε πιο ωμά: «Οι ψηφοφόροι δεν σέβονται ένα κόμμα που δεν ακολουθεί τη δική του πολιτική», είπε, κατηγορώντας την ηγεσία ότι εγκατέλειψε τις «κόκκινες» πολιτικές αξίες.

Γενικό το φαινόμενο

Η κατάσταση στη Δανία κάθε άλλο παρά μοναδική είναι.

Μετά από 35 χρόνια αδιάλειπτης κυριαρχίας, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας έχασε τον έλεγχο του βιομηχανικού κρατιδίου της Ρηνανίας-Παλατινάτου στις περιφερειακές εκλογές της περασμένης εβδομάδας, όπου κυριάρχησε η συζήτηση για τη στάσιμη οικονομία. Η ήττα αυτή ακολούθησε ένα βαρύ πλήγμα στις 8 Μαρτίου στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, όπου το SPD έλαβε μόλις 5,5% των ψήφων.

Στη Γαλλία, από την άλλη, η κεντροαριστερά κέρδισε σημαντικές πόλεις όπως το Παρίσι και η Μασσαλία στις δημοτικές εκλογές αυτού του μήνα, αλλά παραμένει απούσα σε εθνικό επίπεδο. Την τελευταία δεκαετία, το άλλοτε κυρίαρχο Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει υποχωρήσει τόσο πολύ ώστε αναγκάστηκε να πουλήσει τα ιστορικά του γραφεία για να καλύψει χρέη, και σήμερα ελέγχει μόλις 65 από τις 577 έδρες της Εθνοσυνέλευσης.

«Η κεντροαριστερά δεν φαίνεται να ξέρει ποιος είναι ο ρόλος της στην Ευρώπη σήμερα», δήλωσε ο πολιτικός αναλυτής Ρικάρντο Βαζ. «Αυτή η κρίση ταυτότητας την οδήγησε να υποστηρίζει πολιτικές που δεν διαφέρουν από εκείνες της κεντροδεξιάς — μια στρατηγική ούτε σαφής ούτε ελκυστική για τους ψηφοφόρους.»

Το δίλημμα του κέντρου

Η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά στηρίχθηκε στους βιομηχανικούς εργάτες, τα συνδικάτα και τις εργατικές κοινότητες — μια βάση που ανέδειξε ηγέτες όπως ο Βίλι Μπραντ και ο Φρανσουά Μιτεράν.

Όμως αυτός ο κόσμος δεν υπάρχει πια. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η αποβιομηχάνιση έχει μειώσει την παραδοσιακή εργατική τάξη, ενώ η συμμετοχή στα συνδικάτα έχει υποχωρήσει σε όλη την Ευρώπη. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν έχουν ακόμη βρει συνεκτική απάντηση σε αυτές τις αλλαγές.

«Η κεντροαριστερά δεν έχει ακόμη διαμορφώσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας», είπε ο Βαζ. «Δεν υπάρχει σαφής αφήγηση για το πού στέκονται οι σοσιαλδημοκράτες απέναντι στην αυτοματοποίηση, την τεχνητή νοημοσύνη ή το μέλλον της εργασίας.»

Καθώς η εκλογική τους βάση συρρικνώνεται, πολλά από αυτά τα κόμματα στρέφονται προς το κέντρο «σε μια κακοσχεδιασμένη και τελικά καταδικασμένη προσπάθεια να ικανοποιήσουν τους πάντες», πρόσθεσε.

Ο Βαζ ανέφερε ότι ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Όλαφ Σολτς «έπεσε στην παγίδα του κέντρου» κυβερνώντας σε συνασπισμό με τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους από το 2021 έως το 2025, χωρίς να καταφέρει ουσιαστικούς συμβιβασμούς σε μεγάλα ζητήματα όπως η κλιματική κρίση ή η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας.

Παρόμοιο λάθος, κατά τον ίδιο, κάνει και ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ, ακολουθώντας έναν «αναποτελεσματικό κεντρισμό» που απογοητεύει τους ψηφοφόρους εν μέσω αυξανόμενου κόστους ζωής και υποχώρησης του κοινωνικού κράτους.

«Οι ψηφοφόροι θέλουν σαφείς απαντήσεις σε συγκεκριμένα προβλήματα, όπως το κόστος στέγασης», πρόσθεσε, αναφερόμενος και στην πτώση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας, που από απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία το 2024 βρέθηκε να αντικαθίσταται ως κύρια αντιπολίτευση από το ακροδεξιό κόμμα Chega.

Ο Βαζ υποστήριξε ότι ο σημερινός πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα έχασε την ευκαιρία να προχωρήσει σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να αντιμετωπίσει την εκτίναξη των τιμών κατοικίας. «Οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι — η εργατική τάξη — δεν εξαφανίστηκαν· απλώς έπαψαν να τους στηρίζουν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στράφηκαν προς την ακροδεξιά που εκμεταλλεύτηκε την οργή για το κόστος ζωής», είπε.

Προσπάθειες προσαρμογής

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα φαίνεται να αρχίζουν να ακούν τους ψηφοφόρους.

Στη Γερμανία, ο αντικαγκελάριος και συμπρόεδρος του SPD Λαρς Κλίνγκμπαϊλ ανακοίνωσε πρόσφατα μεταρρυθμίσεις, όπως φοροελαφρύνσεις για το 95% των φορολογουμένων και υψηλότερους φόρους για τους πλούσιους.

Ο ευρωβουλευτής Τόμπιας Κρέμερ δήλωσε ότι αυτές οι κινήσεις δείχνουν πως το κόμμα επικεντρώνεται ξανά στα «βασικά ζητήματα της καθημερινότητας».

Ο παράγοντας Τραμπ

Ένας απρόσμενος παράγοντας ενίσχυσης για την ευρωπαϊκή κεντροαριστερά ήταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι προκλήσεις του κινητοποίησαν ορισμένους ψηφοφόρους.

Στη Δανία, οι Σοσιαλδημοκράτες πιθανότατα θα είχαν υποστεί ακόμη μεγαλύτερη ήττα αν δεν υπήρχε η στήριξη που έλαβαν λόγω της άρνησης της Φρεντέρικσεν να υποκύψει στις απειλές του Τραμπ για προσάρτηση της Γριλανδίας.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά γνωρίζει ότι δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε αντι-Τραμπ ρητορική.

Κάποιοι προτείνουν ως παράδειγμα τον πρωθυπουργό της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ, του οποίου το κόμμα παραμένει δημοφιλές, εν μέρει επειδή υιοθέτησε προοδευτικές πολιτικές και συνεργάστηκε με κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Σύμφωνα με αναλυτές, η ισπανική κυβέρνηση αξιοποίησε κρίσεις όπως η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία για να εφαρμόσει πολιτικές όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

«Οι περισσότεροι προσπάθησαν να επαναφέρουν το status quo. Εμείς προσπαθήσαμε να το αλλάξουμε», ανέφερε κυβερνητικός αξιωματούχος.

Ο πολιτικός επιστήμονας Πάμπλο Σιμόν σημείωσε ότι ο Σάντσεθ κατάφερε να προσελκύσει προοδευτικούς ψηφοφόρους υιοθετώντας θέματα όπως η πράσινη ενέργεια, ο φεμινισμός, η φιλελεύθερη μεταναστευτική πολιτική και η στήριξη του παλαιστινιακού κράτους.

Ωστόσο, αυτή η στρατηγική μπορεί να αποδυναμώσει τη μακροπρόθεσμη ικανότητά του να κυβερνά, καθώς περιορίζει τη σημασία των κομμάτων στα αριστερά του, από τα οποία ενδέχεται να εξαρτηθεί σε μελλοντικές εκλογές.

Πηγή: efsyn

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.