ενημέρωση 3:32, 2 August, 2026

Massive Attack και Bob Vylan στο στόχαστρο των αρχών για την στήριξη στην Παλαιστίνη

Δύο νέα περιστατικά κρατικής στοχοποίησης καλλιτεχνών που εκφράστηκαν υπέρ της Παλαιστίνης ήρθαν τις τελευταίες ημέρες στη δημοσιότητα. Στη Σιγκαπούρη, οι αρχές διερευνούν την εμφάνιση των Massive Attack, μετά την ανάρτηση παλαιστινιακής σημαίας στη σκηνή. Στη Γερμανία ο τραγουδιστής των Bob Vylan, Πασκάλ Ρόμπινσον-Φόστερ, συνελήφθη κατά την άφιξή του στο Βερολίνο και απελάθηκε. Τα δύο περιστατικά έρχονται να προστεθούν σε μια ευρύτερη τάση που καταγράφει η τελευταία έκθεση της Freemuse, σύμφωνα με την οποία αυξάνονται διεθνώς τα περιστατικά λογοκρισίας, εκφοβισμού και περιορισμού της καλλιτεχνικής ελευθερίας.

Η εμφάνιση των Massive Attack στη Σιγκαπούρη έκλεισε με τα μέλη του συγκροτήματος να υψώνουν την παλαιστινιακή σημαία. Λίγες ημέρες αργότερα, η αστυνομία της χώρας επιβεβαίωσε ότι ερευνά το περιστατικό, ενώ η Infocomm Media Development Authority (IMDA), η αρμόδια ρυθμιστική αρχή, ανακοίνωσε ότι εξετάζει εάν παραβιάστηκαν οι όροι της άδειας της συναυλίας. Η Σιγκαπούρη απαγορεύει τη δημόσια επίδειξη ξένων σημαιών χωρίς προηγούμενη άδεια και η παραβίαση της σχετικής νομοθεσίας μπορεί να επιφέρει ποινή φυλάκισης έως έξι μηνών, χρηματικό πρόστιμο ή και τα δύο.

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στη Γερμανία, ο τραγουδιστής του βρετανικού συγκροτήματος Bob Vylan, Πασκάλ Ρόμπινσον-Φόστερ, κρατήθηκε στο αεροδρόμιο του Βερολίνου, δεν του επετράπη η είσοδος στη χώρα και απελάθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με έγγραφα που αποκάλυψε το The Intercept, η Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Γερμανίας αιτιολόγησε την απόφασή της επικαλούμενη την εμφάνιση του συγκροτήματος στο Glastonbury το 2025, όταν ο Ρόμπινσον-Φόστερ φώναξε το σύνθημα «Death, death to the IDF». Σε εσωτερικό αστυνομικό φάκελο αναφερόταν ότι ο μουσικός διαδίδει αντισημιτικές αφηγήσεις και προπαγάνδα της Χαμάς, γεγονός που, κατά την εκτίμηση των αρχών απειλεί τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια τάξη της Γερμανίας. Η απαγόρευση εισόδου ανακλήθηκε στα τέλη Ιουλίου, χωρίς οι γερμανικές αρχές να εξηγήσουν γιατί επιβλήθηκε αρχικά ή γιατί αποφάσισαν τελικά να την αποσύρουν.

Η υπόθεση των Bob Vylan είχε ήδη αποκτήσει διεθνείς διαστάσεις πριν από το περιστατικό στο Βερολίνο. Μετά τη συναυλία στο Glastonbury, η βρετανική αστυνομία ξεκίνησε ποινική έρευνα για τα συνθήματα που ακούστηκαν. Η έρευνα ολοκληρώθηκε χωρίς να ασκηθούν διώξεις, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για ποινική δίωξη. Παρ’ όλα αυτά, το συγκρότημα έχασε τις αμερικανικές θεωρήσεις εισόδου, ενώ ακυρώθηκαν προγραμματισμένες εμφανίσεις και διακόπηκε η συνεργασία του με το πρακτορείο εκπροσώπησης United Talent Agency.

Η εικόνα αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που καταγράφει η τελευταία ετήσια έκθεση της Freemuse, του ανεξάρτητου διεθνούς οργανισμού με έδρα τη Δανία, ο οποίος από το 1998 παρακολουθεί και τεκμηριώνει παραβιάσεις της καλλιτεχνικής ελευθερίας παγκοσμίως.

Στην έκθεση State of Artistic Freedom 2026, η Freemuse συνδέει την αύξηση των περιστατικών λογοκρισίας με τη συνολική υποχώρηση των δημοκρατικών ελευθεριών. Επικαλούμενη την έκθεση του V-Dem Institute, σημειώνει ότι η παγκόσμια δημοκρατία έχει υποχωρήσει στα επίπεδα του 1985, ενώ η ελευθερία της έκφρασης είναι ο δείκτης που έχει επιδεινωθεί περισσότερο, καταγράφοντας επιδείνωση σε 44 χώρες έως το 2024. Παράλληλα, στοιχεία της UNESCO δείχνουν αύξηση της αυτολογοκρισίας στον χώρο της ενημέρωσης, φαινόμενο που, σύμφωνα με τη Freemuse, επεκτείνεται πλέον και στον πολιτισμό.

Ξεχωριστό κεφάλαιο της έκθεσης είναι αφιερωμένο στη λογοκρισία που συνδέεται με τη γενοκτονία στη Γάζα. Η οργάνωση σημειώνει ότι ο περιορισμός της καλλιτεχνικής έκφρασης δεν αφορά μόνο τις εμπόλεμες περιοχές αλλά επεκτείνεται σε Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και αλλού.

Για το Ηνωμένο Βασίλειο, η έκθεση αναφέρει ότι πολιτιστικοί οργανισμοί απέσυραν έργα, εκδηλώσεις και συνεργασίες που σχετίζονταν με την Παλαιστίνη, επικαλούμενοι αξιολογήσεις κινδύνου, πολιτικές ουδετερότητας ή ζητήματα ασφαλείας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει τις υποθέσεις των Bob Vylan και του ιρλανδικού συγκροτήματος Kneecap, το οποίο αντιμετώπισε κατηγορίες βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας και σειρά ακυρώσεων εμφανίσεων στην Ευρώπη.

Η Freemuse επισημαίνει ακόμη ότι ολοένα περισσότερες κυβερνήσεις χρησιμοποιούν νομοθεσίες περί δημόσιας τάξης, εθνικής ασφάλειας ή τρομοκρατίας για να περιορίσουν καλλιτεχνικές εκφράσεις. Η έκθεση χρησιμοποιεί τον όρο lawfare για να περιγράψει τη χρήση του νόμου ως εργαλείου εναντίον δημιουργών, επισημαίνοντας ότι ασαφείς έννοιες όπως «υποκίνηση», «εξτρεμισμός», «προσβολή της θρησκείας» ή «δημόσια τάξη» επιτρέπουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ευρεία ερμηνεία από τις αρχές.

Παράλληλα, καταγράφεται αυξανόμενος ρόλος μη κρατικών παραγόντων. Εκστρατείες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οργανωμένες καταγγελίες, πιέσεις προς διοργανωτές και δημόσιες εκκλήσεις για ακύρωση εκδηλώσεων προηγούνται συχνά των επίσημων αποφάσεων. Σύμφωνα με την έκθεση, το φαινόμενο αυτό ενισχύει την αυτολογοκρισία, καθώς καλλιτέχνες και πολιτιστικοί οργανισμοί επιλέγουν να αποφεύγουν θέματα που θεωρούνται υψηλού πολιτικού κόστους, το λεγόμενο “chilling effect”, όπως το αποκαλεί η έκθεση.

Πηγή: infowar

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.