Επιχείρηση Epic Fury - Γιατί το Ιράν αποτελεί μεγαλύτερο ρίσκο για τις αγορές από τη Βενεζουέλα
Ο φόβος για τα Στενά του Ορμούζ και ο κίνδυνος ενεργειακού «στραγγαλισμού».
Η έναρξη των «μαζικών πολεμικών επιχειρήσεων» των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν σήμερα, 28 Φεβρουαρίου 2026, έχει θέσει τους επενδυτές σε κατάσταση ύψιστου συναγερμού. Αν και οι αγορές είχαν αρχίσει να απορροφούν με σχετική ψυχραιμία τα πρόσφατα γεωπολιτικά σοκ -όπως την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα ή την επιβολή καθολικών δασμών 15% από την κυβέρνηση Τραμπ- οι διεθνείς αναλυτές προειδοποιούν ότι η περίπτωση της Τεχεράνης συνιστά μια ασύμμετρη απειλή για την παγκόσμια οικονομία.
Στη Βενεζουέλα, η αγορά κλήθηκε να διαχειριστεί αποκλειστικά ένα πρόβλημα παραγωγής, το οποίο αφορούσε τον όγκο ενός συγκεκριμένου τύπου βαρέος αργού πετρελαίου. Αντίθετα, στο Ιράν, το διακύβευμα είναι πολύ ευρύτερο, καθώς αφορά τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ενός κρίσιμου «λαιμού» της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας. Από το συγκεκριμένο σημείο διέρχεται καθημερινά το 31% της θαλάσσιας μεταφοράς αργού παγκοσμίως (περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια το 2025), το οποίο σημαίνει πως οποιαδήποτε διαταραχή εκεί, μετατρέπει μια τοπική σύγκρουση σε παγκόσμιο ενεργειακό «στραγγαλισμό».
Ακριβώς αυτή η πιθανότητα ενός γενικευμένου χάους είναι που τρομάζει τους επενδυτές, καθώς η επιχείρηση «Epic Fury» διαφέρει ριζικά από τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις του παρελθόντος. Ενώ η περσινή επίθεση του Ιουνίου στο Ιράν θεωρήθηκε μια προσεκτικά «χορογραφημένη» κίνηση με στόχο τη διπλωματική πίεση, η τρέχουσα σύρραξη εγκυμονεί κινδύνους που η Ουάσιγκτον ενδέχεται να μην μπορεί να διαχειριστεί. Ο Ελβετός στρατιωτικός ιστορικός Αντριέν Φοντανελάζ εξηγεί ότι, σε αντίθεση με τη Βενεζουέλα όπου η αμερικανική παρέμβαση ήταν προβλέψιμη, ο Τραμπ δεν μπορεί να ελέγξει την κλίμακα των ιρανικών αντιποίνων. Η Τεχεράνη, σύμφωνα με τον ίδιο, διαθέτει ένα εκτεταμένο δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και ένα οπλοστάσιο άνω των 1.000 βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, ικανό να πλήξει αμερικανικές βάσεις σε Κατάρ, Μπαχρέιν και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, απειλώντας άμεσα τις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου.
Μπροστά στο ενδεχόμενο τα αντίποινα να βάλουν «φωτιά» στην περιοχή, το αμερικανικό οικονομικό δίκτυο CNBC και άλλοι διεθνείς αναλυτές εστιάζουν πλέον στην προσδοκώμενη διάρκεια της σύρραξης. Οι διαχειριστές κεφαλαίων εκτιμούν πως μια ακαριαία, βραχύβια στρατιωτική επέμβαση θα μπορούσε να απορροφηθεί, οδηγώντας απλώς σε μια πρόσκαιρη άνοδο του πετρελαίου και σε μια γρήγορη στροφή σε ασφαλή επενδυτικά καταφύγια, όπως ο χρυσός, το δολάριο και το ιαπωνικό γεν. Ωστόσο, μια παρατεταμένη προσπάθεια αλλαγής καθεστώτος -με ορίζοντα τριών έως πέντε εβδομάδων- θα προκαλούσε βίαιες ανατιμήσεις και βαθιά οικονομική αστάθεια. Ένα τέτοιο σενάριο θα βύθιζε τους χρηματιστηριακούς δείκτες και θα έπληττε καίρια τις ασιατικές αγορές, οι οποίες εξαρτώνται απόλυτα από την απρόσκοπτη ροή πετρελαίου μέσω της Μέσης Ανατολής.
