ενημέρωση 8:19, 27 April, 2026

Το Ιράν αυτοκρατορική παγίδα για τις ΗΠΑ

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να εμπλακεί εκ νέου στρατιωτικά στη Μέση Ανατολή θυμίζει ένα στρατηγικό λάθος που στο παρελθόν συνέβαλε στην παρακμή μιας άλλης μεγάλης δύναμης: της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Το ιστορικό μάθημα είναι σαφές: οι μεγάλες δυνάμεις συνήθως δεν καταρρέουν επειδή ηττώνται από ξένους στρατούς, αλλά επειδή υπερεπεκτείνονται

Επί περίπου δεκαπέντε χρόνια, πολλοί αμερικανοί ηγέτες, ανάμεσά τους και οι τρεις πρόεδροι που κυβέρνησαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πίστευαν ότι οι ΗΠΑ είχαν εμπλακεί υπερβολικά βαθιά στις προσπάθειες να αναδιαμορφώσουν τις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής. Η πείρα των πολέμων στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στη Λιβύη είχε οδηγήσει αρκετούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στο συμπέρασμα ότι η Ουάσινγκτον θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή της σε άλλες, πιο σημαντικές προκλήσεις. Μεταξύ αυτών ήταν η ανάγκη ανασυγκρότησης της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης, καθώς και η αντιμετώπιση της ταχύτατης ανόδου της Κίνας ως παγκόσμιας δύναμης. Παρά τις σκέψεις αυτές, οι ΗΠΑ βρίσκονται και πάλι αντιμέτωπες με έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή, γράφει ο Φαρίντ Ζακαράια στη στήλη του στην Washington Post, επιχειρώντας να επηρεάσουν ή να αναδιαμορφώσουν την πολιτική τάξη μιας ακόμη χώρας της περιοχής.

Ωστόσο, όπως συνέβη και σε προηγούμενες στρατιωτικές επεμβάσεις, είναι αβέβαιο αν το αποτέλεσμα θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες όσων υποστηρίζουν αυτή τη στρατηγική. Το ερώτημα που προκύπτει, σημειώνει στην Washington Post ο γνωστός αρθρογράφος εξωτερικών θεμάτων, είναι γιατί το μοτίβο επαναλαμβάνεται. Για να κατανοήσει κανείς το παρόν, αξίζει να εξετάσει το παρελθόν και συγκεκριμένα την εμπειρία της μοναδικής χώρας στη σύγχρονη Ιστορία, της οποίας η παγκόσμια επιρροή υπήρξε συγκρίσιμη με εκείνη των ΗΠΑ: της Μεγάλης Βρετανίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Την περίοδο εκείνη, η Βρετανία αποτελούσε τη μοναδική υπερδύναμη του κόσμου. Γύρω στο 1870, η Βρετανική Αυτοκρατορία παρήγαγε περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου ΑΕΠ, ποσοστό παρόμοιο με αυτό που κατέχουν σήμερα οι ΗΠΑ.

Το Λονδίνο ήταν το σημαντικότερο οικονομικό κέντρο του πλανήτη, ενώ η χώρα είχε ήδη αντιμετωπίσει επιτυχώς μεγάλες προκλήσεις, όπως την προσπάθεια του Ναπολέοντα να κυριαρχήσει στην Ευρώπη ή την επέκταση της Ρωσίας κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου. Παράλληλα, διοικούσε μια τεράστια αυτοκρατορία. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1880 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1920, η Βρετανία βρέθηκε συνεχώς αντιμέτωπη με κρίσεις σε διάφορες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Η πολιτική αστάθεια, τα αυταρχικά καθεστώτα και τα κενά εξουσίας, εξηγεί το άρθρο της Washington Post, ώθησαν το Λονδίνο να παρεμβαίνει στρατιωτικά σε πολλά σημεία της αυτοκρατορίας ή των περιφερειακών της ζωνών επιρροής. Βρετανικά στρατεύματα στάλθηκαν στο Σουδάν, στη Σομαλία, στο Ιράκ και στην Ιορδανία, με στόχο την επιβολή τάξης ή τη διατήρηση της επιρροής της αυτοκρατορίας.

Εκείνη την εποχή, οι περισσότερες από αυτές τις παρεμβάσεις φαίνονταν απαραίτητες. Στην πράξη, όμως, είχαν ως αποτέλεσμα η Βρετανία να εγκλωβιστεί σε μια ατελείωτη σειρά περιφερειακών συγκρούσεων. Οι επιχειρήσεις αυτές απαιτούσαν σημαντικούς οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους. Για παράδειγμα, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ζακαράια στην Washington Post, η εξέγερση στο Ιράκ το 1920 χρειάστηκε περισσότερους από 100.000 βρετανούς και ινδούς στρατιώτες για να κατασταλεί, ενώ κόστισε δεκάδες εκατομμύρια λίρες. Το ποσό αυτό ήταν σχεδόν ισοδύναμο με τον συνολικό ετήσιο προϋπολογισμό για την εκπαίδευση στη Βρετανία εκείνην την εποχή. Την ίδια στιγμή που οι βρετανοί πολιτικοί συζητούσαν τη στρατηγική τους στη Μεσοποταμία, αγνοούσαν τις βαθύτερες οικονομικές και τεχνολογικές προκλήσεις που αντιμετώπιζε η χώρα τους.

Ενώ η Βρετανία προσπαθούσε να διαχειριστεί συγκρούσεις σε απομακρυσμένες περιοχές της αυτοκρατορίας, οι ΗΠΑ, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αναπτύσσονταν ραγδαία και δημιουργούσαν την πιο προηγμένη βιομηχανική οικονομία της εποχής. Παράλληλα, γράφει η Washington Post, στη μεταπολεμική Ευρώπη, η ηττημένη Γερμανία ανασυγκροτούσε σταδιακά τη βιομηχανική βάση της και ανέπτυσσε στρατό. Καθώς η Βρετανία παρέμενε απορροφημένη από τις περιφερειακές κρίσεις, η ισχύς της στον πυρήνα του διεθνούς συστήματος άρχισε να φθίνει. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η ανισορροπία συνέβαλε στην απώλεια της πρωτοκαθεδρίας της ως παγκόσμια δύναμης. Σήμερα, σύμφωνα με την ανάλυση της Washington Post, οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να επαναλάβουν παρόμοια λάθη.

Η Ουάσινγκτον, γράφει ο Ζακαράια, συχνά βρίσκει πολιτικούς, στρατιωτικούς ή ακόμη και ηθικούς λόγους για να επέμβει στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, κάθε μακροπρόθεσμη στρατηγική απαιτεί ιεράρχηση προτεραιοτήτων και προσεκτική κατανομή περιορισμένων πόρων. Οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν απεριόριστη πολιτική ισχύ, στρατιωτική δυνατότητα ή οικονομική αντοχή. Κάθε στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράν, κάθε πύραυλος που εκτοξεύεται ή κάθε ώρα που αφιερώνεται στη διαχείριση της κρίσης αποσπά πόρους και προσοχή από τις βαθύτερες γεωπολιτικές προκλήσεις του 21ου αιώνα. Ο βασικός ρόλος των ΗΠΑ στο διεθνές σύστημα, συμπληρώνει το άρθρο στην Washington Post, είναι να διατηρούν την ισορροπία απέναντι στις φιλοδοξίες δυνάμεων όπως η Κίνα και η Ρωσία.

Η Κίνα δεν εμπλέκεται σε παρατεταμένες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, επενδύει συστηματικά σε τεχνολογίες αιχμής, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, η κβαντική υπολογιστική, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι μπαταρίες και η ρομποτική, τομείς που πιθανότατα θα καθορίσουν την παγκόσμια ισορροπία ισχύος στο μέλλον. Παράλληλα, η Ρωσία συνεχίζει να προσπαθεί να αποσταθεροποιήσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια και να υπονομεύσει τις δυτικές δημοκρατίες μέσω υβριδικών μορφών πολέμου που συνδυάζουν στρατιωτικές, πολιτικές και πληροφοριακές τακτικές. Η Ιστορία, σημειώνει η Washington Post, δείχνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις συχνά παρασύρονται από τις λεγόμενες «μικρές πολεμικές συγκρούσεις», επειδή αυτές φαίνεται να προσφέρουν γρήγορες στρατιωτικές ή πολιτικές νίκες.

Στην πραγματικότητα όμως, τέτοιες επιτυχίες σπάνια μετατρέπονται σε μακροπρόθεσμα στρατηγικά οφέλη και συχνά οδηγούν σε σταδιακή εξάντληση. Ακόμη και αν μια επέμβαση στο Ιράν είχε θετικό αποτέλεσμα για τις ΗΠΑ, θα απαιτούσε πιθανότατα μακροχρόνια εμπλοκή στη διαμόρφωση του μέλλοντος της χώρας. Το κρίσιμο ερώτημα, καταλήγει η Washington Post, είναι αν αυτή είναι η καλύτερη χρήση του χρόνου και των πόρων μιας υπερδύναμης την επόμενη δεκαετία. Το ιστορικό μάθημα από την εμπειρία της Βρετανίας είναι σαφές: οι μεγάλες δυνάμεις συνήθως δεν καταρρέουν επειδή ηττώνται από ξένους στρατούς, αλλά επειδή υπερεπεκτείνονται στις περιφέρειες του κόσμου, παραμελώντας ταυτόχρονα τον δικό τους στρατηγικό πυρήνα. 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.