ενημέρωση 12:14, 12 October, 2026

Η ζωή της Κάρα Ντελεβίν άλλαξε ριζικά όταν αποφάσισε να σταματήσει το αλκοόλ – «Άξιζε κάθε δευτερόλεπτο»

Η Κάρα Ντελεβίν μπήκε σε κέντρο αποτοξίνωσης το 2022 - Έκτοτε, η καθημερινότητα της φαντάζει τελείως διαφορετική.

Καθώς πλησιάζει η Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας στις 8 Μαρτίου,η παγκόσμια ambasador της L’Orèal Paris, Κάρα Ντελεβίν, μίλησε για τον δρόμο της νηφαλιότητας που πλέον ακολουθεί, στο πλαίσιο ενός αφιερώματος της μάρκας σε όσες κατάφεραν να «μεταμορφώσουν» τον ευατό τους και τις κοινότητές τους.

Σε παλαιότερες συνεντέυξεις της, η Ντελεβίν έχει αναφερθεί στο πόσο έχει αλλάξει η ζωή της από τότε που μπήκε σε κέντρο αποτοξίνωσης το 2022. Ένα χρόνο αργότερα, δήλωσε στο Elle UK ότι η διαδικασία για να κόψει το αλκοόλ «άξιζε κάθε δευτερόλεπτο».

«Για πολύ καιρό, ένιωθα ότι έκρυβα πολλά από τους ανθρώπους που με θαύμαζαν. Τελικά νιώθω ότι μπορώ να είμαι ελεύθερη και ο εαυτός μου, πλήρως», είπε τότε.

 Σε πρόσφατη συνέντευξη της στο περιοδικό People, η Κάρα Ντελεβίν περιέγραψε τη νηφαλιότητα όχι μόνο ως ένα ορόσημο, αλλά και ως μια αλλαγή στο πώς αντιλαμβάνεται την ίδια τη ζωή και τον ευατό της.

«Από τη στιγμή που η νηφαλιότητα μπήκε στη ζωή μου [με αποτέλεσμα] να έχω αλλάξει τόσο πολύ τα τελευταία δύο χρόνια, νιώθω πιο παιδί από ό,τι έχω νιώσει ποτέ», δήλωσε.

«Πρέπει να το προσπαθείς κάθε μέρα»

Αυτή η ανανεωμένη διάθεση έχει σαφώς επηρεάσει και την αυτοεκτίμηση της.

«Νομίζω ότι ο καθένας έχει τις δικές του μικρές ανασφάλειες ή πληγές σχετικά με την αυτοεκτίμηση και το θέμα δεν είναι να τις πολεμάς, αλλά να αγαπάς αυτό το κομμάτι του εαυτού σου και να το αποδέχεσαι», υποστήριξε η Κάρα Ντελεβίν, μιλώντας στο People.

«[Πρέπει να αποδεχτείς] τα λάθη σου και όλα όσα έχουν να κάνουν με το να είσαι άνθρωπος. [Οφείλεις να αγαπάς] αυτά τα κομμάτια του εαυτού σου άνευ όρων. Αυτή η προσέγγιση αποτελεί μια πρακτική. Δεν είναι εύκολο. Δεν είναι κάτι που επιτυγχάνεις έτσι απλά. Πρέπει να το προσπαθείς κάθε μέρα», πρόσθεσε.

Η Κάρα Ντελεβίν προσπαθεί με απλούς, καθημερινούς τρόπους να «αγκαλιάσει» τον ευατό της: για παράδειγμα βάζει δυνατά Adele ή Rihanna στο αυτοκίνητό της και τραγουδάει με όλη της τη δύναμη. Το τελετουργικό αυτό, εξηγεί, την επανασυνδέει με το σώμα της και ηρεμεί τον θόρυβο που προέρχεται από την αδυσώπητη κριτική στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

«Μερικές φορές βλέπω κάποιον από το παράθυρο και με κοιτάζει σαν να είμαι τρελή, κάτι που μου αρέσει πολύ», είπε.

«Δεν ξέρω γιατί αυτό μου δίνει μια αίσθηση ασφάλειας. Νομίζω ότι η μουσική είναι πραγματικά κάτι που με βοηθά να νιώθω δυνατή. Απλά χορεύοντας και απολαμβάνοντας το σώμα μου. Έτσι ξεχνάω όλες μου τις αναστολές. Και νομίζω ότι αυτό είναι πάντα πολύ σημαντικό, ειδικά τώρα που συμβαίνουν τόσα πολλά και υπάρχει τόσος θόρυβος».

*Mε πληροφορίες από: People

 
 

Τα εκτελεστικά όργανα για τις υποκλοπές καταδικάστηκαν. Οι εντολείς και συνεργοί τους στην κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν θα τιμωρηθούν;

Η καταδίκη αυτών που υλοποίησαν τις υποκλοπές με παράνομο λογισμικό Predator κάνει ακόμη πιο επιτακτικό το κρίσιμο ερώτημα: Τι θα γίνει με τους ιθύνοντες νόες Κυριάκο Μητσοτάκη και Γρηγόρη Δημητριάδη που τους έδωσαν εντολή και καθοδήγηση για να τις κάνουν;

Είναι μια ιστορική απόφαση. Και η απόδειξη ότι υπάρχουν ακόμη δικαστές, πραγματικοί λειτουργοί της Δικαιοσύνης σε αυτή τη χώρα. Ύστερα από μια υποδειγματικά εξαντλητική διερεύνηση της υπόθεσης, ένα μονομελές πρωτοδικείο στην Αθήνα καταδίκασε τους επιχειρηματίες που ανέλαβαν να υλοποιήσουν τις υποκλοπές, ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην Ελλάδα.

Και όχι μόνο τους καταδίκασε, αλλά διαβίβασε τη δικογραφία στην εισαγγελία για περαιτέρω διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών -και επομένως αναβάθμιση των κατηγοριών σε βάρος τους- των τεσσάρων καταδικασθέντων και άλλων εμπλεκόμενων προσώπων.

Δηλαδή, το δικαστήριο καταδίκασε αυτούς τους τέσσερις ανθρώπους γιατί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια να παγιδευτούν με παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό τα τηλέφωνα δημοσιογράφων, πολιτικών (συμπεριλαμβανομένου του σημερινού αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκου Ανδρουλάκη), υπουργών, επιχειρηματιών, δικαστικών και ανώτατων αξιωματικών.

Το δικαστήριο αυτό επιτέλεσε το έργο του. Και απέδειξε, προς απογοήτευση όσων λυσσαλέα και με προφανείς σκοπούς προσπαθούσαν να υποβαθμίσουν την υπόθεση επιτιθέμενοι σε όσους επιμέναμε, ότι υπάρχει σκάνδαλο υποκλοπών. Και ότι αυτό το θεσμικό σκάνδαλο είναι μεγάλο.

Το δικαστήριο αυτό έκανε τη δουλειά που δεν έκανε η κυβερνητική πλειοψηφία της αρμόδιας εξεταστικής επιτροπής που έκρινε ότι δεν έγινε και τίποτα σοβαρό. Έκανε τη δουλειά που επίσης δεν έκανε το διαβόητο πόρισμα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου (δια χειρός του Αντιεισαγγελέας του ΑΠ κ. Αχιλλέα Ζήση) που υποβάθμισε την υπόθεση, αρνήθηκε να διερευνήσει στοιχεία που αναδείχτηκαν στο συγκεκριμένο δικαστήριο, και έκρινε ότι δεν υπήρχαν ευθύνες πολιτικών προσώπων.

Μόνο που τώρα ανοίγει πραγματικά η συζήτηση για το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Γιατί οι άνθρωποι που καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές, ο Ισραηλινός επιχειρηματίας Ταλ Ντίλιαν, η συνεργάτιδά του Σάρα Χάμου, καθώς και οι Έλληνες επιχειρηματίες Φέλιξ Μπίτζιος και Γιάννης Λαβράνος δεν έστησαν αυτόν τον πανάκριβο μηχανισμό παρακολουθήσεων για «ιδιωτική χρήση». Δεν το έκαναν γιατί δεν είχαν κάτι καλύτερο να κάνουν.

Κάποιος τους ζήτησε να το κάνουν. Κάποιος τους έδωσε εντολή να το κάνουν. Κάποιος τους πλήρωσε για να το κάνουν.

Και αυτός ήταν η ελληνική κυβέρνηση και για την ακρίβεια το Μέγαρο Μαξίμου αφού τα ζητήματα της ΕΥΠ υπάγονται απευθείας στον Πρωθυπουργό, κάτι μάλιστα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης έσπευσε να εξασφαλίσει άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του.

Ουσιαστικά, είχε στηθεί ένας παράλληλος μηχανισμός μέσα στην ΕΥΠ που λειτουργούσε ως κέντρο χρήσης του παράνομου λογισμικού.

Άλλωστε, πέραν της κοινής λογικής που λέει ότι τέτοιες παρακολουθήσεις κάνουν μόνο κυβερνήσεις, δηλαδή είτε η δική μας, είτε ξένες (οπότε μιλάμε για κατασκοπεία), υπάρχουν και όλες οι οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στο ελληνικό δημόσιο και τις εταιρείες που εμπλέκονται Krikel και Intellexa, που ουσιαστικά δείχνουν πώς πληρώθηκε ο παράνομος μηχανισμός παρακολουθήσεων, αλλά και δεδομένα, που αποδεικνύουν στενές σχέσεις της κυβέρνησης με τα εκτελεστικά όργανα των υποκλοπών, όπως οι κουμπαριές του Γιάννη Λαβράνου με τον τότε γενικό γραμματέα του πρωθυπουργό (και πρακτικά τον άνθρωπο που συντόνιζε το μηχανισμό του Μεγάρου Μαξίμου) Γρηγόρη Δημητριάδη και τις φιλικές σχέσεις του ίδιου με τον σημερινό υπουργό Εθνικής Οικονομίας Κυριάκο Πιερρακάκη.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι υπάρχουν πραγματικές πολιτικές ευθύνες της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατία και του Κυριάκου Μητσοτάκη και ποινικές ευθύνες κυβερνητικών στελεχών που πρέπει να διερευνηθούν ξανά και να σταματήσει η πρακτική της συγκάλυψης, που με την παρούσα κυβέρνηση τείνει να γίνει η συνήθης πρακτική σε ότι αφορά εξαιρετικά κρίσιμα θέματα.

Το σκάνδαλο των υποκλοπών παραμένει βαριά σκιά στην πολιτική ζωή της χώρας και ανοιχτή πληγή για το Κράτος Δικαίου και την ίδια τη Δημοκρατία. Και αποτελεί κορυφαία στιγμή θεσμικής παραβατικότητας για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του, τόσο το γεγονός ότι συνέβη όσο και το γεγονός ότι υπήρξε προκλητική άρνηση πραγματικής ανάληψης ευθύνης και επιδίωξη συγκάλυψης των ποινικών ευθυνών. Η αντιμετώπιση δε της νίκης των εκλογών του 2023 ως απαλλακτικού βουλεύματος, όχι μόνο δεν περιποιεί τιμή στην κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά πιθανώς να αποδειχθεί και θανάσιμο αμάρτημα. Για να μην αναφερθώ στη συστηματική εκστρατεία συκοφάντησης από την κυβέρνηση και τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ όσων στάθηκαν στο ύψος του θεσμικού τους ρόλου, όπως ο πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ κ. Χρήστος Ράμμος.

Και οι ευθύνες πρέπει να αποδίδονται. Όσο ψηλά και αν βρίσκονται οι υπαίτιοι. Διαφορετικά η δημοκρατία μας θα καταντήσει πουκάμισο αδειανό.

Ps: Το σκάνδαλο των υποκλοπών έδειξε πόσο αναγκαία είναι η δημοσιογραφία για τη δημοκρατία. Απέδειξε ότι η δημοσίευση είναι η ψυχή της δικαιοσύνης. Δυστυχώς ξεμπροστιάτηκε όμως και η σημερινή ένδεια: ελάχιστα ήταν τα Μέσα που ανέδειξαν και παρακολούθησαν το θέμα όπως αρμόζει στην κρισιμότητά του, με αναλυτικά ρεπορτάζ και αναλύσεις για τις καταθέσεις των μαρτύρων σε όλες τις συνεδριάσεις του Δικαστηρίου που αποκάλυψε την αλήθεια. Πόσο καταθλιπτικό γίνεται το μιντιακό τοπίο όταν κυριαρχεί η χειραγώγηση και η αποσιώπηση και πόσο υποκριτικό ήταν το σημερινό προκλητικά όψιμο ενδιαφέρον κάποιων Μέσων. 

Πηγή: in.gr

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Να κοπεί η ανοησία ότι τις υποκλοπές τις έκαναν «ιδιώτες»

Η κυβέρνηση επιμένει να μας δουλεύει ψιλό γαζί σε σχέση με τις υποκλοπές

«Ήταν απλώς κάποιοι ιδιώτες» και «η υπόθεση αφορά τη δικαιοσύνη». Αυτή είναι η μόνιμη επωδός των κυβερνητικών στελεχών, του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη προεξάρχοντος, για την απόφαση του δικαστηρίου που καταδίκασε σε βαριές ποινές τέσσερις επιχειρηματίες για τις υποκλοπές με παράνομο λογισμικό Predator.

Το δούλεμα αυτό, γιατί περί δουλέματος πρόκειται, αφετηρία είχε το διαβόητο πόρισμα του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ζήση που δεν είδε καμία πολιτική ευθύνη και υποστήριξε ότι υπήρχαν ευθύνες σε βαθμό πλημμελήματος μόνο των τεσσάρων επιχειρηματιών που μόλις καταδικάστηκαν, ακολουθώντας και τα ανάλογα πορίσματα της κυβερνητικής πλειοψηφίας στην Εξεταστική Επιτροπή.

Δηλαδή κάποιοι ιδιώτες ήθελαν να παρακολουθούν τι έλεγαν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, υπουργοί, δικαστικοί, ανώτατοι αξιωματικοί και επιχειρηματίες.

Και το έκαναν αυτό χρησιμοποιώντας ένα λογισμικό, που σύμφωνα με στοιχεία που είχαν έρθει στη δημοσιότητα προσφερόταν σε πλήρη έκδοση σε τιμές από 8 έως 13 εκατομμύρια ευρώ.

Κάπως ακριβώς σπορ ομολογουμένως και με μεγάλο ρίσκο για να αποφασίσουν κάποιοι ιδιώτες να ξοδέψουν τόσα λεφτά – ή έστω να χρησιμοποιήσουν ένα τόσο ακριβό παιχνίδι – απλώς για να κάνουν το κέφι τους.

Καταλαβαίνουμε ότι όλο αυτό το αφήγημα δεν μπορεί να σταθεί με κανέναν τρόπο. Δεν κρίθηκε πειστικό ούτε από τον εισαγγελέα στη δίκη των υποκλοπών. «Το Predator δεν κυκλοφορεί σε ιδιώτες. Προσφέρεται μόνο σε κυβερνητικές υπηρεσίες και ούτε καν σε όλους», υποστήριξε κατά την τελική του αγόρευση στις 6 Φεβρουαρίου.

 Κατά συνέπεια ας μη γελιόμαστε λογισμικό αξίας εκατομμυρίων ευρώ σημαίνει τρία πράγματα:
  • Είτε ότι έχουμε να κάνουμε με τη μεγαλύτερη σπείρα εκβιαστών που εμφανίστηκε στην Ελλάδα και πιθανώς στην Ευρώπη, γιατί εάν ξοδεύεις εκατομμύρια για να αποκτήσεις υλικό για να εκβιάζεις (ποια άλλη χρήση έχει το υλικό που θα μάζευες), τότε πρέπει να ελπίζεις ότι θα εισπράξεις πολλαπλάσια από τους εκβιαζόμενους. Τότε θα έπρεπε όλο το τμήμα δίωξης εκβιαστών και η μισή ΓΑΔΑ να έχει πέσει επάνω στην υπόθεση γιατί θα μιλούσαμε για μια τεράστια εγκληματική οργάνωση. Μια από τις μεγαλύτερες, ως προς την οικονομική διάσταση τουλάχιστον, μαφίες που καταγράφηκαν ποτέ στη χώρα.
  • Είτε ότι έχουμε να κάνουμε με μια ξένη χώρα που αποφάσισε να έχει πλήρη εικόνα των εσωτερικών διεργασιών του ελληνικού κράτους, πιθανώς και με σκοπό εκβιασμού της πολιτικής, δικαστικής και στρατιωτικής ιεραρχίας. Σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να είχε κινητοποιηθεί η ελίτ και να μιλούσαμε για μια από τις μεγαλύτερες και πιο εκτεταμένες προσπάθειες κατασκοπείας που είδε ποτέ η Ευρώπη.
  • Είτε ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι που αφορά το ελληνικό κράτος και την ελληνική κυβέρνηση, γιατί μόνο αυτή θα μπορούσε να αποφασίσει να κάνει μια τόσο μεγάλη επένδυση σε λογισμικό παρακολούθησης. Άλλωστε, παγκοσμίως τέτοια λογισμικά κυρίως κράτη τα χρησιμοποιούν.

Επομένως, αντί για τα φληναφήματα περί «ιδιωτών», ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο μηχανισμός του Μαξίμου, μηχανισμός που είχε άμεσο προϊστάμενο τον Γρηγόρη Δημητριάδη, αρχικά ανέλαβαν την ΕΥΠ άμεσα, καθώς αυτή υπήχθη απευθείας στον πρωθυπουργό.

Η ΕΥΠ, όπως ξέρουμε πια, άρχισε να βγάζει «νόμιμες επισυνδέσεις» για πολιτικά πρόσωπα, επιχειρηματίες, δημοσιογράφους και σε κάθε περίπτωση όχι «συνήθεις υπόπτους». Αυτές οι παρακολουθήσεις, όμως, ήταν «τύπου ΕΥΠ». Δηλαδή, έφταναν μέχρι ενός σημείου και κυρίως δεν επέτρεπαν παρακολούθηση των άλλων πλατφορμών τύπου WhatsApp. Η επέκταση των «νόμιμων επισυνδέσεων» σε πολιτικά πρόσωπα, όπως ο Νίκος Ανδρουλάκης, κάνει σαφές ότι εξ αρχής επρόκειτο για μια μεγάλης κλίμακας κυβερνητική και πρωθυπουργική χειραγώγηση της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών (που υποτίθεται ότι κυρίως έχει να κάνει με τους εχθρούς της χώρας και όχι τους πολιτικούς αντιπάλους της εκάστοτε κυβέρνησης).

Σε εκείνη τη φάση μια ισραηλινή εταιρεία από αυτές που εξειδικεύονται στην παραγωγή παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού θέλησε να επεκταθεί και προς την Ευρώπη και να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα ως εφαλτήριο, συνεργαζόμενη και με Έλληνες επιχειρηματίες. Το λογισμικό που προσέφερε επέτρεπε να καταγράφονται πολύ περισσότερα ξεκινώντας από τις πλατφόρμες ανταλλαγής μηνυμάτων.

Το λογισμικό αυτό δεν μπορούσε να το πάρει απευθείας η ΕΥΠ ή η ελληνική κυβέρνηση γιατί υπήρχαν ζητήματα νομιμότητας σε σχέση με τη χρήση του. Αποφασίστηκε, όμως, από ό,τι δείχνουν όλα τα στοιχεία που υπάρχουν, να αποκτηθεί μεν αλλά να πληρωθεί εμμέσως, μέσα από άλλες προμήθειες των συγκεκριμένων εταιρειών και κυρίως μέσα από τη διευκόλυνση της εξαγωγής του, με το υπουργείο Εξωτερικών να το αντιμετωπίζει ως κάτι που δεν είναι «ειδικού χειρισμού». Για να τεθεί σε λειτουργία φαίνεται ότι στήθηκε ένα «παραμάγαζο» στην ΕΥΠ, το ΚΕΤΥΑΚ, όπου εξασφαλιζόταν η εργασία έμπιστων υπαλλήλων της ΕΥΠ και ιδιωτών από τις εταιρείες. Το σύστημα αυτό ξηλώθηκε όταν άρχισαν οι αποκαλύψεις.

Κοντολογίς ούτε ιδιωτική υπόθεση ήταν οι υποκλοπές ούτε απλώς υπόθεση ιδιωτών. Ήταν εξ αρχής ενορχηστρωμένη από την κυβέρνηση, για την ακρίβεια από το σύστημα γύρω από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον βασικό συνεργάτη του Γρηγόρη Δημητριάδη, με σκοπό τον έλεγχο του κράτους (που είναι η πραγματική σημασία του «επιτελικού κράτους»). Δηλαδή να γνωρίζουν τι κάνουν υπουργοί, αξιωματικοί, δικαστικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι και κατά περίπτωση να αξιοποιούν την πληροφορία.

Και εδώ πρέπει να πούμε ότι εάν κρίνουμε από το πώς η δικαστική εξουσία, στις ανώτατες βαθμίδες της, αντιμετώπισε την υπόθεση, και που επί της ουσίας δικαίωσε όσους έλεγαν ότι αυτά γίνονταν για τους «κρατάνε», αλλά και από τη στάση όλων των υπουργών που υπήρξαν θύματα αποπειρών υποκλοπής που στη συνέχεια έγιναν ακόμη πιο νομιμόφρονες κομματικά, δυστυχώς η όλη επένδυση μάλλον απέδωσε…

Όμως, σε κάθε περίπτωση «ιδιωτική υπόθεση» δεν ήταν. Πολιτική υπόθεση ήταν και θεσμικό σκάνδαλο μεγάλων διαστάσεων. Με ποινικές ευθύνες όχι μόνο «ιδιωτών» αλλά και πολιτικών προσώπων. Που δεν μπορούν και δεν πρέπει να συγκαλυφθούν. Και δεν θα συγκαλυφθούν.

Πηγή: in.gr

Υποκλοπές - το δημόσιο δεν θα έπρεπε να είχε στραφεί εναντίον αυτών των «ιδιωτών»;

Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε καμία παρουσία στη δίκη για τις υποκλοπές. Παρότι αυτές αφορούσαν υπουργούς, δικαστικούς και την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων

Εάν κανείς παρατηρήσει την κυβερνητική ρητορική για το σκάνδαλο με τις υποκλοπές, θα διαπιστώσει ότι αντιμετωπίζεται ως μια «ιδιωτική υπόθεση». Ως κάτι που δεν αφορά το ελληνικό κράτος, αλλά κάποιους ιδιώτες.

Για να θυμίσω κάτι οικείο ίσως στους παλαιότερους είναι ως εάν να είχε συλληφθεί κάποιος από εκείνους τους «ντετέκτιβ» που έβαζαν αγγελίες στις εφημερίδες και προσέφεραν υπηρεσίες παρακολούθησης για υποθέσεις συζυγικής απιστίας.

Μόνο που εδώ προφανώς δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιους ιδιώτες που παρακολουθούσαν κάποιους άλλους ιδιώτες. Έχουμε να κάνουμε με κάποιους ιδιώτες που παρακολουθούσαν ή αποπειράθηκαν να παρακολουθήσουν υπουργούς, δικαστικούς και ανώτατους αξιωματικούς, μαζί με πολιτικούς, δημοσιογράφους και επιχειρηματίες.

Το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κανείς είναι ότι αυτοί οι «ιδιώτες» στράφηκαν κατά του κράτους, κατά του ελληνικού δημοσίου, κατά του δικαστικού σώματος.

Θα περίμενε κάποιος ότι το ελληνικό δημόσιο, όπως εκπροσωπείται από την εκλεγμένη κυβέρνηση, θα στρεφόταν κατά αυτών των ιδιωτών, που προσπάθησαν να πλήξουν το κράτος: να παρακολουθήσουν υπουργούς και κρατικούς αξιωματούχους, να αποκτήσουν πρόσβαση σε πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων απορρήτων, να αποπειραθούν να εκβιάσουν κρατικούς λειτουργούς.

Θα περίμενε, επίσης, κανείς ότι οι υπουργοί που βρέθηκαν στο στόχαστρο των παρακολουθήσεων θα είχαν υποβάλει μηνύσεις και θα είχαν ζητήσει παράσταση πολιτικής αγωγής απαιτώντας να τιμωρηθούν όσοι προσπάθησαν να παραβιάσουν το απόρρητο των δικών τους επικοινωνιών.

Μάλιστα, οι υπουργοί δεν είχαν απλώς δικαίωμα να κάνουν μηνύσεις, αλλά και υποχρέωση, γιατί το να παρακολουθείται το τηλέφωνο υπουργού αφορά απειλή κατά του δημοσίου συμφέροντος.

Αντ’ αυτού οι αρμόδιοι υπουργοί δεν έκαναν απολύτως τίποτα.

«Ούτε που ίδρωσε το αυτί μου», είχε δηλώσει ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης. Δηλαδή, αυτός που τώρα δηλώνει ότι θα περάσει πειθαρχικό όποιον διαμαρτύρεται εναντίον του, θεώρησε ότι δεν έπρεπε να διερευνηθεί ποινικά το γεγονός ότι γίνονταν επανειλημμένες απόπειρες  να υποκλαπούν οι συνομιλίες ενός υπουργού. Συνομιλίες που αφορούν τη λειτουργία του κράτους και όχι κάποια «ιδιωτική υπόθεση».

Η απουσία οποιασδήποτε παρουσίας του κράτους και του Δημοσίου σε αυτή τη δίκη δύο πράγματα μπορεί να σημαίνει. Είτε ότι η κυβέρνηση αυτή αδιαφορεί παγερά για το δημόσιο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένης της εθνικής ασφάλειας – γιατί περί αυτού πρόκειται όταν μιλάμε για τις επικοινωνίες υπουργών και ανώτατων αξιωματικών. Είτε ότι αυτή η κυβέρνηση απλώς δεν θέλει να διερευνηθεί η υπόθεση, γιατί έχει ευθύνη για αυτήν.

Σε κάθε περίπτωση είναι σαφές ότι απέχουμε από οποιαδήποτε έννοια υπεύθυνης διακυβέρνησης με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.

Πηγή: in.gr

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0