ενημέρωση 5:48, 30 July, 2026

Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς - Χιούμορ, τραύματα και μια ζωή χωρίς συμβιβασμούς

Είναι εστέτ και αρνείται να βγάλει selfies με τους θαυμαστές του. Και όμως στα 72 του ο αμερικανός σταρ είναι περιζήτητος σε όλο τον κόσμο. Πολύπλευρος και ταλαντούχος ηθοποιός είναι επίσης σκηνοθέτης, παραγωγός σεναριογράφος αλλά και designer

Ηθοποιός με ευρύ φάσμα υποκριτικής, σκηνοθέτης, παραγωγός και σεναριογράφος, ο γοητευτικός Τζον Μάλκοβιτς έχει παίξει σε περισσότερες από 70 ταινίες, μεταξύ των οποίων οι «Μια θέση στην καρδιά» του Ρόμπερτ Μπέντον και «Killing Fields» του Ρόλαντ Τζόφι (1984), «Αυτοκρατορία του Ηλιου» (1987) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, «Επικίνδυνες σχέσεις» (1988) του Στίβεν Φρίαρς, «Τσάι στη Σαχάρα» (1990) του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, «Σκιές και Ομίχλη» (1991) του Γούντι Αλεν, «Η Δεύτερη Ευκαιρία» (1993) του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, «Μαίρη Ράιλι» (1996) επίσης του Φρίαρς, «Το Σιδηρούν Προσωπείο» (1998), του Ράνταλ Γουάλας, «Ο Αγγελιοφόρος:

Η ιστορία της Ιωάννας της Λορένης» (1999) του Λυκ Μπεσόν, ενώ την ίδια χρονιά έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο στο «Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» του Σπάικ Τζόουνζ, «Καυτό απόρρητο» των αδελφών Κοέν και «Η ανταλλαγή» του Κλιντ Ιστγουντ (2008). Ακόμη, πρωταγωνίστησε στη σειρά του HBO «The New Pope» (2020) του Πάολο Σορεντίνο και τη βιογραφική σειρά της AppleTV+ για τον Κριστιάν Ντιόρ «The New Look» (2024). Εχει, δε, αποκτήσει διεθνή φήμη και τιμηθεί με δεκάδες βραβεία και αρκετές υποψηφιότητες για Οσκαρ. Συγχρόνως, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, εμφανίζεται διαρκώς στις θεατρικές σκηνές του Μπρόντγουεϊ, του Λονδίνου, του Παρισιού και άλλων θεατρικών μητροπόλεων, ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, και έχει τιμηθεί με το Εθνικό Θεατρικό Βραβείο Μολιέρου της Γαλλίας και με το βρετανικό βραβείο Milton Schulman.

Στην Αθήνα, μας είναι επίσης γνώριμος. Τον Οκτώβριο του 2022, ο Τζον Μάλκοβιτς εμφανίστηκε στο Ηρώδειο με το έργο «The Music Critic» του διάσημου βιολιστή, συνθέτη, παραγωγού και ηθοποιού Αλεξέι Ιγκούντεσμαν και στην συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 2023 έδωσε ένα θεατρικό ρεσιτάλ στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, πρωταγωνιστώντας στη «Μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» σε σκηνοθεσία Τιμοφέι Κουλιάμπιν. Πρόσφατα η δημοσιογράφος της βρετανικής εφημερίδας The Times Μελίσα Ντένες, συνάντησε τον Τζον Μάλκοβιτς στο Λονδίνο, όπου βρέθηκε για να προωθήσει το λεύκωμα «Malkovich Malkovich Malkovich: Homage to Photographic Masters» (Skira Editore), αποτέλεσμα της συνεργασίας του με τον Σάντρο Μίλερ,  που κυκλοφορεί (πάλι) τον ερχόμενο Σεπτέμβριο σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.  

Πρόκειται για ένα πρωτοποριακό project του Μίλερ ο οποίος  χαρακτηρίζει τον Μάλκοβιτς «το όνειρο κάθε φωτογράφου». Πριν από δώδεκα χρόνια, ο Μίλερ  ρώτησε τον Μάλκοβιτς αν θα ήθελε να αναδημιουργήσει μια σειρά από εμβληματικές φωτογραφίες του 20ού αιώνα, όπως του Αντι Γουόρχολ με την τρομακτική περούκα του, της Κρίστι Τέρλινγκτον στο πορτρέτο του Πατρίκ Ντεμαρσελιέ και του γυμνού μελισσοκόμου του Ρίτσαρντ Αβεντον. Και ο θρυλικός ηθοποιός έγινε η μούσα του. Το έργο επεκτάθηκε σε εκατοντάδες πορτρέτα, το καθένα από τα οποία απαιτούσε ώρες μακιγιάζ, αλλά ο Μάλκοβιτς ήταν πρόθυμος. Θέλεις να φορέσω κορσέ, να ποζάρω γυμνός, να γίνω ο Αβραάμ Λίνκολν;Φυσικά, γιατί όχι;

Η Μπέτι Ντέιβις ήταν μια πρόκληση. «Κάποτε ταξιδέψαμε με το ίδιο αεροπλάνο για το φεστιβάλ κινηματογράφου της Ντοβίλ και η σωματική της διάπλαση είναι δύσκολο να αναπαραχθεί — αυτό το μικροσκοπικό σώμα με το τεράστιο κεφάλι και τα γιγάντια μάτια. Eχω μεγάλο κεφάλι, αλλά το δικό της είναι τριπλάσιο σε μέγεθος», λέει ο αμερικανός ηθοποιός στους Times. Παράλληλα με τις εκθέσεις φωτογραφιών και την προώθηση του εκπληκτικού λευκώματος, ο 72χρονος ηθοποιός συνεχίζει να κάνει ταινίες και τηλεοπτικές σειρές: Στην πολυαναμενόμενη μαύρη κωμωδία «Wild Horse Nine» του Μάρτιν ΜακΝτόνα (την πρώτη του παραγωγή μετά τα «Πνεύματα του Ινισέριν» του 2023) που διαδραματίζεται λίγο πριν από το πραξικόπημα της Χιλής το 1973, ο Μάλκοβιτς υποδύεται έναν πράκτορα της CIA που στάλθηκε στο Νησί του Πάσχα.

Ακόμη, πρόκειται να πρωταγωνιστήσει – μαζί με τον Τζόελ Κίναμαν και την Τζένιφερ Τζέισον Λι – στη σειρά θρίλερ «Bishop» της Prime Video. Ποια είναι η βασική του αρχή όταν αναλαμβάνει μια νέα δουλειά; Να είναι ενδιαφέρουσα;  Να είναι ξεκαρδιστική; Ο χαρακτηρισμός «ξεκαρδιστική» είναι το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορεί να κάνει, γράφει η Ντένες στους Times. O Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, για παράδειγμα, ήταν ξεκαρδιστικός στα γυρίσματα της ταινίας «Τσάι στη Σαχάρα», ενώ στις «Σκιές και Ομίχλη» ο Γούντι Αλεν δεν ήταν: «Νομίζεις ότι αν γυρίσεις μια ταινία με τον Γούντι Αλεν θα γελάς όλη μέρα. Αλλά δεν θα γελάσεις καθόλου, γιατί είναι ένας βαθιά σοβαρός άνθρωπος», της λέει ο Μάλκοβιτς.

Ο ίδιος μπορεί να ακούγεται επιτηδευμένος ή ντιλετάντης, όπως οι χαρακτήρες που υποδύθηκε στις ταινίες «Επικίνδυνες Σχέσεις» και «Το Πορτρέτο μιας Κυρίας», ένας άνδρας όλο στυλ και καθόλου καρδιά: πρόσφατα είπε στο podcast της Μπέλα Φρόιντ ότι η αντικατάσταση μερικών πολύ μικρών κουμπιών στην Πολωνία ήταν εξίσου σημαντική υπόθεση με οποιαδήποτε ταινία. Η διαφορά, όμως, είναι ότι ο Μάλκοβιτς είναι ειλικρινής και ξέρει καλά τη δουλειά του. Δεν ασχολείται με τη μόδα, αλλά έχει σχεδιάσει 24 σειρές ρούχων. Δεν φλερτάρει με την κλασική μουσική, αλλά συνεργάζεται με τους ίδιους μουσικούς εδώ και χρόνια.

Μια «ξεκαρδιστική» παιδική ηλικία

«Ξεκαρδιστική» ήταν εξάλλου και η παιδική του ηλικία στο Μπέντον του Ιλινόις όπου μεγάλωσε: «Λες και είναι το τέλος του κόσμου.

Είναι τόσο μοναχικό όσο το Νησί του Πάσχα, όπου απλά πρέπει να είσαι αυτοδημιούργητος. Υπήρχαν δύο οικογένειες που ήταν γνωστές στις αρχές. Η μία οικογένεια κατούρησε τη μηχανή του γκαζόν και η άλλη προσπάθησε να κάψει την εκκλησία», λέει ο Μάλκοβιτς. Η αγαπημένη του ιστορία, δε, αφορά κάποιον που «ήρθε στο “Zodiac Lounge” με έναν (παπαγάλο) μακάο στον ώμο του και η σερβιτόρα του είπε: “Δεν μπορείς να μπεις εδώ μέσα με ένα ζώο”. Της είπε: “Δεν είναι ζώο, είναι πουλί” . Κι εκείνη του απάντησε: “Δεν με νοιάζει, δεν μπορείς να μπεις”. Ο άντρας άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του μέχρι θανάτου. Και ξέρεις τι ούρλιαζε; “Κοίτα τι με ανάγκασες να κάνω!” Αληθινή ιστορία», λέει ο Μάλκοβιτς χαμογελώντας.

Στο Λονδίνο, του αρέσει να περπατάει και να σκέφτεται. Οι Λονδρέζοι δεν ζητούν selfies. «Μπορεί να είναι πολύ αστείοι ή να σου πουν κάτι, αλλά είναι περαστικοί. Με τους τουρίστες, είναι απλώς selfies και κανείς δεν θέλει να σου μιλήσει». Βγάζει selfies; «Οχι, αλλιώς ξεκινάει μια ολόκληρη σειρά από ανοησίες. Τις περισσότερες φορές, όταν περιπλανιέμαι, προσπαθώ να θυμηθώ το κείμενο κάποιου έργου». Να σημειωθεί ότι αυτή τη στιγμή, ο Μάλκοβιτς διασκευάζει για το Tokyo Metropolitan Theatre το ιαπωνικό μυθιστόρημα «Real World » της Νατσούο Κιρίνο, για τέσσερις έφηβες που προσφέρουν καταφύγιο σε έναν δολοφόνο. Φυσικά θα τον υποδυθεί ο ίδιος.

Βασανιστήρια και ξυλοδαρμοί

Πολλά από όσα γνωρίζει για τη βία και τη σκληρότητα, ο Μάλκοβιτς τα έμαθε από τον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Ντάνι, και, σε μικρότερο βαθμό, από τον πατέρα του, έναν εκδότη περιοδικών. «Ο αδερφός μου ήταν μεγάλος καλλιτέχνης βασανιστηρίων και δυστυχώς ταυτόχρονα ήταν πολύ αστείος, κάτι που είναι ένα είδος τέχνης», λέει. Πιστεύει ότι «ένας στους πέντε» ξυλοδαρμούς του πατέρα του τού άξιζαν, αλλά δεν του κρατάει κακία. «Επιπλέον, ο αδερφός μου κι εγώ ήμασταν και οι δύο τεράστιοι», αποκαλύπτει μιλώντας στους Times. Στην εφηβεία του, ο Μάλκοβιτς έχασε περισσότερα από 10 κιλά τρώγοντας μόνο ζελέ για τέσσερις μήνες.

Αλλά δεν θέλει να δώσει λανθασμένη εντύπωση. «Είχα υπέροχα παιδικά χρόνια, με φίλους με τους οποίους μιλάω ακόμα». Είχε τρεις μικρότερες αδερφές και στο σπίτι επικρατούσε χάος. «Δεν υπήρχαν ποτέ λιγότερα από δέκα παιδιά εκεί, που έκαναν ανοησίες, και η μητέρα μου διάβαζε συνέχεια. Δεν το είχε με το νοικοκυριό, το μάζεμα και το καθάρισμα». Τον πείραζε η ακαταστασία; «Απίστευτα, αλλά απλά τα έκανα όλα εγώ. Τα χρώματα της ποδοσφαιρικής μας ομάδας ήταν το καφέ κι το άσπρο … Οταν βλέπεις τη μητέρα σου να τα πλένει μαζί, μην την αφήσεις να το κάνει δεύτερη φορά. Η μητέρα μου ήταν συναρπαστική, αστεία, έξυπνη, αλλά δεν ήταν αυτό που την ενδιέφερε στη ζωή», λέει.

Η οικογένειά της είχε την τοπική εφημερίδα και όλα τα αδέρφια του Μάλκοβιτς έγιναν δημοσιογράφοι. Σοκαριστικά, τρία από αυτά πέθαναν στα πενήντα τους, ο Ντάνι και η Ρεβέκκα από καρδιακές προσβολές, η Αμάντα από καρκίνο. Ενιωσε ενοχές επιζώντος; «Λοιπόν, δεν είναι ευχάριστο. Δύο από αυτούς δεν φρόντισαν τον εαυτό τους. Μία έπαθε καρκίνο όταν ήταν πολύ νέα και φρόντιζε τον εαυτό της», παραδέχεται. Αν ο Μάλκοβιτς ακούγεται Ζεν στα όρια της απάθειας, από κοντά φαίνεται καθαρά ρεαλιστής, σχολιάζει η Μελίσα Ντένες στους Times. Μεγάλο μέρος της ζωής του, τελικά, ήταν μια αντίδραση στο γεγονός ότι μεγάλωσε στο Μπέντον, από το να μιλάει αρκετές γλώσσες μέχρι την υποκριτική και την εξέλιξή του ως εστέτ (ο Μάλκοβιτς σχεδιάζει τους δικούς του διακόπτες φωτισμού).

Μα… ο Τομ Κρουζ;

Ολα αυτά τα πράγματα είναι τόσο πολύ «Στο Μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς» – στο οποίο ο Τζον Κιούζακ ανακαλύπτει ένα τούνελ που οδηγεί στον εγκέφαλο του ηθοποιού – ώστε είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί πάντα έλεγε ο ίδιος ότι το σενάριο του Τσάρλι Κάουφμαν δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Αρχικά ήθελε να σκηνοθετήσει την ταινία με κάποιον άλλον στον ομώνυμο ρόλο. Ποιον θα διάλεγε; «Ημουν μεγάλος θαυμαστής του Γουίλιαμ Χαρτ. Ο Τομ Κρουζ είχε μόλις παίξει στις “Σκοτεινές Μπίζνες ενός Πρωτάρη”(1983) και μου άρεσε πολύ. Ο Σον Πεν. Θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε, αλλά ο Τσάρλι δεν συμφώνησε», απαντάει.

Οταν, δε, ο Κέβιν Μπέικον απέρριψε τον ρόλο του καλύτερού του φίλου, ο Μάλκοβιτς πρότεινε τον Τσάρλι Σιν, ο οποίος τότε βρισκόταν σε κέντρο αποτοξίνωσης μετά από υπερβολική δόση κοκαΐνης. Κάπως έτσι προέκυψε ο Τζον Κιούζακ και ήταν πολύ καλός διεισδύοντας στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς. 

“Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι” – Η αποφυλάκιση και ο επανεγκλεισμός του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου

"Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι", λέει ο ποιητής, που έμαθε τα περισσότερα. Και με όλα αυτά, θυμήθηκα τον Ρημαγμένο Απρίλη του Ισμαήλ Κανταρέ και το Κανούν, μια κωδικοποίηση του εθιμικού δικαίου στα οροπέδια της βόρειας Αλβανίας. Από το Κανούν, ξέρουμε καλύτερα τις αναφορές στη βεντέτα (Gjakmarrja) που σημαίνει“πάρσιμο αίματος(;)” Ο Ασδραχάς μου υπέδειξε ως κατάλληλη απόδοση το “τίμημα του αίματος”, επειδή θεωρούσε ότι δεν πρόκειται για σημαίνον αλλά σύμβολο, που λειτουργεί ως “γενικό ισοδύναμο” σε συνθήκες αρνητικής αμοιβαιότητας: φαντασιακή συμμετρία θυμάτων-θυτών, σαν να ήταν απείκασμα ισοδύναμων “σκοτωμών” και με το “αίμα” ανεξάντλητο, εκατέρωθεν. Έτσι, “πήρε το αίμα του πίσω” σημαίνει, περίπου, αλλά όχι και κυριολεκτικά “ανάκτησε την τιμή της η φάρας”.

Με όλους τους άντρες ήδη στη γραμμή “από κούνια”, από τη στιγμή που γεννήθηκαν και κληρονόμησαν ένα ματωμένο πουκάμισο, μέχρι που το δικό τους πουκάμισο θα κρέμεται ματωμένο στη σκεπή. Έτσι πορεύεται η βεντέτα, η πρώτη ύλη της πατριαρχίας στα οροπέδια χωρίς κράτος. Αυτή η προβληματική του Ασδραχά, μπορεί να στεγάσει τόσο τη διαιώνιση της απόλυτης αρνητικότητας με τη μορφή της αμοιβαίας ανταπόδοσης, όσο και την κοινωνική της πλαισίωση, με τη μορφή ελέγχου, αναστολής ή κατάλυσης της ροής των αντεκδικήσεων. Με άλλα λόγια, στην βεντέτα εντάσσεται  και η διευθέτηση της “τελευταίας εκκρεμότητας” αντί  ισοσθενούς συμβολικού τιμήματος.

Η βεντέτα φαίνεται να καταπίνει ζωές, αλλά μονάχα στη ελάσσονα κλίμακα του Ρημαγμένου Απρίλη. Ο Κανταρέ επανεισάγει τις μεγάλες διάρκειες του Κανούν, χωρίς να αφήνει χώρο στη διαστρέβλωση του “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”. Ούτε παραλείπει την αναγκαστική συμμόρφωση στη φάρα, που λειτουργεί, ανάλογα προς το ταμπού της ανθρωποκτονίας, ως εξορκισμός του μιάσματος έξω από την επικράτεια της εστίας και ως αποτροπή της ενδοοικογενειακής βίας,  που απειλεί με κατάρρευση εκ των ένδον την συγγένεια. Πολύ συνοπτικά, προηγείται ο κώδικας του Χαμουραμπί που επιτάσσει “οφθαλμόν αντί οφθαλμού” μεταξύ ισότιμων και “οφθαλμόν αντί αποζημίωσης” μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών θέσεων. Ο Μωσαϊκός Νόμος δεν εγγράφει τις ιεραρχήσεις ούτε ενθαρρύνει την εκδίκηση. Ο “[ένας] οφθαλμός αντί [ενός] οφθαλμού” συνιστά ποινή, τιμωρεί τον θύτη και υποχρεώνει το θύμα να συμμορφωθεί.  Έτσι τελειώνει η διαμάχη. Στην βεντέτα, όμως, ευδοκιμεί η τιμή και συμβολοποιείται το αίμα, οπότε το χτύπημα δεν εγκαλεί το περατό υποκείμενο αλλά μιαίνει, με το “άπλυτο κάθε λίγο και λιγάκι πουκάμισο στη σκεπή, την αιώνια συγγένειά του. Η αρνητική αμοιβαιότητα μεταπίπτει σε ροή διαδοχικών χτυπημάτων “τιμής”. “Σκότωσε τον σκοτωμένο που θα τον σκοτώσει”. Η φράση σημαίνει το  λογικά αδύνατο, χωρίς τη διαμεσολάβηση  της συμβολικής λειτουργίας του αίματος  εγκαθιστά την εκδίκηση στο διηνεκές.

Ο εκάστοτε τελευταίος φονιάς, πρέπει να έρθει στα συγκαλά του από το πένθος, να μη χτυπήσει “μπαμπέσικα” και παραβιάσει την ασυλία (μπέσα), να μην πυροβολήσει ούτε πισώπλατα ούτε στο πρόσωπο. Πρέπει να γυρίσει προσεκτικά το άψυχο σώμα ανάσκελα και να βάλει ευλαβικά στο πλάι το όπλο, να παραδώσει μια εικόνα έντιμου θανάτου σε μάχη ισότιμων εταίρων. Με την ανάλογη ψυχραιμία, πρέπει να κρύψει τον δικό του, εξατομικευμένο τρόμο μπροστά στο αναπόφευκτο, να αποδώσει τα σέβη του στην οικογένεια και να παραστεί στην κηδεία. Θα μπορούσε να κλειδαμπαρωθεί, αλλά ο εγκλεισμός είναι ο απόλυτος περιορισμός,   ο μη-θάνατος αφαιρεί κάτι από την ανθρωπινότητα,  η απόκοσμη φιγούρα του “ζωντανού έγκλειστου” ακυρώνει τη δυνατότητα να ¨ξεπλυθεί η ντροπή” και αφαιρεί κάτι από την αίγλη της εκδίκησης. Αν δεν διαλέξει τον εγκλεισμό, θα αρχίσει να μετράει τις μέρες ανάποδα, μέχρι να πάει στον Πύργο του άρχοντα και να πληρώσει τον φόρο, ώστε να “πάρει ”, να “ξεπλύνει το αίμα” από το πουκάμισο και έτσι να “καθαρίσει” η φάρα.

Όμως, μόνο με τη μεσολάβηση του νόμου μπορεί να διαχωρίζεται η “στιγμή του οικείου αίματος”, η  διάρκεια του πένθους, η επόμενη “στιγμή αίματος του άλλου”… Είναι το διάστημα με το τραύμα ενεργό και εκεί εμφιλοχωρεί το ρήγμα στην φαντασιακά ατέρμονη επανάληψη, με τα συμβολικά “πάρε-δώσε κηλίδες αίματος”. Τότε επιζητούν οι γέροντες το ισοσθενές τίμημα του “τελευταίου αίματος”, που μπορεί να είναι, κυριολεκτικά, η εξαγορά του, ακόμα και η εκδίωξη ολόκληρης της φάρας. Η βεντέτα δεν είναι απροϋπόθετη, άτακτη και χαώδης αντεκδίκηση, που αναβλύζει από το χυμένο αίμα.

Το αίμα που δεν “καθάρισε” φαίνεται ανεξίτηλο και  ο άρχοντας φαίνεται ότι δεν μπορεί να σταματήσει τη βεντέτα. Αλλά σε αυτό έγκειται, παραδόξως, η εξουσία του, δηλαδή στο ότι  την ποδηγετεί ως ελεγχόμενη τελετουργικά και απαραβίαστη χρονική σειρά διαντιδράσεων. Ο φόρος είναι το αναγκαίο τίμημα για την πρόσβαση στο δικαίωμα της εκδίκησης αλλά η ίδια η βεντέτα παραμένει ακμαία στα οροπέδια, λόγω της υποταγής όλων στο νόμο. Αυτό σημαίνει, παραδόξως, ότι με την υποταγή στον νόμο εξαγοράζουν το δικαίωμα καταβολής φόρου για την ανταπόδοση, ιδίως για τη μπέσα, δηλαδή την αναστολή της εκδίκησης για όσο χρειάζεται να τιμήσει ο φονιάς το θύμα και την οικογένειά του, μέχρι να   πάει στον Πύργο για να πληρώσει τον φόρο. Έπειτα, μπορεί να συμφιλιωθεί ή να αποτρελαθεί με την επερχόμενη έξοδό του από τον, τάχατες, απαράλλαχτο κόσμο της βεντέτας και να εγκαταλείψει τα επίγεια. Έτσι ήταν ο κόσμος τα παλιά τα χρόνια. Κι ο άρχοντας, μπορεί να μην είχε άλλον τρόπο να αποτρέψει το χάος της απογυμνωμένης βίας, τον εκτραχηλισμό της εκδικητικής μανίας, τον απάνθρωπο θάνατο. “Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα/ για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία/ για να μένουν νεκροί για πάντα”, λέει ο ποιητής που ξέρει τα περισσότερα.

Β. Έτσι έγινε…

 “Τι να πούμε τώρα, τι θέλετε να πω; έχω εξήντα άτομα σκοτωμένα και έξι παιδάκια δικά μου. Πήγα… τα βρήκα όλα κομμάτια. Έπεσα ‘δω, έπεσα ‘κει, το ένα από ‘δω μάζεψα, το άλλο από ‘κει… ελιγοθυμίασα έπεσα κάτω… δεν μπόρεσα τίποτα άλλο να κάνω. Η καμονή δεν βγαίνει από εδώ μέσα… δεν βγαίνει… Δεν μπορείς αυτό να… Να ψοφάω να ησυχάσω”. Γυναίκα, ευγενικής (ποντιακής) καταγωγής σε ένα από τα μαρτυρικά χωριά.

Μια γυναίκα βυθίζεται στο κέντρο της σκηνής, ανάμεσα σε άμορφα “κομμάτια”. Δεν υπάρχει θύτης, δεν φαίνεται δράστης, δεν έχει όνομα ο εγκληματίας ούτε το έγκλημα και πότε έγινε. Μια σχεδόν βιβλική απώλεια, μια ζωντανή εικόνα νεκρών, ένα ανεπούλωτο τραύμα που δεν το φρόντισε ποτέ κανείς. “Η καμονή δεν βγαίνει…” Κάτι από το έγκλημα καθηλώνει τη ζωή σε μια πράξη που τέλειωσε άπαξ και δεν χωράει στις επόμενες μέρες. Ή πρόκειται για τον εφιάλτη του ανείπωτου: “Τί θέλετε να πω;” Το βίωμα αρχίζει και κλείνει εκεί που “μάζευε” τα κομμάτια των δικών της… (πως μαζεύει κανείς ανθρώπινα κομμάτια;) Μετά αγκυρώθηκε η ζωή σε ένα σχεδόν καταγωγικό, ταυτοτικό συμβάν, το ίδιο άχρονο με τον τότε θάνατο.

Η φράση να “ψοφήσω [μόνον εγώ]” σημαίνει “να μπορέσετε να πεθάνετε εσείς”, απεγγραφή από τον κόσμο που ανακαλείται και μνημονεύεται, έκλειψη του ιστορικού πλάσματος που έζησε μια ολόκληρη ζωή με έναν “τότε θάνατο”. Δεν ήθελε να γίνει μνημείο ούτε των ηρώων που μεγαλούργησαν ούτε των εγκληματιών που… Όταν δεν φτάνει ο χρόνος και τα χρόνια για να “μαζέψεις τα κομμάτια”, ποιoς ασχολείται με το πολυβόλο στην είσοδο μιας χαράδρας και τον αποτρελαμένο μεθύστακα που έριχνε. Αρκεί που, η γυναίκα αυτή, με την ευγένεια και την πολιτική της αγωγή, έδωσε πάλι στους νεκρούς την ανθρώπινη μορφή τους, εκείνη τη στιγμή που μάζεψε τα κομμάτια τους. Αυτό είναι όλο.

Να “ησυχάσει”, σημαίνει να απενεργοποιηθεί το κακό, χωρίς ίχνος μίσους, φθόνου, εκδίκησης, όπως γίνεται σε κάθε μικρή αφήγηση από τις χιλιάδες των μαρτυρικών χωριών. Θα πέθαναν οι περισσότερες τώρα. Αλλά τα λόγια τους δεν είναι συμφιλίωση με το έγκλημα ούτε απαλλοτρίωση της μνήμης, αλλά ύψιστη χειρονομία δικαιοσύνης: πήραν μαζί τους τον πόνο του εγκλήματος, αφήνοντας πίσω τους ανεξίτηλη την κοινοτική εντολή: “έργω και διανοία”, να μην διανοηθεί κανείς ποτέ ότι μπορεί να επιστρέψει τον πόνο στις γενιές των Γερμανών. Τι καλά θα ήταν αν υπήρχε ένας δίκαιος νόμος και λίγος χώρος για τον πόνο των μαρτυρικών χωριών. Ας είναι μικρότερος από αυτόν που τόσο γενναιόδωρα έδωσε η ιστορία στους νικητές. Και η δικαιοσύνη; Άφησε τους ανθρώπους αυτούς με τον πόνο τους, όταν δεν έξυνε κάθε λίγο και λιγάκι τις πληγές τους. Και οι ηγεσίες; Έκαναν αυτό που ζητούσε ο “λαός”, οι αμέτρητoι ανταρτόπληκτοι μάρτυρες και οι παρακρατικές ελληνοχριστιανικές ορδές στα στρατοδικεία.

Γ. Απορία: Πότε πεθαίνει ο ηττημένος;”

Μέχρι που έπεσε σε οικογενειακές δηλώσεις, όπως Αλεξία, «Περπατάω στο δρόμο και βλέπω τον Γιωτόπουλο… τι θα πρέπει να κάνω;», Ντόρα, «Σκέφτηκα ότι δεν θα είναι πάρα πολύ ωραίο να συναντήσει τα παιδιά μου κάποια στιγμή στον δρόμο ο Γιωτόπουλος». Είναι οικογενειακή γραμμή ή περιφρόνηση των “απλών”; Πόσοι αποφυλακισμένοι (για φόνο εκ προμελέτης, εξ αμελείας, συνέργεια και ηθική αυτουργία) κυκλοφορούν ανεμπόδιστα ανάμεσά μας. Είδατε πουθενά ανθρώπους να συγχρονίζονται με τα ρήματα των αρχαϊσμών ή την ξέχειλη αλαζονεία των ισχυρών; Στα χωριά της Ντόρας και στα μυαλά της Αλεξίας  τιμωρείται η ταυτότητα. Και τι να κάνουμε τώρα; Στις δημοκρατίες, αξιολογείται η πράξη. Ο δημόσιος χώρος δεν είναι σαλόνι των ισχυρών αλλά πεδίο απρόσκοπτης πρόσβασης όλων. Και αν οι νομοταγείς πολίτες συναντήσουν ποτέ αποφυλακισμένο και δεν το αντέχουν,  στρίβουν γωνία και πάνε πιο πέρα.

Τα ίδια, όχι ακριβώς αλλά στο περίπου: «Ξύπνησα… και σκεφτόμουν, αν εγώ τον πετύχω στο δρόμο, τι θα κάνω; Κι αν τον δουν τα παιδιά μας τι θα κάνουμε;», είπε ο Κ. Μπακογιάννης για την αποφυλάκιση του Γιωτόπουλου. Δεν εκτιμώ καθόλου την πολιτεία του Κ. Μπακογιάννη, μα καθόλου. Όμως, αντιλαμβάνομαι απολύτως την Απορία “τί θα κάνω;” και την καθήλωσή του στο ανυπόφορο ερώτημα “αν τον δουν τα παιδιά μας, τι θα κάνουμε;” Μεγάλωσε με τον θάνατο του πατέρα του (ελπίζω όχι για …) και, τώρα, πρέπει να αποδεχτεί ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη απάντηση ούτε ισοδύναμο τίμημα.

Πάντως, ο Κ. Μπακογιάννης που θέλει πολιτικές καριέρες, ας βυθιστεί στην ιστορία.  Θα του έρθει η σύνεση που θα εξανθρωπίσει την αρχετυπική, ακατέργαστη και σκοτεινή αίσθηση “σκότωσε τον πατέρα μου, τί πρέπει να κάνω;”. Θα ήταν καλύτερα να πάει πίσω ολοταχώς, στα ενδότερα της Κρήτης και τα παλαιότερα και της Ευρυτανίας; Πως τα κατάφεραν  οι άνθρωποι που αλλησκοτώθηκαν στην Κατοχή και τον Εμφύλιο; Πέρασαν τα χρόνια και ειρήνευσε η πλάση, με αμοιβαία καχυποψία, με ενεργή την αντιπαλότητα αλλά αναίμακτη τη διαπραγμάτευση για την ενάρετη πολιτική ζωή. Έζησαν με τα πάθη τους σιωπηλά και καταλαγιασμένα, δεν αλληλοεξοντώθηκαν ούτε ακύρωσαν τη ζωή τους περιμένοντας  την καταστροφή των απέναντι. Περίπου…

Αντί να αγωνιά για το “τί θα κάνω;” μήπως να αφιερωνόταν σε ένα “δέον”. Οποιοδήποτε. Ας πούμε, πώς θα ήταν ένας κόσμος, όπου η ζωντανή μνήμη του πατέρα θα ενέπνεε τα παιδιά, χωρίς ολισθήματα προς την εκδίκηση ή την διαστροφική απόλαυση του πόνου των “κακών”. Μήπως να συμφιλιωθεί και με το “αδιανόητο”, την επιστροφή των φυλακισμένων στη γειτονιά, χωρίς ανεξίτηλο το στίγμα του “άξιου να σαπίσει” στη φυλακή. Και όταν προκόψει, ας φτιάξει ένα καλό νόμο χωρίς την απανθρωπιά των νόμων, που θα κατισχύσει απέναντι στα μικρόπνοα ετοιματζίδικα οράματα της  παραδειγματικής τιμωρίας, της  φαντασιακής εκδίκησης, του ανελέητου λόγου των “αμέτρητων”. Του το εύχομαι, αν και με την Ντόρα δεν το βλέπω. Μπορεί, όμως, να κρυφακούει με την άνεσή του τον ποιητή που ξέρει καλύτερα: Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη/ μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί/ σαν ένα τραγούδι, που καθώς βρέχει/ παίρνει το μέρος των φτωχών”.

Δ. “Η Ευρώπη της ανθρωπιάς και η διαφωτισμένη μας παιδεία”

“Τον πιάσανε και καταδικάστηκε για 17 δολοφονίες σε 17 φορές ισόβια. Τα ισόβια στην Ευρώπη της ανθρωπιάς σημαίνουν 25 χρόνια φυλακή. Ο Γιωτόπουλος Έχει εκτίσει σχεδόν 24 χρόνια, γι’ αυτό ξαναμπήκε μέσα μέχρι τις αρχές του 2027, για να ολοκληρώσει. Δεκαεφτά ανθρώπους έστειλε στον τάφο, να μην εκτίσει 25 χρόνια ποινή; Όχι λέει η “αριστερά”. Είναι γέρος άνθρωπος. Είμαστε ακροδεξιοί και φασίστες όσοι θέλουμε να βγει από την φυλακή την μέρα που θα #συμπληρώσει τα 25 χρόνια που λέει ο νόμος, και όχι νωρίτερα. Πόσες οικογένειες έζησαν τα εγκλήματα του Γιωτόπουλου; Πόσοι γονείς, πόσα ανήλικα, πόσοι αγαπημένοι, πόσοι φίλοι κι’ αδέλφια; Είμαστε αμέτρητοι. Και θέλουμε το νόμιμο: 25 χρόνια φυλακή συμπληρωμένα. Όπως λέει η διαφωτισμένη μας παιδεία. Όχι θανατική ποινή. Όχι στα απόλυτα ισόβια. #25χρόνια. Ούτε μια μέρα λιγότερη όμως.”

Ελπίζω, τώρα, να συμφωνήσει τώρα ο Κ. Μπακογιάννης ότι η αλληλεγγύη έρχεται από το βάθος του πόνου και όχι από το άχτι των μαυροφορεμένων. Γι’ αυτό δεν μπορεί να αρθρωθεί σε ρήματα. Και η πομπώδης συμπόνια δεν έρχεται από τον πόνο αλλά από το “κοινόν περί του δικαίου αίσθημα”. Έτσι βαλτώνει η δικαιοσύνη σε ένα σκοτεινό σημείο, προτερόχρονο της “ανθρωπιάς” και ενεργοποιούνται αρχαϊσμοί που παγιδεύουν την πολιτική διαχείριση των τραυμάτων. Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται για χάρη κανενός θύματος και, μόνο στην  κανονική βεντέτα, ο άρχοντας δεν ξεχώριζε την πράξη από την ταυτότητα του δράστη. Η συμφιλίωση του Κ. Μπακογιάννη με την ελάσσονα αυτή διαφορά είναι η μοναδική του οφειλή στην μνήμη του πατέρα του. Για να γίνει τη δικαιοσύνη κοινό αγαθό, άντε και “διαφωτισμένη”.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Λάμπρος Κωνσταντάρας - Η τελευταία έξοδος

Μια σπάνια λήψη που τραβήχτηκε προτού μια σειρά από προβλήματα υγείας τον περιορίσουν στο σπίτι του στη Βάρκιζα. Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας θα έφευγε από τη ζωή στις 28 Ιουνίου του 1985 σε ηλικία 72 ετών.

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας καταγράφεται σε ένα σπάνιο στιγμιότυπο από το αρχείο του Elena's Diary, σε μία από τις τελευταίες του εξόδους στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 μαζί με τη Σούλη Σαμπάχ, πριν μια σειρά από προβλήματα υγείας τον περιορίσουν στο σπίτι του στη Βάρκιζα.

Λάμπρος Κωνσταντάρας: Η τελευταία έξοδος 2

Ο ρεπόρτερ Δημήτρης Λυμπερόπουλος είχε γράψει τότε στο περιοδικό “Εικόνες” με τίτλο “Ο έγκλειστος της Βάρκιζας”:

«Εδώ και δυο χρόνια ένας άνθρωπος μένει έγκλειστος στον ίδιο τον εαυτό του… Έγκλειστος ποιος; Ο Λάμπρος που όταν βρισκότανε σε αέναη κίνηση, έσφυζε από ζωή πάνω στη σκηνή του θεάτρου, μπροστά στα φώτα και τις κάμερες, ανάμεσα στους φίλους και τις θαυμάστριες, στον ανώνυμο κόσμο που τον λάτρευε… Τώρα δεν μιλάει σε κανένα, παρά μόνο στη γυναίκα του Φιλιώ και στο γιό του Δημήτρη, όταν έρχεται να τον δει… Οι κουβέντες του οι απαραίτητες, συνοδευόμενες από νοήματα…Ναι – Όχι – Νερό… Λέξεις συντήρησης, απομόνωσης και γαλήνης, της σιωπής…».

Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας θα έφευγε από τη ζωή τον Ιούνιο του 1985 σε ηλικία 72 ετών.

The Expla-in Project - Αλέξης Τσίπρας: Νέα πρόσωπα, νέο αφήγημα και το στοίχημα της αξιοπιστίας

Οι τομεάρχες της ΕΛ.Α.Σ. αποτελούν το πρώτο δείγμα γραφής με το οποίο ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να χτίσει ένα νέο προοδευτικό αφήγημα με έμφαση στην αξιοπιστία και την κυβερνητική ετοιμότητα.

Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην ενεργό πολιτική σκηνή μέσω της ΕΛΑΣ (Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη) φάνηκε εξ αρχής ότι δεν αποτελεί απλώς την ίδρυση ενός νέου κόμματος. Δείχνει να είναι μια προσπάθεια πολιτικής επανεκκίνησης, με στόχο να καλυφθεί το κενό που έχει δημιουργηθεί στον χώρο της Κεντροαριστεράς μετά τη διάλυση της εκλογικής δυναμικής του ΣΥΡΙΖΑ και την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εξελιχθεί σε κυρίαρχη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Νέα εποχή

Γι’ αυτό κι ένας από τους βασικούς στόχους που προβάλλεται συχνά από την πλευρά Τσίπρα είναι η εξαρχής ηγεμονία στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η επιλογή του να μη συνεργαστεί με κανένα κόμμα και να μην επαναλάβει τα λάθη του 2023, όπως είπε ο ίδιος στη συνέντευξη που έδωσε στον Αντώνη Σρόιτερ στο δελτίο ειδήσεων του Alpha.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ανακοίνωση των τομεαρχών της «σκιώδους» κυβέρνησης, η οποία συνεδριάζει σήμερα και αύριο, σε αυτό το πρώτο, μίνι-ιδρυτικό συνέδριο της ΕΛ.Α.Σ. που σηματοδοτεί και τη νέα εποχή στην οποία εισέρχεται το καινούργιο κόμμα. Κοινώς, ο μήνας του μέλιτος τελείωσε και όλοι πρέπει να σηκώσουν τα μανίκια και να συνδιαλεχθούν με την κοινωνία.

«Ο κόσμος περιμένει να δει και ν’ ακούσει την επόμενη μέρα και το σχέδιο που θα κάνει καλύτερη τη ζωή του και την καθημερινότητά του. Περιμένει όμως κι άλλη δημόσια εικόνα. Περιμένει από εσάς λόγο καθαρό, ειλικρινή και συγκεκριμένο. Να εξηγείτε όχι να εντυπωσιάζετε, να πείθετε όχι να επιβάλετε», είπε ο Αλέξης Τσίπρας κατά τη διάρκεια της εισηγητικής του ομιλίας, το μεσημέρι της Παρασκευής σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, απευθυνόμενος στους τομεάρχες.

Και προτάσσοντας τις λέξεις και έννοιες «εντιμότητα και εμπιστοσύνη», είπε πως «πρέπει να δώσουμε ένα άλλο παράδειγμα πολιτικής, μια νέα ηθική της πολιτικής που δεν υποκλίνεται στο δέλεαρ της εξουσίας, στα αξιώματα και στα προνόμια. Απέναντι στο στερεότυπο πως όλοι είναι ίδιοι. Να χτίσουμε μια άλλη σχέση του πολίτη με την πολιτική. Να μην επιτρέψουμε οι παθογένειες του χθες να αμαυρώσουν τον αγώνα του σήμερα».

Τα πρόσωπα

Η αλήθεια είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας εμφάνισε ένα σύνολο 50 προσώπων, εκ των οποίων λίγοι ήταν ευρύτερα γνωστοί και ακόμα πιο λίγοι προέρχονται από το πολιτικό του παρελθόν στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Διονύσης Τεμπονέρας ως τομεάρχης Εργασίας, η Ζαχαρούλα Τσιριγώτη ως τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής, ο Γρηγόρης Θεοδωράκης ως τομεάρχης Εσωτερικών, η Ζορζέτα Λάλη ως αναπληρώτρια τομεάρχης Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, ο Παυσανίας Παπαγεωργίου ως αναπληρωτής τομεάρχης Εξωτερικών και Άμυνας ανήκουν μεταξύ άλλων στην τελευταία κατηγορία.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στην επιλογή των προσώπων ο Αλέξης Τσίπρας έπαιξε «συνδυαστικά». Για παράδειγμα αν υπάρχει ένα πρόσωπο που συμβολίζει τη στρατηγική του Αλέξη Τσίπρα στον κόσμο της εργασίας, είναι ο Διονύσης Τεμπονέρας. Αν και προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ σε γενικές γραμμές θεωρείται άφθαρτος, έχει κοινωνική αναγνωρισιμότητα και παραλαμβάνει ένα πεδίο που λόγω επαγγέλματος το γνωρίζει καλά.

Από την άλλη, η επιλογή του Σπύρου Δρίτσα σε ένα «καυτό» τομέα, αυτόν της δημόσιας Υγείας, έχει επίσης τη δική της σημασία. Επιλέγει έναν άνθρωπο από το πεδίο, έναν μάχιμο γιατρό στο μεγαλύτερο δημόσιο νοσοκομείο της χώρας, δίνοντας έτσι ξεκάθαρο μήνυμα για τη στήριξη του ΕΣΥ και των ανθρώπων που εργάζονται σ’ αυτό.

Την ίδια ώρα η επιλογή της Ιωάννας Λαλιώτου στην Παιδεία δείχνει ότι ο Αλέξης Τσίπρας «επενδύει» σε ένα νευραλγικό τομέα, σε πρόσωπα με επιστημονικό κύρος και διοικητική εμπειρία, επιδιώκοντας να προσδώσει μεγαλύτερη αξιοπιστία στο πρόγραμμα για την Παιδεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας πρόσφατα τάχθηκε κατά του συστήματος των πανελλαδικών εξετάσεων.

«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι»

Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά τις επιλογές θα δει ότι ο Αλέξης Τσίπρας επί της ουσίας δεν έπεσε στην παγίδα να «αναστήσει» τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ με άλλο όνομα, όπως πίστευαν πολλοί. Έχει για παράδειγμα στερήσει από την κυβέρνηση της ΝΔ τη δυνατότητα να τον κατηγορεί για απρέπειες ή προβληματικές συμπεριφορές συνεργατών του, όπως γινόταν πολλάκις στο παρελθόν.

Τον ίδιο δεν φαίνεται να τον ενοχλεί ότι συγκεντρώνει τα πυρά της Δεξιάς. Μάλλον πόντους του προσθέτει στην παρούσα συγκυρία, όπως φαίνεται και απ’ τις δημοσκοπήσεις. Το αφήγημα για το καλοκαίρι του 2015 έχει παλιώσει πλέον και εν τω μεταξύ έχουν μεσολαβήσει και 8 χρόνια διακυβέρνησης από τη ΝΔ, γεμάτα σκάνδαλα.

Γι’ αυτό και ο Αλέξης Τσίπρας παίζει γερά το χαρτί του «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» που επιχειρεί να περάσει ως θέσφατο η ΝΔ με υποθέσεις όπως π.χ. ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ φέρνει στο προσκήνιο έννοιες και χαρακτηριστικά που έχουν δοκιμαστεί άγρια τα τελευταία χρόνια, όπως «εντιμότητα», «ηθική», «αξιοκρατία», «αξιοπιστία» κλπ., ελπίζοντας να προσελκύσει ένα εκλογικό κοινό ποικίλων αποχρώσεων που έχει απογοητευτεί από τη συνολική εικόνα της ΝΔ σε επίπεδο σκανδάλων και διαχείρισης.

Τα ερωτήματα

Παρά τις ανανεωτικές αναφορές, το κόμμα παραμένει απολύτως ταυτισμένο με τον Τσίπρα. Η επιτυχία ή η αποτυχία του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί κυρίως από τη δική του πολιτική επανανομιμοποίηση. Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου είναι αν θα καταφέρει να ξεπεράσει το βάρος της προηγούμενης θητείας που για ένα κομμάτι της κοινωνίας (ακόμα και αριστερό) παραμένει «αγκάθι» και αν μπορεί τελικά να ενώσει τον κατακερματισμένο προοδευτικό χώρο.

Η επιλογή των τομεαρχών φαίνεται να αποτελεί την πρώτη απάντηση σε αυτό το ερώτημα: λιγότερος κομματισμός, περισσότερη εξειδίκευση και μια προσπάθεια προβολής κυβερνητικού προφίλ. Η ανακοίνωση των τομεαρχών δεν είναι μια τυπική οργανωτική πράξη. Είναι η πρώτη πολιτική δήλωση του νέου φορέα. Ο Τσίπρας επιχειρεί να δείξει ότι δεν επιστρέφει για να αναστήσει τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά για να δημιουργήσει έναν νέο προοδευτικό πόλο εξουσίας. Το αν θα το πετύχει θα εξαρτηθεί από το αν τα πρόσωπα που επέλεξε μπορούν να πείσουν ότι εκπροσωπούν το μέλλον.

Γι’ αυτό και το μήνυμά του προς τους τομεάρχες ήταν απόλυτα ξεκάθαρο: Αφού τους θύμισε την φράση του Ηλία Ηλιού πως ο «δρόμος της αριστεράς είναι στρωμένος από πεπονόφλουδες» – προειδοποιώντας τους να προσέχουν εκείνους που θα τις ρίξουν στο δρόμο τους – τούς επισήμανε ότι «δεν αναλαμβάνετε τομείς εκπροσώπησης στα ΜΜΕ, αναλαμβάνετε να βρεθείτε και να παράγετε πολιτική μέσα στην κοινωνία. Οφείλουμε να πείσουμε ότι έχουμε σχέδιο, όραμα και αποφασιστικότητα να αλλάξουμε τη ρότα της πατρίδας».