ενημέρωση 1:35, 10 October, 2026

Κίνα - Ο Σι αποκαλύπτει τα οικονομικά και αμυντικά του σχέδια για την επόμενη πενταετία

Την ώρα που συνεχίζονται οι εκκαθαρίσεις στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, οι κορυφαίοι κινέζοι πολιτικοί θα συγκεντρωθούν στο Πεκίνο για τις Δύο Συνεδριάσεις, όπου θα θέσουν στόχο ανάπτυξης με έμφαση στην τεχνολογική αυτονομία εν μέσω αυξανόμενου ανταγωνισμού από τις ΗΠΑ

Χιλιάδες σύνεδροι βρίσκονται στο Πεκίνο αυτή την εβδομάδα για τις ετήσιες Δύο Συνεδριάσεις της Κίνας, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στο πολιτικό ημερολόγιο της χώρας και μια σπάνια ευκαιρία για τα διεθνή μέσα ενημέρωσης να δουν από κοντά τους κορυφαίους νομοθέτες του Πεκίνου. Οι «Δύο Συνεδριάσεις» είναι ταυτόχρονες συγκεντρώσεις του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου (NPC) και της Κινεζικής Λαϊκής Πολιτικής Συμβουλευτικής Διάσκεψης (CPPCC), ενός συμβουλευτικού οργάνου. Από τις δύο συγκεντρώσεις, το NPC, η νομοθετική εξουσία της Κίνας, είναι η πιο σημαντική, καθώς έχει την εξουσία να τροποποιεί το Σύνταγμα, να διορίζει άτομα σε πολιτικά αξιώματα, να θεσπίζει νόμους και να εγκρίνει τον προϋπολογισμό. Το 2018, το NPC τροποποίησε το Σύνταγμα της Κίνας για να καταργήσει τους περιορισμούς θητείας του προέδρου της χώρας, και το 2023 ήταν το NPC που στη συνέχεια εξέλεξε τον Σι Τζινπίνγκ σε αυτό το αξίωμα για μια άνευ προηγουμένου τρίτη θητεία.

Ωστόσο, στη σύγχρονη Κίνα, το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) είναι πιο ισχυρό από οποιοδήποτε όργανο του κράτους, και το NPC είναι στην πραγματικότητα ένα Κοινοβούλιο που δεν έχει καταψηφίσει κανένα θέμα στην ημερήσια διάταξή του, σημείωσε ο Guardian. Η πραγματική λήψη αποφάσεων γίνεται από το ΚΚΚ σε ξεχωριστές συνεδριάσεις. Οι εκδηλώσεις για έναρξη της Συμβουλευτικής Διάσκεψης την Τετάρτη, και του Κογκρέσου την Πέμπτη, θα είναι μεγαλοπρεπείς, όπως πάντα. Το NPC είναι το φόρουμ στο οποίο η κυβέρνηση δημοσιοποιεί την ετήσια έκθεση εργασίας της, περιγράφοντας τους στόχους για το επόμενο έτος, συμπεριλαμβανομένου του στόχου αύξησης του ΑΕΠ, ο οποίος φέτος αναμένεται να μειωθεί κάτω από το 5% για πρώτη φορά.

Αλλά η φετινή σύνοδος είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντική επειδή σηματοδοτεί την επίσημη έναρξη του 15ου πενταετούς σχεδίου, του εγγράφου οικονομικού σχεδιασμού που περιγράφει τις προτεραιότητες του Πεκίνου για την περίοδο 2026-2030. «Αυτές θα είναι ασυνήθιστα πολυάσχολες Δύο Συνεδριάσεις», είπε στον Guardian η Ρούμπι Οσμαν, ανώτερη σύμβουλος πολιτικής στο Ινστιτούτο Τόνι Μπλερ για την Παγκόσμια Αλλαγή.

Πρόβες των δυνάμεων ασφαλείας ενόψει της έναρξης των Δύο Συνεδριάσεων, στο Πεκίνο – REUTERS/Maxim Shemetov

«Οι Δύο Συνεδριάσεις συνήθως μας δείχνουν τι θέλει να κάνει το Πεκίνο τους επόμενους 12 μήνες. Φέτος, θα καθορίσουν επίσης μια πολύ μεγαλύτερη στρατηγική για την πλοήγηση σε μια αποφασιστική περίοδο γεωπολιτικών και τεχνολογικών αλλαγών», τόνισε η ίδια.

Η Οσμαν πρόσθεσε ότι είναι πιθανό να υπάρξει «αναντιστοιχία» στις προτεραιότητες της ετήσιας έκθεσης εργασίας της κυβέρνησης και στους μακροπρόθεσμους στόχους του πενταετούς σχεδίου, το οποίο «θα καταστήσει σαφές ότι το Πεκίνο βλέπει την καινοτόμο ικανότητα -και την ικανότητα να θωρακιστεί από τις πιέσεις των ΗΠΑ- ως την πραγματική διαρθρωτική πρόκληση της Κίνας».

Οι στρατηγικοί στόχοι του Σι

Το χρονικό πλαίσιο 2026-2030 είναι βασικό για τους στρατηγικούς στόχους της Κίνας. Ο Σι θέλει ο στρατός να είναι ικανός για μια επιτυχημένη επίθεση στην Ταϊβάν έως το 2027 και χρειάζεται μια οικονομία αυτάρκη και ανθεκτική έναντι πιθανών κυρώσεων για να υποστηρίξει αυτό το σενάριο. Για τον σκοπό αυτό, το 15ο πενταετές σχέδιο αναμένεται να επικεντρωθεί στην βιομηχανική αυτονομία.

Η Κίνα θέλει να ενισχύσει την ικανότητά της να παράγει τους πιο προηγμένους ημιαγωγούς, αμβλύνοντας την ισχύ των αμερικανικών κυρώσεων που έχουν σχεδιαστεί για να αναχαιτίσουν την τεχνολογική πρόοδο του Πεκίνου, ιδίως όσον αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις στρατιωτικές εφαρμογές. Ωστόσο, το φάσμα των πρόσφατων εκκαθαρίσεων υψηλού επιπέδου στον στρατό, θα επηρεάζει οποιαδήποτε αμυντική στρατηγική. Ο Σι πρόσφατα έθεσε τον ανώτατο στρατηγό του, Ζανγκ Γιουσία, υπό έρευνα για ύποπτη διαφθορά, μια εξαιρετικά ασυνήθιστη κίνηση που έγινε μετά από χρόνια αυξανόμενης αναταραχής στις ένοπλες δυνάμεις. Μια πρόσφατη εργασία που δημοσιεύθηκε από το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών στην Ουάσινγκτον, διαπίστωσε ότι περισσότεροι από 100 ανώτεροι αξιωματικοί έχουν απομακρυνθεί από το 2022, ένας αριθμός που οι ερευνητές χαρακτήρισαν «εκπληκτικό».

Την Πέμπτη, το ηγετικό όργανο του Εθνικού Λαϊκού Κογκρέσου ανακοίνωσε ότι είχε ανακαλέσει την ιδιότητα μέλους εννέα στρατιωτικών αντιπροσώπων, χωρίς αιτιολόγηση. «Οι στρατιωτικές εκκαθαρίσεις του Σι θα αφήσουν κενές θέσεις όπου κάποτε κάθονταν ανώτεροι αξιωματικοί -μια έντονη υπενθύμιση ότι η πολιτική αφοσίωση δεν είναι διαπραγματεύσιμη και ότι ακόμη και οι κορυφαίοι στρατηγοί είναι αναλώσιμοι αν δυσαρεστήσουν τον κορυφαίο ηγέτη», είπε στον Guardian ο Νιλ Τόμας, ερευνητής για την κινεζική πολιτική στη δεξαμενή σκέψης Asia Society. Πέρα από τις πολιτικές ίντριγκες, οι φετινές Δύο Συνεδριάσεις θα αποκαλύψουν μια σειρά από οικονομικούς δείκτες για το επόμενο έτος.

Ο πιο σημαντικός είναι ο ετήσιος στόχος αύξησης του ΑΕΠ, ο οποίος αναμένεται να είναι περίπου 4,5% φέτος, η πρώτη φορά που πέφτει κάτω από το 5%. Οι αναλυτές λένε ότι αυτό αντανακλά μια μετατόπιση στις προτεραιότητες του Πεκίνου προς την τεχνολογική αυτοδυναμία, ακόμη και αν αυτό έρχεται εις βάρος της ταχείας ανάπτυξης. Αυτό μπορεί να ταιριάζει σε αυτό που το Πεκίνο θεωρεί ένα αβέβαιο γεωπολιτικό μέλλον, ιδίως όσον αφορά τις ΗΠΑ. Ωστόσο, τα εσωτερικά προβλήματα της Κίνας, όπως τα υψηλά επίπεδα ανεργίας των νέων και η γήρανση της κοινωνίας, δεν θα επιλυθούν με τον διπλασιασμό των εξειδικευμένων τομέων, ενώ σημαντικά άλλα τμήματα της οικονομίας, όπως τα ακίνητα, συνεχίζουν να παρουσιάζουν προβλήματα. 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Μαργκερίτ Ντιράς - Διέλυε τον εαυτό της μέσα στις λέξεις για να φτάσει στην ουσία της γραφής

Σαν σήμερα το 1996 πεθαίνει η συγγραφέας του «Εραστή»

Στις φωτογραφίες της η Μαργκερίτ Ντιράς κοιτάζει πάντα κατάματα, άφοβα, τον φακό. Είναι σαν να κοιτάζει έναν άλλον εαυτό, αυτόν που ήθελε να καταστρέψει, τον εαυτό που είχε αυτοκτονήσει, τον εαυτό από τον οποίο ήθελε να απελευθερωθεί, και το έκανε πολύ επιτυχημένα. Με τα βιβλία της και με τον αιώνιο εραστή της, το αλκοόλ.

«Γράφω για να ευτελίσω τον εαυτό μου, να τον κατακρεουργήσω, και για να πάψω να του δίνω τόση σημασία, να ξεφορτωθώ πράγματα: ο σκοπός είναι να πάρει τη θέση μου το κείμενο, έτσι ώστε εγώ να υπάρχω λιγότερο» έλεγε στην Ιταλίδα δημοσιογράφο Leopoldina Pallotta della Torre σε μια σειρά συνεντεύξεων που έγινε το 1987, στα 73 της χρόνια, μια σειρά εξομολογήσεων, στο σπίτι της στο Παρίσι, που, αν τις διαβάσει κάποιος ακόμα και σήμερα, μπορεί να κάνει εικόνα την Ντιράς να μιλά με εξαιρετική ελευθερία για τη ζωή της ως συγγραφέα, τη σχέση της με τον κινηματογράφο, τη φιλία της με τον Mιτεράν, την αγάπη της για τον Τσέχοφ, το ποδόσφαιρο, την παιδική της ηλικία στο προπολεμικό Βιετνάμ, τις εμπειρίες που κατέγραψε στο πιο διάσημο μυθιστόρημά της, τον «Εραστή», του οποίου το σενάριο έγραφε την εποχή της συνέντευξης.

Είχε ομολογήσει, σοκάροντας τη συντηρητική ακόμα καθολική χώρα της, ότι είχε κάνει άμβλωση, υπογράφοντας το περίφημο μανιφέστο 343, ένα αντίστοιχο του σημερινού ΜeΤoo, που υπέγραφαν 343 γυναίκες, ομολογώντας δημόσια ότι είχαν κάνει άμβλωση που ήταν απαγορευμένη στη Γαλλία, το 1971

Λίγοι συγγραφείς, τόσο αμφιλεγόμενοι ως φιγούρες στη μεταπολεμική γαλλική λογοτεχνική και πολιτιστική σκηνή, έχουν ασκήσει την επιρροή που άσκησε η Μαργκερίτ Ντιράς. Κάθε της δήλωση ισοδυναμούσε με τη μυστική εξομολόγηση κάποιων άλλων, ο κόσμος που ανάβλυζε από εκείνην ήταν ελεύθερος, ρέων και τολμηρός σε μια μεταπολεμική Γαλλία που προσποιούνταν ότι ασπαζόταν την ελευθεριότητα και δεν ανεχόταν τη σαρκαστικά ελεύθερη ζωή μιας νεαρής συγγραφέως.

Η Ντιράς έγραφε για να μην αυτοκτονήσει, γιατί ήταν μόνη της από παιδί μέσα σε ορυζώνες και δάση. Αυτό το μεγάλωμα ενός φυσικού ανθρώπου που δεν είχε ωράρια, τρόπους, που περπατούσε ξυπόλυτος και ήταν περισσότερο Βιετναμέζα και καθόλου μια συνομήλική της γαλλιδούλα, διαμόρφωσε το λογοτεχνικό της ύφος που αναβλύζει πηγαία, με την ίδια φυσικότητα και αγριότητα της πνιγηρής φύσης μέσα στην οποία ζούσε, των χαυνωτικών υγρών μεσημεριών και την αίσθηση του μυστηρίου, τη μυρωδιά του γιασεμιού και του κινδύνου που παραμόνευε και συνθέτουν το παζλ της προπολεμικής Ινδοκίνας.

Η Μαργκερίτ Ζερμέν Μαρί Ντονατιέ γεννήθηκε στις 4 Απριλίου του 1914, στο Gia Định, την τότε γαλλική Ινδοκίνα, το σημερινό Βιετνάμ. Οι γονείς της είχαν φτάσει εκεί ακολουθώντας τις καμπάνιες που έκαναν οι Γάλλοι, δίνοντας μια σειρά προνομίων σε αυτούς που έφευγαν για να δουλέψουν στις αποικίες. Ήταν και οι δύο δάσκαλοι και η μικρή Μαργκερίτ, που μετά τον πόλεμο υιοθέτησε το επώνυμο Ντιράς, από το μέρος καταγωγής του πατέρα της, είχε δυο αδέρφια, που η σχέση της μαζί τους καθόρισε τη σεξουαλικότητά της, την επιθυμία και την απέχθεια που αισθανόταν για τους άντρες.

Όπως είχε ομολογήσει, σοκάροντας τη συντηρητική ακόμα καθολική χώρα της, ότι είχε κάνει άμβλωση, υπογράφοντας το περίφημο μανιφέστο 343, ένα αντίστοιχο του σημερινού ΜeΤoo, που υπέγραφαν 343 γυναίκες, ομολογώντας δημόσια ότι είχαν κάνει άμβλωση που ήταν απαγορευμένη στη Γαλλία, το 1971, έτσι ομολόγησε την έλξη που ένιωθε για τα αδέρφια της, όταν είχαν πεθάνει πια και μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα.

Ο μικρότερος αδερφός της, ένα αδύνατο αγόρι με το οποίο ήταν βαθιά συνδεδεμένη, της θύμιζε τον πρώτο της εραστή, έναν Κινέζο. Ο άλλος της αδερφός, ένας αλήτης, όπως έλεγε η ίδια, ένας τύπος ανενδοίαστος, αλκοολικός, χωρίς αισθήματα, ένας νταής που τη φόβιζε όταν ήταν παιδιά, έσπειρε μέσα της τη δυσπιστία που ένιωθε πάντα για τους άντρες. Ο αδερφός της, που πέθανε αλκοολικός, της προκαλούσε φρίκη και έλξη ‒ το πάθος που ένιωθε γι’ αυτόν το έκρυβε κάτω από το μίσος.

Μαργκερίτ Ντιράς: Διέλυε τον εαυτό της μέσα στις λέξεις για να φτάσει στην ουσία της γραφής
 H Nτιράς σε νεαρή ηλικία

Στον αδελφό της και στο μίσος που ένιωθε γι’ αυτόν αναφέρεται στο πρώτο της βιβλίο, το «Les Ιmpudents», που κυκλοφόρησε το 1943, όταν η Ντιράς ήταν 29 ετών. Έστειλε το βιβλίο της, που όλοι οι εκδότες είχαν απορρίψει, στον Ρεϊμόν Κενό, που τότε δούλευε ως αναγνώστης στον εκδοτικό οίκο Γκαλιμάρ. Εκείνος δεν της είπε ότι το βιβλίο ήταν καλό, είπε: «Κυρία μου, είστε συγγραφέας».

Λίγοι συγγραφείς έχουν αυτοβιογραφηθεί εν ζωή μέσω δηλώσεων όσο η Ντιράς, που στη διάρκεια της ζωής της ‒με τα σκοτεινά σημεία της οποίας βασανίστηκαν πολλοί βιογράφοι‒ έκανε εξομολογήσεις-ποταμούς για την προσωπική της ζωή, την οποία ενσωμάτωσε στα βιβλία της όσο λίγοι, για να γίνει τελικά αυτό που ήθελε, ένα με τις σελίδες τους. Αν επηρεάστηκε από ένα πρόσωπο του οικογενειακού της περιβάλλοντος, αυτό ήταν η μητέρα της και καθόλου τυχαία η μητρική φιγούρα είναι μία από τις λογοτεχνικές της εμμονές. Οι δυο τους έμοιαζαν πολύ, ήταν αυταρχικές, πεισματάρες, ικανές να αψηφήσουν τα εμπόδια ‒ η μητέρα της κατάφερε να γίνει πλούσια, όπως ήθελε, και η Μαργκερίτ κατάφερε να κερδίσει τη φήμη και την αναγνώριση που ποθούσε. Στο βάθος, η Ντιράς δεν συγχώρησε ποτέ στη μητέρα της την αδυναμία που είχε στον μεγάλο της γιο.

Η Ντιράς διέλυε τον εαυτό της μέσα στις λέξεις για να φτάσει στην ουσία της γραφής, μέσα στις εικόνες, για να δημιουργήσει έναν νέο, επαναστατικό κινηματογράφο. Είναι αδίστακτη, αλλά αυτός ήταν ο τρόπος της. Εκθέτει τον ίδιο τον άντρα της, τους φίλους της, τους εραστές της. Προφανώς δεν μετάνιωσε ποτέ για τίποτα ‒ μάλλον για το πρώτο της βιβλίο, τη «Γαλλική Αυτοκρατορία», που έγραψε κατά παραγγελία της γαλλικής κυβέρνησης, για να εκθειάσει τους λόγους για τους οποίους οι λευκοί πρέπει να συνεχίσουν να κυβερνούν τους μαύρους στις αποικίες. Επιχείρησε να το αποκηρύξει ανεπιτυχώς, αλλά αυτή της η στάση δεν την εμπόδισε να αλλάξει πλευρά και να μπει στο Κομμουνιστικό Κόμμα, ενώ λίγο νωρίτερα συνεργαζόταν με μια επιτροπή που με τη σειρά της συνεργαζόταν με τους Γερμανούς για να μοιράζουν το χαρτί στους εκδοτικούς οίκους.

Μαργκερίτ Ντιράς: Διέλυε τον εαυτό της μέσα στις λέξεις για να φτάσει στην ουσία της γραφής
 Ρόμι Σνάιντερ, Μαργκερίτ Ντιράς, Μελίνα Μερκούρη στα γυρίσματα της ταινίας του Ζυλ Ντασέν «10.30 καλοκαίρι βράδυ».

Κάθε βιβλίο της Ντιράς ήταν ένα σκάνδαλο. Η γυναίκα που είπε «θα αυτοκτονήσω αν δεν εκδοθεί το βιβλίο μου», όταν ο οίκος Γκαλιμάρ δεν ήθελε να εκδώσει τον «Εραστή», στο «Γιαν Αντρέα Στάινερ» εκθέτει τον τελευταίο της εραστή, κάνοντας γνωστές τις ομοφυλοφιλικές του προτιμήσεις, τις επιθυμίες του, απογυμνώνοντάς τον στο κοινό. Εκείνος της το ανταπέδωσε, όταν τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό της εξέδωσε το «Εκείνος ο έρωτας», μια ερωτική επιστολή που απευθύνεται στη γυναίκα με την οποία έζησε δεκαέξι χρόνια.

Η Ντιράς γράφει ακατάπαυστα, η παραγωγή της είναι εντυπωσιακή, συγχρόνως σκηνοθετεί τη μία ταινία μετά την άλλη, γράφει άρθρα και παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο, προκαλώντας θύελλα. Αν ζούσε σήμερα, θα ήταν μια περσόνα των σόσιαλ μίντια. Είχε πάντα ανάγκη από χρήματα και δόξα. Ήθελε να είναι στο επίκεντρο της συζήτησης και το λεπτό κορίτσι από την Ινδοκίνα, η ώριμη γυναίκα με τα γυαλιά με τον σκούρο σκελετό, δεν ανεχόταν να περνά απαρατήρητη. Ήταν πιστή φίλη και υποστηρίκτρια του Μιτεράν, με τον οποίο είχαν γνωριστεί στη διάρκεια της γαλλικής αντίστασης, και εχθρός της Σιμόν ντε Μποβουάρ, εξαιτίας, όπως λένε, μιας ερωτικής αντιζηλίας. Όμως θα ήταν απίθανο η Ντιράς να ανήκε στον κύκλο των Σαρτρ - Μποβουάρ, που δεν ανέχονταν άλλον σταρ συγγραφέα να υπάρχει γύρω τους.

Η Ντιράς από την ηλικία των 15 ετών, όταν ο πλούσιος Κινέζος εραστής της την έλουζε με βρόχινο νερό, παρέμεινε μέχρι το τέλος ακμαία, αυτό φανερώνει η γραφή της και το αποχαιρετιστήριο βιβλίο της «Τελεία και παύλα», που ξεσήκωσε θύελλα επικρίσεων. Ο τελευταίος της εραστής ήταν 28 και εκείνη 66 όταν γνωρίστηκαν. Ο έρωτας ήταν μια κινητήρια δύναμη, όχι ο ρομαντικός, μα ο βασανιστικός, ο χειριστικός, ο θυελλώδης έρωτας και σε αυτόν παραδιδόταν και αποσυρόταν για να γεμίσει με λέξεις την επόμενη λευκή σελίδα της ζωής της. Πίνοντας ακατάπαυστα. «Για κάποιον λόγο άρχισα να πίνω μόνη μου. Όσο ζούσα μόνη μου, ξανακύλησα τρεις φορές» έχει πει η Ντιράς, που έλεγε ότι πίνει κανείς γιατί «δεν υπάρχει θεός. Αντικαθίσταται από το οινόπνευμα». Ακόμα και αφού επέζησε από το οινόπνευμα και τις αποτοξινώσεις, εξακολουθούσε να είναι αλκοολική, με υγεία κατεστραμμένη.

Φλεγόταν μέχρι το τέλος και μέχρι τον θάνατό της, στις 3 Μαρτίου του 1996, είχε εκδώσει περισσότερα από εκατό μυθιστορήματα, διηγήματα, σενάρια και θεατρικά εμποτισμένα από νικοτίνη και τη μυρωδιά του κρασιού και την ανάγκη, την ανυπόφορη ανάγκη να αγαπηθεί, κάτι που το κοφτερό μυαλό της θεωρούσε αδύνατο να συμβεί. Όπως είπε: «Όσο γράφω, υπάρχω λιγότερο». Δεν υπάρχει πια, αλλά οι λέξεις κάνουν την παρουσία της πιο ισχυρή από ποτέ.

Πηγή: lifo

Άννα Καρίνα - Η αέναη γοητεία της μούσας της νουβέλ βαγκ

Ο έρωτάς της με τον Ζαν-Λυκ Γκοντάρ υπήρξε καταλυτικός, θυελλώδης, δημιουργικός αλλά και συναισθηματικά κακοποιητικός. Κι όμως, εκείνη συνέχισε να χαράζει τον δικό της δρόμο, μακριά από τον δικό της «Πυγμαλίωνα».


Υπάρχουν πρόσωπα που δεν περιορίζονται στην εικόνα τους, που μεταμορφώνονται σε σύμβολα, σε σημεία αναφοράς μιας ολόκληρης εποχής. Η Άννα Καρίνα υπήρξε ακριβώς αυτό για το Γαλλικό Νέο Κύμα: η μούσα, η καρδιά και η σιωπηλή επαναστάτρια ενός κινηματογράφου που ξαναέγραψε τους κανόνες του. Αν ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ ήταν το βλέμμα και η γραφή της Nouvelle Vague, η Καρίνα ήταν η αναπνοή, η ασταμάτητη ενέργεια που δίνει νόημα στο πλάνο, στη στιγμή, στην αίσθηση. Είναι τρομερό πόσο η λέξη «Μούσα» είναι συνώνυμη με την παρακαταθήκη της Καρίνα. Η ίδια έλεγε για αυτό «Πώς να μην αισθανθώ τιμή; Ίσως ακούγεται υπερβολικό, τόσο επιτηδευμένο. Αλλά φυσικά με συγκινεί κάθε φορά που ακούω ανθρώπους να λένε κάτι τέτοιο. Γιατί ο Ζαν-Λυκ μου έδωσε το δώρο να ερμηνεύσω όλους αυτούς τους ρόλους. Ήταν σαν Πυγμαλίων, καταλαβαίνεις; Ήμουν η Ελίζα Ντουλίτλ κι εκείνος ο δάσκαλος».

Ήρθε στον κόσμο μέσα στα γεγονότα της γερμανικής κατοχής, στις 22 Σεπτεμβρίου του 1940 στη Δανία. Το πραγματικό της όνομα ήταν Hanne Karin Bayer. Η μητέρα της ήταν ιδιοκτήτρια καταστήματος ενδυμάτων κι ο πατέρας της ναυτικός, που εγκατέλειψε την οικογένεια όταν εκείνη ήταν μόλις ενός έτους. Τα πρώτα χρόνια της ζωής της τα πέρασε με τους παππούδες της, στη συνέχεια σε ανάδοχη οικογένεια και τελικά επέστρεψε στη μητέρα της και τον κακοποιητικό πατριό της όταν ήταν οκτώ. Η παιδική της ηλικία, όπως λέει, χαρακτηριζόταν από έλλειψη αγάπης και απουσία τόσο της μητρικής όσο και της πατρικής φιγούρας. Η μητέρα της υποτιμούσε συνεχώς την εμφάνισή της, λέγοντάς της πως τα μάτια και το μέτωπό της ήταν «πολύ μεγάλα». Η ίδια περιέγραφε την παιδική της ηλικία ως «τρομερά γεμάτη από την ανάγκη να αγαπηθεί», με όνειρα να ξεφύγει μακριά, ακόμα και σε πλοία που θα την έπαιρναν στη Σουηδία ή την Αμερική.

H νεαρή Καρίνα εγκαταλείπει το σχολείο στα 14 της και ξεκινάει το ταξίδι της στο Παρίσι, μια πόλη που θα την υποδεχθεί ως σύμβολο του αέρα της. Χάρη σε έναν casting director που την ανακάλυψε στο café Les Deux Magots, στην καρδιά της αριστερής όχθης του Παρισιού, ανοίγεται ο δρόμος της προς τη δόξα Η Coco Chanel, η μεγάλη κυρία της γαλλικής μόδας, διέκρινε κάτι ανεξήγητο σε εκείνη την νεαρή από τη Δανία, μια σπίθα που δεν περιοριζόταν στην εμφάνιση. Η Bayer είχε αστερόσκονη στις φλέβες της κι ας μην το γνώριζε τότε. Όταν της εξομολογήθηκε ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός, η Chanel της έδωσε δύο απλές αλλά καθοριστικές συμβουλές: να βλέπει ασταμάτητα ταινίες για να τελειοποιήσει τα γαλλικά της και να αλλάξει το όνομά της σε Άννα Καρίνα. Ένα όνομα που θα γινόταν σύμβολο του 60s chic, ένα κλειδί για μια κινηματογραφική μοίρα που μόλις ξεκινούσε.

«Σ’ αγαπώ, συνάντησέ με τα μεσάνυχτα στο Café de la Prez»

Η συνάντησή της με τον Ζαν-Λυκ Γκοντάρ ήταν...το λιγότερο αμήχανη. Όπως θα θυμόταν αργότερα, όταν την πλησίασε για το Με Κομμένη την Ανάσα: «Μου είπε “πρέπει να βγάλεις τα ρούχα σου” κι εγώ δεν ήθελα να βγάλω τα ρούχα μου. […] Έτσι έφυγα και, φυσικά, δεν έκανα την ταινία». Η άρνηση δεν ήταν απλή, ήταν η πρώτη πράξη ανεξαρτησίας της, που προετοίμαζε τη δυναμική της καριέρα. Ο Γκοντάρ όμως επέμεινε, και λίγους μήνες αργότερα, την πείθει να παίξει στον Μικρό Στρατιώτη, χωρίς γυμνό, σε μια ταινία που θα αποκαλυπτόταν τόσο πολιτική όσο και προσωπική. Η Καρίνα είπε το ναι κι επειδή δεν είχε κλείσει ακόμα τα 21, η μητέρα της ταξίδεψε από την Κοπεγχάγη για να υπογράψει τα απαραίτητα έγγραφα, ανοίγοντας το δρόμο για την πρώτη της μεγάλη επιτυχία.

Η σχέση τους, τόσο η ερωτική όσο και η καλλιτεχνική, ήταν εξίσου έντονη με τα πλάνα που γύριζαν μαζί. «Είχαμε κάτι πολύ ιδιαίτερο, από το οποίο δεν μπορούσες να ξεφύγεις. Ήταν μαγνητικό. Όλα ξεκίνησαν σε εκείνη την ταινία», θυμάται η Καρίνα. Πράγματι, σε ένα πάρτι με το συνεργείο, ο Γκοντάρ της άφησε ένα σημείωμα: «Σ’ αγαπώ, συνάντησέ με τα μεσάνυχτα στο Café de la Prez». Η ίδια περιγράφει εκείνες τις πρώτες μέρες του έρωτά τους ως εξής:

«Αυτό συνέβη ενώ γυρίζαμε την ταινία στη Γενεύη. Ήταν από την αρχή μια παράξενη ιστορία αγάπης. Καταλάβαινα ότι ο Ζαν-Λυκ με κοίταζε συνέχεια κι εγώ τον κοιτούσα όλη μέρα. Ήμασταν σαν ζώα. Ένα βράδυ ήμασταν σε ένα δείπνο στη Λωζάννη. Ο σύντροφός μου, που ήταν ζωγράφος, ήταν κι αυτός εκεί. Και ξαφνικά ένιωσα κάτι κάτω από το τραπέζι...Ήταν το χέρι του Ζαν-Λυκ. Μου έδωσε ένα χαρτί και μετά έφυγε για να επιστρέψει στη Γενεύη. Μπήκα σε ένα άλλο δωμάτιο να δω τι είχε γράψει. Έγραφε: “Σ’ αγαπώ. Συνάντησέ με τα μεσάνυχτα στο Café de la Prez”. Και τότε ο σύντροφός μου μπήκε στο δωμάτιο και ζήτησε να δει το χαρτί, μου τράβηξε το χέρι και το διάβασε. Μου είπε: “Δεν θα πας.” Και εγώ είπα: “Θα πάω.” Και μου είπε: “Μα δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό.” Εγώ είπα: “Μα είμαι κι εγώ ερωτευμένη μαζί του, οπότε θα πάω.” Αλλά και πάλι δεν με πίστευε. Οδηγήσαμε πίσω στη Γενεύη και άρχισα να μαζεύω τη μικρή μου βαλίτσα. Μου είπε: “Πες μου ότι δεν θα πας.” Και του είπα: “Είμαι ερωτευμένη μαζί του από τη δεύτερη φορά που τον είδα. Και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό.” Ήταν σαν κάτι ηλεκτρικό. Περπάτησα εκεί και θυμάμαι ότι ο ζωγράφος μου έτρεχε πίσω μου κλαίγοντας. Ήμουν σαν μαγεμένη, ποτέ ξανά δεν μου συνέβη κάτι τέτοιο στη ζωή μου».

Στάθηκα μπροστά του για μερικές στιγμές που έμοιαζαν αιώνας, αλλά μάλλον δεν ήταν πάνω από τριάντα δευτερόλεπτα. Ξαφνικά σταμάτησε και είπε: “Λοιπόν, πάμε;” Και πήγαμε στο ξενοδοχείο του.

Άννα Καρίνα: Πέθανε η μούσα και πρώην σύντροφος του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ | LiFO

Τα μεσάνυκτα ο Γκοντάρ βρέθηκε στο Café de la Prez, όταν η Καρίνα πήγε να τον βρει. «Στάθηκα μπροστά του για μερικές στιγμές που έμοιαζαν αιώνας, αλλά μάλλον δεν ήταν πάνω από τριάντα δευτερόλεπτα. Ξαφνικά σταμάτησε και είπε: “Λοιπόν, πάμε;” Και πήγαμε στο ξενοδοχείο του. Το επόμενο πρωί, όταν ξύπνησα, εκείνος δεν ήταν εκεί. Ανησύχησα πολύ. Έκανα ένα ντους και περίπου μια ώρα αργότερα ήρθε με το φόρεμα που φορούσα στην ταινία – το λευκό φόρεμα με τα λουλούδια. Ήταν στο μέγεθός μου, τέλειο. Ήταν σαν το νυφικό μου».

Η συνέχεια ήταν η καθημερινότητα των γυρισμάτων αλλά κι η φυγή από τον παλιό της κόσμο: «Όταν τελείωσε η ταινία, γύρισα στο Παρίσι με τον Ζαν-Λυκ, τον Μισέλ Σουμπόρ, τον κύριο ηθοποιό, και τον Λάζλο Σάμπο, που ήταν κι αυτός στην ταινία, στο αμερικάνικο αυτοκίνητο του Ζαν-Λυκ. Φορούσαμε όλοι σκούρα γυαλιά και μας σταμάτησαν στα σύνορα – μάλλον νόμιζαν ότι ήμασταν γκάνγκστερ. Όταν φτάσαμε στο Παρίσι, ο Ζαν-Λυκ άφησε τους άλλους δύο και με ρώτησε: “Πού θα πας τώρα;” Του απάντησα: “Πρέπει να μείνω μαζί σου. Είσαι ο μόνος άνθρωπος που έχω στον κόσμο τώρα.” Κι εκείνος είπε μόνο: “Ω Θεέ μου!”».

Τα πρώτα χρόνια ήταν μια δίνη: παντρεύτηκαν το 1961, εκείνη ήταν μόλις 19 και έγκυος, εκείνος δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Ακόμη και στις πιο καθημερινές στιγμές, η παρουσία του Γκοντάρ ήταν ασταμάτητη: «Επειδή είχε φίλους παντού, έφευγε έτσι απλά. Είχε πάντα μαζί του το διαβατήριό του. Μπορούσα πάντα να βλέπω από πού επέστρεφε λόγω των σφραγίδων και επειδή πάντα μου έφερνε ένα μικρό δώρο». Η Καρίνα, όμως, ήταν περιορισμένη από την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής: «Οι γυναίκες δεν είχαν κανένα δικαίωμα να κάνουν τίποτα εκείνη την εποχή, παρά μόνο να το βουλώσουν».

Ο Γκοντάρ έγινε μέντορας και οδηγός στον κόσμο του σινεμά, της πρότεινε βιβλία, μουσικές, μυστικά της κάμερας, και εκείνη ανταπέδωσε με την ίδια δημιουργική μανία. Η Καρίνα έγινε η απόλυτη μούσα του, η ζωντανή έκφραση του νέου κινηματογραφικού κινήματος. Μαζί γύρισαν επτά ταινίες, ανάμεσα στις οποίες το Ζούσε τη ζωή της, Η κυρία θέλει έρωτα — για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βερολίνου — τον Τρελό Πιερό, που λογοκρίθηκε για «ηθική και νοητική αναρχία», και το αριστουργηματικό Αλφαβίλ.

Οι γυναίκες δεν είχαν κανένα δικαίωμα να κάνουν τίποτα εκείνη την εποχή, παρά μόνο να το βουλώσουν.

Όμως, ο Γκοντάρ συνέχισε να είναι απώντας από τη σχέση τους. Ταξίδευε συχνά, δούλευε ασταμάτητα και παιρνούσε ολόκληρα βράδια στο γραφείο του. Μια νύχτα του 1961, λίγο μετά τον γάμο τους, ο Γκοντάρ γυρίζοντας σπίτι από τη δουλειά του, βρήκε την Καρίνα καλυμμένη στα αίματα. Είχε μόλις αποβάλλει. «Ήταν τόσο δύσκολο, ήμουν μικρό κορίτσι. Έφευγε και γυρνούσε μετά από τρεις βδομάδες [...] Το ξέρω ότι δεν ήθελε να με πληγώσει αλλά το έκανε. Δεν ήταν ποτέ εκεί, δε γυρούσε ποτέ και ποτέ δεν ήξερα πού ήταν. Με τρέλαινε».

Παρά την ασταθή σχέση τους, η συνεργασία τους απέδωσε μερικά από τα πλέον εμβληματικά έργα της Nouvelle Vague. Και μέσα σε όλα, η Καρίνα λάμπει όχι μόνο ως πρόσωπο αλλά και ως δύναμη που διαμορφώνει την κινηματογραφική αλήθεια. Στο Τρελός Πιερό, η ερμηνεία της είναι η πληρέστερη γυναικεία απεικόνιση στην ιστορία του σινεμά: όμορφη αλλά και εχθρική, αυθόρμητη αλλά και εσωστρεφής, τρυφερή αλλά και αυθαίρετη, στοχαστική αλλά και ενστικτώδης. Η σκηνή, όπου η Μαριάν λέει στον Φερντινάν «Δεν ξέρω. Απλά θέλω να φύγω», μοιάζει με έναν αγωνιώδη εναγκαλισμό ανάμεσα στη δύναμη της εικόνας και του συναισθήματος.

Ο χωρισμός τους το 1965 ήταν επώδυνος αλλά αναπόφευκτος. Το 1967 συνεργάστηκαν για τελευταία φορά στο σπονδυλωτό Le Plus Vieux Métier du monde. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, οι δρόμοι τους χώρισαν οριστικά — ποτέ πια δεν ξανασυναντήθηκαν. Ωστόσο, αυτό δεν σήμαινε τέλος, αλλά την απαρχή μιας νέας, πιο σύνθετης πορείας για εκείνη. Η Καρίνα, που είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη της μούσας του πιο ριζοσπαστικού κινηματογραφικού ρεύματος, στράφηκε σε νέους σκηνοθέτες που της επέτρεψαν να αναδείξει όχι μόνο την ομορφιά της αλλά και την υποκριτική της δεξιοτεχνία. Στον Ζακ Ριβέτ, για παράδειγμα, η Καρίνα πρωταγωνιστεί στο Η Μοναχή (La Religieuse), μεταμορφώνοντας μια ιστορία θρησκευτικού περιορισμού σε ένα αριστούργημα ψυχικής έντασης.

Ήταν τόσο δύσκολο, ήμουν μικρό κορίτσι. Έφευγε και γυρνούσε μετά από τρεις βδομάδες [...] Το ξέρω ότι δεν ήθελε να με πληγώσει αλλά το έκανε. Δεν ήταν ποτέ εκεί, δε γυρνούσε ποτέ και ποτέ δεν ήξερα πού ήταν. Με τρέλαινε.

Με τον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ στο Κινέζικη Ρουλέτα, η Καρίνα αναδεικνύει την ψυχολογική ένταση των χαρακτήρων της με την ίδια διακριτικότητα και δύναμη που την έκανε ξεχωριστή στις ταινίες του Γκοντάρ. Στον Λουκίνο Βισκόντι, στο Ξένος (The Stranger), η Καρίνα ξαναβρίσκει την ευρωπαϊκή κληρονομιά της ηθοποιού που σπάει τα όρια μεταξύ του προσωπικού και του μυθοπλαστικού, φέρνοντας στην οθόνη μια αβίαστη αίσθηση κομψότητας αλλά και ψυχικού βάθους.

Το 1973, η Άννα Καρίνα έκατσε για πρώτη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, για την ταινία Vivre Ensemble, στην οποία επίσης πρωταγωνιστούσε. Εκεί, με λεπτότητα και ειλικρίνεια, αφηγήθηκε τη δική της εκδοχή της σχέσης της με τον Γκοντάρ, μια προσωπική «δίκη» μέσα από την τέχνη, που απέσπασε κολακευτικά σχόλια ακόμη και από τους πιο απαιτητικούς σκηνοθέτες της εποχής, όπως ο Φρανσουά Τρυφώ. Με αυτή την ταινία, η Καρίνα απέδειξε ότι δεν ήταν μόνο μούσα ή πρόσωπο, αλλά δημιουργός που ήξερε να διεκδικεί τη φωνή και τη θέση της στον κόσμο του σινεμά.

Παράλληλα, η Καρίνα δεν περιορίστηκε στον κινηματογράφο. Τη δεκαετία του 1960, συνεργάζεται με τον Serge Gainsbourg, ηχογραφώντας τραγούδια όπως το Sous le soleil exactement και το Roller Girl, αποδεικνύοντας ότι η καλλιτεχνική της φλέβα εκτείνεται πέρα από την υποκριτική. Το θέατρο, η μουσική και αργότερα η συγγραφή τεσσάρων μυθιστορημάτων γίνονται οι νέοι χώροι έκφρασής της· ένας τρόπος να επαναπροσδιορίσει τη φωνή της και την ταυτότητά της, πέρα από την εικόνα που της είχε αποδοθεί ως μούσα.

Η ίδια η Καρίνα περιέγραφε τη ζωή της με έναν σχεδόν μυθιστορηματικό τρόπο, σαν να ήταν ηρωίδα που εξερευνά τη δική της εποχή μέσα από το φακό και τα λόγια της: «Καθόμουν στο διαμέρισμα χωρίς φαγητό, αλλά ήξερα ότι η ζωή μου δεν περιορίζεται σε έναν άντρα ή σε μια συνεργασία. Έπρεπε να βρω τον δικό μου δρόμο, και τον βρήκα μέσα από τις ταινίες, τα τραγούδια, τα βιβλία μου».

Και πράγματι, η Καρίνα συνέχισε να διαμορφώνει την αισθητική του ευρωπαϊκού σινεμά. Το στυλ της, η γοητεία της, η απλότητα και η δυναμική παρουσία της έγιναν μόνιμα σημεία αναφοράς για γενιές κινηματογραφιστών και θεατών. Παρά την προσωπική μοναξιά που συχνά την ακολουθούσε, η Καρίνα κατάφερνε να μετατρέπει κάθε ρόλο σε ένα έργο τέχνης. Στην πραγματικότητα, η ζωή της μετά τον Γκοντάρ αποδεικνύει ότι η κινηματογραφική της κληρονομιά δεν περιορίζεται στην εικόνα της μούσας. Ήταν η ίδια δημιουργός, πρωταγωνίστρια και συγγραφέας μιας ιστορίας που ξεπερνούσε τις συμβάσεις, ένας θρύλος του κινηματογράφου που έζησε σε πλήρη αντίθεση με την έννοια του περιορισμού. Το 2016 αποκάλυψε ότι ζούσε πλέον σαν ερημίτισσα, έχοντας αποσυρθεί από τον κόσμο που κάποτε την λάτρευαν.

Η Άννα Καρίνα πέθανε το 2019 από καρκίνο αλλά η ζωή της δεν μπορεί να συνοψιστεί απλώς σε μια ημερομηνία. Είναι τα έργα της, οι συνεργασίες της, η ελευθερία της στην τέχνη και η δύναμη της προσωπικής της φωνής που την καθιστούν αιώνια. «Σήμερα, ο γαλλικός κινηματογράφος είναι ορφανός», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας. Υπήρξε η ενσάρκωση μιας εποχής, ενός τρόπου να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από την οθόνη. Η κινηματογραφική της ομορφιά, η αινιγματική της παρουσία, η δύναμη και η ευθραυστότητά της διαμόρφωσαν το ύφος μιας γενιάς, υπενθυμίζοντας ότι ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο εικόνες, αλλά και ψυχές που αναπνέουν, αγαπούν, βασανίζονται και τελικά ζουν για πάντα στην οθόνη. Όπως είχε πει η ίδια: «Είμαστε φτιαγμένοι από όνειρα... και τα όνειρα είναι φτιαγμένα από μας...». Η Καρίνα έζησε τα όνειρά της, τα έκανε εικόνες, μουσική, λόγο, και πάνω από όλα, τα έκανε δικά μας.

Πηγή: Grace

Gucci στο Μιλάνο. Απλά υπερθέαμα!

Οι κολεξιόν για το φθινόπωρο-χειμώνα 2026 συνεχίζονται στην ιταλική πόλη

Το Μιλάνο γεμάτο από ωραίους ανθρώπους, υπέρκομψους, με τα flash να αστράφτουν εκτυφλωτικά, εκεί όπου πραγματοποιούνται όλα τα μεγάλα fashion shows.

Οι συλλογές για το φθινόπωρο-χειμώνα 2026 είναι εδώ, με την Ντέμι Μουρ να κάνει μια θεαματική εμφάνιση, έχοντας θυσιάσει τα πολύ μακριά μαλλιά της (έπειτα από παρότρυνση του έλληνα κομμωτή Δημήτρη Γιαννέτου, ο οποίος σκίζει στο Λος Αντζελες), στον οίκο Gucci ως προσκεκλημένη.

Η 52χρονη όμως Κέιτ Μος ανέβηκε στην πασαρέλα, φορώντας διαφάνειες και χειροποίητο στρινγκ από κρύσταλλα, που έγραφε Gucci. Ολοι οι σημαντικοί οίκοι έδειξαν τις κολεξιόν τους, ο Gucci όμως είναι ο κορυφαίος. Ρούχα που αξίζει να θαυμάσεις, να «μελετήσεις» με κάθε λεπτομέρεια. Οσο για να τα αγοράσεις; Μάλλον πολύ δύσκολο!

  • Κατηγορία ΜΟΔΑ
  • 0