Η θεαματική κατάρρευση της Washington Post
Η Post έχει δει την επιρροή της να συρρικνώνεται, τον αριθμό των δημοσιογράφων της να μειώνεται σημαντικά και τα οικονομικά της να επιδεινώνονται, με απώλειες που φτάνουν ή και ξεπερνούν τα 100 εκατ. δολάρια ετησίως. Αντιθέτως, οι ΝΥΤ εμφανίζουν μεγάλη άνοδο, με λειτουργικά κέρδη που πλησιάζουν τα 200 εκατ. δολάρια τον χρόνο
Πριν από περίπου μια δεκαετία, οι New York Times και η Washington Post ήταν σχεδόν «ισόπαλες» στην κούρσα για αναγνώστες, συνδυάζοντας φήμη και έγκυρη πληροφόρηση. Οι ΝΥΤ ήταν πάντα μεγαλύτεροι αλλά τα δύο Μέσα ήταν συγκρίσιμα. Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία η πορεία τους έχει αποκλίνει θεαματικά. Η περίπτωση της Washington Post αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός ιστορικού ΜΜΕ που αντιμετωπίζει σοβαρή πτώση, την ώρα που οι ΝΥΤ γνωρίζουν εντυπωσιακή ανάπτυξη. Τι την οδήγησε, όμως, σε αυτήν την κατάρρευση; Η Post έχει δει την επιρροή της να συρρικνώνεται, τον αριθμό των δημοσιογράφων της να μειώνεται σημαντικά και τα οικονομικά της να επιδεινώνονται, με απώλειες που φτάνουν ή και ξεπερνούν τα 100 εκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Αντίθετα, γράφει ο Guardian, οι ΝΥΤ εμφανίζουν μεγάλη άνοδο, με λειτουργικά κέρδη που πλησιάζουν τα 200 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Η διαφορά φαίνεται και στα μεγέθη. Οι ΝΥΤ διαθέτουν περίπου 13 εκατομμύρια ψηφιακούς συνδρομητές, ενώ η Post κινείται γύρω στα 2 εκατομμύρια. Το δημοσιογραφικό προσωπικό των πρώτων ξεπερνά τους 2.000 εργαζομένους παγκοσμίως, ενώ η δεύτερη έχει περιοριστεί σε περίπου 400, όταν κάποτε ξεπερνούσε τους 1.000. Με αυτά τα δεδομένα, δύσκολα αμφισβητείται ποιος επικράτησε στον ανταγωνισμό. Ποια είναι όμως η αιτία αυτής της τόσο μεγάλης απόκλισης; Η απάντηση δεν βρίσκεται στην ποιότητα της δημοσιογραφίας, σημειώνει ο Guardian. Και οι δύο οργανισμοί διέθεταν επί δεκαετίες εξαιρετικούς ρεπόρτερ και συντάκτες, με πολυάριθμες διακρίσεις και σημαντικές αποκαλύψεις.
Ο καθοριστικός παράγοντας φαίνεται να ήταν η ηγεσία και οι στρατηγικές επιλογές. Στους ΝΥΤ, η διοίκηση υπήρξε σταθερή και προσανατολισμένη στο μέλλον. Πριν από περισσότερο από μία δεκαετία, ο μετέπειτα εκδότης της εφημερίδας, Α. Τζ. Σουλτσμπέργκερ, υπέβαλε μια εσωτερική έκθεση που πίεσε την εφημερίδα να επενδύσει αποφασιστικά στη μετάβαση από την έντυπη μορφή σε μια ψηφιακή εταιρεία ειδήσεων. Η έκθεση εκείνη επισήμαινε με αυστηρότητα ότι το Μέσο υστερούσε έναντι των ανταγωνιστών του στον ψηφιακό τομέα και απαιτούσε ριζικές αλλαγές. Ο πατέρας του, Αρθουρ Σουλτσμπέργκερ τζούνιορ, πριν αποχωρήσει από τη θέση του εκδότη, προώθησε στελέχη όπως ο πρώην επικεφαλής του BBC Μαρκ Τόμσον και η σημερινή διευθύνουσα σύμβουλος Μέρεντιθ Κόπιτ Λέβιεν, οι οποίοι έλαβαν σημαντικές επιχειρηματικές αποφάσεις χωρίς να υποβαθμίσουν το δημοσιογραφικό πυρήνα της εφημερίδας.
Παράλληλα, η ηγεσία της σύνταξης προερχόταν συχνά από το εσωτερικό του οργανισμού, κάτι που μπορεί να ενίσχυε την εσωστρέφεια, αλλά εξασφάλιζε συνέχεια και σταθερότητα. Η ιστορία της Post είναι διαφορετική. Παρά τη θρυλική φήμη της, που ενισχύθηκε από τις αποκαλύψεις του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, η εφημερίδα αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα, επισημαίνει ο Guardian. Η πτώση της έντυπης διαφήμισης την έφερε αντιμέτωπη με ένα στρατηγικό δίλημμα: θα παρέμενε κυρίως περιφερειακή εφημερίδα της Ουάσινγκτον ή θα εξελισσόταν σε ένα παγκόσμιο Μέσο; Οταν ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας Τζεφ Μπέζος αγόρασε την εφημερίδα το 2013, πολλοί πίστεψαν ότι είχε βρεθεί η λύση.
Ο Μάρτι Μπάρον ηγούνταν ήδη της σύνταξης και, κατά τη διάρκεια της οκταετούς θητείας του, η εφημερίδα γνώρισε περίοδο ανάπτυξης και επιτυχίας. Η δυναμική δημοσιογραφία της άσκησε έντονη κριτική στον πρόεδρο Τραμπ, ενώ παράλληλα η διοίκηση επένδυε στην καινοτομία και στην αύξηση των συνδρομών. Μετά την αποχώρηση του Μπάρον το 2021, η κατάσταση άλλαξε. Τη θέση του ανέλαβε η Σάλι Μπάζμπι, προερχόμενη από το Associated Press, η οποία δεν κατάφερε να διατηρήσει την ίδια δυναμική. Αργότερα, η αντικατάστασή της από τον Γουίλ Λιούις επιδείνωσε την κατάσταση, καθώς οι επιλογές του και οι οργανωτικές αλλαγές που έκανε προκάλεσαν αντιδράσεις και αποδιοργάνωση.
Σημάδια παρακμής έγιναν εμφανή και σε συμβολικό επίπεδο, σημειώνει ο Guardian. Το 2022, ο διακεκριμένος ρεπόρτερ Ντέιβιντ Φάρενχολντ αποχώρησε για να εργαστεί στους ΝΥΤ, γεγονός που πολλοί θεώρησαν δυσοίωνο. Ακόμη πιο σοβαρή κρίση προκλήθηκε όταν, λίγο πριν από τις εκλογές του 2024, ο Μπέζος φάνηκε να προσεγγίζει πολιτικά τον Τραμπ και ακύρωσε προγραμματισμένο κύριο άρθρο υπέρ της Κάμαλα Χάρις, επικαλούμενος λόγους αρχής σχετικά με τις πολιτικές συστάσεις των εφημερίδων. Πολλοί αναγνώστες εξέλαβαν την κίνηση αυτή ως ένδειξη απώλειας της συντακτικής ανεξαρτησίας της Post, θεωρώντας ότι ο ιδιοκτήτης ενδιαφερόταν περισσότερο για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, όπως η Amazon και η Blue Origin, παρά για το μέλλον της εφημερίδας.
Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, περίπου 200.000 συνδρομητές ακύρωσαν τη συνδρομή τους, ενώ ακολούθησαν και άλλοι. Η κρίση δεν περιορίστηκε εκεί. Επειτα από απολύσεις και διοικητικές ανακατατάξεις, η πορεία της εφημερίδας παρέμεινε αβέβαιη. Η δημοσιογράφος Ασλεϊ Πάρκερ, που εργάζεται πλέον στο Atlantic, περιέγραψε την κατάσταση με δραματικό τρόπο, κάνοντας λόγο για «δολοφονία» ενός ιστορικού θεσμού. Αν πράγματι η ηγεσία υπήρξε ο βασικός λόγος που άνοιξε τόσο πολύ η ψαλίδα ανάμεσα στις δύο εφημερίδες, τότε μόνο μια διοίκηση με όραμα, σταθερότητα και αποτελεσματικότητα θα μπορούσε να αναστρέψει την πορεία της Post, καταλήγει ο Guardian. Ωστόσο, προς το παρόν, δεν διαφαίνονται σαφείς ενδείξεις ότι μια τέτοια αλλαγή βρίσκεται κοντά. Για όσους επί δεκαετίες θεωρούσαν την εφημερίδα πρότυπο δημοσιογραφίας, η σημερινή εικόνα προκαλεί απογοήτευση και ανησυχία για το μέλλον της.
