Μόντι προς ΕΕ - Σταματήστε την υποκρισία
Εδώ και χρόνια, οι σχέσεις ΕΕ, κρατών-μελών και επιχειρηματικών κύκλων χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας και Επίτροπο, από μια σταθερή πολιτική υποκρισία. Διακηρύσσονται φιλόδοξες δεσμεύσεις, αλλά σύντομα επανεμφανίζονται τα γνώριμα συστατικά του οικονομικού εθνικισμού. Οσο αυτός ο φαύλος κύκλος δεν αναγνωρίζεται, ακόμη και οι καλύτερες εκθέσεις που παραγγέλλουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα παραμένουν χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο
«Παγιδευμένη» ανάμεσα στις τεκτονικές αλλαγές που συντελούνται διεθνώς από τη μία και στη δική της αμηχανία από την άλλη, η Ευρώπη και ο μελλοντικός ρόλος της είναι ένα κομβικό ζήτημα της εποχής μας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Μάριο Μόντι, υποστηρίζει με άρθρο του στους Financial Times, ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση πρέπει να σταματήσει την πολιτική υποκρισία και να εφαρμόσει έμπρακτα τις δεσμεύσεις της για την ενιαία αγορά και την ανταγωνιστικότητα. Προειδοποιεί ότι ο οικονομικός εθνικισμός, η χαλαρή εφαρμογή κανόνων και οι πιέσεις επιχειρηματικών συμφερόντων υπονομεύουν την αξιοπιστία της Ευρώπης σε έναν πιο δύσκολο διεθνή κόσμο και ζητά ειλικρινή αυτοκριτική από θεσμούς και κράτη.
«Η Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται πλέον περικυκλωμένη από δυνάμεις που κυβερνώνται από αυταρχικούς ηγέτες· ακόμη και οι ΗΠΑ περιλαμβάνονται, για πρώτη φορά, σε αυτή την κατηγορία. Οσο άβολη κι αν είναι αυτή η διαπίστωση, η Ενωση έχει λόγους να αισθάνεται υπερήφανη που παραμένει η μόνη μεγάλη οικονομική και πολιτική οντότητα που επιμένει στο κράτος δικαίου και στην πολυμερή συνεργασία», γράφει ο Μόντι στους Financial Times. Θα έπρεπε, συνεχίζει, να αναλάβει πρωτοβουλίες καλώντας χώρες με παρόμοιες αρχές, στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν, να συγκροτήσουν μια συμμαχία βασισμένη σε κοινές αξίες. Ωστόσο, η απουσία φωνής από τους ευρωπαίους ηγέτες άφησε τον καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνι να διατυπώσει αυτή την ιδέα στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός.
Το ερώτημα που τίθεται είναι τι πρέπει να πράξει τώρα η ΕΕ. Υπάρχει ένα πράγμα που οφείλει να αποφύγει πάση θυσία: να υπονομεύσει περαιτέρω την ήδη περιορισμένη εξουσία της, όπως εισηγούνται ορισμένοι. «Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν αυτοκαταστροφική. Πρώτα θύματα θα ήταν η ενιαία αγορά και η ανταγωνιστικότητα, ακριβώς τα ζητήματα που απασχολούν τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Αν η συνάντηση αυτή πρόκειται να αποδώσει καρπούς, απαιτείται διάθεση αυτοκριτικής, τόσο σε εθνικό όσο και σε θεσμικό επίπεδο» σημειώνει ο Μόντι στους Financial Times. ⇒ Ατυπη σύνοδος ΕΕ: Συμφωνία στο «τι», διαφωνίες στο «πώς» Εδώ και χρόνια, οι σχέσεις μεταξύ Συμβουλίου, Επιτροπής, κρατών-μελών και επιχειρηματικών κύκλων χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τον Μόντι, από μια σταθερή πολιτική υποκρισία.
Διακηρύσσονται φιλόδοξες δεσμεύσεις, αλλά σύντομα επανεμφανίζονται τα γνώριμα συστατικά του οικονομικού εθνικισμού: κοντόφθαλμοι πολιτικοί, εταιρείες που επιδιώκουν προστασία και χαλαρή εφαρμογή των κανόνων. Οσο αυτός ο φαύλος κύκλος δεν αναγνωρίζεται και δεν αντιμετωπίζεται ανοιχτά, αναφέρει στους Financial Times, ακόμη και οι καλύτερες εκθέσεις που παραγγέλλουν τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα παραμένουν χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο. Φέρνει ως παράδειγμα τις εκθέσεις του Ενρίκο Λέτα και του Μάριο Ντράγκι, το 2024. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και τα κράτη-μέλη δεσμεύθηκαν να εφαρμόσουν γρήγορα τις προτάσεις τους. Εκ των υστέρων, εκείνη η περίοδος μοιάζει πιο ευνοϊκή για την Ευρώπη, πριν από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και τις γεωπολιτικές αναταράξεις που ακολούθησαν.
«Στο νέο περιβάλλον, οι συστάσεις των δύο εκθέσεων θα έπρεπε να θεωρηθούν το ελάχιστο απαιτούμενο και να υλοποιηθούν με επιτάχυνση. Με τους δασμούς να πλήττουν την Ενωση και τους πολυμερείς εμπορικούς κανόνες να αποδυναμώνονται, η ενιαία αγορά οφείλει να αποδώσει περισσότερα σε όρους ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας», επισημαίνει το άρθρο του ιταλού πολιτικού στους Financial Times. Αντί γι’ αυτό, η πρόοδος υλοποίησης υστερεί σε σχέση με τα αρχικά χρονοδιαγράμματα. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αξιοπιστία της ΕΕ θα υποστεί σοβαρό πλήγμα αν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο περιοριστεί σε μεγαλόστομες διακηρύξεις αντί για συγκεκριμένες αποφάσεις. Οι πρόεδροι του Συμβουλίου και της Επιτροπής, Αντόνιο Κόστα και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, οφείλουν να επιμείνουν σε μια ειλικρινή και ίσως άβολη συζήτηση για τις ευθύνες τόσο των κρατών-μελών όσο και των ίδιων των θεσμών.
Το Συμβούλιο έχει χαρακτηριστεί στο παρελθόν ως «καρτέλ εθνικισμών», ενώ η Κομισιόν, αν και παραμένει κινητήριος δύναμη της ολοκλήρωσης, συχνά επιδεικνύει υπερβολική επιείκεια απέναντι σε κράτη που παραβιάζουν τους κανόνες. Και οι δύο πλευρές, ισχυρίζεται ο Μόντι, οφείλουν να συμβάλουν σε μια πιο αξιόπιστη ευρωπαϊκή πολιτική. Παράλληλα, οι νέες προτάσεις των κρατών-μελών χρειάζονται αυστηρό έλεγχο. Η κοινή θέση Γερμανίας και Ιταλίας, για παράδειγμα, παρότι διακηρύσσει υποστήριξη στην ενιαία αγορά, προτείνει μέτρα που ενδέχεται να εντείνουν τον κατακερματισμό της: εκτεταμένη απορρύθμιση και χαλάρωση των περιορισμών στις κρατικές ενισχύσεις. Και οι δύο κυβερνήσεις διατηρούν στενές σχέσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα, κάτι που έγινε ιδιαίτερα εμφανές στην επιτυχή προσπάθειά τους να αναθεωρηθεί η ευρωπαϊκή πολιτική για την πράσινη μετάβαση.
Iσως αυτή η στροφή να έδωσε προσωρινή ανάσα στις αυτοκινητοβιομηχανίες τους, αλλά μακροπρόθεσμα κινδυνεύει να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Κίνας. Η επιθυμία της Γερμανίας να χαλαρώσει τους περιορισμούς στις κρατικές ενισχύσεις είναι κατανοητή, σύμφωνα με το άρθρο στους Financial Times, δεδομένου ότι διαθέτει δημοσιονομικό χώρο για να στηρίξει τις επιχειρήσεις της. Αντιθέτως, η στήριξη της Ιταλίας σε αυτή τη γραμμή είναι δυσκολότερο να εξηγηθεί, καθώς δεν διαθέτει ανάλογα μέσα. Συνεπώς, μια τέτοια επιλογή αντιβαίνει όχι μόνο στα συμφέροντα της ΕΕ, αλλά και στα δικά της. Επιπλέον, οι λεγόμενοι «εσωτερικοί δασμοί» που αποδίδονται συχνά στη νομοθεσία της ΕΕ προκύπτουν στην πράξη από την αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων να εφαρμόσουν τους κοινούς κανόνες που αποσκοπούν στην αποφυγή κατακερματισμού της ενιαίας αγοράς.
Η συνέπεια είναι να προστατεύονται αναποτελεσματικές επιχειρήσεις πίσω από νέες μορφές εθνικής προστασίας. Αυτή η στρατηγική, καταλήγει το άρθρο του Μάριο Μόντι στους Financial Times, μπορεί να αποφέρει εκλογικά οφέλη, «αλλά δεν ενισχύει την ανταγωνιστικότητα που η Ευρώπη έχει απεγνωσμένα ανάγκη για να επιβιώσει και να ευημερήσει σε ένα ολοένα πιο εχθρικό διεθνές περιβάλλον».
