Ο Μιχαήλ Γκαλούζιν σημείωσε ότι ο Βλαντιμίρ Ζελένσκι έχει αρχίσει να κάνει εικασίες για την προθυμία διοργάνωσης εκλογών, ακόμη και δημοψηφίσματος για εδαφικά ζητήματα.
ΜΟΣΧΑ, 15 Φεβρουαρίου. /TASS/. Ο Βλαντιμίρ Ζελένσκι επιχειρεί να καταφύγει σε χειραγώγηση που αφορά τις εκλογές στην Ουκρανία, μεταξύ άλλων και για να παραμείνει στην εξουσία, δήλωσε ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών Μιχαήλ Γκαλούζιν σε συνέντευξή του στο TASS.
Όπως σημείωσε ο διπλωμάτης, απαντώντας σε αυξανόμενες και βάσιμες κατηγορίες, τόσο εξωτερικά όσο και εγχώρια, για σφετερισμό εξουσίας και διάχυτη διαφθορά, ο Ζελένσκι, σε διάλογο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο και εντός του εγχώριου χώρου πληροφοριών της Ουκρανίας, «έχει αρχίσει να κάνει εικασίες για την προθυμία διοργάνωσης εκλογών, ακόμη και δημοψηφίσματος για «εδαφικά ζητήματα».»
«Η εύθραυστη εγχώρια πολιτική θέση του Ζελένσκι τον αναγκάζει ήδη από τώρα να σκεφτεί χειρισμούς. Παραμένει ασαφές τι να κάνει με τους εσωτερικά εκτοπισμένους, που είναι ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων. Διατυπώνονται ιδέες για την εφαρμογή του «μολδαβικού σεναρίου» - να αποκλειστούν οι Ουκρανοί πολίτες που διαμένουν στη Ρωσία από τη συμμετοχή στις εκλογές και να αξιοποιηθούν στο έπακρο οι ψήφοι της διασποράς στις δυτικές χώρες», σημείωσε.
«Φαίνεται ότι ο παράνομος, ή, όπως λένε κάποιοι, «λήξαντας πρόεδρος», Ζελένσκι επεξεργάζεται επιλογές για να διατηρήσει την εξουσία. Αν και το 2019 υποσχέθηκε δημόσια στους Ουκρανούς να υπηρετήσει μόνο πέντε χρόνια και να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να διασφαλίσει ότι η ειρήνη θα έρθει στην Ουκρανία. Νομίζω ότι η αξία των υποσχέσεών του είναι σαφής χωρίς περαιτέρω λόγια», τόνισε ο Γκαλούζιν.
Όπως υπενθύμισε ο Ρώσος αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, τον Ιανουάριο η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή της Ουκρανίας παρουσίασε τις σκέψεις της σχετικά με την οργάνωση και τη διεξαγωγή ψηφοφορίας στο Βερχόβνα Ράντα. «Συστάθηκε εκεί μια ομάδα εργασίας για την προετοιμασία των εκλογών. Ωστόσο, δεν λαμβάνονται πραγματικά, πρακτικά μέτρα για την οργάνωσή τους. Ο στρατιωτικός νόμος παραμένει σε ισχύ, γεγονός που καθιστά αδύνατες τις εκλογές. Κατά συνέπεια, είναι πολύ νωρίς για να συζητήσουμε τη συμμετοχή οποιωνδήποτε δομών στην παρακολούθηση των εκλογών», επεσήμανε ο Γκαλούζιν.
Έναν ονειρικό κόσμο, στον οποίο όλοι νιώθουν πραγματικά όμορφα δημιούργησε ο Christian Siriano για την επίδειξη της συλλογής Φθινόπωρο/Χειμώνας 2026 που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της Εβδομάδας Μόδας ης Νέας Υόρκης.
«Νομίζω ότι πρόκειται για αληθινή απόδραση και για την ιδέα του σουρεαλισμού - τι είναι συνειδητό, τι είναι υποσυνείδητο» διευκρίνισε σε δηλώσεις του ο σχεδιαστής μόδας τονίζοντας ότι κύρια επιρροή του ήταν ο Salvador Dali, του οποίου οι πίνακες «είναι τόσο παράξενοι, που δεν μπορούν να εξηγηθούν».
«Πρέπει να ξεφύγουμε και να βρεθούμε κάπου αλλού... σε έναν ονειρικό κόσμο» είπε και χαρακτήρισε την επίδειξη «μια γιορτή μορφής, ομορφιάς, σωμάτων, ηλικίας και πολιτισμών».
Η Céline Dion άρχισε να τραγουδά από τα πέντε της στο μικρό μπαρ των γονιών της και μπήκε στη δισκογραφία πριν τελειώσει το δημοτικό. Μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία, με συνεχή δουλειά και στοχευμένη στρατηγική, έχτισε μία από τις πιο εμπορικές καριέρες στην ποπ μουσική.
Το 1967, σε μια γαλλόφωνη οικογένεια εργατικής τάξης έξω από το Μόντρεαλ, μια γυναίκα μαθαίνει ότι είναι έγκυος για δέκατη τέταρτη φορά. Έχει ήδη δεκατρία παιδιά να μεγαλώσει, τα οικονομικά είναι οριακά και ο σύζυγός της διατηρεί ένα μικρό μπαρ που αποφέρει περιορισμένο εισόδημα. Για ένα διάστημα σκέφτεται τη διακοπή της εγκυμοσύνης. Τελικά αποφασίζει να κρατήσει το παιδί. Στις 30 Μαρτίου 1968 γεννιέται η Céline Dion. Στο σπίτι δεν υπάρχει κούνια και το μωρό κοιμάται σε ένα ανοιχτό συρτάρι.
Η μητέρα της έπαιζε βιολί, ο πατέρας της ακορντεόν, και σχεδόν όλα τα αδέλφια συμμετείχαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε οικογενειακά μουσικά σχήματα. Το σπίτι -εκτός από μουσική- ήταν γεμάτο κόσμο και υποχρεώσεις. Το τραγούδι δεν παρουσιαζόταν ως «όνειρο καριέρας», αλλά ως κάτι που συνέβαινε αυτονόητα: στο οικογενειακό εστιατόριο, σε τοπικές γιορτές, σε μικρές σκηνές. Ήταν ένα έξτρα εισόδημα το οποίο η οικογένεια χρειαζόταν διακαώς.
Σε ηλικία μόλις 5 ετών, ξεκίνησε να τραγουδά στο μπαρ των γονιών της. Αμέσως, η φήμη της επεκτάθηκε και άνθρωποι από όλη την πόλη κατέφταναν να ακούσουν το παιδί-θαύμα με τη βελούδινη φωνή. Στα 7 της, τραγουδούσε και σε άλλες δημόσιες εκδηλώσεις, προκειμένου να στηρίξει την οικογένειά της. Συνήθως επέλεγε τα τραγούδια της Ginette Reno, της αγαπημένης της τραγουδίστριας.
Στα δώδεκά της, η μητέρα της έγραψε τους στίχους και τη μελωδία του «Ce n’était qu’un rêve». Η οικογένεια ηχογράφησε ένα πρόχειρο demo και το έστειλε στον René Angélil, μάνατζερ της Reno. Ο Angélil την κάλεσε για ακρόαση, μην πιστεύοντας ότι αυτή η φωνή μπορούσε να ανήκει σε ένα παιδί. Σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, το κορίτσι δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, αλλά μόλις άρχισε να τραγουδά η φωνή ήταν αρκετή για να τον πείσει. Πίστεψε τόσο πολύ στο εγχείρημα ώστε υποθήκευσε το σπίτι του για να χρηματοδοτήσει το πρώτο της άλμπουμ. Κάπως έτσι, όλος ο κόσμος θα γνώριζε την Dion.
Αξίζει κάπου εδώ να αναφερθεί ένα από τα πιο άβολα και μελανά σημεία της ζωής της. Περίπου, 14 χρόνια αφού ο μάνατζέρ της άκουσε τη φωνή της, η Dion θα τον παντρευόταν. Τους χώριζαν 26 χρόνια. Σύμφωνα με το ζευγάρι, η σχέση τους ξεκίνησε το 1988, το βράδυ που η Dion κέρδισε την Eurovision (βλ. παρακάτω).
Το πρώτο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1981. Ακολούθησαν γρήγορα κι άλλα. Μέχρι τα δεκαεννιά της είχε ήδη ηχογραφήσει οκτώ γαλλόφωνα άλμπουμ και είχε γίνει γνωστό όνομα σε ολόκληρο τον γαλλόφωνο Καναδά και σε τμήματα της Ευρώπης. Η τηλεόραση του Κεμπέκ την καλούσε συστηματικά, κέρδιζε Félix Awards, έκανε περιοδείες σε επαρχιακές αίθουσες και θέατρα. Η εικόνα της τότε ήταν εκείνη του «καλού κοριτσιού», ενός παιδιού-θαύματος με πειθαρχία και έντονη οικογενειακή παρουσία γύρω του.
Παράλληλα, η ίδια έχει μιλήσει για τις δυσκολίες αυτής της ηλικίας. Άφησε το σχολείο στα δεκαπέντε για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική, δεχόταν κοροϊδίες για την εμφάνισή της και το στυλ της κι ένιωθε ότι δεν ταίριαζε στο πρότυπο της ποπ σταρ. Πριν περάσει στην επόμενη φάση, εξαφανίστηκε για περίπου ενάμιση χρόνο από τα φώτα της δημοσιότητας. Έκανε μαθήματα φωνητικής και χορού, βελτίωσε τα αγγλικά της, διόρθωσε τα δόντια της, άλλαξε συνολικά την εικόνα της. Ήταν μια συνειδητή επανεκκίνηση.
Το 1988 κέρδισε τον διαγωνισμό της Eurovision εκπροσωπώντας την Ελβετία με το «Ne partez pas sans moi». Η νίκη αυτή της έδωσε πανευρωπαϊκή αναγνωρισιμότητα, αλλά κυρίως λειτούργησε ως επιβεβαίωση ότι μπορούσε να σταθεί εκτός Κεμπέκ. Την ίδια περίοδο, βλέποντας μια συναυλία του Michael Jackson, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επόμενο βήμα ήταν η αγγλόφωνη αγορά. Η γαλλική σκηνή είχε όρια· η διεθνής βιομηχανία περνούσε από τα αγγλικά.
Αντί να εκμεταλλευτεί τη φήμη που ήδη είχε στον γαλλόφωνο κόσμο, αποφάσισε να κάνει ένα βήμα πίσω. Ξεκίνησε εντατικά μαθήματα αγγλικών, περιόρισε τις εμφανίσεις της και προετοιμάστηκε για μια νέα αρχή. Ο Angélil διαπραγματεύτηκε συμφωνία με τη Sony, εξασφαλίζοντας τον προϋπολογισμό που χρειαζόταν για μια προσεγμένη αγγλόφωνη παραγωγή. Η εταιρεία δίσταζε να «μετακινήσει» ένα επιτυχημένο γαλλόφωνο όνομα σε άγνωστο έδαφος, όμως το σχέδιο προχώρησε.
Το πρώτο αγγλόφωνο άλμπουμ, «Unison» (1990), παρήχθη σε στούντιο του Λος Άντζελες, του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης. Πούλησε περίπου τρία εκατομμύρια αντίτυπα, αριθμός μεγαλύτερος από το άθροισμα αρκετών προηγούμενων γαλλικών κυκλοφοριών της. Η Dion άρχισε να εμφανίζεται σε αμερικανικές τηλεοπτικές εκπομπές, να περιοδεύει εκτός Καναδά και να αποκτά παρουσία στο ραδιόφωνο των ΗΠΑ.
Το καθοριστικό σημείο ήρθε μέσα από τον κινηματογράφο. Τα θεματικά τραγούδια μεγάλων παραγωγών λειτουργούσαν τότε ως ταχύτερη οδός προς το ευρύ κοινό. Το ντουέτο «Beauty and the Beast» με τον Peabo Bryson, για την ομώνυμη ταινία κινουμένων σχεδίων, έγινε μεγάλη επιτυχία, κέρδισε Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα και έβαλε το όνομά της σε εκατομμύρια σπίτια στην Αμερική. Ακολούθησαν τραγούδια για ταινίες όπως το «Sleepless in Seattle» που ενίσχυσαν περαιτέρω την παρουσία της. Φυσικά, κανένα soundtrack δε συνδέθηκε περισσότερο με τη φωνή της από το «My heart will go on».
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μετά, οι αριθμοί δείχνουν την κλίμακα: το άλμπουμ «Celine Dion» (1992) ξεπέρασε τα πέντε εκατομμύρια πωλήσεις, το «The Colour of My Love» (1993) έφτασε περίπου τα είκοσι εκατομμύρια και καθιέρωσε το προφίλ της ως ερμηνεύτριας μεγάλων μπαλαντών. Παράλληλα, συνέχισε να ηχογραφεί στα γαλλικά, διατηρώντας δύο παράλληλες καριέρες, κάτι σπάνιο για την εποχή. Το γαλλόφωνο άλμπουμ «D’eux» κατέληξε το πιο εμπορικό γαλλικό άλμπουμ στην ιστορία.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 η Dion είχε μετατραπεί από τοπικό παιδί-θαύμα του Κεμπέκ σε διεθνή ποπ σταρ με σταθερή παρουσία σε Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Ασία, με παγκόσμιες περιοδείες και πωλήσεις δεκάδων εκατομμυρίων.
Καθεμία από αυτές τις έξι δημοπρασίες επαναπροσδιόρισε τι σημαίνει «μεγαλειότητα» στην αγορά κοσμημάτων.
Οι μεγάλες δημοπρασίες κοσμημάτων πέρα από εμπορικό ενδιαφέρον έχουν και ιστορικό. Είναι στιγμές όπου η αισθητική, η εξουσία, ο έρωτας, η φιλοδοξία και η ανθρώπινη ματαιοδοξία συμπυκνώνονται σε λίγα λεπτά έντασης, μέχρι να πέσει το σφυρί. Εκεί, ένα αντικείμενο παύει να είναι απλώς πολύτιμο και μετατρέπεται σε σύμβολο εποχής.
Οι έξι σημαντικότερες δημοπρασίες όλων των εποχών δεν κατέρριψαν μόνο ρεκόρ. Άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αξία. Απέδειξαν ότι η προέλευση, η ιστορία και η πολιτισμική βαρύτητα μπορούν να εκτοξεύσουν ένα κόσμημα από αντικείμενο πολυτέλειας σε παγκόσμιο γεγονός.
Photo by Bachrach/Getty Images
Τα κοσμήματα της Δούκισσας του Windsor (1987)
Η δημοπρασία του Sotheby’s το 1987 θεωρείται μέχρι σήμερα το απόλυτο σημείο αναφοράς. Τα 311 κομμάτια της Wallis Simpson, της γυναίκας για την οποία ο βασιλιάς Edward VIII παραιτήθηκε από τον βρετανικό θρόνο, απέφεραν 50,3 εκατομμύρια δολάρια - σχεδόν επτά φορές πάνω από την αρχική εκτίμηση.
Σε αυτήν δεν πουλήθηκαν απλώς διαμάντια. Πουλήθηκε ένα από τα πιο διάσημα ερωτικά σκάνδαλα του 20ού αιώνα. Κοσμήματα Cartier, σμαράγδια, ρουμπίνια, το περίφημο βραχιόλι-πάνθηρας από όνυχα και διαμάντια — όλα φορτισμένα με τη δραματική ιστορία ενός βασιλιά που διάλεξε τον έρωτα αψηφώντας το στέμμα.
Η δημοπρασία αυτή δίδαξε κάτι που έκτοτε καθορίζει την αγορά: η αφήγηση μπορεί να αξίζει όσο και το ίδιο το πετράδι.
Photo by Silver Screen Collection/Getty Images
Η συλλογή της Elizabeth Taylor (2011)
Όταν ο Christie’s παρουσίασε τη συλλογή της Elizabeth Taylor, ο κόσμος παρακολούθησε σχεδόν τελετουργικά. Σε τέσσερις ημέρες, τα κοσμήματα απέφεραν πάνω από 137 εκατομμύρια δολάρια — η ακριβότερη ιδιωτική συλλογή κοσμημάτων που είχε ποτέ δημοπρατηθεί μέχρι τότε.
Η Taylor δεν ήταν απλώς σταρ. Ήταν φύλακας εμβληματικών λίθων: το θρυλικό μαργαριτάρι La Peregrina, που πέρασε από ισπανικά βασιλικά ταμεία στα χέρια της, το διαμάντι Krupp 33,19 καρατίων, το κολιέ Taj Mahal με χαραγμένο ινδικό διαμάντι.
Christie’s
Η συλλογή της Rachel “Bunny” Mellon (2014)
Η Bunny Mellon αντιπροσώπευε το αντίθετο της εκκεντρικής λάμψης. Διακριτική, εκλεπτυσμένη, με εξαιρετικό γούστο, συγκέντρωσε μια από τις πιο αριστοκρατικές αμερικανικές συλλογές. Η πολυήμερη δημοπρασία της περιουσίας της έφτασε τα 218 εκατομμύρια δολάρια.
Η κορυφαία στιγμή ήταν η πώληση του “Mellon Blue Diamond”, ενός σπάνιου Fancy Vivid Blue διαμαντιού 9,75 καρατίων, που ξεπέρασε τα 32 εκατομμύρια δολάρια. Όμως η ουσία της συλλογής δεν ήταν η επίδειξη· ήταν η συνέπεια αισθητικής. Verdura, Belperron, Tiffany — κομμάτια επιλεγμένα με γνώμονα τη σχεδιαστική ποιότητα, όχι τον εντυπωσιασμό.
Αυτή η δημοπρασία υπενθύμισε ότι η αληθινή πολυτέλεια δεν φωνάζει.
Photo by Murat Unlu/Anadolu Agency/Getty Images
Το Pink Star Diamond (2017)
Ορισμένες φορές, μια ολόκληρη δημοπρασία μπορεί να εστιάζει σε έναν και μόνο λίθο. Το Pink Star, ένα ροζ διαμάντι 59,60 καρατίων, Internally Flawless, πουλήθηκε από τον Sotheby’s για 71,2 εκατομμύρια δολάρια — το ακριβότερο κόσμημα που έχει ποτέ δημοπρατηθεί.
Το μέγεθος, το χρώμα και η καθαρότητά του το καθιστούν μοναδικό στη γεωλογική ιστορία. Δεν υπήρχε από πίσω κάποια ιστορία θυελλώδους έρωτα, πάθους ή ακόμα και μίσους. Υπήρχε μόνο απόλυτη σπανιότητα. Και αυτό αρκούσε.
Η πώληση αυτή απέδειξε ότι ένα και μόνο αξεπέραστο πετράδι μπορεί να επισκιάσει ολόκληρες συλλογές.
Christie’s
Maharajas & Mughal Magnificence (2019)
Η 12ωρη μαραθώνια δημοπρασία του Christie’s στη Νέα Υόρκη, με έσοδα 109,3 εκατομμύρια δολάρια, επανατοποθέτησε την ινδική βασιλική κοσμηματοποιία στο παγκόσμιο επίκεντρο.
Διαμάντια Golconda, τελετουργικά κοσμήματα, τουρμπάνια με πολύτιμους λίθους, σπαθιά και αντικείμενα 500 ετών — μια πολιτισμική κληρονομιά που για δεκαετίες βρισκόταν μακριά από τη δημοσιότητα.
Christie’s
The World of Heidi Horten (2023)
Η πιο πολύτιμη ιδιωτική συλλογή κοσμημάτων που δημοπρατήθηκε ποτέ, ανήκε στη Heidi Horten. Ο οίκος Christie’s συγκέντρωσε πάνω από 202 εκατομμύρια δολάρια από περισσότερα από 700 κομμάτια.
Harry Winston, Bulgari, Cartier — δεκαετίες υψηλής κοσμηματοποιίας, με έντονα χρώματα και δυναμικές φόρμες. Το κολιέ “Briolette of India” με διαμάντι 90,36 καρατίων, ροζ διαμάντια εξαιρετικής έντασης, θεατρικά κομμάτια Bulgari.
Η συλλογή έμοιαζε περισσότερο με επιμελημένη έκθεση μουσείου παρά με εκποίηση περιουσίας. Και απέδειξε ότι ο 20ός αιώνας έχει ήδη αποκτήσει τη δική του «ιστορικότητα» στον κόσμο του κοσμήματος.
Καθεμία από αυτές τις έξι δημοπρασίες επαναπροσδιόρισε τι σημαίνει «μεγαλειότητα» στην αγορά κοσμημάτων.