ενημέρωση 3:16, 18 October, 2026

Το ευρωπαϊκό μαχητικό του μέλλοντος «προσγειώθηκε» απότομα

Το πρόγραμμα ανάπτυξης και κατασκευής μαχητικών αεροσκαφών επόμενης γενιάς βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ο λόγος, το γαλλο-γερμανικό χάσμα: Οι δύο κύριες βιομηχανίες πίσω από το project, η Dassault Aviation στη Γαλλία και η Airbus στη Γερμανία, είναι «στα μαχαίρια»

Σχεδιάστηκε για να είναι το πιο προηγμένο μαχητικό αεροσκάφος της Ευρώπης – ταχύτατο, φονικό, και πάντα υπό τη συνοδεία ενός «νέφους» από επιθετικά drones. Οταν αποκαλύφθηκε πανηγυρικά από τον Εμανουέλ Μακρόν και την Ανγκελα Μέρκελ το 2017, οι φιλοδοξίες για το εμβληματικό γαλλο-γερμανικό πρόγραμμα ανάπτυξης και κατασκευής μαχητικών αεροσκαφών επόμενης γενιάς (FCAS -Future Combat Aircraft System), ύψους 100 δισ. ευρώ, ξεπερνούσαν κάθε φαντασία. Σήμερα, όμως, έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία, το εγχείρημα «μοιάζει λιγότερο με το επιστέγασμα των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών και περισσότερο με ένα επεισοδιακό διαζύγιο, σύμπτωμα της βαθιάς δυσφορίας στον πυρήνα του γαλλογερμανικού άξονα, της παραδοσιακής “ατμομηχανής” της Ευρωπαϊκής Ενωσης», γράφει η βρετανική Telegraph.

Το πρόγραμμα κινδυνεύει πλέον σοβαρά, σε μια συγκυρία, μάλιστα, που η αμυντική συνεργασία είναι πιο επιτακτική από ποτέ, με τη Ρωσία να συνιστά απειλή (πραγματική ή φανταστική) για την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Μέσα στην εβδομάδα ο Εμανουέλ Μακρόν αναγκάστηκε να υπεραμυνθεί του προγράμματος, μετά από τη δημοσίευση ενός πύρινου άρθρου στην οικονομική εφημερίδα Handelsblatt: το μεγαλύτερο εργατικό συνδικάτο της Γερμανίας προειδοποιεί ότι το εγχείρημα βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. «Το FCAS σχεδιάστηκε αρχικά ως ένα κοινό έργο ισότιμων εταίρων και εξελίχθηκε ως τέτοιο για μεγάλο διάστημα. Οσοι τώρα απαιτούν απόλυτο έλεγχο δεν πρέπει να εκπλήσσονται από τις συνέπειες», έγραψαν ο Γιούργκεν Κέρνερ, αναπληρωτής επικεφαλής του συνδικάτου IG Metall, και η Μαρί-Κριστίν φον Χαν, επικεφαλής της Γερμανικής Ενωσης Αεροδιαστημικής Βιομηχανίας, υπαινισσόμενοι στη συνέχεια ότι ίσως ήρθε η ώρα για το Βερολίνο να επιδιώξει την ανάπτυξη ενός καθαρά γερμανικού μαχητικού.

Ομως οι αιχμηρές γερμανικές επικρίσεις ήταν μάλλον αναμενόμενες, και όλοι γνωρίζουν ποιος είναι ο αποδέκτης. Οπως συνοψίζει το ρεπορτάζ της Telegraph, oι δυο κύριες βιομηχανίες πίσω από το εγχείρημα, η Dassault Aviation στη Γαλλία και η Airbus στη Γερμανία, είναι «στα μαχαίρια» εδώ και χρόνια. Εξαρχής συγκρούστηκαν για βασικές παραμέτρους του FCAS, όπως το ποιος θα έχει το γενικό πρόσταγμα και ποιος θα αναλάβει την κατασκευή, καταλήγοντας να αμφισβητούν ακόμη και τον ίδιο τον σκοπό του προγράμματος.

Υπολογιστική απεικόνιση του FCAS

Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα, η Ουλρίκε Φράνκε, γερμανίδα ειδικός ασφαλείας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR), εξήγησε πως για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχαν «ζητήματα σχεδιασμού», καθώς οι δυο πλευρές έπρεπε να συμφωνήσουν για την από κοινού κατασκευή ενός αεροσκάφους, θέλοντας όμως διαφορετικά πράγματα η καθεμία.

«Οι Γάλλοι θέλουν ένα ελαφρύτερο αεροπλάνο, που θα φέρει πυρηνικά όπλα, ενώ οι Γερμανοί θέλουν ένα αεροπλάνο που θα μπορεί να πετάει πιο μακριά. Αυτό ήταν ανέκαθεν ένα πρόβλημα, αλλά το ερώτημα όσον αφορά το τι ακριβώς επρόκειτο να κατασκευάσουν συνέχιζε να μετατίθεται στο μέλλον», είπε. Ταυτόχρονα, από τη γαλλική πλευρά, η Dassault Aviation, που ειδικεύεται στην κατασκευή στρατιωτικών αεροσκαφών και επιχειρηματικών τζετ, αξίωνε η μοναδική ουσιαστική συνεισφορά της Γερμανίας να ήταν οικονομική. «Δεν θέλω να ακουστώ αλαζόνας, αλλά ποιες δεξιότητες χρειάζομαι πέρα από τις δικές μου για να κατασκευάσω ένα μαχητικό τζετ;», δήλωσε πέρυσι ο Ερίκ Τραπιέ, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, αναφερόμενος στο γεγονός ότι η Dassault ανέπτυξε το κορυφαίο μαχητικό Rafale εξ ολοκλήρου με δικές τη δυνάμεις, ενώ η τελευταία φορά που Γερμανία επέδειξε αντίστοιχες ικανότητες ήταν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ομως λάδι στην φωτιά που ήδη σιγόκαιγε έριξε και η Κατρίν Βοτρέν, η υπουργός Αμυνας της Γαλλίας, δηλώνοντας χωρίς περιστροφές πως «η Γερμανία σήμερα δεν έχει τη δυνατότητα να κατασκευάσει ένα αεροσκάφος». Η κύρια ανησυχία των Γάλλων ήταν πως οι Γερμανοί επεδίωκαν να εκμεταλλευθούν το πρόγραμμα, κυρίως για να μάθουν πώς να κατασκευάζουν μαχητικά αεροσκάφη από την Dassault. Η επιθυμία της Γερμανίας να αναλάβει πιο ουσιαστικό ρόλο εξελήφθη από τους Γάλλους ως παραβίαση της άγραφης συμφωνίας συνεργασίας τους, με βάση την οποία το Βερολίνο θα παρείχε κεφάλαια, ενώ το Παρίσι την τεχνογνωσία. Αλλά «τα όρια είναι πλέον θολά και σημειώνονται απόπειρες εισβολής τους ενός στον τομέα του άλλου», δήλωσε μια γαλλική πηγή στην Telegraph τον Μάρτιο του 2024, κατά τη διάρκεια μιας ακόμη δύσκολης περιόδου για τις γαλλογερμανικές αμυντικές σχέσεις.

Οι Γερμανοί, όμως, απορρίπτουν αυτές τις επικρίσεις, χαρακτηρίζοντάς τες μάλιστα άδικες. Ενώ γερμανοί αξιωματούχοι παραδέχονται ότι επί δεκαετίες τα ζητήματα ασφαλείας δεν αποτελούσαν προτεραιότητα για το Βερολίνο, τονίζουν συγχρόνως πως η εξωτερική πολιτική τους  άλλαξε άρδην μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία πριν από μία τετραετία – το οποίο είναι αλήθεια. Κάνοντας λόγο για ένα «zeitenwende» (σημείο καμπής), ο πρώην καγκελάριος Ολαφ Σολτς έσπευσε να συνδράμει την Ουκρανία με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ (σε αμυντικό εξοπλισμό και αρωγή), ενώ ο νυν καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έφτασε στο σημείο να καταργήσει αυστηρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς με στόχο τη σημαντική ενίσχυση της γερμανικής και ευρωπαϊκής άμυνας.

Μιλώντας στη Le Monde τις προηγούμενες ημέρες, στην ερώτηση αν το (ακόμα φιλόδοξο) project βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ο Εμανουέλ Μακρόν απάντησε αρνητικά. «Είναι ένα καλό έργο και δεν έχω ακούσει τίποτε από τη γερμανική πλευρά που να υποδηλώνει ότι δεν είναι… Πιστεύω ότι τα πράγματα πρέπει να προχωρήσουν», είπε, σημειώνοντας πως θα κάνει ό,τι χρειάζεται ώστε να ευοδωθούν τα αρχικά σχέδια. «Πιστέψτε με, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να προσπαθήσουμε να σώσουμε αυτό το πρόγραμμα – εργαζόμαστε σαν τρελοί. Θα δούμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα», δήλωσε την προηγούμενη εβδομάδα και ο Πατρίκ Παγιού, πρώην επικεφαλής της εθνικής υπηρεσίας κυβερνοασφάλειας της Γαλλίας και πρώην τεχνικός διευθυντής της υπηρεσίας πληροφοριών εξωτερικού.

Ομως οι μέρες του Μακρόν στο Ελιζέ είναι πλέον μετρημένες και οι πιο πιθανοί διάδοχοί του, δηλαδή είτε ο Ζορντάν Μπαρντελά είτε η Μαρίν Λεπέν της Εθνικής Συσπείρωσης, δεδομένου ότι διάκεινται λιγότερο εχθρικά απέναντι στη Ρωσία σε σχέση με τον Μακρόν, θα μπορούσαν ακόμη και να τερματίσουν τη γαλλική συμμετοχή στο εγχείρημα, εφόσον επικρατήσουν στις προεδρικές εκλογές του 2027. Επιπλέον, η Γερμανία ενδέχεται να στρέψει την προσοχή της προς ένα λιγότερο «προβληματικό» πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικών έκτης γενιάς, το GCAP (Global Combat Air Programme), του οποίου ηγούνται η Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία: παρότι το project ξεκίνησε πολύ αργότερα, το 2022, το εν λόγω μαχητικό, γνωστό ως Tempest, αναμένεται να είναι ετοιμοπόλεμο έως το 2035, ενώ το αντίστοιχο γαλλογερμανικό δεν πρόκειται να πετάξει πριν από το 2040 (στην καλύτερη περίπτωση).

«Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρεί κανείς ότι το μέλλον της αμυντικής συνεργασίας στην Ευρώπη θα βασίζεται περισσότερο στον άξονα Γερμανίας-Ιταλίας παρά σε εκείνον μεταξύ Γερμανίας-Γαλλίας», γράφει η Telegraph, υπενθυμίζοντας ότι τον προηγούμενο μήνα ο γερμανός καγκελάριος και η ιταλίδα ομόλογός του Τζόρτζια Μελόνι υπέγραψαν μια ευρύτατη συμφωνία για την ενίσχυση της μεταξύ τους αμυντικής συνεργασίας. Παρ’ όλα αυτά οι ειδικοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το ενδεχόμενο να απολέσει η Γαλλία τον καθοριστικό ρόλο της στην ασφάλεια της Γηραιάς Ηπείρου. «Δεν θεωρώ ότι η γαλλογερμανική σχέση αυτή καθαυτή αποτελεί το πρόβλημα, ούτε πιστεύω ότι οι Ιταλοί μπορούν να την υποκαταστήσουν», δήλωσε η Ουλρίκε Φράνκε, η γερμανίδα ειδικός ασφαλείας στο ECFR. 

Κατέθεσαν ακόμη δύο επιζώντες του ναυαγίου της Χίου - «Αν βλέπαμε το οτιδήποτε πριν το τρακάρισμα, εγώ θα έλεγα στον καπετάνιο να σταματήσει»

Ακόμη δύο καταθέσεις έρχονται να προστεθούν στο φάκελο του εγκλήματος του ναυαγίου της Χίου. Ασφαλείς πληροφορίες του TPP αναφέρουν ότι η ανακρίτρια επισκέφθηκε ακόμη δύο επιζώντες οι οποίοι δεν είχαν καταθέσει στο προανακριτικό στάδιο. Και οι δύο κατέθεσαν ότι δεν αναγνωρίζουν τον Μαροκινό πρόσφυγα που προφυλακίστηκε, ως οδηγό. Σχετικά με τα αίτια του ναυαγίου, η μία μάρτυρας, Αφγανή προσφύγισσα, από τη σφοδρότητα του χτυπήματος υπέστη ολική απώλεια μνήμης αδυνατώντας να θυμηθεί, ενώ ο δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ότι πριν το τρακάρισμα δεν αντιλήφθηκε κανένα ηχητικό ή φωτεινό σήμα, δεν άκουσε κανένα STOP, όπως ισχυρίζεται το πλήρωμα του ΠΛΣ 1077. «Πριν τη σύγκρουση, δεν είδα τίποτα και δεν άκουσα κάτι. Ούτε αριστερά μου, ούτε δεξιά μου. Εάν έβλεπα κάτι, εγώ θα έλεγα στον καπετάνιο να σταματήσει. Δεν είδα πώς τρακάραμε. Όμως γύρω γύρω δεν είχε κάτι, ήταν σκοτάδι», είπε.

Η ανακρίτρια Χίου αποφάσισε να συνεχίσει τη διερεύνηση του πολύνεκρου ναυαγίου της Χίου, παίρνοντας ακόμα δύο συμπληρωματικές καταθέσεις από διασωθέντες οι οποίοι δεν είχαν καταθέσει στο προανακριτικό στάδιο. H μία μάρτυρας, Αφγανή προσφύγισσα, αμέσως μετά το ναυάγιο διακομίστηκε στο νοσοκομείο Χίου χωρίς τις αισθήσεις της, ξυπνώντας τέσσερις ημέρες μετά, έχοντας υποστεί σοβαρή απώλεια μνήμης από τη σφοδρότητα του χτυπήματος. Μέχρι και σήμερα, αδυνατεί να θυμηθεί το οτιδήποτε σε σχέση με τη διαδρομή και τις συνθήκες του ναυαγίου, στο οποίο σκοτώθηκε ο σύζυγός της.

Σχετικά με τον Μαροκινό πρόσφυγα, η ίδια κατέθεσε ότι δεν τον αναγνωρίζει. Όπως είπε, βλέποντας τις φωτογραφίες του, της είναι ένα πρόσωπο άγνωστο, που δεν είχε δει ενόσω βρισκόταν στο λεωφορείο και στο σπίτι όπου διέμενε πριν το ταξίδι.

«Αν είχαμε δει ή ακούσει το οτιδήποτε, εγώ θα έλεγα στον καπετάνιο να σταματήσει»

Ο δεύτερος επιζών, Αφγανός πρόσφυγας, νοσηλεύεται ακόμη στο νοσοκομείο με κατάγματα στο χέρι και στα πλευρά. Όπως είπε, «τον καπετάνιο δεν τον είδα καλά, γιατί φορούσε μάσκα που κάλυπτε ολόκληρο το πρόσωπό του και φαίνονταν μόνο τα μάτια του», με την κατάθεσή του να συμφωνεί με άλλων επιζώντων, αλλά και με τα όσα ανέφερε ο Μαροκινός πρόσφυγας κατά την απολογία του.

Ο συγκεκριμένος πρόσφυγας ταξίδευε με το 5χρονο παιδάκι του. Όπως είπε, όταν επιβιβάστηκε στη λέμβο, «φόρεσα μία κουκούλα και έσκυψα κάτω, κρατώντας το παιδί μου μπροστά, 4-5 χρονών. Έβαλα το κεφάλι μου μπροστά για να μη βραχώ από το νερό. Δεν μου το είπε κάποιος».

Σχετικά με την ταχύτητα της λέμβου είπε ότι δεν πήγαιναν «ούτε γρήγορα, ούτε αργά», αλλά «κανονικά».

Στη συνέχεια ερωτήθηκε για τα αίτια του ναυαγίου, και είπε:

«Δεν ξέρω πώς τρακάραμε, δεν είδα τίποτα, λιποθύμησα μετά και ξύπνησα στο νοσοκομείο όπου ένας διερμηνέας μου είπε ότι είμαι καλά και έφτασα στη Χίο. Πριν τη σύγκρουση, δεν είδα τίποτα και δεν άκουσα κάτι. Ούτε αριστερά μου, ούτε δεξιά μου. Εάν έβλεπα κάτι, εγώ θα έλεγα στον καπετάνιο να σταματήσει. Δεν είδα πώς τρακάραμε. Όμως γύρω γύρω δεν είχε κάτι, ήταν σκοτάδι», κατέθεσε, με την μαρτυρία του να ταυτίζεται απόλυτα με τις καταθέσεις των άλλων επιζώντων που εξετάστηκαν.

Ερωτηθείς για το αν αντιλήφθηκε κάποια καταδίωξη, κάποια σειρήνα, ή κάποιο φως, όπως ισχυρίστηκε το πλήρωμα του λιμενικού σκάφους ΠΛΣ 1077, το οποίο έκανε λόγο για «πλεύση σε ομόρροπη πορεία με τις πλώρες μας να κοιτούν τη στεριά και ενεργοποίηση των φωτεινών και ηχητικών σημάτων φωνάζοντας σε όλη τη διάρκεια STOP», ο πρόσφυγας είπε ότι «δεν είδα τίποτα από όλα αυτά», ενώ ερωτηθείς για το λευκό φως που κατέθεσαν άλλοι επιζώντες, κατέθεσε:

«Μπορεί και να το είδαν. Για να το λένε, δεν θα λένε ψέματα. Απλά εγώ, επειδή φορούσα την κουκούλα και ήμουν σκυμμένος, δεν το αντιλήφθηκα. Όμως, και να υπήρξε το άσπρο φως, θα ήταν για πολύ λίγο, για ένα με δύο δευτερόλεπτα».

Εν αναμονή της έγκρισης ή απόρριψης των αιτημάτων των δικηγόρων

Υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία της διερεύνησης βρίσκεται εν αναμονή της έγκρισης ή απόρριψης των αιτημάτων των συνηγόρων υπεράσπισης του Μαροκινού πρόσφυγα, Αλέξη Γεωργούλη και Δημήτρη Χούλη, τα οποία είναι:

α) αίτημα της κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης του κατηγορουμένου με τους λιμενικούς

β) αίτημα αναπαράστασης της σύγκρουσης

γ) αίτημα ανάσυρσης της λέμβου των προσφύγων

δ) αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης από ειδικό νηογνώμονα – ναυπηγό μηχανικό

ε) αίτημα άρσης του τηλεφωνικού απορρήτου των κινητών τηλεφώνων των λιμενικών

στ) την προσκόμιση των επικοινωνιών μέσω του συστήματος ραδιοεπικοινωνίας (vhf) του ΕΣΚΕΔ και οποιασδήποτε τυχόν συνομιλίας

ζ) εξέταση των καταγραφικών καμερών.

Ήδη το συμπληρωματικό ανακριτικό υλικό έχει διαβιβαστεί αρμοδίως στο Λιμεναρχείο Χίου από την κα Ανακρίτρια για την διενέργεια ΕΔΕ.

Πηγή: tpp

Υπόθεση Επστάιν - Η σοκαριστική σχέση με τον Γούντι Άλεν, τα emails της Σουν-Γι και το δίκτυο επιρροής

Ο Τζέφρι Επστάιν είχε μεσολαβήσει προσωπικά για την εισαγωγή της κόρης του σκηνοθέτη στο πανεπιστήμιο, ενώ η Σουν-Γι διατηρούσε τακτική αλληλογραφία μαζί του στην οποία διατύπωνε την περιφρόνησή της για το #MeToo και τις γυναίκες που έβγαιναν να μιλήσουν.

δημοσιοποίηση εκατομμυρίων εγγράφων από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ που σχετίζονται με την υπόθεση του καταδικασμένου για σεξουαλικά εγκλήματα,Τζέφρι Επστάιν, έφερε ξανά στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική και κοινωνική επιρροή του διαπλέκονταν με τον χώρο της τέχνης, της εκπαίδευσης και της υψηλής διανόησης.

Πέρα από τη φιλία του με τον Νόαμ Τσόμσκι, ο Επστάιν διατηρούσε μακρόχρονη σχέση με τον Γούντι Άλεν και τη σύζυγό του Σουν-Γι Πρεβέν, η οποία είχε πολλαπλά κοινωνικά οφέλη για το ζεύγος, χωρίς ωστόσο να προκύπτουν αποδείξεις από τα αρχεία ότι οι δυο τους γνώριζαν και απέκρυπταν το δίκτυο σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων του Αμερικανού επιχειρηματία.

Η βασική διευκόλυνση που παρείχε ο τελευταίος στον σκηνοθέτη και τη γυναίκα του ήταν η φοίτηση της κόρης τους Μπεσέτ Άλεν στο Bard College μετά από διαμεσολάβηση και δωρεά στο πανεπιστήμιο. Το ζευγάρι είχε συχνά δείπνα με τον Επστάιν στην έπαυλή του στο Μανχάταν ενώ ο Άλεν καλούσε τον επιχειρηματία σε ιδιωτικές κινηματογραφικές προβολές. Μεταξύ τους υπήρχε οικειότητα και εμπιστοσύνη – σε ένα email η Σουν-Γι ευχαριστεί επανειλημμένα τον Επστάιν για τη βοήθεια που παρείχε στην υπόθεση του πανεπιστημίου. «Δεν μπορώ να σε ευχαριστήσω αρκετά που έβαλες την Μπεσέτ στο Bard», γράφει η ίδια στον Επστάιν στις 11 Ιανουαρίου 2017. «Ο Λεόν ήταν υπέροχος. Είπε ότι θα τα φροντίσει όλα», σημειώνει σε άλλο email.

Η σχέση του Επστάιν με τα πανεπιστήμια των ΗΠΑ

Σύμφωνα με στοιχεία που επιβεβαιώνονται από τους New York Times, o Επστάιν ήταν αυτός που έφερε σε επαφή τον πρόεδρο του Bard College, Λεόν Μποτστάιν με την οικογένεια Άλεν ώστε να διασφαλιστεί η φοίτηση της Μπεσέτ. Καθώς τα έγγραφα αποσαφηνίζουν ότι ο Επστάιν διατηρούσε ενεργό ρόλο στις πανεπιστημιακές διευθετήσεις ως άτυπος μεσάζων επιρροής, δεν είναι έκπληξη ότι ο Μπότσταϊν που είχε δεχτεί ως δωρεά 150.000 δολάρια για το Bard College μέσω ιδρύματος του Επστάιν, διατηρούσε στενή σχέση μαζί του και μάλιστα του παρείχε πρόσβαση σε υψηλού κύρους ακαδημαϊκές συναντήσεις.

Με άλλα λόγια η εισαγωγή της κόρης του Αλεν στο Bard δεν ήταν μια απλή ακαδημαϊκή διαδικασία, αλλά προϊόν κοινωνικής διαμεσολάβησης, συνδεδεμένο με χρηματοδοτικές ροές, το οποίο και αναδύεται μέσα από τη σχετική αλληλογραφία και τις έμμεσες αναφορές σε emails.

Ο Αμερικανός χρηματοδότης Τζέφρι Επστάιν εμφανίζεται σε μια φωτογραφία που τραβήχτηκε για το μητρώο σεξουαλικών παραβατών της Αστυνομίας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης στις 28 Μαρτίου 2017 και αποκτήθηκε από το Reuters στις 10 Ιουλίου 2019. Αστυνομία της Πολιτείας της Νέας Υόρκης/Φυλλάδιο/Αρχείο φωτογραφιών μέσω REUTERS

Η πρακτική αυτή δεν περιοριζόταν στο Bard καθώς ο Επστάιν είχε οικοδομήσει ένα ολόκληρο σύστημα διείσδυσης στα αμερικανικά πανεπιστήμια, χρηματοδοτώντας ερευνητικά προγράμματα, καθηγητές και ιδρύματα από το Χάρβαρντ μέχρι το Στάνφορντ και το MIT Media Lab. Το μοτίβο ήταν συστηματικό και ιδιαίτερα εποικοδομητικό καθώς το χρήμα που έρεε – μόνο το Χάρβαρντ είχε λάβει 9 εκατομμύρια δολάρια – εξασφάλιζε κοινωνική πρόσβαση, θεσμική επιρροή και τελικά νομιμοποίηση και αψίδα προστασίας στον επιχειρηματία και καταδικασμένο εγκληματία.

Κινούμενος εντός του συστήματος ανταλλαγής κοινωνικής ισχύος του Τζέφρι Επστάιν, ο Γούντι Άλεν δεν εμπλέκεται σε καταγεγραμμένο παράνομο περιστατικό ούτε διώκεται ποινικά. Το θέμα δεν είναι η ποινική εμπλοκή του στο πολύκροτο σκάνδαλο που απασχολεί την κοινή γνώμη επτά χρόνια μετά την αυτοκτονία του Επστάιν στο κελί του, αλλά η ηθική του συνευθύνη μέσω της προσωπικής του πρόσβασης στο περιβάλλον Επστάιν και τον ίδιο.

Η Σουν-Γι και το #MeToo

Οι ηθικές ρωγμές στο προφίλ του Άλεν, ανοιχτές πληγές από τη δεκαετία του ’90 όταν κατηγορήθηκε για σεξουαλική κακοποίηση της κόρης του Ντίλαν Φάροου και προδοσία μπλέκοντας σε ειδύλλιο με τη Σουν-Γι Πρεβέν (οι δυο τους παντρεύτηκαν όταν εκείνη ήταν 23 ετών κι εκείνος 62), υιοθετημένη κόρη της πρώην συζύγου του Μία Φάροου και του Αντρέ Πρεβέν, διευρύνθηκαν εκ νέου, με το #MeToo και την επαναφορά στο προσκήνιο των καταγγελιών της πλευράς Φάροου να καταφέρνουν την περίοδο 2017-2018 ισχυρό χτύπημα στην καριέρα του.

Στο επίκεντρο της νέας αναταραχής είναι και τα emails της Σουν-Γι προς τον Επστάιν, που προκαλούν ένα μικρό σοκ αντιμετωπίζοντας ωμά το #MeToo και τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης.

Σε email, που στάλθηκε τον Σεπτέμβριο του 2018, η Πρεβέν γράφει στον Επστάιν ότι ο βραβευμένος δημοσιογράφος Ρόναν Φάροου, μπροστάρης στις αποκαλύψεις του κινήματος #MeToo, που υποστήριξε την κατηγορία της αδελφής του Ντίλαν για σεξουαλική κακοποίηση εναντίον του Άλεν, είναι υπερεκτιμημένος.

«Δίνει στο Ρόναν Φάροου υπερβολικό κύρος. Περισσότερο από ό,τι του αξίζει», γράφει η Πρεβέν στον Επστάιν σχολιάζοντας το άρθρο για τον Φάροου στους New York Times.

Ο Γούντι Άλεν με τη σύζυγό του Σουν-Γι στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών τον Μάιο του 2011. EPA/GUILLAUME HORCAJUELO

Σε ανταλλαγή emails, σχολιάζοντας επίσης δημοσιεύματα και τηλεοπτικές εμφανίσεις της δημοσιογράφου Λέα Σαλαμέ στη Γαλλία σχετικά με υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης και το #MeToo, η Σουν-Γι γράφει υποτιμητικά μεταξύ άλλων: «Η Σαλαμέ παριστάνει τη γενναία υπερασπίστρια των θυμάτων, αλλά στην πραγματικότητα παίζει τον ρόλο της επαγγελματία αγανακτισμένης. Αυτοί οι άνθρωποι ζουν από την υστερία».

Στην αλληλογραφία της με τον Επστάιν, η Σουν-Γι υιοθετεί ένα γενικευμένο λόγο απαξίωσης απέναντι σε ανήλικες καταγγέλουσες, αναφερομένη χαρακτηριστικά σε «15χρονη» χωρίς να την κατονομάζει, και αμφισβητώντας τη βασιμότητα των καταγγελιών σεξουαλικής κακοποίησης. Ο τόνος των μηνυμάτων δεν στοχοποιεί συγκεκριμένο πρόσωπο, αποκαλύπτει όμως μια συνολική στάση δυσπιστίας και ειρωνείας απέναντι στα θύματα.

Σε ένα email που έστειλε τον Σεπτέμβριο του 2016, η Πρεβέν μοιράστηκε με τον Επστάιν ένα άρθρο για τον Αντονι Γουάινερ. Ο Γουάινερ, πρώην γερουσιαστής των ΗΠΑ, εξέτισε ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους μετά από ένα σκάνδαλο που εξέθεσε ότι είχε στείλει σεξουαλικό υλικό σε ανήλικη. Στο μήνυμά της προς τον Επστάιν, η Πρεβέν έγραψε ότι ήταν «αηδιαστικό αυτό που του έκανε η 15χρονη».

«Μισώ τις γυναίκες που εκμεταλλεύονται τους άντρες και αυτή είναι σίγουρα μία από αυτές. Ήξερε ακριβώς τι έκανε και πόσο ευάλωτος ήταν ο Γουάινερ και τον έδεσε σαν ψάρι στο δόλωμα», σημειώνει η σύζυγος του Άλεν για την ανήλικη. «Είναι επίσης γελοίο όταν λέει στην επιστολή της ότι το δημοσιοποιεί για να τον βοηθήσει. Πώς τον βοηθάει αυτό; Τον ταπεινώνει μόν», συνεχίζει. «Γνωρίζουμε ότι η δικαιολογία του είναι ότι είναι άρρωστος. Ποια είναι η δικαιολογία της για το ότι είναι ένα απεχθές και αηδιαστικό άτομο που εκμεταλλεύεται τους αδύναμους; Γνωρίζουμε ότι είναι άρρωστος, αλλά και αυτή είναι άρρωστη που του το έκανε αυτό. Είναι τόσο χειριστική. Θα έπρεπε να ντρέπεται για τον εαυτό της.»

Μόνο σιωπή

Από την ημέρα που δημοσιοποιήθηκαν τα αρχεία Επστάιν από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ μέχρι σήμερα, η πλευρά Γούντι Άλεν δεν έχει σχολιάσει το περιεχόμενο των emails.

Αν η οικογένεια θεωρούσε τον Επστάιν χρήσιμο «διασυνδετικό κρίκο» – ο ίδιος προσπαθούσε να παίξει έναν ρόλο τόσο στο επιδιωκόμενο «rebranding» του Άλεν που υπέφερε από εργασιακή αιμορραγία στη σκιά του #MeToo όσο και στην προσέγγιση του σκηνοθέτη με τον Λευκό Οίκο επί Ομπάμα και την Ντάουνινγκ Στριτ επί Κάμερον – φαίνεται να έκανε αποδεκτή και τη σκοτεινή του πλευρά, καθώς το 2017 ήταν ήδη καταδικασμένος ως σεξουαλικός εγκληματίας. Το θέμα είναι πόσο ηθικά αποδεκτή είναι μια τέτοια συναλλαγή ισχύος.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Στα δίχτυα των επιστημόνων το «φάντασμα» της Σιέρα Νεβάδα – GPS σε μία από τις πιο σπάνιες αλεπούδες του πλανήτη

Κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν και να τοποθετήσουν κολάρο με σύστημα GPS σε μια σπάνια κόκκινη αλεπού της Σιέρα Νεβάδα.

Για πρώτη φορά, βιολόγοι του California Department of Fish and Wildlife (CDFW) κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν και να τοποθετήσουν κολάρο με σύστημα GPS σε μια σπάνια κόκκινη αλεπού της Σιέρα Νεβάδα στο νότιο τμήμα της οροσειράς.

Η εξέλιξη αυτή θεωρείται σημαντική, καθώς πρόκειται για ένα από τα πιο δυσεύρετα και ελάχιστα μελετημένα είδη άγριας ζωής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ειδικοί ελπίζουν ότι η παρακολούθηση των κινήσεων του ζώου θα προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για τη συμπεριφορά και την οικολογία του.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του οργανισμού, «πολύ λίγα είναι γνωστά για αυτό το σπάνιο είδος και οι επιστήμονες είναι ενθουσιασμένοι που θα μπορέσουν να μάθουν περισσότερα μέσω της παρακολούθησης των μετακινήσεών του».

Η καταγραφή της πρώτης αυτής επιτυχίας στην περιοχή της νότιας Σιέρα Νεβάδα ανοίγει νέους δρόμους για την προστασία και τη διατήρηση της κόκκινης αλεπούς, ενός είδους που απειλείται από την απώλεια ενδιαιτημάτων και την κλιματική αλλαγή.