ενημέρωση 2:47, 11 October, 2026

Ο Μόργκαν Φρίμαν «έχει δικηγόρους» για την προστασία της φωνής του από την ΤΝ

Ο Μόργκαν Φρίμαν έχτισε καριέρα πάνω σε μια φωνή που το κοινό αναγνωρίζει αμέσως-αλλά καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη συνεχίζει να προσπαθεί να την αναδημιουργήσει, ο βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός ξεκαθαρίζει ότι δεν θα το επιτρέψει.

Κατά τη διάρκεια εμφάνισης στην εκπομπή CBS Mornings, ο Φρίμαν ρωτήθηκε ευθέως για τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης για την αντιγραφή των φωνών και των μορφών των ηθοποιών. Η απάντησή του ήταν άμεση: «Έχω δικηγόρους».

Διευκρίνισε ότι οι δικηγόροι είναι ήδη ενεργοί, λέγοντας ότι εργάζονται για να «περιοριστέι αυτό», καθώς συνεχίζουν να εμφανίζονται μη εξουσιοδοτημένες χρήσεις της φωνής του.

Ο Φρίμαν προωθεί τη σειρά ντοκιμαντέρ του Netflix, The Dinosaurs, η οποία εξερευνά την ιστορία των δεινοσαύρων και ήταν ένα πρότζεκτ στο οποίο εντάχθηκε αφού τον προσέγγισε ο Στίβεν Σπίλμπεργκ.

H Liza Minnelli μιλά για τους εθισμούς της - «Ήταν μια γενετική κληρονομιά από τη μαμά, από την οποία δεν μπορούσα να ξεφύγω»

Μόλις στα 23 της, μετά τον θάνατο της μητέρας της, ο γιατρός της έδωσε Valium. Κάπως έτσι θα ξεκινούσε μια σκοτεινή διαδρομή εξάρτησης κι αυτοκαταστροφής. Η Liza Minnelli είναι έντεκα χρόνια νηφάλια και στα απομνημονεύματά της μιλά ανοιχτά για το ταξίδι της.


Στα 79 της χρόνια, η Liza Minnelli επιλέγει να μιλήσει ανοιχτά για όσα επί δεκαετίες περιέβαλλαν τη ζωή της με σιωπή, φήμες και υπερβολές. Στο νέο της αυτοβιογραφικό βιβλίο, Kids, Wait Till You Hear This!, η εμβληματική μορφή του αμερικανικού θεάματος καταγράφει για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο τη μακρά και επώδυνη διαδρομή της μέσα από τον εθισμό και τη μάχη για νηφαλιότητα.

Όταν ερωτάται αν θεωρεί «θαύμα» το γεγονός ότι επέζησε, απαντά με μια φράση σχεδόν προκλητικά απλή: «Δεν το νομίζεις;». Πίσω από την ελαφρότητα της διατύπωσης κρύβεται μια ιστορία που η ίδια περιγράφει ως αγώνα «ζωής και θανάτου». Εδώ και έντεκα χρόνια παραμένει νηφάλια, και η απόφασή της να μοιραστεί την εμπειρία της δεν έχει χαρακτήρα εντυπωσιασμού, αλλά, όπως λέει, πρόθεση να βοηθήσει: «Αν έβγαινα εκτός τροχιάς… θα επέστρεφα αμέσως και θα πάλευα ξανά. Μην τα παρατάτε», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή της στο People.

Η πρώτη της επαφή με τις ουσίες δεν υπήρξε αποτέλεσμα νυχτερινής υπερβολής, αλλά ιατρικής συνταγής. Το 1969, μετά τον αιφνίδιο θάνατο της μητέρας της, Judy Garland, από τυχαία υπερδοσολογία, ένας γιατρός της χορήγησε Valium. Ήταν μόλις 23 ετών. Βρέθηκε ξαφνικά επικεφαλής της οικογένειας, με την ευθύνη των μικρότερων αδελφών της, Lorna Luft και Joey Luft, και με το βάρος της οργάνωσης της κηδείας της μητέρας της. Όπως γράφει η ίδια, «Αυτό που ξεκίνησε ως ευλογία μιας ημέρας σύντομα μετατράπηκε σε συνήθεια και κατόπιν σε πλήρη εθισμό. Ήταν ένα τελευταίο δώρο, μια γενετική κληρονομιά από τη μαμά, από την οποία δεν μπορούσα να ξεφύγω».

Λίγα χρόνια αργότερα, η Minnelli θα γνώριζε μια εκρηκτική άνοδο. Με το Cabaret και το τηλεοπτικό σόου Liza with a “Z” καθιερώθηκε ως σταρ διεθνούς βεληνεκούς. Οι sold-out παραστάσεις, οι θριαμβευτικές κριτικές, οι glam εμφανίσεις της και η αποθέωση του κοινού συνέθεταν μια εικόνα σχεδόν ακατάλυτης επιτυχίας. Ωστόσο, η ίδια περιγράφει εκείνη την περίοδο ως «ζωή στα άκρα». «Αναζητούσα κάτι που θα την έκανε πιο διασκεδαστική, καλύτερη. Κάποιος είπε “Δοκίμασε αυτό”. Και το δοκίμασα. Όλοι γύρω μου έκαναν απ'όλα», εξηγεί. Η επιθυμία να ανήκει σε έναν κύκλο όπου η υπερβολή ήταν κανόνας, λειτούργησε καταλυτικά. «Το να προσπαθείς να είσαι ένα με το πλήθος ήταν σημαντικό, ιδίως όταν δεν ένιωθες όμορφη ή αρκετή. Ένιωθα εκτός τόπου».

Στα αποσπάσματα του βιβλίου της ανακαλεί την αντίφαση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα της και το χάος που βίωνε ιδιωτικά: «Ο κόσμος με ήξερε ως LIZA! Για πρώτη φορά στη ζωή μου αναρωτήθηκα τι σήμαινε αυτό, ιδίως μέσα στην ομίχλη των ουσιών. Βενζοδιαζεπίνες. Βαρβιτουρικά. Αμφεταμίνες. Κοκαΐνη». Τα χρόνια της σωματικής υπερκόπωσης και των ακραίων ρυθμών επιβάρυναν την υγεία της· αργότερα εθίστηκε και στο Oxycontin, σε μια προσπάθεια διαχείρισης του πόνου.

Οι εισαγωγές σε κέντρα αποκατάστασης υπήρξαν επαναλαμβανόμενες. Το 1984, ήταν η αδελφή της Lorna Luft που την ικέτευσε να ζητήσει βοήθεια. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά, η φίλη της Elizabeth Taylor της μίλησε με ωμότητα: «Τέρμα τα ψέματα… Κοίταξε τον εαυτό σου στον καθρέφτη και δες αυτό που βλέπουμε εμείς». Το 2015, η απόφαση να επιστρέψει σε πρόγραμμα αποκατάστασης ήταν εντελώς δική της. «Συνειδητοποίησα ότι ίσως οι επτά ζωές μου είχαν τελειώσει», γράφει.

Σήμερα, περιγράφει τη ζωή σε νηφαλιότητα ως «καταπληκτική». Αναγνωρίζει τη στήριξη ανθρώπων που στάθηκαν δίπλα της, ιδίως του στενού της φίλου και πιανίστα Michael Feinstein. «Ήταν δίπλα μου», σημειώνει. Ο ίδιος αποκαλύπτει ότι επί σχεδόν μία δεκαετία κατέγραφε συνομιλίες μαζί της, διασώζοντας τη φωνή και τις μνήμες της. «Για χρόνια έλεγε: “Θα τα πείτε όλα όταν πεθάνω”. Κάποια στιγμή έφθασε στο σημείο να θέλει η ίδια να μιλήσει. Κατάλαβε ότι θα απελευθερωνόταν μιλώντας και ότι θα βοηθούσε άλλους», δήλωσε στο People.

Η Minnelli δεν ωραιοποιεί το παρελθόν της ούτε το δραματοποιεί. Το εντάσσει σε μια διαδρομή όπου η ευθραυστότητα συνυπάρχει με τη δύναμη. «Είναι υπέροχο όταν συναντάς έναν άνθρωπο που σε βοηθά. Είναι τρομερό όταν νομίζεις ότι πρέπει να πολεμάς κάθε μέρα μόνος», λέει. Και προσθέτει με την ίδια επιμονή που τη διέκρινε στη σκηνή: «Υπάρχει χαρά. Υπάρχει καλό εκεί έξω».

Είναι αλήθεια ότι η Carolyn Bessette «ανακάλυψε» την Kate Moss;

Η νέα σειρά του Ryan Murphy, επαναφέρει μια ξεχασμένη ιστορία, σύμφωνα με την οποία η Carolyn Bessette επέλεξε την άγνωστη Kate Moss για την πλέον θρυλική ασπρόμαυρη καμπάνια του Calvin Klein. Κι όμως, η ιστορία αυτή έχει πολλά περισσότερα να πει για το πολιτισμικό κλίμα των 90s.


Η νέα σειρά του Ryan Murphy, Love Story, επαναφέρει στο προσκήνιο, τρεις δεκαετίες αργότερα, τον έρωτα της Carolyn Bessette-Kennedy με τον John F. Kennedy Jr., μια σχέση που εξακολουθεί να κυριαρχεί στην ποπ κουλτούρα. Μαζί της επιστρέφει και μια ολόκληρη αισθητική, που ήδη έχει αρχίσει να αγκαλιάζεται από τα social media. Μιλάμε, φυσικά, για τον αυστηρό αλλά ανεπιτήδευτο (κι αμίμητο) μινιμαλισμό της Bessette, με τα μεταξωτά slip φορέματα, τα άψογα κοστούμια με τις καθαρές γραμμές, τα κατάξανθα μαλλιά, που έπεφταν σχεδόν αρχιτεκτονικά στους ώμους της. Η εποχή ανακαλείται σήμερα ως πρότυπο διαχρονικής κομψότητας και μέσα σε αυτή τη νοσταλγία αναδύεται εκ νέου μια σχεδόν ξεχασμένη ποπ ιστορία: υπήρξε πράγματι η Carolyn εκείνη που «ανακάλυψε» την Kate Moss;

Η αφετηρία της φήμης αυτής εντοπίζεται στην εμβληματική καμπάνια του Calvin Klein στις αρχές της δεκαετίας του ’90, με τη Kate Moss και τον Mark Wahlberg - τότε ακόμη ράπερ ονόματι Marky Mark. Η διαφήμιση, ασπρόμαυρη και αυστηρά λιτή, βασίστηκε σε μια αισθητική σχεδόν ωμή: σώματα χωρίς περιττές αφηγήσεις, βλέμματα που ισορροπούσαν ανάμεσα στην αθωότητα και την πρόκληση, μια ένταση που δεν χρειαζόταν σκηνικά για να επιβληθεί. Η καμπάνια «Obsession» σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία και διαμόρφωσε τον τόνο της δεκαετίας.

Αν και έχουν αλλάξει τόσα μέσα στα χρόνια, είναι εύκολο να δει κανείς ότι η καμπάνια αυτή ήταν η «μητέρα» της «Calvin Klein αισθητικής» που ακολουθείται μέχρι και σήμερα στις καμπάνιες του brand. Η Kate Moss, με την αντισυμβατική της ομορφιά και τη λεπτή, σχεδόν ανδρόγυνη σιλουέτα της, αναδείχθηκε σε πρόσωπο μιας νέας αντίληψης για τη θηλυκότητα. Μια θηλυκότητα λιγότερο επιδεικτική και περισσότερο υπαινικτική. Κάπως έτσι, η 18χρονη τότε Moss από ανερχόμενο μοντέλο, κατέληξε να γίνει σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.

Την περίοδο εκείνη, η Carolyn Bessette-Kennedy εργαζόταν στο τμήμα δημοσίων σχέσεων τηςCalvin Klein. Σύμφωνα με αφηγήσεις που αναπαράγονται τόσο στη σειρά όσο και σε παλαιότερα δημοσιεύματα, υποστήριξε με επιμονή την επιλογή της Moss για τη συγκεκριμένη καμπάνια. Δεν επρόκειτο για ανακάλυψη εκ του μηδενός, άλλωστε η Moss είχε ήδη διαγράψει αξιοσημείωτη πορεία στη μόδα. Αν κάποια γυναίκα «ανακάλυψε» τη Moss και τις άνοιξε τις πόρτες της μόδας, αυτή ήταν η Ελληνοβρετανή Sarah Doukas, ιδιοκτήτρια του πρακτορείου Storm Management. Η Kate Moss ήταν τότε 14 ετών και βρισκόταν μαζί με τους γονείς της στο αεροδρόμιο JFK στη Νέα Υόρκη, επιστρέφοντας από οικογενειακές διακοπές στις Μπαχάμες.
Όμως, ήταν η Carolyn Bessette εκείνη που έβαλε το «λιθαράκι» για να εκτοξεύσει την καριέρα της Moss, επιμένοντας πως ήταν η πλέον καταλληλότερη επιλογή. Στη σειρά, βλέπουμε τον Calvin Klein να προτείνει αρχικά τη Cindy Crawford, το πιο περιζήτητο μοντέλο της εποχής. Και μπορεί η Cindy στο ντεμπούτο της να έφερε τα πάνω κάτω στον χώρο της μόδας, με τις καμπύλες της και τα καστανά της μαλλιά, όμως, το 1992 συμβόλιζε πλέον κάτι εντελώς διαφορετικό. Άνηκε στην πεντάδα των τοπ μόντελ, είχε μόλις γυρίσει το θρυλικό διαφημιστικό της Pepsi, είχε εργαστεί ως παρουσιάστρια και ήταν παντρεμένη με ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του Χόλιγουντ, τον Richard Gere.

Την ίδια στιγμή, ο κόσμος άλλαζε εντώς κι εκτός του χώρου της μόδας. Το grunge άνθιζε στην Αμερική, εδραιώνοντας μια διαφορετική αισθητική. Το ίντερνετ έκανε δειλά-δειλά τα πρώτα του βήματα. H Sharon Stone και το Βασικό Ένστικτο είχαν επανακαθορίσει το σεξ στο σινεμά και η Anna Nicole Smith ήταν το πιο διάσημο κορίτσι των μίντια. Μια ανάσα πριν το τέλος του αιώνα, ο κόσμος διψούσε για κάτι διαφορετικό.

H 26χρονη Carolyn φαίνεται να είχε «κοφτερό» βλέμμα, καταφέρνοντας να διαβάσει το κλίμα της εποχής της. Έτσι, με τη βοήθεια του art director Fabian Baron, έπεισαν τον Calvin Klein να διαλέξει την άγνωστη τότε Moss. Τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες τράβηξε ο μόλις 21χρονος Mario Sorrenti, ο τότε σύντροφος της Kate Moss. Η τελική φωτογράφιση, με το άπλετο γυμνό, εξέφραζε το νέο, casual και μη-στιλιζαρισμένο ύφος που το brand επιθυμούσε να υιοθετήσει. Την τελική απόφαση έλαβε ο ίδιος ο Calvin Klein, ο οποίος και πιστώθηκε επισήμως την τομή που σημάδεψε την ταυτότητα του οίκου στα ’90s. Αυτό που δεν αναφέρεται στη σειρά, είναι ότι ο οίκος τότε ήταν στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Κι όμως, η συγκεκριμένη καμπάνια εξασφάλισε τη συνέχειά του.

Εκ των υστέρων, η συζήτηση για το ποιος «ανακάλυψε» ποιον μοιάζει απλουστευτική. Η επιτυχία της καμπάνιας υπήρξε αποτέλεσμα συγκυριών: μιας αισθητικής μετατόπισης που είχε ήδη ξεκινήσει, μιας αγοράς έτοιμης να αποδεχθεί ένα διαφορετικό πρότυπο και ενός brand που διέθετε την ισχύ να το επιβάλει. Η Moss δεν δημιουργήθηκε από την καμπάνια, αλλά μέσα από αυτήν παγιώθηκε ως παγκόσμιο σημείο αναφοράς.

Η καμπάνια, πέραν από το να δώσει νέα ζωή στο brand και να κάνει την Moss σταρ, «γέννησε» κι ένα άλλο φαινόμενο: το heroin chic. Η υπερβολικά λεπτή σιλουέτα της Moss (τουλάχιστον για τα δεδομένα της εποχής), ο υπαινιγμός εξάντλησης κι η σκόπιμη απογύμνωση από γκλάμουρ, σχολιάστηκαν αρνητικά από μερίδα του κοινού και των μίντια. Η αισθητική της καμπάνιας, έθρεψε μια νέα τάση που κατηγορήθηκε ότι εξωραΐζει την αυτοκαταστροφή, τη χρήση σκληρών ναρκωτικών και τις διατροφικές διαταραχές. Η τάση γρήγορα εξελίχθηκε σε πολιτισμική διαμάχη, αγγίζοντας μέχρι και τον πλανητάρχη! Το 1997, ο Bill Clinton παρενέβη δημόσια καταγγέλλοντας τη «μόδα» που έκανε την ηρωίνη να μοιάζει «γοητευτική» και δήλωσε πως είναι λάθος «να εξωραΐζουμε τον εθισμό για να πουλήσουμε ρούχα». «Δεν είναι όμορφο· είναι άσχημο. Αυτό δεν είναι ζήτημα τέχνης. Είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου». Η τοποθέτηση αυτή ήρθε με αφορμή των θάνατο του 20χρονου φωτογράφου Davide Sorrenti από ηρωίνη. Ο Davide ήταν ο αδερφός του Mario Sorrenti, που είχε φωτογραφίσει την καμπάνια του Calvin Klein.

Η σειρά του Murphy ανακινεί και μια ακόμη διαδεδομένη αφήγηση: ότι ο Calvin Klein διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη γνωριμία της Carolyn με τον John F. Kennedy Jr.. Αν και η Carolyn κινούνταν ήδη στους ίδιους κοσμικούς και επαγγελματικούς κύκλους της Νέας Υόρκης, η ιδέα ότι ο σχεδιαστής λειτούργησε ως καταλύτης της σχέσης τους έχει εγγραφεί στη μυθολογία της εποχής. Δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία που να τεκμηριώνουν πώς συναντήθηκαν για πρώτη φορά· η εκδοχή αυτή, ωστόσο, επιβιώνει, προσθέτοντας ακόμη ένα επίπεδο αφήγησης σε μια ιστορία που από μόνη της έφερε τα χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου αμερικανικού μύθου.

Ίσως τελικά αυτό να έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι ότι η Carolyn Bessette-Kennedy, η Kate Moss, ο Calvin Klein, ο Mario Sorrenti και ο John F. Kennedy Jr. συνδέθηκαν σε ένα δίκτυο εικόνων, σχέσεων και συμβολισμών που ξεπέρασε τα αυστηρά όρια των γεγονότων. Σήμερα, μέσα από τη μυθοπλασία, τα αρχειακά στιγμιότυπα και τα αμέτρητα βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα ’90s ανασυντίθενται ως πεδίο όπου η επιρροή, η αισθητική και οι προσωπικές ιστορίες συναντήθηκαν και διαμόρφωσαν μια πολιτισμική παρακαταθήκη που εξακολουθεί να μας απασχολεί.

Πηγή: Grace

Ο τελευταίος μεγάλος έρωτας της Τζάκι Κένεντι -Αυτός που διάβασε την Ιθάκη του Καβάφη στην κηδεία της

Ο Μορίς Τέμπελσμαν μπορεί να ήταν ο λιγότερο διάσημος από τους άντρες της ζωής της, αλλά ήταν αυτός που έμεινε μαζί της μέχρι το τέλος.


Για μια γυναίκα που πέρασε μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής της στο προσκήνιο, η Τζάκι Κένεντι Ωνάση ήταν σχεδόν τόσο διάσημη για την επιθυμία της για ιδιωτικότητα όσο και για τις σχέσεις που την έκαναν αμερικανικό σύμβολο. Έτσι, όταν στις 19 Μαΐου 1994 ανακοινώθηκε ότι η Τζάκι είχε πεθάνει στο διαμέρισμά της στο Μανχάταν μετά από μάχη με λέμφωμα μη Hodgkin, λίγοι εξεπλάγησαν όταν έμαθαν ότι την είχαν συνοδεύσει στο τέλος της ζωής της μια πολύ μικρή ομάδα από τους πιο κοντινούς της ανθρώπους. Τρία «μέλη της οικογένειας», όπως αναφερόταν στην επίσημη ανακοίνωση μετά το θάνατό της. Τα δύο ήταν τα παιδιά της, η Κάρολαϊν Κένεντι και ο Τζον Φ. Κένεντι Τζούνιορ, και το τρίτο ήταν ο Μορίς Τέμπελσμαν.

«Αντίο, λοιπόν, αντίο»

Για όσους γνώριζαν καλά την Τζάκι, η προσθήκη του Τέμπελσμαν σε αυτόν τον κατάλογο ήταν απολύτως φυσιολογική. Στην κηδεία της στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία του Αγίου Ιγνατίου Λογιόλα στην Park Avenue πέντε ημέρες αργότερα, ήταν αυτός που στάθηκε δίπλα στα παιδιά της και διάβασε ένα ποίημα, την Ιθάκη του Κ.Π. Καβάφη, στο οποίο πρόσθεσε τη δική του συναισθηματική πινελιά. «Και τώρα το ταξίδι τελείωσε, πολύ σύντομο, δυστυχώς, πολύ σύντομο», είπε ο Τέμπελσμαν στην τελετή. «Ήταν γεμάτο περιπέτεια και σοφία, γέλιο και αγάπη, τρυφερότητα και χάρη. Αντίο, λοιπόν, αντίο».

Εξάλλου, αν και ο Τέμπελσμαν αναφερόταν συχνότερα στον Τύπο ως «σύντροφος» ή «συχνός συνοδός», η πραγματικότητα για όσους τους γνώριζαν ήταν προφανής εδώ και καιρό: ήταν ο τελευταίος μεγάλος έρωτας της Τζάκι, ο τρίτος, άτυπος σύζυγός της κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής της.

Κοντός και φαλακρός

Η Τζάκι συχνά και άδικα χαρακτηριζόταν, τουλάχιστον στην κοινή γνώμη, από τις σχέσεις της με τους άνδρες που την περιβάλλουν. Σε σύγκριση με την εικόνα του ιρλανδοκαθολικού πρίγκιπα της καρδιάς της, του πρώτου συζύγου της, του προέδρου των ΗΠΑ, Τζον Φ. Κένεντι, ή την εκκεντρική μεγαλοπρέπεια του δεύτερου, του Έλληνα εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση, ο Τέμπελσμαν φαινόταν μια ήπια και ταπεινή επιλογή για την τελευταία μεγάλη ερωτική ιστορία ενός αμερικανικού icon.

Ο Τέμπελσμαν ήταν ο τελευταίος μεγάλος έρωτας της Τζάκι, ο τρίτος, άτυπος σύζυγός της κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής της.

Κοντός και φαλακρός, ο Τέμπελσμαν γεννήθηκε σε μια ορθόδοξη εβραϊκή οικογένεια στο Βέλγιο, πριν οι γονείς του μεταναστεύσουν στη Νέα Υόρκη για να ξεφύγουν από την άνοδο του ναζιστικού κόμματος. Στα 16 του ακολούθησε τον πατέρα του στη βιομηχανία διαμαντιών, δημιουργώντας επαφές που τον έκαναν ισχυρό παίκτη της βιομηχανίας εισαγωγής διαμαντιών.

Τα διαμάντια κι ο Νέλσον Μαντέλα

Στα 21 του, είχε γίνει εκατομμυριούχος, μεσολαβώντας σε μια συμφωνία με την αμερικανική κυβέρνηση για την προμήθεια διαμαντιών για βιομηχανική χρήση, όπως τα τρυπάνια πετρελαίου. Δημιούργησε σχέσεις με αφρικανικές εταιρείες διαμαντιών και ήταν στενός φίλος της ξακουστής οικογένειας Οπενχάιμερ και μέλος μιας επιλεγμένης ομάδας αγοραστών που είχαν το δικαίωμα να αγοράζουν διαμάντια απευθείας από εταιρεία εξόρυξης. Δραστηριοποιήθηκε επίσης στην προώθηση των σχέσεων μεταξύ Αμερικής και Αφρικής, ως πρόεδρος του μη κερδοσκοπικού African-American Institute, και βοήθησε ακόμη και στη χρηματοδότηση του πρώτου ταξιδιού του Νέλσον Μαντέλα στις ΗΠΑ.

Η πρώτη συνάντηση

Χάρη στις σχέσεις του με τους ανάλογους κύκλους, ο Τέμπελσμαν γνώρισε για πρώτη φορά τη Τζάκι τη δεκαετία του 1950, όταν οργάνωσε μια συνάντηση μεταξύ του τότε γερουσιαστή Κένεντι και των παραγόντων της Νότιας Αφρικής στον τομέα των διαμαντιών. Αν και θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι η σχέση τους να εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο από φιλία, αυτή η πρώιμη σχέση με τον Τέμπελσμαν σήμαινε ότι, μέχρι το τέλος της ζωής της, η Τζάκι γνώριζε τον έμπορο διαμαντιών πολύ περισσότερο καιρό από ό,τι γνώριζε οποιονδήποτε από τους δύο συζύγους της.

Οι άνδρες της ζωής της

Αν και ο JFK και ο Ωνάσης ήταν σίγουρα οι πιο διάσημες σχέσεις της Τζάκι – και ο Τέμπελσμαν ήταν ο τελευταίος της – δεν ήταν οι μόνοι άντρες που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της.

Η πρώιμη σχέση με τον Τέμπελσμαν σήμαινε ότι, μέχρι το τέλος της ζωής της, η Τζάκι γνώριζε τον έμπορο διαμαντιών πολύ περισσότερο καιρό από ό,τι γνώριζε οποιονδήποτε από τους δύο συζύγους της.

Πριν από τον JFK, η Ζακλίν Μπουβιέ ήταν για λίγο αρραβωνιασμένη με τον χρηματιστή Τζον Χάστεντ Τζούνιορ, αλλά χώρισε μαζί του (σύμφωνα με κακόβουλες φήμες, αφού ανακάλυψε ότι έβγαζε μόνο 17.000 δολάρια το χρόνο). Μετά τη δολοφονία του Προέδρου Κένεντι, η Τζάκι συνεργάστηκε στενά με τον αρχιτέκτονα Τζακ Γουόρνεκ για να σχεδιάσουν το μνημείο της αιώνιας φλόγας που σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Νεκροταφείο του Άρλινγκτον.

Οι δύο είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν σε ένα πρόγραμμα διατήρησης ιστορικών κτιρίων στην Ουάσινγκτον, αλλά ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που η σχέση τους εξελίχθηκε σε κάτι περισσότερο.

Μορίς Τέμπελσμαν: Ποιος ήταν ο τελευταίος σύντροφος της Τζάκι

Ο Ωνάσης και ο Βρετανός πρέσβης

Αν και η Τζάκι και ο Γουόρνεκ προσπάθησαν να κρατήσουν τη σχέση τους μυστική, τελικά οι φήμες διαδόθηκαν. Οι πληροφορίες λένε ότι σκέφτηκαν να παντρευτούν αλλά η ανεπιθύμητη δημοσιότητα, σε συνδυασμό με τις περιπλοκές που θα δημιουργούσε η ένωση των δύο οικογενειών τους (ο Γουόρνεκ είχε τέσσερα παιδιά) και τα μεγάλα οικονομικά χρέη του Γουόρνεκ, τους οδήγησαν τελικά στο χωρισμό. Λίγο μετά, η Τζάκι άρχισε να βγαίνει με τον Αριστοτέλη Ωνάση, τον οποίο παντρεύτηκε το 1968. Το πρώην ζευγάρι παρέμεινε όμως κοντά και ο Γουόρνεκ συνέχισε να στέλνει στην Τζάκι κάρτες για την Ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου κάθε χρόνο μέχρι το τέλος της ζωής της.

Η Τζάκι είχε, ωστόσο, και έναν άλλο μνηστήρα την ίδια περίοδο με τον Ωνάση, έναν Βρετανό αριστοκράτη. Ο Ντέιβιντ Όρμσμπι Γκορ, Λόρδος Χάρλεχ, ήταν πρώην Βρετανός πρέσβης στην Ουάσινγκτον και φίλος του Τζον Φ. Κένεντι.

«Είναι σοφός και ευγενικός»

Όπως και η Τζάκι, ο Όρμσμπι Γκορ ήταν χήρος και τους ένωνε ο ξαφνικός και τραγικός θάνατος των συζύγων τους. Ταξίδεψαν μαζί για ένα διάστημα και ο Όρμσμπι Γκορ τής έκανε πρόταση γάμου, αλλά η Τζάκι τελικά αποφάσισε να παντρευτεί τον Ωνάση. Του έγραψε μετά το γάμο της στην Ελλάδα, εξηγώντας την επιλογή της λέγοντας ότι ο Ωνάσης ήταν «μοναχικός κι αυτός και θέλει να με προστατεύσει από τη μοναξιά. Επίσης είναι σοφός και ευγενικός». Πρόσθεσε: «Μόνο εγώ μπορώ να αποφασίσω αν μπορεί όντως να με βγάλει από τη μοναξιά μου, και αποφάσισα. Ξέρω ότι αυτό αποτελεί έκπληξη για πολλούς ανθρώπους. Αλλά αυτοί βλέπουν σε μένα πράγματα που εγώ ποτέ δε θέλησα για τον εαυτό μου».

Να βρει δουλειά

Η Τζάκι ήταν παντρεμένη με τον Ωνάση για λίγο παραπάνω έξι χρόνια όταν αυτός πέθανε το 1975. Επέστρεψε στη Νέα Υόρκη τον Σεπτέμβριο, όπου αγωνίστηκε να βρει τον εαυτό της μετά από μια δεκαετία ταραχών και τραγωδιών.

Η κόρη της, η Καρολάιν, είχε μόλις αποφοιτήσει από το λύκειο και επρόκειτο να ξεκινήσει τις σπουδές της στο Radcliffe. Ο γιος της, ο Τζον, ήταν μαθητής στο Collegiate, ένα ιδιωτικό σχολείο μόνο για αγόρια. Σύμφωνα με τους Σαμ Κάσνερ και Νάνσι Σένμπεργκερ, συγγραφείς του βιβλίου «The Fabulous Bouvier Sisters: The Tragic and Glamorous Lives of Jackie and Lee» (Οι υπέροχες αδελφές Μπουβιέ: Η τραγική και λαμπερή ζωή της Τζάκι και της Λι), η πρώην γραμματέας και στενή φίλη της Τζάκι, Τις Μπάλντριτζ, της πρότεινε να σκεφτεί να βρει μια δουλειά. «Ποιος, εγώ; Δουλειά;» είχε αστειευτεί η Τζάκι. Αλλά η Μπάλντριτζ δεν ήταν η μόνη που της έκανε αυτή την πρόταση.

Επάγγελμα: Συντάκτρια

Ο μακροχρόνιος φίλος της, ο συγγραφέας Τζίμι Μπρέσλιν, την παρότρυνε επίσης να το κάνει, λέγοντάς της: «Πρέπει να δουλέψεις ως συντάκτρια. Τι νομίζεις ότι θα κάνεις, θα πηγαίνεις σε εγκαίνια για το υπόλοιπο της ζωής σου;».

Στη Τζάκι άρεσε πολύ η ιδέα και σύντομα άρχισε να εργάζεται ως συντάκτρια στη Viking Press. Αγαπούσε τη δουλειά της και τελικά πέρασε πάνω από 19 χρόνια σε διάφορους εκδοτικούς οίκους της πόλης. Κατά τη διάρκεια της καριέρας της, δούλεψε σχεδόν σε 100 έργα μυθοπλασίας και μη μυθοπλασίας, συνεργαζόμενη με πολλούς συγγραφείς, διαβάζοντας ακόμη και τα χειρόγραφά τους και στέλνοντας σημειώσεις, ενώ υποβαλλόταν σε θεραπεία για καρκίνο προς το τέλος της ζωής της.

Ο ιδιωτικός χαρακτήρας της σχέσης

Η Τζάκι γνώριζε τον Μορίς Τέμπλσμαν πάνω από δύο δεκαετίες όταν εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη το 1975, αλλά μόνο τότε άρχισαν να έρχονται πιο κοντά. Ο Τέμπλσμαν ανέλαβε να βοηθήσει την Τζάκι να διαχειριστεί τα οικονομικά της και την κληρονομιά των 26 εκατομμυρίων δολαρίων που της άφησε ο Ωνάσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν ένας ικανός διαχειριστής, καθώς η περιουσία της άξιζε σχεδόν 45 εκατομμύρια δολάρια τη στιγμή του θανάτου της.

Λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν με ακρίβεια πότε η φιλία της Τζάκι με τον Τέμπλσμαν μετατράπηκε σε ρομαντική σχέση, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του '80 έγινε σαφές ότι, από όλους τους πιθανούς μνηστήρες της Τζάκι, ήταν ο Τέμπλσμαν αυτός που την συνόδευε τακτικότατα σε εκδηλώσεις στην πόλη.

Ο ιδιωτικός χαρακτήρας της σχέσης τους σήμαινε ότι λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν με ακρίβεια πότε η φιλία της Τζάκι με τον Τέμπλσμαν μετατράπηκε σε ρομαντική σχέση, αλλά στις αρχές της δεκαετίας του '80 έγινε σαφές ότι, από όλους τους πιθανούς μνηστήρες της Τζάκι, ήταν ο Τέμπλσμαν αυτός που την συνόδευε τακτικότατα σε εκδηλώσεις στην πόλη.

Άλλος τύπος

«Αυτός ο στοχαστικός, απίθανος κύριος έχει δημιουργήσει μια αύρα ηρεμίας γύρω από την κυρία Ωνάση», είπε κάποτε ο φίλος της Τζάκι, ο συγγραφέας και δικηγόρος Σάμιουελ Πίσαρ, σε έναν δημοσιογράφο. «Ο Μορίς δεν την επιδεικνύει όπως ο Ωνάσης, ο οποίος θεωρούσε την Τζάκι ένα ακόμη στολίδι στο στέμμα του. Ο Μορίς, ο έμπορος διαμαντιών, ξέρει καλύτερα. Την προστατεύει, κατανοεί τη θέση της και σέβεται την ιδιωτικότητά της».

Σε αντίθεση με τους άλλους δημόσιους εραστές της Τζάκι, ο Τέμπελσμαν δεν ήταν ποτέ τύπος που έκλεβε την παράσταση ή που την αναζητούσε -σύμφωνα με πληροφορίες, κάποτε εξασφάλισε την ανάκληση ενός άρθρου από έναν αρθρογράφο κουτσομπολιού που είχε ισχυριστεί ότι αυτός και η Τζάκι σχεδίαζαν να παντρευτούν.

Στην 5η Λεωφόρο

Ο γάμος, τελικά, δεν ήταν ποτέ επιλογή. Αν και ο Τέμπελσμαν είχε χωρίσει από τη σύζυγό του, μητέρα των τριών παιδιών του, εδώ και πολλά χρόνια, η βαθιά θρησκευτική πίστη της ως Εβραία τον εμπόδιζε να χωρίσουν.

Ωστόσο, ο Μορίς και η Τζάκι ζούσαν μαζί στο διαμέρισμα 15 δωματίων της στην 5η Λεωφόρο από τα μέσα της δεκαετίας του '80 μέχρι τον θάνατο της Τζάκι το 1994. Η σύζυγος του Τέμπελσμαν, σύμφωνα με πληροφορίες, του έδωσε τελικά διαζύγιο, ενώ η σχέση τους περιγράφεται από τους φίλους τους ως «εξαιρετικά φιλική και αρμονική».

Η έγκριση της μητέρας

Η οικογένεια της Τζάκι φάνηκε να συμπαθεί τον νέο της σύντροφο. Ο Τέμπελσμαν έγινε φίλος με τα παιδιά της, παρευρέθηκε στο γάμο της κόρης της Καρολάιν και κέρδισε ακόμη και την έγκριση της γνωστής για την απαιτητικότητά της μητέρας της Τζάκι, Τζάνετ Λι Μπουβιέ, η οποία πέθανε πέντε χρόνια πριν από την κόρη της, το 1989.

Ο Μορίς και η Τζάκι ζούσαν μαζί στο διαμέρισμα 15 δωματίων της στην 5η Λεωφόρο από τα μέσα της δεκαετίας του '80 μέχρι τον θάνατο της Τζάκι το 1994.

«Ήταν προσεκτικός μαζί της και υπήρχε ζεστασιά μεταξύ τους. Η κυρία ενέκρινε», έγραψε ο μπάτλερ της Τζάνετ, Τζόναθαν Τάπερ, στη βιογραφία Jackie, Janet, and Lee. «Ένιωσε ότι η Τζάκι είχε επιτέλους βρει κάποιον που της άξιζε».

Κοινά ενδιαφέροντα

Ο θρύλος λέει ότι το ζευγάρι είχε συμπληρωματικές προσωπικότητες και κοινά ενδιαφέροντα στην τέχνη και τη λογοτεχνία. Συχνά συνομιλούσαν στα γαλλικά όταν έτρωγαν σε εστιατόρια στην γειτονιά τους στο Upper East Side και έκαναν μακρινούς περιπάτους μαζί, χέρι-χέρι, στο Central Park.

Την υποστήριζε στο έργο της ως λογοτεχνική συντάκτρια και μοιράζονταν την αγάπη τους για τη συλλογή έργων τέχνης — αφρικανικής τέχνης για εκείνον, ελληνικής για εκείνη. Περνούσαν μαζί τις διακοπές τους στο Martha's Vineyard και μάλιστα φιλοξένησαν τον τότε πρόεδρο Μπιλ Κλίντον και την Χίλαρι Κλίντον στο 22 μέτρων γιοτ του Τέμπλεσμαν, το Relemar, ένα χρόνο πριν από το θάνατο της Τζάκι.

Το τέλος

Όταν η Τζάκι διαγνώστηκε με καρκίνο, ο Τέμπελσμαν έγινε ο μόνιμος σύντροφός της και φύλακας άγγελός της για τους υπόλοιπους μήνες της ζωής της, δημιουργώντας ένα γραφείο στο σπίτι τους έτσι ώστε να είναι πάντα διαθέσιμος για εκείνη και συνοδεύοντάς την στις θεραπείες της. «Ήταν εκπληκτικό να βλέπεις το επίπεδο αγάπης και σεβασμού που τους ένωνε», θυμήθηκε ένας από τους γιατρούς της Τζάκι μετά το θάνατό της. «Της κρατούσε πάντα το χέρι ή της χάιδευε το μάγουλο, και όταν κάθονταν, τα κεφάλια τους ήταν πάντα κοντά, σαν ένα γλυκό ηλικιωμένο ζευγάρι. Δεν μπορούσες παρά να χαμογελάσεις όταν τους έβλεπες».

Η Τζάκι έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 64 ετών πριν προλάβει να βρει κάποιον για να γεράσει μαζί του.

*Η Τζάκι Κένεντι με τον Μορίς Τέμπελσμαν το Νοέμβριο του 1986 στη Νέα Υόρκη. Κεντρική φωτογραφία: Getty/ Ideal Images