ενημέρωση 1:03, 30 July, 2026

Η οικονομική αποτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρεί την οικονομία το ισχυρό χαρτί του. Ωστόσο, αποτελεί μία από τις μεγάλες αποτυχίες του

Τον Ιούλιο του 2019 ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν ένας από τους ευτυχέστερους πρωθυπουργούς στη νεότερη ιστορία. Δεν ήταν μόνο ότι είχε κερδίσει καθαρά τις εκλογές, είχε καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ήταν απόλυτα κυρίαρχος στο εσωκομματικό παιχνίδι. Ήταν και ότι κληρονομούσε μια οικονομία που ένα χρόνο πριν είχε βγει από τα μνημόνια, είχε επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης, η ανεργία μειωνόταν με σταθερό ρυθμό και διέθετε ένα σημαντικό «χρηματοδοτικό μαξιλάρι», καθώς η προηγούμενη κυβέρνηση δεν είχε κάνει προεκλογικές παροχές και είχε διαχειριστεί ιδιαίτερα συνετά τα δημοσιονομικά. Αντιθέτως, ο προκάτοχός του το 2015 είχε παραλάβει κυριολεκτικά άδεια ταμεία, μια κοινωνία σε βαθιά κρίση, ωμό εκβιασμό των δανειστών, που εξάντλησαν την εκδικητικότητά τους, για νέο μνημόνιο, την υποχρεωτική συνύπαρξη με έναν κυβερνητικό εταίρο που ιδεολογικά ερχόταν από το άλλο άκρο και βέβαια ένα κόμμα απροετοίμαστο για τη διακυβέρνηση και με διάφορες θεωρίες για το τι έπρεπε να κάνει.

Με αυτά τα δεδομένα ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε μια μεγάλη πραγματική ευκαιρία να κάνει αυτό που υποσχόταν, δηλαδή να φέρει την οικονομία σε μια τροχιά ανάπτυξης. Ακόμη και αυτό που αργότερα αποδείχτηκε κερκόπορτα ωμής παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, το «επιτελικό κράτος», σε πρώτη φάση φάνταζε προσπάθεια το κυβερνητικό έργο να έχει πραγματικό συντονισμό και σχέδιο.

Είναι αλήθεια ότι οι όποιοι αρχικοί σχεδιασμοί ανακόπηκαν από την πανδημία και την υποχρεωτική ύφεση στην οποία οδηγήθηκε η παγκόσμια οικονομία. Όμως, ως προς τη δυνατότητα να ξεδιπλωθεί ένα διαφορετικό σχέδιο για την οικονομία, η πανδημία δεν αποτελούσε εμπόδιο. Αντιθέτως, με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να συναινούν στη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων και κυρίως με τη στρατηγικής σημασίας απόφαση για το Ταμείο Ανάκαμψης, έδωσαν πολύ μεγάλα περιθώρια και αποτελεσματικά εργαλεία παρέμβασης στην οικονομία. Να το πούμε πολύ απλά: τόσο σε επίπεδο χρηματοδότησης όσο και ευρύτερου πολιτικού και δημοσιονομικού πλαισίου, η χώρα βρέθηκε στη θέση να μπορεί να βάλει τις βάσεις για ένα νέο διαφορετικό οικονομικό υπόδειγμα, μια νέα τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης, χωρίς τις στρεβλώσεις του παρελθόντος και προφανώς με ορίζοντα την κοινωνική ευημερία.

Επτά χρόνια μετά μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του απέτυχαν στην αναμέτρηση με αυτή την πρόκληση.

Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από την ανάγνωση της φετινής ετήσιας έκθεσης του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, που καταρχάς δείχνει ότι η χώρα μπορεί να εμφανίζει μια οικονομική σταθερότητα και να διατηρεί ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από ορισμένες μεγάλες οικονομίες της ΕΕ, όπως η Γερμανία (0,2%), η Γαλλία (0,8%), η Ιταλία (0,5%), η Ολλανδία (1,8%) και η Αυστρία (0,6%), όμως υπολείπεται του δυναμισμού που δείχνουν οι οικονομίες χωρών όπως Ιρλανδία (12,3%), η Μάλτα (4,0%), η Κύπρος (3,8%), η Πολωνία (3,6%), η Κροατία (3,4%), η Βουλγαρία (3,1%), η Δανία (2,8%), η Ισπανία (2,8%) και η Τσεχία (2,6%).

Αντίστοιχα το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα μας αυξήθηκε ανάμεσα στο 2019 και το 2025 από 17.210 ευρώ σε 19.400, όμως αντίστοιχα ανέβηκε και το μέσο πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ-27 από 32.700 σε 34.110 ευρώ. Άρα εξακολουθεί να παραμένει ζητούμενο η πραγματική σύγκλιση. Και εάν πάμε σε υπολογισμό του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, τότε η εικόνα είναι πολύ χειρότερη. Η χώρα εκεί έχει εμφανίσει μικρή βελτίωση τα τελευταία χρόνια και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ υπολογιζόμενο έτσι υπολείπεται κατά 32% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, την ώρα που άλλες χώρες εμφανίζουν ταχύτερη πραγματική σύγκλιση. Η Βουλγαρία ανάμεσα στο 2019 και το 2025 πήγε στον αντίστοιχο δείκτη από το 55 στο 68, φτάνοντας την Ελλάδα, ενώ στην Κροατία ο δείκτης αυξήθηκε από 67 σε 78, στη Ρουμανία από 69 σε 78, στην Πολωνία από 74 σε 81, στην Πορτογαλία βελτιώνεται από 77 σε 81 και στη Λιθουανία από 83 σε 88. Κοινώς αυτές οι χώρες κινούνται πολύ περισσότερο προς την πραγματική σύγκλιση ενώ η χώρα μας είναι ουσιαστικά ουραγός.

Όλα αυτά μας φέρνουν στην ουσία του προβλήματος που είναι ένα στρεβλό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Η κατανάλωση παραμένει βασική παράμετρος του όποιου οικονομικού δυναμισμού, καθώς το 2025 αντιστοιχεί στο 67,8% του ΑΕΠ όταν στην ΕΕ-27 ο μέσος όρος είναι 51,2%. Αντίστοιχα, παρά την ανάκαμψη της επενδυτικής δραστηριότητας που από 11% φτάνει το 16,9% το 2025, αυτή η δυναμική εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου που είναι 21,3%. Μόνο που αυτές οι συγκριτικά χαμηλότερες αναλογικά επενδύσεις σημαίνουν ότι δεν προχωράει και ο παραγωγικός μετασχηματισμός της χώρας. Την ίδια ώρα, το εμπορικό έλλειμμα παραμένει σοβαρό πρόβλημα, αφού οι εισαγωγές είναι περισσότερες από τις εξαγωγές, με αποτέλεσμα οι καθαρές εξαγωγές να είναι -4,5% (το 2019 ήταν -1,5%), την ώρα που στην Ευρώπη είναι 3.8% του ΑΕΠ. Και αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος της σημαντικής εσωτερικής ζήτησης δεν μετατρέπεται σε εγχώρια παραγωγή αλλά σε εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες. Και όσο αναπαράγεται ένα παραγωγικό μοντέλο με την κατανάλωση στο κέντρο του, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός παραγωγικός μετασχηματισμός.

Όμως, και με το είδος της επένδυσης υπάρχει πρόβλημα. Η έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ παρατηρεί την κλαδική κατανομή ενός δείκτη, του ακαθάριστου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου που αντιστοιχεί σχηματικά στο τι γίνεται όλη αυτή η επένδυση. Εκεί βλέπει κανείς ότι το ποσοστό των κατοικιών από 7,4% πηγαίνει στο 18,2%, την ώρα που τα ποσοστά όλων των δεικτών που αφορούν εξοπλισμό υποχωρούν, συμπεριλαμβανομένων και κλάδων που δείχνουν εάν γίνεται σημαντική επένδυση σε νέες τεχνολογίες, όπως η υποχώρηση της συμμετοχής του εξοπλισμού τεχνολογίας, πληροφορικής και επικοινωνίας στο ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου από 9,6% σε 7,7%.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και στρεβλώσεις ως προς την κλαδική κατανομή της παραγωγικής δραστηριότητας. Η βελτίωση της συμμετοχής της μεταποίησης στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία στο 17,7% δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου που είναι 24,7%, με αποτέλεσμα στη χώρα μας οι υπηρεσίες να έχουν υψηλότερη συμμετοχή από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ως αποτέλεσμα παρά την αύξηση της συμμετοχής της βιομηχανίας στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, στο 15,2%, αυτό το ποσοστό υπολείπεται κατά τέσσερις μονάδες του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Προβλήματα υπάρχουν και με τους δείκτες που αφορούν την αγορά εργασίας. Είναι πολύ σημαντικό ότι έχει υποχωρήσει η ανεργία, όμως το συνολικό ποσοστό απασχόλησης των ατόμων 15-64  ετών μπορεί να αυξάνεται, όμως υπολείπεται των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών.

Και βέβαια η σκληρή πραγματικότητα είναι ότι στη χώρα μας οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να έχουν χαμηλές πραγματικές αμοιβές, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις. Όπως, υπογραμμίζει η έκθεση, το 2025 ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός ανήλθε στη χώρα μας στα 18.134 ευρώ, αυξημένος κατά 3,9% έναντι του 2024 και 19,7% έναντι του 2019. Παρόλα αυτά, το ύψος του συνέχιζε και πέρυσι να είναι χαμηλότερο κατά 12% σε σχέση με το 2009, όντας χαμηλότερο ακόμη και από το επίπεδο του 2012 (-0,9%). Εάν τώρα πάμε να δούμε τους πραγματικούς μισθούς τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα: Βλέπουμε ότι το 2025 το ύψος του ανήλθε στα 14.998 ευρώ, επίπεδο το οποίο, αν και οριακά υψηλότερο από το 2024 (+1,3%), ήταν χαμηλότερο κατά 31% σε σχέση με το 2009 και σχεδόν αντίστοιχο του 2019 (+0,3%). Σε πραγματικούς όρους, το 2025 το μέσο ωρομίσθιο στη χώρα μας αντιστοιχούσε μόλις στο 73,5% του 2009, ενώ συγκριτικά με το 2019 σημείωσε οριακή αύξηση κατά 2%. Και όλα αυτά την ώρα που η χώρα μας παραμένει πρωταθλήτρια στην Ευρώπη ως προς τις μέσες συνήθεις ώρες εργασίας ανά εβδομάδα που είναι 41.

Όλα αυτά δείχνουν ότι αυτή τη στιγμή τόσο σε ονομαστικούς όσο και σε πραγματικούς όρους οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα πληρώνονται πιο χαμηλά από ό,τι το 2009. Και είναι αυτό ακριβώς που εξηγεί γιατί στη χώρα μας υπάρχει μια πραγματική κρίση κόστους ζωής, ακριβώς γιατί οι μισθοί στη χώρα μας παραμένουν πολύ χαμηλοί.

Όλα αυτά δείχνουν ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν κατάφερε να δρομολογήσει ένα διαφορετικό οικονομικό υπόδειγμα για τη χώρα μας. Παρά την αύξηση της παρουσίας της μεταποίησης και ως ένα βαθμό των επενδύσεων, εντούτοις η βασική στρέβλωση που είναι η επικέντρωση στις υπηρεσίες και στην κατανάλωση παραμένει, την ίδια στιγμή που η διαρκής υποτίμηση της εργασίας αποτυπώνεται στους χαμηλούς ονομαστικούς αλλά και πραγματικούς μισθούς, κάτι που δείχνει ότι η φτηνή εργασία ορίζεται, ρητά ή άρρητα, ως στρατηγική επιλογή.

Όμως, μια χώρα ουραγός ως προς τους μισθούς, με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας και με ένα στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης -βασικά ακόμη ποντάρει στις υπηρεσίες, τον τουρισμό και το real estate ως «ατμομηχανή ανάκαμψης»-, η οποία δεν κατάφερε να αξιοποιήσει όσο έπρεπε το Ταμείο Ανάκαμψης – που σε μεγάλο βαθμό αξιοποιήθηκε ως χρηματοδότηση και όχι ως επένδυση με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα – δεν είναι μια πετυχημένη χώρα.

Και αυτή τη φορά η ευθύνη δεν έχει να κάνει με καταστροφικές επιλογές της Τρόικας ή τον ασφυκτικό χαρακτήρα των Μνημονίων. Ούτε με εξωγενείς παράγοντες, ακριβώς γιατί τους ίδιους αντιμετώπισαν και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αποτελούν το μέτρο σύγκρισης. Έχει να κάνει με την αποτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη και του οικονομικού επιτελείου του, του νυν υπουργού Εθνικής Οικονομίας Κυριάκου Πιερρακάκη συμπεριλαμβανομένου, να επεξεργαστούν σοβαρό σχέδιο, πέραν μιας γενικής αντίληψης να «ικανοποιήσουν τις αγορές» και να σκεφτούν την οικονομία ως κάτι που αφορά τη συλλογική κοινωνική ευημερία, ξεκινώντας από τις δυνάμεις της εργασίας, και όχι ως απλό μηχανισμό εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων.

Πηγή: in

 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Δημοσκόπηση - Η πλειοψηφία ζητά άλλη κυβέρνηση, ζουν χειρότερα από ό,τι το 2019 – Ενισχύεται η ΕΛΑΣ – Υποχωρούν ΠΑΣΟΚ και «Ελπίδα»

Ανοδικά κινείται η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, η οποία βρίσκεται σταθερά στη δεύτερη θέση και αυξάνει τα ποσοστά της κατά 1,3 μονάδες, στη δημοσκόπηση της GPO. Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να καταγράφει πτωτική πορεία, ενώ σε τροχιά καθόδου βρίσκεται και το κόμμα Καρυστιανού. Ταυτόχρονα, δεν πείθει το δίλημμα περί «σταθερότητας ή χάους» που θέτει ο Μητσοτάκης, με την πλειοψηφία να ζητά αλλαγή πολιτικής και κυβέρνησης

Άνοδο τόσο για τη Νέα Δημοκρατία όσο και για την ΕΛΑΣ καταγράφει νέα δημοσκόπηση της GPO για την εφημερίδα «Παραπολιτικά», με την πλειοψηφία (68%) των ερωτηθέντων, πάντως, να δηλώνει ότι θέλει από τις επόμενες κάλπες να προκύψει μια άλλη κυβέρνηση, ενώ σχεδόν 5 στους 1ο (49,8%) τάσσονται υπέρ των πρόωρων εκλογών.

Ειδικότερα, η ΝΔ καταγράφει 26% στην πρόθεση ψήφου, ενισχύοντας τα ποσοστά της κατά μία μονάδα από την προηγούμενη δημοσκόπηση της εταιρείας, ενώ ανοδικά κινείται και η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, συγκεντρώνοντας 14,5%, η οποία βρίσκεται σταθερά στη δεύτερη θέση και αυξάνει τα ποσοστά της κατά 1,3 μονάδες.

Αντίθετα, το ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνει 10,2% σημειώνοντας μικρή πρώση (10,8% στην προηγούμενη μέτρηση). Σε τροχιά σημαντικής υποχώρησης βρίσκεται, όμως, το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», καθώς καταγράφει 6,9%, πέφτοντας κατά 2,3 μονάδες, την ώρα που η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου ανακτά δυνάμεις (8,2%) και βρίσκεται μια «ανάσα» πάνω από το ΚΚΕ (8%), το οποίο σημειώνει επίσης μικρή άνοδο.

Σε τροχιά ανόδου η ΕΛΑΣ

Στην εκτίμηση ψήφου, η ΝΔ καταγράφει 29,4%, με την ΕΛΑΣ να ανεβαίνει κατά 1,2 μονάδες στο 16,3% και το ΠΑΣΟΚ να βρίσκεται στην τρίτη θέση με 11,5%.

Στην τέταρτη θέση βρίσκεται η Ελληνική Λύση με 9,2%, με το ΚΚΕ να ακολουθεί από κοντά με 9% και την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» να έρχεται έκτη με 7,8%.

Παράλληλα, η Πλεύση Ελευθερίας μπαίνει στη Βουλή με 4,3%, ενώ όλα τα υπόλοιπα κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ, ΜέΡΑ25, Φωνή Λογικής και Νίκη) μένουν εκτός – κάτι που προκύπτει και από τις απαντήσεις ως προς την πρόθεση ψήφου.

Σχεδόν 7 στους 10 θέλουν άλλη κυβέρνηση

Η μεγάλη πλειοψηφία (68%) των πολιτών, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, επιθυμεί να εκλεγεί μια άλλη κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές, ενώ το 49,8% πιστεύει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να οδηγηθεί σε πρόωρες κάλπες.

Παράλληλα, οι ερωτηθέντες, με ένα πλειοψηφικό ποσοστό της τάξης του 46,4%, δίνουν απάντηση στις συνεχείς συγκρίσεις που κάνει η κυβέρνηση της ΝΔ με την κυβέρνηση Τσίπρα, δηλώνοντας ότι το βιοτικό τους επίπεδο έχει χειροτερέψει σε σχέση με το 2019.

Την ίδια στιγμή, το 58,4% των πολιτών δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή, έναντι 38,9% που προκρίνει τη σταθερότητα, ενώ η προοπτική δημιουργίας νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά εξακολουθεί να καταγράφει περιορισμένη δυναμική.

Η Ουκρανία ελπίζει να λάβει τουλάχιστον 154 δισεκατομμύρια δολάρια από τους δυτικούς συμμάχους της έως το 2030

Το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι η χώρα θα χρειαστεί 46,4 δισεκατομμύρια δολάρια το 2026 για να διατηρήσει τη λειτουργία των κυβερνητικών οργάνων της.

ΜΟΣΧΑ, 28 Ιουνίου. /TASS/. Η Ουκρανία αναμένει να λάβει τουλάχιστον 154 δισεκατομμύρια δολάρια από τους δυτικούς συμμάχους της μέχρι το 2030 για να εξασφαλίσει την επιβίωσή της εν μέσω της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης, σύμφωνα με στοιχεία του ουκρανικού υπουργείου Οικονομικών που έλαβε το TASS.

Το υπουργείο εκτιμά ότι η Ουκρανία θα χρειαστεί 46,4 δισεκατομμύρια δολάρια το 2026 για να διατηρήσει τη λειτουργία των κυβερνητικών οργάνων της, 47,7 δισεκατομμύρια δολάρια το 2027, 35 δισεκατομμύρια δολάρια το 2028 και 24,7 δισεκατομμύρια δολάρια το 2029. Τα στοιχεία είναι προκαταρκτικά και υπόκεινται σε αναθεώρηση.

Το Κίεβο αναμένει να λάβει το προαναφερθέν ποσό εν μέρει μέσω του προγράμματος Δράσης Οικονομικής Ανθεκτικότητας (ERA) για να χρησιμοποιήσει ακινητοποιημένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, καθώς και σε μορφή δανείων και μη επιστρεπτέας βοήθειας από τη Δύση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Άποψη από τη Ρωσία - Πώς η Ουκρανία έθαψε τον Κιρ Στάρμερ

Η παραίτηση του Keir Starmer αποκαλύπτει μια βαθύτερη βρετανική κρίση: οι ψηφοφόροι δεν δέχονται πλέον την Ουκρανία να παρουσιάζεται ως υποκατάστατο της ικανότητας στο εσωτερικό

Η Βρετανία έχασε έναν ακόμη πρωθυπουργό, τον τέταρτο από το 2022, αφότου ο Κιρ Στάρμερ, ο τελευταίος ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ 10, ανακοίνωσε την παραίτησή του μετά από λιγότερο από δύο χρόνια στο αξίωμα.

Το δράμα εξελίχθηκε σχεδόν ακριβώς όπως και με τον Μπόρις Τζόνσον. Πριν από τέσσερα χρόνια, οι ίδιοι οι κομματικοί συνάδελφοι του Τζόνσον τον απομάκρυναν από το αξίωμα με την ελπίδα ότι η αποχώρησή του θα μπορούσε να σώσει τους Συντηρητικούς από την εκλογική καταστροφή. Δεν το έκανε, αλλά απλώς επιτάχυνε την κατάρρευση.

Τώρα, οι Εργατικοί, με τα δικά τους ποσοστά δημοτικότητας να μειώνονται απότομα, επιχειρούν το ίδιο κόλπο. Σε αντίθεση με τους Συντηρητικούς, ωστόσο, τουλάχιστον έχουν έναν πιθανό σωτήρα που περιμένει στα παρασκήνια, τον σχετικά δημοφιλή ακόμα δήμαρχο του Μάντσεστερ, Άντι Μπέρναμ. Το αν μπορεί να πετύχει εκεί που απέτυχαν οι προκάτοχοί του είναι ένα άλλο ζήτημα, επειδή η Βρετανία δεν υποφέρει από μια περαστική περίοδο πολιτικής ατυχίας, αλλά βρίσκεται στη δίνη μιας βαθιάς συστημικής κρίσης.

Ο Στάρμερ και ο Τζόνσον, παρά τις διαφορές τους, μοιράζονταν ένα μοιραίο ένστικτο. Και οι δύο προσπάθησαν να νομιμοποιήσουν τον εαυτό τους μέσω της σύγκρουσης στην Ουκρανία και επιδίωξαν και οι δύο τον ρόλο του αρχηγού του πολέμου. Στο τέλος, αυτό τους συνέτριψε.

Όταν ξεκίνησε η στρατιωτική επιχείρηση της Ρωσίας, ο Τζόνσον είχε ήδη αντιμετωπίσει προβλήματα στο εσωτερικό. Μια πλεκτάνη εναντίον του δυνάμωνε μέσα στο ίδιο του το κόμμα, αλλά η Ουκρανία του πρόσφερε μια σανίδα σωτηρίας και την άρπαξε. Ο Τζόνσον τυλίχτηκε στη σημαία του Κιέβου και κατάφερε για λίγο να μετατρέψει το θέατρο της εξωτερικής πολιτικής σε εσωτερική επιβίωση.

Ο Στάρμερ αντέγραψε την τακτική, αλλά χωρίς τα θεατρικά ένστικτα ή το timing του Τζόνσον, και η εξωτερική του πολιτική σύντομα έγινε ένα είδος αστείου, καθώς οι ευρωατλαντικοί σχολιαστές επαίνεσαν τις υποτιθέμενα ισχυρές επιδόσεις του στη διεθνή σκηνή. Οι Βρετανοί ψηφοφόροι, ωστόσο, είχαν ένα πιο βασικό ερώτημα: γιατί ο πρωθυπουργός τους περνούσε τόσο πολύ χρόνο μακριά από τη χώρα που υποτίθεται ότι κυβερνούσε;

Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ο Στάρμερ πέρασε περισσότερους από δύο μήνες στο εξωτερικό κατά τη σύντομη πρωθυπουργία του, περίπου το ένα έκτο του χρόνου του στο αξίωμα. Ακόμα και ο Τζόνσον, που δεν αποτελεί ακριβώς υπόδειγμα διοικητικής σοβαρότητας, πέρασε μόνο 18 ημέρες στο εξωτερικό σε μια συγκρίσιμη περίοδο. Όταν οι ψηφοφόροι αρχίζουν να αναπολούν τον Μπόρις Τζόνσον ως έναν πρωθυπουργό που είναι πιο προσεκτικός στην εγχώρια αγορά, κάτι έχει πάει στραβά.

Καθ' όλη αυτή την περίοδο, τα ποσοστά αποδοχής του Στάρμερ συνέχισαν να φθίνουν, αν και ο ίδιος φαινόταν να μην το προσέχει. Συνέχισε τις περιοδείες του σε συνόδους κορυφής και σε ευκαιρίες για φωτογραφίες. Εδώ βρίσκεται το κεντρικό μάθημα: ότι η Ουκρανία δεν λειτουργεί πλέον ως μαγικό ραβδί για τους δυτικούς πολιτικούς.

Για ένα διάστημα, το έκανε. Ο Τζόνσον χρησιμοποίησε την Ουκρανία ως ασπίδα ενάντια στην εγχώρια αποτυχία, και για ένα διάστημα λειτούργησε.

Αλλά αυτή η πολιτική περίοδος έχει περάσει, καθώς οι ψηφοφόροι δεν είναι πλέον πρόθυμοι να αντιμετωπίσουν τον ενθουσιασμό για το Κίεβο ως υποκατάστατο της ικανότητας στο εσωτερικό. Ο πληθωρισμός, η μετανάστευση, το κόστος ενέργειας, οι δημόσιες υπηρεσίες, η στέγαση, οι μισθοί και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς δεν μπορούν να λυθούν με μια ακόμη ομιλία κορυφής για την υπεράσπιση της δημοκρατίας κάπου αλλού.

Ο Στάρμερ δεν είναι ο μόνος που το ανακαλύπτει αυτό, δεδομένου ότι ο Φρίντριχ Μερτς της Γερμανίας έπεσε στην ίδια παγίδα. Ανέλαβε τα καθήκοντά του αυτοαποκαλούμενος υπουργός Εξωτερικών, μόνο και μόνο για να δει την υποβάθμισή του καθώς η εμμονή του με την Ουκρανία έγινε πιο εμφανής. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, τα ποσοστά του έχουν μειωθεί απότομα, ενώ το κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» έχει εκτοξευθεί σε σημείο που πλησιάζει τη συνδυασμένη υποστήριξη των κομμάτων του κυβερνώντος συνασπισμού, πράγμα που σημαίνει ότι και ο Μερτς φαίνεται ήδη πολιτικά ευάλωτος.

Οι Δυτικοευρωπαίοι δεν έχουν ξαφνικά χάσει την αγάπη τους για την Ουκρανία ούτε έχουν γίνει θαυμαστές της Ρωσίας από τη μια μέρα στην άλλη. Το θέμα είναι απλούστερο, καθώς η Ουκρανία δεν αποτελεί πλέον το κεντρικό ζήτημα στην πολιτική τους ζωή.

Το 2026, οι Δυτικοί ψηφοφόροι θέλουν οι ηγέτες τους να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που βρίσκονται ακριβώς μπροστά τους. Θέλουν λειτουργικές δημόσιες υπηρεσίες, οικονομικά προσιτή ενέργεια, ασφαλή σύνορα, αξιοπρεπή στέγαση και κάποια σημάδια ότι οι κυβερνήσεις τους δεν είναι απλώς υποκαταστήματα ενός ευρύτερου ευρωατλαντικού έργου. Έχουν κουραστεί από τα κάστρα στον αέρα, όσο ευγενή κι αν είναι τα συνθήματα που συνδέονται με αυτά.

Ο επόμενος Βρετανός πρωθυπουργός αντιμετωπίζει τώρα μια παρόμοια επιλογή. Το ένα μονοπάτι είναι εύκολο και οικείο, να διπλασιάσει την πίεση στην Ουκρανία, να παριστάνει τον επόμενο Τσώρτσιλ και να ελπίζει ότι το στοίχημα θα λειτουργήσει καλύτερα αυτή τη φορά. Το άλλο είναι πιο δύσκολο αλλά πιο ορθολογικό, να κάνει ένα βήμα πίσω και να επικεντρωθεί στην εσωτερική παρακμή της Βρετανίας.

Ο Μπέρναμ έχει ήδη δείξει κάποια επίγνωση αυτής της πραγματικότητας. Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων ενδιάμεσων εκλογών, μίλησε ελάχιστα για εξωτερικές υποθέσεις και αντ' αυτού μίλησε για τα προβλήματα των απλών ανθρώπων, κάτι που είχε το πλεονέκτημα ότι ακουγόταν ανθρώπινο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βρετανία θα εγκαταλείψει επίσημα το Κίεβο. Καμία μελλοντική κυβέρνηση στο Λονδίνο δεν είναι πιθανό να ανακοινώσει ανοιχτά μια τέτοια ανατροπή, επομένως το πιο πιθανό σενάριο είναι πιο διακριτική, λιγότερος ενθουσιασμός, λιγότερες μεγαλοπρεπείς χειρονομίες, περισσότερη συμβολική υποστήριξη και μια σταδιακή μείωση της συμμετοχής της Βρετανίας σε φιλοουκρανικά έργα.

Από ρεαλιστική άποψη, μια τέτοια παύση θα ήταν προς το συμφέρον του Λονδίνου. Η Βρετανία έχει περάσει χρόνια προσπαθώντας να εμφανιστεί ως ένας από τους ηγέτες του αντιρωσικού συνασπισμού, ενώ τα δικά της εσωτερικά θεμέλια συνεχίζουν να καταρρέουν και οι ψηφοφόροι το έχουν προσέξει.

Το καταλαβαίνει αυτό ο Μπέρναμ; Είναι πολύ νωρίς για να πούμε, αλλά αν δεν το καταλάβει, κάποιος άλλος τελικά θα το καταλάβει. Η εποχή στην οποία η Ουκρανία θα μπορούσε να σώσει τους αποτυχημένους δυτικούς πολιτικούς έχει τελειώσει και ο Στάρμερ είναι απλώς ο τελευταίος που το ανακάλυψε.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην ηλεκτρονική εφημερίδα Gazeta.ru και μεταφράστηκε και επιμελήθηκε από την ομάδα RT.

Πηγή: RT