ενημέρωση 5:18, 15 May, 2026

Αναζητώντας το ίνδαλμά σου

«Παντρεύτηκα την Ζαν Μορό το 1977 σε ένα δημαρχείο στο Παρίσι. Η Μορό ήταν μία από τις αναγνωρισμένες ηθοποιούς της γενιάς της και οι καλεσμένοι μας ήταν όλοι τους γνωστοί: ο Ζακ Σιράκ, που θα γινόταν σύντομα δήμαρχος της πόλης, έβγαλε λόγο, μάρτυρας ήταν ο σκηνοθέτης Αλέν Ρενέ, ο οποίος εξάλλου με είχε γνωρίσει στη Ζαν μαζί με τη γυναίκα του, Φλοράνς Μαλρό, κόρη του συγγραφέα Αντρέ Μαλρό».

Αρχίζει με αυτήν την σκηνή τη διήγησή του στους New York Times ο Ουίλιαμ Φρίντκιν, δημιουργός αριστουργημάτων της 7ης Τέχνης όπως  «Ο εξορκιστής» και «Ο άνθρωπος από τη Γαλλία». Αλλά εδώ δεν μιλάει για τον κινηματογράφο. Μιλάει για τη λατρεία του, στα όρια της εμμονής, για τον Μαρσέλ Προυστ. Και τι σχέση έχει η σκηνή του γάμου με τη Ζαν Μορό; Για να δούμε: «Επειτα από λίγη σαμπάνια και μια σύντομη τελετή από την οποία δεν κατάλαβα ούτε λέξη, η Ζαν κι εγώ κάναμε μια βόλτα στον Κήπο του Κεραμεικού συνοδευόμενοι από ένα σμήνος παπαράτσι. Ηταν ο πρώτος μου γάμος, ο δεύτερος δικός της. Είδα τις φωτογραφίες μου από την τελετή, έμοιαζα εξαντλημένος και χαμένος».

«Εκείνη την πρώτη χρονιά περάσαμε το καλοκαίρι στον πύργο της στο Λα Γκαρντ-Φρεϊνέ, ένα μεσαιωνικό χωριό που βρισκόταν στα υψώματα πίσω από το Σαν Τροπέ. Δεν είχα καμιά προοπτική στη δουλειά. Το τελευταίο μου φιλμ, “Το «Μεροκάματο του Φόβου”, για το οποίο πίστευα ότι ήταν το καλύτερό μου, είχε απορριφθεί από την κριτική και το κοινό. Αφέθηκα στην άπραγη ζωή της γαλλικής επαρχίας, η οποία ξεκινούσε με μακρινούς πρωινούς περιπάτους ως το χωριό για καφέ και κρουασάν. Οι ιδιοκτήτες του καφέ δεν ήταν και πολύ φιλικοί. Στον πέτρινο τοίχο είχαν κρεμάσει μια ταμπέλα που έγραφε: “Παριζιάνοι γυρίστε σπίτια σας”. Μπορούσα εύκολα να φανταστώ τι ένιωθαν για τους Αμερικάνους».

Ηταν συνήθως μετά τον δείπνο που η Ζαν Μορό διάβαζε στον αμερικανό σύζυγό της το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προύστ. Διάβαζε από το πρωτότυπο και στη συνέχεια μετέφραζε στα αγγλικά. Σιγά σιγά ο Ουίλιαμ Φρίντκιν άρχισε να σαγηνεύεται από τη γλώσσα του μεγάλου λογοτέχνη, τη σύνθετη δομή των χαρακτήρων και τον τρόπο που περιπλέκονταν οι ζωές τους.

Αυτές οι λογοτεχνικές βραδιές, όμως, δεν στάθηκαν ικανές να τους ενώσουν για πολύ. Επειτα από δυο χρόνια, το ζεύγος κατάλαβε ότι οι κόσμοι τους ήταν πολύ διαφορετικοί. Κι έτσι, ο γάμος τους τελείωσε. Οχι όμως και η λατρεία του Ουίλιαμ Φρίντκιν για τον Προυστ. Συνέχισε να διαβάζει το μυθιστόρημα, συχνά με δυσκολία, έως την αποκάλυψη του έβδομου και τελευταίου τόμου. Αλλά και τότε δεν σταμάτησε: «Εβρισκα τον χρόνο κάθε μέρα να επιστρέφω σε κάποια αποσπάσματα, σαν να ήταν τα αγαπημένα μου κομμάτια από έναν δίσκο μουσικής».

Τα επόμενα δέκα χρόνια, ο Φρίντκιν θα είχε καταβροχθίσει οτιδήποτε είχε γραφτεί για τον Προυστ. Και θα επέστρεφε στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με έναν μοναδικό σκοπό: να ακολουθήσει τα βήματά του, να δει τα μέρη που έζησε κι εκείνα που έγραψε. Ξεκίνησε από τη σουίτα του ξενοδοχείου Ritz όπου ο Προυστ φιλοξενούσε συχνά δείπνα για φίλους για να καταλήξει κάποια στιγμή στο Λύκειο Κοντορσέ, το σχολείο που φοίτησε το λογοτεχνικό του ίνδαλμα από το 1882 έως το 1889.

Κι αυτή είναι η σκηνή με την οποία αξίζει να κλείσει κανείς αυτήν την υπέροχη διήγηση: «Ανάμεσα στους εκατοντάδες των αξιόλογων αποφοίτων του ήταν οι ζωγράφοι Πιερ Μπονάρ και Ανρί Τουλούζ Λοτρέκ, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Δουμάς υιός και ο φωτογράφος Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν. Δεν είχα ραντεβού. Βρήκα μια καλοντυμένη μεσήλικη γυναίκα που μου συστήθηκε ως υπεύθυνη του αρχείου του σχολείου. “Μπορώ να σας βοηθήσω;” ρώτησε. “Το ξέρετε ότι ο Μαρσέλ Προυστ πήγαινε σε αυτό το σχολείο;” ρώτησα συνεσταλμένα. Αντιγύρισε τη συστολή μου με έναν κάποιο χλευασμό. “Πρέπει να είστε Αμερικανός” είπε, πράγμα που παραδέχθηκα σχεδόν με ντροπή. Φαινόταν επιφυλακτική. “Γιατί ενδιαφέρεστε για τον Μαρσέλ Προυστ;”. Της είπα ότι με ενέπνεε η δουλειά του και ότι ήθελα να βρω οτιδήποτε μπορούσα γι’ αυτόν. “Γιατί δεν διαβάζετε τις βιογραφίες του;”. Της είπα ότι είχα διαβάσει τα πάντα. “Και δεν μείνατε ικανοποιημένος;”. “Μόνο πιο περίεργος”. “Είστε συγγραφέας;”. “Οχι”. Με ρώτησε τι ήμουν και της είπα σκηνοθέτης αλλά ότι δεν ήθελα να κάνω ταινία για τον Προυστ. Με κοίταξε σαν να αναρωτιόταν εάν αστειευόμουν. Πρέπει να αποφάσισε πως δεν αστειευόμουν γιατί η στάση της έγινε πιο φιλική: “Θα θέλατε να σας δείξω κάτι από τη δουλειά που έκανε όσο ήταν εδώ;”».

Με αυτήν τη διήγηση, ο Ουίλιαμ Φρίντκιν μας μαθαίνει ό,τι έμαθε ο ίδιος από τον Προυστ: να εκτιμούμε την αξία ακόμη και των φαινομενικά πιο ασήμαντων πραγμάτων.

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 21 Μαΐου 2017 10:33

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.