Ένα νέο, φθηνό κινεζικό μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης πλησιάζει τις Anthropic και OpenAI στην έδρα τους
- Κατηγορία ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
- 0
Ογδόντα χρόνια μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η αναζήτηση έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν από το Γ΄ Ράιχ, συνεχίζεται, με μουσεία, δικαστήρια και οικογένειες να αναζητούν ακόμα τη δικαίωση
Ο πόλεμος μπορεί να τελείωσε το 1945, όμως για χιλιάδες έργα τέχνης η Ιστορία δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά. Πίνακες που άλλαξαν χέρια σε συνθήκες βίας, συλλογές που διαλύθηκαν για να σωθούν ανθρώπινες ζωές και αριστουργήματα που εξαφανίστηκαν στα χρόνια της ναζιστικής θηριωδίας εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αποτελούν αντικείμενο ερευνών, δικαστικών μαχών και διεκδικήσεων. Κάθε νέα αποκάλυψη υπενθυμίζει ότι η πολιτιστική λεηλασία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά μια ανοιχτή πληγή που μέχρι και σήμερα δεν έχει επουλωθεί.
Η Corriere della Sera επανέρχεται σε αυτή τη μακρά και περίπλοκη ιστορία, φωτίζοντας υποθέσεις που δείχνουν πως η αναζήτηση των χαμένων έργων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.Αντίθετα, συνεχίζεται μέσα από αρχεία, μουσεία, ιδιωτικές συλλογές και δικαστικές αίθουσες, όπου κάθε νέο στοιχείο μπορεί να αλλάξει όσα θεωρούνταν δεδομένα εδώ και δεκαετίες.
Η υπόθεση Γκούρλιτ και ο κρυμμένος θησαυρός
Από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών ήταν εκείνη του Κορνήλιου Γκούρλιτ, ενός σχεδόν άγνωστου ηλικιωμένου που ζούσε απομονωμένος σε διαμέρισμα του Μονάχου. Το 2012, οι γερμανικές αρχές εντόπισαν στην κατοχή του περισσότερα από 1.500 έργα τέχνης, πολλά από τα οποία συνδέονταν με τη συστηματική λεηλασία που πραγματοποίησε το ναζιστικό καθεστώς. Ο πατέρας του, Χίλντεμπραντ Γκούρλιτ, ιστορικός τέχνης και έμπορος, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές στη διαχείριση της λεγόμενης «εκφυλισμένης τέχνης» στη ναζιστική Γερμανία.
Διατηρώντας στενές σχέσεις με την ηγεσία του Γ΄ Ράιχ, συμμετείχε στη διακίνηση και εμπορία έργων που είχαν αφαιρεθεί από μουσεία και, κυρίως, από εβραϊκές συλλογές. Μετά τον πόλεμο υποστήριξε ότι μεγάλο μέρος της συλλογής είχε καταστραφεί στους βομβαρδισμούς της Δρέσδης, όμως η ανακάλυψη των έργων στην κατοχή του γιου του αποκάλυψε μια διαφορετική πραγματικότητα. Η υπόθεση προκάλεσε παγκόσμιο ενδιαφέρον, καθώς ανέδειξε πόσο δύσκολο παραμένει ακόμη και σήμερα να αποκατασταθεί η πραγματική προέλευση πολλών έργων.
Ενας πίνακας του Βαν Γκογκ και μια οικογένεια που περιμένει δικαίωση
Στο επίκεντρο του πρόσφατου ρεπορτάζ της Corriere della Sera, που βασίζεται και σε στοιχεία της Le Monde, βρίσκεται η ιστορία του 98χρονου Εβραίου, Κλάους Κάλμαν, ο οποίος εξακολουθεί να διεκδικεί έργα που ανήκαν στη συλλογή της οικογένειάς του στο Βερολίνο. Ανάμεσά τους βρίσκεται και το πορτρέτο του γιατρού που περιέθαλψε τον Βίνσεντ βαν Γκογκ στο ψυχιατρικό ίδρυμα του Σεν-Πολ-ντε-Μοζόλ, στο Σεν-Ρεμί-ντε-Προβάνς. Σήμερα ο πίνακας εκτίθεται στο Μουσείο Ορσέ στο Παρίσι, όμως η διαδρομή του εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης. Στα τέλη Μαΐου, η γαλλική επιτροπή που εξετάζει την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών τα οποία αφαιρέθηκαν την περίοδο 1933-1945 αναγνώρισε ότι η οικογένεια Κάλμαν υπήρξε αναμφίβολα θύμα αντισημιτικών διώξεων και κατάσχεσης της περιουσίας της.
Ωστόσο, δεν κατέληξε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος πίνακας συγκαταλεγόταν στα έργα που αφαιρέθηκαν παράνομα. Το ερώτημα παραμένει κρίσιμο. Ο πίνακας φαίνεται πως πουλήθηκε σε μεσάζοντα πριν καταλήξει στη συλλογή του διάσημου εμπόρου τέχνης Πολ Ρόζενμπεργκ. Εκείνο που εξακολουθεί να ερευνάται είναι αν η πώληση έγινε οικειοθελώς ή αν πραγματοποιήθηκε υπό το βάρος των διώξεων και της ανάγκης επιβίωσης, έναν παράγοντα που μεταβάλλει ουσιαστικά τη νομική και ηθική διάσταση της υπόθεσης.
Οταν η «πώληση» δεν ήταν πραγματικά επιλογή
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει μια από τις πιο σύνθετες πτυχές της διαδικασία επιστροφής στους αρχικούς ιδιοκτήτες των έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν την περίοδο του Ολοκαυτώματος. Δεν πρόκειται πάντοτε για έργα που αφαιρέθηκαν διά της βίας. Σε πολλές περιπτώσεις, εβραϊκές οικογένειες αναγκάστηκαν να πουλήσουν τις συλλογές τους σε εξευτελιστικές τιμές προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήματα για τη διαφυγή τους ή να αποκτήσουν τα απαραίτητα έγγραφα που θα τους επέτρεπαν να εγκαταλείψουν τη ναζιστική Ευρώπη. Ακριβώς αυτή τη διάσταση επιχειρούν να καλύψουν οι «Αρχές της Ουάσινγκτον», που εγκρίθηκαν το 1998 από 44 κράτη, μεταξύ των οποίων και η Γαλλία.
Το πλαίσιο αυτό προβλέπει ότι ακόμη και μια τυπικά νόμιμη πώληση μπορεί να θεωρηθεί εξαναγκαστική, εφόσον πραγματοποιήθηκε μέσα στις συνθήκες διώξεων που επικρατούσαν την περίοδο 1933-1945.Η ερμηνεία αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω με τις «Καλές Πρακτικές» που υιοθέτησαν τα συμβαλλόμενα κράτη τον Μάρτιο του 2024.
Οι ατελείωτες διαμάχες γύρω από τα έργα του Μοντιλιάνι
Οι εκκρεμότητες δεν περιορίζονται στον Βαν Γκογκ. Ανάλογες υποθέσεις εξακολουθούν να απασχολούν τα δικαστήρια και για έργα του Αμεντέο Μοντιλιάνι. Ενα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο πίνακας «Καθιστός άνδρας (στηριγμένος σε μπαστούνι)», έργο του 1918, η αξία του οποίου εκτιμάται σήμερα σε περισσότερα από 21 εκατομμύρια ευρώ. Το έργο ανήκε σε εβραίο γκαλερίστα που εγκατέλειψε το Παρίσι μετά τη γερμανική κατοχή και έκτοτε ακολούθησε μια πολύπλοκη διαδρομή μέσα από συλλέκτες, εμπόρους και δημοπρασίες.
Σήμερα τη διεκδίκηση έχει αναλάβει η καναδική εταιρεία Mondex Corporation, η οποία ειδικεύεται στον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων που αφαιρέθηκαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ενεργεί για λογαριασμό του μοναδικού εν ζωή απογόνου της οικογένειας. Την ίδια στιγμή, ένας ακόμη πίνακας του Μοντιλιάνι, το περίφημο «Γυμνό πάνω σε μπλε μαξιλάρι», βρέθηκε στο επίκεντρο μιας από τις μεγαλύτερες δικαστικές αντιπαραθέσεις της διεθνούς αγοράς τέχνης. Η υπόθεση αφορούσε όχι τη ναζιστική λεηλασία, αλλά τις καταγγελίες του ρώσου δισεκατομμυριούχου Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ (ιδιοκτήτης πλέον του Σκορπιού, στη Λευκάδα) ότι εξαπατήθηκε από τον έμπορο τέχνης Ιβ Μπουβιέ μέσω υπερτιμολογημένων πωλήσεων έργων μεγάλης αξίας.
Η δικαστική διαμάχη επεκτάθηκε και στον οίκο Sotheby’s, ο οποίος τελικά απαλλάχθηκε από κατηγορίες για παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο, η υπόθεση ανέδειξε για ακόμη μία φορά πόσο αδιαφανής μπορεί να αποδειχθεί η διεθνής αγορά έργων τέχνης, ακόμη και όταν πρόκειται για αριστουργήματα με πλήθος ιστορικών ερευνών πίσω τους.
Οταν η ιστορία δεν γράφεται μόνο στα βιβλία
Οπως επισημαίνει η Corriere della Sera, κάθε νέος φάκελος που ανοίγει αποδεικνύει ότι η ιστορία των λεηλατημένων έργων τέχνης απέχει πολύ από το να θεωρηθεί ολοκληρωμένη. Αρχεία που αποχαρακτηρίζονται, ιδιωτικές συλλογές που έρχονται στο φως και νέες ιστορικές έρευνες συνεχίζουν να ανατρέπουν παγιωμένες εκδοχές δεκαετιών.
Τελικά, η συζήτηση δεν αφορά μόνο την οικονομική αξία ενός πίνακα ή τη νόμιμη κυριότητά του. Αφορά τη συλλογική μνήμη, τη δικαιοσύνη και την αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας που εξακολουθεί να βαραίνει την Ευρώπη. Μπορεί ένα έργο τέχνης να θεωρείται πραγματικά «νόμιμη ιδιοκτησία» όταν η διαδρομή του ξεκινά από τον φόβο, τον διωγμό και την αρπαγή; Ή μήπως κάθε νέα ανακάλυψη υπενθυμίζει ότι ορισμένοι λογαριασμοί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παραμένουν ακόμη ανοιχτοί;
Η γενοκτονία των Παλαιστινίων και το εποικιστικό σχέδιο του Ισραήλ βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Σήμερα Πέμπτη 2 Ιουλίου συμπληρώνονται 1.000 ημέρες από την επανέναρξη του γενοκτονικού πολέμου του Ισραήλ στην Γάζα και το γραφείο Τύπου της κυβέρνησης εξέδωσε ανακοίνωση με τα τραγικά στατιστικά στοιχεία. Πάνω από το 90% της Γάζας έχει καταστραφεί από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς, ενώ περίπου το 80% του εδάφους της έχει καταληφθεί από τις ισραηλινές δυνάμεις μέσω χερσαίων εισβολών, επιθέσεων και διαταγών αναγκαστικής εκτόπισης. Τουλάχιστον 73.066 Παλαιστίνιοι έχουν δολοφονηθεί από τον Οκτώβριο του 2023.
Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία που εξέδωσε η κυβέρνηση της Γάζας με αφορμή της τραγική συμπλήρωση 1.000 ημερών γενοκτονικού πολέμου, πάνω από το 90% της Γάζας έχει ισοπεδωθεί από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς.
Μάλιστα το εποικιστικό σχέδιο του Ισραήλ υλοποιείται μέρα με τη μέρα, καθώς το 80% του εδάφους της Γάζας έχει καταληφθεί από τις ισραηλινές δυνάμεις μέσω χερσαίων εισβολών, επιθέσεων και διαταγών αναγκαστικής εκτόπισης.
Το Ισραήλ έχει ρίξει περίπου 223.000 τόνους εκρηκτικών στη Γάζα, με το γραφείο Τύπου να επισημαίνει ότι ο αριθμός αυτός είναι 16 φορές μεγαλύτερος από ό,τι έριξαν οι ΗΠΑ στην Χιροσίμα της Ιαπωνίας το 1945 με την ατομική βόμβα.
Οι ισραηλινές επιθέσεις έχουν στερήσει τη ζωή από δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Τουλάχιστον 73.066 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί από τον Οκτώβριο του 2023. Σε αυτόν τον αριθμό περιλαμβάνονται 9.500 αγνοούμενοι, μεταξύ των οποίων άτομα που εξακολουθούν να είναι θαμμένα κάτω από τα ερείπια ή εκείνα των οποίων η τύχη παραμένει άγνωστη.
Περισσότεροι από 21.500 από τους νεκρούς είναι παιδιά, μεταξύ των οποίων 1.022 βρέφη.
Ακόμη, το Ισραήλ έχει δολοφονήσει τουλάχιστον 262 δημοσιογράφους, καθώς και 145 μέλη της Παλαιστινιακής Πολιτικής Άμυνας και 928 Παλαιστίνιους αθλητές.
Κι ενώ το Ισραήλ διαπράττει εντελώς ανεξέλεγκτο όλα αυτά τα απάνθρωπα εγλήματα, υπολογίζεται ότι σε αυτές τις 1.000 ημέρες περισσότεροι από 5.000 ακόμη Ισραηλινοί έποικοι έχουν μετακομίσει σε περιοχές του νότου κοντά στη Γάζα.
Μετά την «εκεχειρία»
Όπως αναφέρει το Aljazeera, οι ισραηλινές αεροπορικές επιθέσεις και οι βομβαρδισμοί με πυροβολικά έχουν μειωθεί από την «εκεχειρία» του Οκτωβρίου 2025, αλλά συνεχίζονται σχεδόν καθημερινά.
Το υπουργείο Υγείας της Γάζας κατέγραψε 1.053 νεκρούς Παλαιστινίους από την λεγόμενη εκεχειρία, μεταξύ των οποίων πάνω από 350 Παλαιστίνιες γυναίκες και παιδιά. Πάνω από 3.400 άτομα έχουν τραυματιστεί κατά την ίδια περίοδο.
Τα Ηνωμένα Έθνη προειδοποίησαν την Τετάρτη ότι η επέκταση του εδαφικού ελέγχου του Ισραήλ στη Γάζα αυξάνει τους θανάσιμους κινδύνους για τους Παλαιστίνιους πολίτες σε «περιοχές όπου δεν υπάρχει σαφής οριοθέτηση επί τόπου».
Όλα τα συνοριακά περάσματα της Γάζας παραμένουν υπό αυστηρούς περιορισμούς ή κλειστά από τις ισραηλινές δυνάμεις, πράγμα που σημαίνει ότι η περιοχή παραμένει υπό αποκλεισμό από το Ισραήλ.
Ακόμα, ο ΟΗΕ ανέφερε τον περασμένο μήνα ότι 17 νοσοκομεία εξακολουθούν να μην λειτουργούν λόγω έλλειψης βασικών προμηθειών που εισέρχονται στη Γάζα εξαιτίας του αποκλεισμού.
Πολλοί Παλαιστίνιοι δηλώνουν ότι έχουν ξεπεράσει τα όρια αντοχής τους μετά από 1.000 ημέρες πολέμου. Εκατοντάδες χιλιάδες έχουν βρει καταφύγιο σε τεράστια καταυλισμούς σκηνών χωρίς βασικές παροχές ή ζουν στα ερείπια βομβαρδισμένων κτιρίων.
Υπενθυμίζεται ότι τον περασμένο Αύγουστο κηρύχθηκαν συνθήκες λιμού στην πόλη της Γάζας, όπως είχαν προβλέψει διεθνείς εμπειρογνώμονες στον τομέα της υγείας και της επισιτιστικής ασφάλειας.
Ωστόσο, ο ισραηλινός στρατιωτικός φορέας που είναι υπεύθυνος για τον συντονισμό των πολιτικών υποθέσεων στη Γάζα, το COGAT, δήλωσε ότι «οι ποσότητες τροφίμων που εισάγονται υπερβαίνουν κατά πολύ τις διατροφικές ανάγκες του άμαχου πληθυσμού της Γάζας»
Πηγή: tpp
Στη χώρα μας αντιμετωπίζουμε μια πραγματική κρίση του κράτους. Οι πολίτες έχουν την αίσθηση ότι αυτό δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, ότι δεν προσφέρει το αναγκαίο αίσθημα ασφάλειας (που υπερβαίνει κατά πολύ τις αρμοδιότητες της αστυνομίας), ότι κάποιες φορές είναι απλώς απόν, οπότε «κατά τύχη ζούμε», όπως και ότι όταν δεν είναι εχθρικό είναι απλώς διεφθαρμένο.
Η διάχυτη αυτή αίσθηση, που αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις, έρχεται σε σύγκρουση με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αποδείξει ότι το κράτος λειτουργεί πιο γρήγορα και αποτελεσματικά επειδή έχει προχωρήσει η ψηφιοποίησή του.
Στην πραγματικότητα εδώ και καιρό το κράτος στη χώρα μας γίνεται όλο και πιο ουσιωδώς αναποτελεσματικό, δυσλειτουργικό και εχθρικό προς την κοινωνία.
Πριν από μερικές δεκαετίες στα υπουργεία υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι γνώριζαν την κατάσταση στο πεδίο, από την συνολική ιπποδύναμη των εργοστασίων έως λεπτομερή στοιχεία για τις καλλιέργειες ή τα γεωλογικά δεδομένα. Σήμερα, η βασική δεξιότητα είναι να μπορούν να εξασφαλίζουν γρήγορη διεκπεραίωση χρηματοδοτήσεων.
Αυτό δεν είναι μόνο ένα θέμα τεχνικό ή και διοικητικό. Σταδιακά, υποχώρησε ο βαθμός στον οποίο ήταν τα υπουργεία και οι κυβερνήσεις που οραματίζονταν έργα ή μεγάλες παρεμβάσεις, έκαναν τον σχεδιασμό και μετά ανέθεταν στον ιδιωτικό τομέα την κατασκευή και την υλοποίηση. Σήμερα, σχεδιασμό κάνουν πολύ περισσότερο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις για να προωθήσουν τη δική τους πρόταση για το πώς πρέπει να προχωρήσουν οι βασικές προτεραιότητες για τη χώρα, παρά οι κυβερνήσεις. Δεν θέλω να αμφισβητήσω ότι συχνά οι επιχειρήσεις έχουν βαθιά γνώση και εμπειρία, όμως αυτό δεν αναιρεί ότι εδώ υπάρχει ένα έλλειμμα πολιτικής.
Μόνο που εάν μέναμε μόνο στην ιδεολογική εμμονή της κυβέρνησης σε αυτή την υποτίμηση του κράτους, θα χάναμε μια άλλη διάσταση, που είναι ακριβώς η χειραγώγηση της όλης διαδικασίας με σκοπό το ίδιον πολιτικό όφελος. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση συνειδητά χρησιμοποίησε τη διαχείριση των ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων ως τρόπο όχι απλώς να ενισχύσει κάποιες επιχειρήσεις, αλλά και να έχει σημαντικό πολιτικό όφελος. Ο τρόπος για παράδειγμα που μέσα από έναν κυκεώνα αναθέσεων ευνοήθηκαν συγκεκριμένοι όμιλοι που με τη σειρά τους δεν παρέλειψαν να εκφράσουν ευγνωμοσύνη στην κυβέρνηση επενδύοντας και στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος είναι πολύ χαρακτηριστικός.
Την ίδια ώρα αυτή η κυβέρνηση αντιμετωπίζει με εχθρότητα τους ανθρώπους που εργάζονται στον δημόσιο τομέα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο πρωθυπουργός συχνά πυκνά τα βάζει με το «βαθύ κράτος», συντηρώντας μια μυθολογία για το δημόσιο, όταν στην πραγματικότητα το πρόβλημα είναι οι δικές του επιλογές και ο τρόπος που διαχειρίζεται το κράτος η δική του κυβέρνηση. Δεν είναι τυχαίο ότι περίοπτη θέση στη Συνταγματική Αναθεώρηση έχει η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Όμως, αυτό υπονομεύει το κράτος. Αντιμέτωποι με αμοιβές πολύ χαμηλές, αλλά και ένα όλο και πιο αυταρχικό πλαίσιο οι δημόσιοι υπάλληλοι σε τομείς όπως η εκπαίδευση ή η υγεία, φτάνουν στο όριο. Γι’ αυτό και βλέπουμε αυξημένες παραιτήσεις εκπαιδευτικών και γιατρούς που δείχνουν απροθυμία να στελεχώσουν θέσεις. Αντίστοιχα, κλάδοι υψηλού κύρος, όπως είναι οι αρχαιολόγοι της αρχαιολογικής υπηρεσίας αντιμετωπίζονται ως «εχθροί της ανάπτυξης» επειδή επιμένουν να τηρούν την ισχύουσα νομοθεσία.
Ακόμη και στα σώματα ασφαλείας, παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης να τα αντιμετωπίσει ως βασικό πυλώνα της εκλογικής πελατείας της, πολλά είναι τα παράπονα ότι δεν αισθάνονται ότι έχουν την υποστήριξη που τους αναλογεί.
Την ίδια ώρα παρά τους διαρκείς πανηγυρισμούς της κυβέρνησης για την πορεία ψηφιοποίησης του κράτους, η γραφειοκρατία κάθε άλλο παρά έχει μειωθεί. Απλώς έχει μεταφερθεί από το γκισέ στην οθόνη, με τον πολίτη να κοιτάζει συχνά ανήμπορος μην έχοντας καν τη δυνατότητα να απευθυνθεί στον υπάλληλο και να ζητήσει μια βοήθεια.
Όλα αυτά έχουν επιπτώσεις στο πώς λειτουργεί το κράτος. Γιατί είναι προφανές ότι το κράτος δεν κρίνεται από το εάν μπορεί να προσφέρει τη μία ή την άλλη ψηφιακή εφαρμογή, αλλά από το πώς ανταποκρίνεται σε προκλήσεις. Να το πω διαφορετικά: η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτή κατάφερε να θέσει σε λειτουργία το 112, όμως είναι σαφές ότι αυτό δεν αρκεί, γιατί δουλειά του κράτους δεν είναι να εξασφαλίζει μόνο ότι δεν θα υπάρξουν θύματα, αλλά και να προλαμβάνει και να κάνει σχεδιασμό για τις φυσικές καταστροφές ή για οποιαδήποτε μείζονα κρίση. Και εδώ ο απολογισμός της κυβέρνησης κάθε άλλο παρά καλός είναι. Στην πανδημία η χώρα μας είχε από τις χειρότερες στατιστικές στην Ευρώπη, στα Τέμπη είχαμε μια πραγματική κατάρρευση του κράτους ως προς τη στοιχειώδη υποχρέωση να εξασφαλίζει την ασφάλεια των μεταφορών, ο Ντάνιελ εξακολουθεί να υπογραμμίζει πόσο απροετοίμαστοι παραμένουμε απέναντι στις απειλές που φέρνει η κλιματική αλλαγή.
Όμως, δεν είναι μόνο το κομμάτι της ασφάλειας. Ενδεικτική της σημερινής κρίσης του κράτους και η αμηχανία μπροστά στο τέλος πλέον του Ταμείου Ανάκαμψης και η συνειδητοποίηση ότι αυτό ούτε απορροφήθηκε πλήρως, ούτε βέβαια και αξιοποιήθηκε στο σύνολό του για έργα και επενδύσεις που θα έδιναν αναπτυξιακή ώθηση. Γιατί αυτό απαιτούσε έναν εξαρχής σχεδιασμό που ήταν πολύ πέρα από τις δυνατότητες ενός αποδυναμωμένου κράτους προσανατολισμένου κυρίως στην απορροφησιμότητα και όχι στον σοβαρό οικονομικό σχεδιασμό. Ενός κράτους που θα μπορούσε να προκρίνει τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, να φτιάξει υποδομές που πραγματικά ήταν αναγκαίες, να ιεραρχήσει έργα, να συμβάλει στο να ξεπεραστούν εμπόδια για μεγάλα έργα.
Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και αυτό που λέμε «κρίση θεσμών». Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι μια κυβέρνηση που έχει επενδύσει ιδιαίτερα στην αύξηση της ποινικής καταστολής – επί της ουσίας η σωφρονιστική και αντιεγκληματική πολιτική συμπυκνώνεται στις αυστηρές ποινές – την ίδια στιγμή έχει επιλέξει μια τόσο συστηματική χειραγώγηση της δικαιοσύνης – πρωτίστως για να εξασφαλίζει ασυλία η ίδια – που έχει οδηγήσει σε αποδεδειγμένη μειωμένη εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό της δικαιοσύνης. Όμως, όταν οι πολίτες δεν έχουν εμπιστοσύνη σε ένα θεσμό αυτό έχει αλυσιδωτά αποτελέσματα στο πώς συμπεριφέρονται, στο εάν αισθάνονται ασφαλείς, στο πώς αντιμετωπίζουν τις συναλλαγές τους. Και βεβαίως αυτό επεκτείνεται και στον κόσμο των επιχειρήσεων και το εάν θεωρούν ότι υπάρχει νομιμότητα και «κανόνες του παιχνιδιού».
Ούτε είναι άσχετο με όλα αυτά o τρόπος που διαρκώς η κυβέρνηση υποτιμά τα πανεπιστήμια και υπονομεύει τη δυνατότητά τους να είναι οι «δεξαμενές σκέψης» που θα μπορούσαν να συμβάλουν αποφασιστικά στην ανασυγκρότηση της κοινωνίας και μια νέα πορεία.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι όποια κυβέρνηση έρθει στην εξουσία μετά από μια πολιτική αλλαγή που φαντάζει πλέον αναπόφευκτη, θα έχει μια πολύ μεγάλη πρόκληση που θα είναι ακριβώς να ξαναφτιάξει κράτος. Αυτό δεν σημαίνει απλώς να καταπολεμήσει τη διαφθορά, ούτε μόνο να στηρίξει τους δημοσίους υπαλλήλους. Σημαίνει να ξανασχεδιάσει τρόπους και θεσμούς, ώστε το κράτος να είναι όντως επιτελείο μιας νέας πορείας της χώρας (και όχι απλώς «επιτελικό κράτος» κομματικής εξυπηρέτησης). Σημαίνει να ανασυγκροτήσει τη δυνατότητα του κράτους να είναι ένας χώρος που συγκεντρώνει πληροφορία και γνώση, σκέφτεται και άρα μπορεί να κάνει σχεδιασμό. Και είναι σε αυτή τη βάση που το κράτος θα μπορέσει να είναι όντως στο πλευρό και της οικονομίας και της κοινωνίας στη νέα περίοδο μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, στην αναζήτηση ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος και στον σχεδιασμό πολιτικών δικαιοσύνης και αναδιανομής. Σε αυτή τη βάση είναι που θα έρθει να συμβάλει και μια νέα πραγματική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και η αποκατάσταση του κύρους και του ρόλου των Ανεξάρτητων Αρχών και, προφανώς, η αναγκαία στήριξη των κλάδων που είναι στην πρώτη γραμμή της κάλυψης άμεσων κοινωνικών αναγκών.
Προφανώς, αυτό δεν θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη. Θα απαιτηθεί χρόνος, προσεκτική αναζήτηση και κατανομή πόρων, αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου. Θα χρειαστεί, όμως, και μια νέα εμπιστοσύνη στους ανθρώπους που εργάζονται στο δημόσιο, που δίνουν καθημερινή μάχη και που συχνά γνωρίζουν τα προβλήματα πολύ καλύτερα από τους κάθε λογής καλοπληρωμένους «συμβούλους». Πάνω από όλα θα χρειαστεί πολιτική βούληση να αποτελέσει αυτό πραγματική προτεραιότητα και όχι μια ακόμη προεκλογική διακήρυξη.
Πηγή: in