29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν ΝΔ. Αυτή ξέρει
Η Νέα Δημοκρατία για άλλη μια φορά χρησιμοποίησε τη Βουλή ως μηχανισμό συγκάλυψης των ευθυνών για τα δικά της σκάνδαλα
Για άλλη μια φορά η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη δείχνει περιφρόνηση προς αυτό που ονομάζουμε θεσμική λειτουργία μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης που αισθάνεται ότι έχει υποχρέωση να λογοδοτεί στην κοινωνία.
Αντιθέτως, αυτό που κάνει είναι να κλιμακώνει μια εργαλειοποίηση των θεσμών, αντιμετωπίζοντας ξανά την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως ένα διαρκές απαλλακτικό βούλευμα για τις πραγματικές της ευθύνες.
Αυτό ακριβώς κάνει και τώρα σε σχέση με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Όπως είναι γνωστό, από τη στιγμή που κατέθεσε η κυβερνητική πλειοψηφία το σχετικό πόρισμα, η κυβερνητική επιλογή είναι να πεταχτεί η μπάλα στην… εξέδρα των «διαχρονικών ευθυνών», ενώ ρητά απαλλάσσουν τους εμπλεκόμενους υπουργούς από οποιαδήποτε ευθύνη για το σκάνδαλο.
Πάνω από όλα αφορούσε το γεγονός ότι η ΝΔ ή στελέχη της, όταν ήρθε στην εξουσία, αποφάσισε ότι τα περιθώρια που υπήρχαν για πλασματικές δηλώσεις σε σχέση με βοσκοτόπια, μπορούσαν να αξιοποιηθούν για να δοθεί παραπάνω εισόδημα σε σημαντικό μέρος της δυνητικής εκλογικής πελατείας στον ορίζοντα του να «βαφτούν γαλάζιες» περιοχές στον εκλογικό χάρτη και πρωτίστως η Κρήτη. Η απόφαση αυτή οδήγησε στην όξυνση του προβλήματος και στο να αποκτήσει τέτοια κλίμακα που να το «πιάσουν» και τα «ραντάρ» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και να προχωρήσουν στις δικές τους ενέργειες.
Όλα αυτά δεν έγιναν από κάποιους επίορκους υπαλλήλους. Αφορούσαν τη συνολική λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ και ήταν γνωστά σε όλη την ιεραρχία του όπως και σε όλη την ιεραρχία του υπουργείου Γεωργίας, άρα και της πολιτικής ηγεσίας, που φέρει ευθύνη για όλη αυτή τη διασπάθιση πόρων που έθεσε σε κίνδυνο συνολικά το καθεστώς των αγροτικών κτηνοτροφικών ενισχύσεων για τη χώρα μας και την έβαλε στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών.
Αποκορύφωμα του ξεπλύματος η φαεινή ιδέα να διευρυνθεί η εξεταστική προς τα πίσω στον χρόνο, με αποτέλεσμα προσκλήσεις σε υπουργούς προηγούμενων δεκαετιών που προφανώς δεν μπορούσα να συνεισφέρουν στη διερεύνηση ενός σημερινού σκανδάλου.
Βεβαίως, όταν εμφανίστηκαν τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, όπως ο διαβόητος «Φραπές» Γιώργος Ξυλούρης άρχισε να γίνεται σαφές το βάθος του προβλήματος και το πώς ο κομματικός μηχανισμός της ΝΔ προσπάθησε να αξιοποιήσει τις ενισχύσεις μέσω ΟΠΕΚΕΠΕ. Και τότε η απάντηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ήταν να «διαρρεύσει» τις θέσεις για αλλαγή των όρων δημοσιότητας των εξεταστικών επιτροπών, αναζητώντας έναν τρόπο να μην μπορεί να δει η ελληνική κοινωνία το «θέαμα» των κομματικών στελεχών στην αποτυχημένη προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.
Στην πραγματικότητα τόσο μέσα από τη λειτουργία της εξεταστικής επιτροπής, όσο και σε σχέση με τη δημοσιογραφική έρευνα, το πρόβλημα και οι πραγματικές κυβερνητικές ευθύνες, πολιτικές, αλλά και ποινικές, αναδείχτηκαν. Όμως, και τότε, η Νέα Δημοκρατία αποφάσισε να προχωρήσει στην κατάθεση πορίσματος που γράφτηκε πρωτίστως για να υπογραμμιστεί ότι οι ευθύνες είναι διαχρονικές και ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία ευθύνη των υπουργών της, παρότι ακόμη και τώρα προκύπτουν έγγραφα που δείχνουν ότι π.χ. ο Μάκης Βορίδης ως υπουργός είχε πλήρη γνώση ότι καταγραφόταν «υπέρμετρη αύξηση ζωικού κεφαλαίου», κοινώς ότι δηλώνονταν ανύπαρκτα ζώα για να εισπράττονται παράτυπα επιδοτήσεις για αυτά. Και παρ’ όλα αυτά δεν έκαναν τίποτα για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.
Όλα αυτά προφανώς και πρέπει να συνδυαστούν με την άλλη τεράστια επιχείρηση συγκάλυψης, αυτή που αφορούσε τις υποκλοπές. Θυμίζω ότι λίγες μέρες πριν ολοκληρώθηκε η δίκη των «ιδιωτών» που εμπλέκονταν στις υποκλοπές με βαριές ποινές και αναβάθμιση της κατηγορίας, ουσιαστικά άνοιξε ξανά ο φάκελος μιας υπόθεσης για την οποία η κυβέρνηση επίσης έχει αρνηθεί κάθε ευθύνη και έχει οχυρωθεί πίσω από ένα πόρισμα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που αποδομήθηκε πλήρως όταν ένα μονομελές πρωτοδικείο κατάφερε να κάνει την έρευνα που δεν έκανε ένα ανώτατο δικαστήριο. Μια υπόθεση που αφορά ουσιαστικά το πώς το Μέγαρο Μαξίμου είχε στήσει μηχανισμό παρακολούθησης υπουργών, δικαστικών, ανώτατων αξιωματικών, δημοσιογράφων, πολιτικών και επιχειρηματιών.
Για να μην αναφερθώ στο ανοιχτό τραύμα των Τεμπών όπου η παραπομπή υπουργών έγινε υπό το βάρος ενός τεράστιου κινήματος και πάλι με όρους «σας κάνουμε τη χάρη αλλά για εμάς είναι αθώοι». Την ώρα που και εδώ η διερεύνηση σε επίπεδο εξεταστικής ήταν σκέτη παρωδία.
Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι με το να εκδίδει μέσω της Βουλής διαρκή απαλλακτικά βουλεύματα για τον εαυτό της λύνει το πρόβλημα, ιδίως όταν από κοντά και τα «φίλια ΜΜΕ», συνδεδεμένα μαζί της με δεσμούς που είναι περισσότερο οικονομικοί και όχι «ιδεολογικοί», φροντίζουν είτε να αποσιωπούν ολόκληρα τμήματα της επικαιρότητας είτε να κραυγάζουν «ψεκασμένε!» σε όποιον εγείρει ζήτημα κυβερνητικών ευθυνών.
Άλλωστε, εδώ και ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει φτάσει σε εντυπωσιακά επίπεδα θεσμικής απρέπειας όταν για παράδειγμα αρνήθηκε να τοποθετηθεί για το θέμα των υποκλοπών παρότι προκλήθηκε από τον Νίκο Ανδρουλάκη, έναν πολιτικό αρχηγό που υπήρξε – αποδεδειγμένα και με βάση την πρόσφατη δικαστική απόφαση – θύμα του μηχανισμού παρακολούθησης που είχε στήσει το Μέγαρο Μαξίμου.
Ουσιαστικά, η Νέα Δημοκρατία ποντάρει σε ένα κλίμα κυνισμού μέσα στην κοινωνία και σε μια εικόνα ότι όποιος έχει την εξουσία κάνει ό,τι θέλει. Εκμεταλλεύεται τη διάχυτη αίσθηση μέσα στην κοινωνία ότι «όλοι διεφθαρμένοι είναι» και έτσι απλώς συνεχίζει στον δρόμο μιας διαρκούς θεσμικής παραβατικότητας που απλώς υπονομεύει τους θεσμούς και τη δημοκρατία. Μόνο που έτσι βαθαίνει απλώς την κρίση των θεσμών και κάνει τον πολίτη να νιώθει ουσιωδώς απροστάτευτος απέναντι σε κάθε αυθαιρεσία.
Και αυτό είναι το λάθος της κυβέρνησης. Γιατί όσο και εάν πιστεύει ότι αυτό που κάνει είναι μια «προβολή ισχύος» δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι όλη αυτή η θεσμική «τζάμπα μαγκιά» θα της βγει σε καλό. Οι πολίτες και το ψέμα αντιλαμβάνονται και την υποκρισία και τη χειραγώγηση της Βουλής. Και επειδή όλα αυτά γεννούν στους πολίτες φόβο, γιατί αποπνέουν αλαζονεία της εξουσίας και άρα κίνδυνο διαρκούς αυθαιρεσίας, δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα ήθελαν τα πράγματα να συνεχιστούν έτσι. Καθόλου τυχαία ήδη οι δημοσκοπήσεις, ακόμη και αυτές που προβάλλει η κυβερνητική παράταξη για να πει «κοιτάξτε αυξάνεται η πρόθεση ψήφου», καταγράφουν πολύ υψηλά ποσοστά διάθεσης πολιτικής αλλαγής με επικέντρωση και στα ζητήματα των θεσμών.
Όλα αυτά οι πολίτες τα αντιλαμβάνονται και όταν βρεθούν στο παραβάν του εκλογικού τμήματος θα νιώσουν ότι έχουν τη δύναμη να κάνουν τη διαφορά.
Και τότε η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα συνειδητοποιήσουν ότι ορισμένα στίγματα δεν τα ξεπλένει ούτε το καλύτερο πλυντήριο. Μένουν για πάντα.
Πηγή:in.gr
