ενημέρωση 4:18, 7 October, 2026

Zendaya - Δεν είδαμε τον γάμο της, μας αποζημίωσε όμως με ένα εναλλακτικό bridal look στον Louis Vuitton

Σαν μια νύφη της σύγχρονης εποχής, όχι απαραίτητα μπροστά σε μια επίσημη γαμήλια τελετή, αλλά σε μια πασαρέλα μόδας.


Μπορεί να μην έχουμε δει ακόμη τη Zendaya ντυμένη νύφη, όμως η ίδια φαίνεται να μας χάρισε -έστω και ανεπίσημα- ένα από τα πιο κομψά bridal moments της φετινής Paris Fashion Week.

Η ηθοποιός εμφανίστηκε στο show του οίκου Louis Vuitton στο Παρίσι με μια εμφάνιση που θύμιζε σύγχρονη νύφη: ένα σύνολο σε καθαρό λευκό, που ισορροπούσε ανάμεσα στην αυστηρότητα του tailoring και στη ρομαντική απλότητα ενός bridal look. Η φούστα με ασύμμετρο τελείωμα κινούνταν με κομψότητα γύρω από το σώμα, ενώ το πουκάμισο με τον μακρύ αιχμηρό, σχεδόν δραματικό γιακά πρόσθετε μια αρχιτεκτονική διάσταση στο σύνολο.

Στη μέση, μια έντονη μαύρη ζώνη τόνιζε τη σιλουέτα και έδινε στο look μια πιο μοντέρνα ένταση σαν να μετέτρεπε την ιδέα της νυφικής κομψότητας σε κάτι πιο αστικό, πιο σύγχρονο. Με τα μαλλιά πλέον σε ένα μοναδικά κομψό French bob και διακριτικά κοσμήματα, η Zendaya επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά ότι γνωρίζει να χειρίζεται το στιλ σαν αφήγηση.

Κι όμως, το στοιχείο που έκανε την εμφάνισή της να συζητηθεί περισσότερο ήταν κάτι πολύ μικρότερο: ένα απλό χρυσό δαχτυλίδι στο παράμεσο. Ένα «wedding band» που πολλοί θεώρησαν πως ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις φήμες ότι η ηθοποιός ίσως έχει ήδη παντρευτεί τον σύντροφό της, τον Tom Holland.

Zendaya: Δεν είδαμε τον γάμο της, μας αποζημίωσε όμως με ένα εναλλακτικό bridal look στον Louis Vuitton 2

Photo by Marc Piasecki/WireImage

Οι φήμες για έναν μυστικό γάμο έχουν κυκλοφορήσει έντονα τις τελευταίες εβδομάδες. Μάλιστα, ο στιλίστας της Zendaya, Law Roach, άναψε ακόμη περισσότερο τη συζήτηση όταν, σε συνέντευξη στο κόκκινο χαλί των AARP Movies for Grownups Awards, αστειεύτηκε λέγοντας ότι το ζευγάρι «έχει ήδη πει το “I do”».

Η ίδια η Zendaya, ωστόσο, δεν έχει επιβεβαιώσει τίποτα. Και ίσως αυτή η διακριτική σιωπή να ταιριάζει απόλυτα με τον τρόπο που χειρίζεται τη δημόσια εικόνα της: πάντα κομψά, πάντα με έναν υπαινιγμό μυστηρίου.

Πατάτα, απολαυστική σε όλες τις γλώσσες – 4 συνταγές που το αποδεικνύουν

Τις αγαπούν και τις τρώνε οι λαοί σε όλο τον κόσμο. Eίναι το καθημερινό μας σνακ, συνοδευτικό, ακόμα και κυρίως πιάτο ή το αγαπημένο μας junk food. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουμε να ανακαλύπτουμε διαφορετικούς τρόπους για να τις μαγειρεύουμε και να τις απολαμβάνουμε.

Ηπατάτα είναι νοτιοαμερικανικό «φρούτο». Τα ίχνη της καλλιέργειάς της πάνε πίσω στα αρχαία χρόνια και σε ένα χωράφι στις όχθες της λίμνης Τιτικάκα στο Περού. Το Περού παραμένει μέχρι και σήμερα έναν από τους βασικότερους παραγωγούς πατάτας παγκοσμίως, καλλιεργώντας πάνω από 3.000 ποικιλίες και 6 εκατομμύρια τόνους γεώμηλων ετησίως. Τόσες κι ακόμη περισσότερες είναι οι ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν. Διότι από εκεί που τον 16ο αιώνα η πατάτα ήταν ενδημικό προϊόν, γνωστό μόνο στις χώρες νότια του Ισημερινού, πλέον αποτελεί βασικό κομμάτι της διατροφικής αλυσίδας των λαών όλης της γης, πλούσιων και φτωχών. Καθόλου τυχαία, σχεδόν το 50% της παγκόσμιας παραγωγής μπαίνει στα σπίτια, για να γίνει πουρές ή πατατοσαλάτα, να ψηθεί στο φούρνο ή να πέσει στο καυτό τηγάνι, να αγαπηθεί όσο λίγα άλλα λαχανικά έχουν καταφέρει. Μπορεί και κανένα. Διότι –κακά τα ψέματα- την πατάτα την αγαπάμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, σεφ και ερασιτέχνες μάγειρες, κρεατοφάγοι και vegans.

Πώς τη μάθαμε και την αγαπήσαμε

Στην Ευρώπη η πατάτα ήρθε από τους Ισπανούς, οι οποίοι εισέβαλαν στα μέσα του 16ου αιώνα στη «Νέα Γη», όπως αποκαλούσαν τη Λατινική Αμερική, και ανακάλυψαν τη θαυμαστή της γεύση και τις εξίσου θαυμαστές της ιδιότητες. Τα γεώμηλα πέρασαν στην άλλη όχθη του Ατλαντικού και μετά την Ισπανία πήγαν στην Ιρλανδία, στο Βέλγιο και, τελικά, σε όλο τον κόσμο. Για το πώς μάθαμε τις πατάτες στην Ελλάδα δεν χρειάζεται να γράψουμε πολλά. Ο Ιωάννης Καποδίστριας έκανε την αρχή κι έκτοτε, Έλληνες και γεώμηλα ανέπτυξαν μια σχέση βαθιάς αγάπης. Λαχανικό ταπεινό και φτηνό –τουλάχιστον μέχρι πριν από μερικά χρόνια- η πατάτα αποτέλεσε λύση σε καιρούς μεγάλης πείνας, καταφύγιο σε περιόδους νηστείας, φάρμακο σε μέρες που σώμα και πνεύμα ασθενούσαν.

Έρωτας με την πρώτη ή τη δεύτερη ματιά

Παρά τη σημαντική παραγωγή και τις διεθνείς διακρίσεις που έχουν κερδίσει οι ελληνικές πατάτες –ξακουστές εκείνες του Νευροκοπίου-, υπάρχουν λαοί που έχουν ταυτίσει την κουζίνα τους με τα θαυμαστά γεώμηλα. Πρώτοι και καλύτεροι οι Βέλγοι, οι οποίοι έχουν το trademark της τηγανητής πατάτας. Την ανακάλυψαν, δε, αρκετά νωρίς, τον 17ο αιώνα, όταν η βαρυχειμωνιά και η έλλειψη ψαριών τους ανάγκασε να ρίξουν κομμένες πατάτες σε καυτό λάδι για να χορτάσουν την πείνα τους.

Το trademark του όρου «μήλο της γης», δηλαδή γεώμηλο, ανήκει στους Γάλλους, οι οποίοι έβαλαν τις πατάτες στις κουζίνες τους επί βασιλείας Λουδοβίκου ΙΔ΄. Οι Ρώσοι, αντίθετα, στην πρώτη τους επαφή με το λαχανικό που τους έστειλαν οι Ολλανδοί, το αποκάλεσαν «μήλο του διαβόλου». Όταν, όμως, τους χτύπησε ο λιμός του 19ου αιώνα, η πατάτα ήταν αυτή που τους έσωσε, αφού ο τσάρος έδωσε εντολή να ενταθεί η καλλιέργειά της σε όλες τις επαρχίες της χώρας. Όσο για τους Αμερικανούς, την έμαθαν επί προεδρίας Τόμας Τζέφερσον κι η κατανάλωση εντάθηκε την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν χρειάστηκε να αντισταθμιστούν οι τεράστιες εξαγωγές σιτηρών προς τους Ευρωπαίους.

Πανταχού παρούσες

Πλέον, στον 21ο αιώνα, κανείς δεν χρειάζεται να πειστεί για να φάει πατάτες. Μαγειρεύονται με όλους τους τρόπους, υπάρχουν στο μενού ακόμη και των πιο ακριβών εστιατορίων του πλανήτη, γίνονται viral κάθε φορά που ανεβαίνει «πειραγμένη» συνταγή τους στο TikTok.

Για να «κλέψουμε» λίγη από τη λάμψη τους ζητήσαμε κι εμείς από την Ιωάννα Χαλμούκη 4 διαφορετικές εκδοχές της πατάτας, εμπνευσμένες από διαφορετικές κουζίνες του κόσμου. Που, μέσω της πατάτας, ενώνονται και μιλούν την ίδια γλώσσα, μια γλώσσα διαχρονική, απολαυστική κι αγαπημένη.

Πατάτες φούρνου γεμιστές με μείγμα γαλλικής κρεμμυδόσουπας


Φωτό: Ιωάννα Χαλμούκη

Χρόνος προετοιμασίας: 25΄

Χρόνος μαγειρέματος: 60΄

Βαθμός δυσκολίας: *

Υλικά για 4 μερίδες

  •  4 μεγάλες πατάτες
  •  3 μεγάλα κρεμμύδια σε λεπτές φέτες
  •  2 κ.σ. βούτυρο
  •  1 κ.σ. ε.π. ελαιόλαδο
  •  1 σκελίδα σκόρδο (προαιρετικά) ψιλοκομμένη
  •  150 ml κρέμα γάλακτος
  •  80-100 γρ. ένταμ ή γραβιέρα τριμμένη
  •  1/2 κ.γ. θυμάρι ή δεντρολίβανο
  •  Αλάτι
  •  Πιπέρι φρεσκοτριμμένο
  •  Μοσχοκάρυδο (προαιρετικά)

Εκτέλεση

  1. Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 200°C. Πλένουμε σχολαστικά τις πατάτες για να απομακρύνουμε όλα τα χώματα από τη φλούδα τους. Τις τρυπάμε κατά τόπους με πιρούνι, τις αλείφουμε με λίγο ελαιόλαδο και τις ψήνουμε για 50-60 λεπτά, μέχρι να μαλακώσουν.
  1. Ζεσταίνουμε σε ένα τηγάνι και σε χαμηλή φωτιά το βούτυρο με το ελαιόλαδο. Μόλις λιώσει το βούτυρο, προσθέτουμε τα κρεμμύδια και τα μαγειρεύουμε σε χαμηλή φωτιά για 20-25 λεπτά, ανακατεύοντας συχνά, μέχρι να καραμελώσουν. Στο τέλος ρίχνουμε το σκόρδο, το θυμάρι (ή το δεντρολίβανο), αλάτι και πιπέρι και μαγειρεύουμε για 1 λεπτό ακόμα.
  1. Κόβουμε οριζόντια ένα καπάκι από τις πατάτες και αφαιρούμε προσεκτικά λίγη από τη σάρκα τους. Ανακατεύουμε σε ένα μπολ τη σάρκα της πατάτας που αφαιρέσαμε, τα καραμελωμένα κρεμμύδια, την κρέμα γάλακτος, τη μισή ποσότητα του τριμμένου τυριού, λίγο πιπέρι και μοσχοκάρυδο.
  1. Γεμίζουμε τις πατάτες με το μείγμα, πασπαλίζουμε με το υπόλοιπο τυρί και τις ξαναβάζουμε στο φούρνο για 10-15 λεπτά, μέχρι να λιώσει και να ροδίσει το τυρί.

Πατάτες ντουσέζ

Φωτό: Ιωάννα Χαλμούκη

Χρόνος προετοιμασίας: 25′

Χρόνος ψησίματος: 20-25′ 

Βαθμός δυσκολίας: **

Υλικά για 4-6 μερίδες

  •  1 κιλό πατάτες
  •  3 κρόκους αβγών
  •  60 γρ. βούτυρο
  •  50 ml γάλα ή κρέμα γάλακτος
  •  40 γρ. παρμεζάνα ή γραβιέρα τριμμένη (προαιρετικά)
  •  Αλάτι
  •  Λευκό πιπέρι
  •  Λίγο μοσχοκάρυδο
  •  1 κ.σ. γάλα

επι το έργον

  1. Πλένουμε καλά τις πατάτες και τις βράζουμε σε αλατισμένο νερό μέχρι να μαλακώσουν αρκετά. Τις στραγγίζουμε καλά και τις περνάμε από μύλο λαχανικών ή τις λιώνουμε προσεκτικά με το πιρούνι, να γίνουν ένας λείος πουρές χωρίς κομμάτια.
  1. Όσο είναι ακόμη ζεστός ο πουρές, προσθέτουμε το βούτυρο και ανακατεύουμε να λιώσει. Ρίχνουμε το γάλα, 2 κρόκους αβγών, το τριμμένο τυρί (αν βάλουμε τελικά), αλάτι, πιπέρι και λίγο μοσχοκάρυδο και ανακατεύουμε καλά, μέχρι να αποκτήσουμε ένα ομοιογενές βελούδινο μείγμα.
  1. Μεταφέρουμε το μείγμα σε κορνέ με μύτη αστεράκι και σχηματίζουμε ροζέτες σε ένα ταψί στρωμένο με αντικολλητικό χαρτί. Χτυπάμε τον τρίτο κρόκο με το γάλα και αλείφουμε απαλά με το μείγμα τις ροζέτες του πουρέ. Τις ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 200°C, για 20-25 λεπτά, μέχρι να ροδίσουν όμορφα. Τις σερβίρουμε ζεστές ως το ιδανικό συνοδευτικό για κρέας ή ψάρι.

Φοντάν πατάτας

Φωτό: Ιωάννα Χαλμούκη

Χρόνος προετοιμασίας: 20 λεπτά

Χρόνος μαγειρέματος: 45-50 λεπτά

Βαθμός δυσκολίας: *

Υλικά για 4 μερίδες

  •  6 πατάτες μεσαίου μεγέθους
  •  60 γρ. βούτυρο
  •  2 κ.σ. ε.π. ελαιόλαδο
  •  400 ml ζωμό κοτόπουλου ή λαχανικών (ζεστό)
  •  2 σκελίδες σκόρδο ελαφρώς χτυπημένες
  •  2 κλωναράκια θυμάρι ή δεντρολίβανο
  •  Αλάτι
  •  Πιπέρι φρεσκοτριμμένο

επι το έργον

  1. Καθαρίζουμε τις πατάτες και τους δίνουμε με το μαχαίρι κυλινδρικό σχήμα, κόβοντας και τις άκρες ώστε να στέκονται όρθιες. Τις αλατοπιπερώνουμε καλά από όλες τις πλευρές.
  1. Ζεσταίνουμε σε ένα φαρδύ τηγάνι που μπαίνει και στο φούρνο το ελαιόλαδο και τη μισή ποσότητα βουτύρου. Τοποθετούμε όρθιες τις πατάτες μέσα στο τηγάνι και τις σοτάρουμε σε μέτρια προς δυνατή φωτιά για 5-6 λεπτά από κάθε πλευρά, μέχρι να αποκτήσουν ένα βαθύ χρυσαφένιο χρώμα.
  1. Στη συνέχεια, χαμηλώνουμε τη φωτιά και προσθέτουμε το υπόλοιπο βούτυρο, το σκόρδο και το θυμάρι (ή το δεντρολίβανο). Ρίχνουμε προσεκτικά ζεστό ζωμό, τόσο ώστε να φτάνει περίπου μέχρι τη μέση των φοντάν πατάτας.
  1. Μεταφέρουμε το σκεύος σε προθερμασμένο φούρνο και ψήνουμε στους 180°C, για 30-35 λεπτά, μέχρι να μαλακώσουν εσωτερικά οι πατάτες και να μείνει στο τηγάνι μια δεμένη βουτυράτη σάλτσα. Σερβίρουμε αμέσως, περιχύνοντας τις πατάτες με τη σάλτσα τους.

Ψητές πατάτες hasselback

Φωτό: Ιωάννα Χαλμούκη

Χρόνος προετοιμασίας: 15′

Χρόνος ψησίματος: 50΄-60′

Βαθμός δυσκολίας: *

Υλικά για 4 μερίδες

  •  4 μεγάλες πατάτες
  •  60 γρ. βούτυρο λιωμένο
  •  4 κ.σ. ε.π. ελαιόλαδο
  •  2 σκελίδες σκόρδο λιωμένες
  •  1 κ.γ. θυμάρι ή δεντρολίβανο
  •  Αλάτι, πιπέρι
  •  Παρμεζάνα ή γραβιέρα τριμμένη (προαιρετικά)

επι το έργον

  1. Πλένουμε καλά τις πατάτες και, χωρίς να τις κόψουμε μέχρι κάτω, τις χαράζουμε σε λεπτές φέτες κατά μήκος (για μεγαλύτερη ευκολία, τις τοποθετούμε ανάμεσα σε δύο ξύλινες κουτάλες ή σε chopsticks).
  1. Ανακατεύουμε το βούτυρο με το ελαιόλαδο, το σκόρδο, το θυμάρι ή το δεντρολίβανο, αλάτι και πιπέρι. Μεταφέρουμε τις πατάτες σε ταψί και τις αλείφουμε καλά με το μείγμα, φροντίζοντας να τις ραντίσουμε καλά και ανάμεσα στις χαρακιές.
  1. Τις ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στους 200°C, για περίπου 40 λεπτά. Τις αλείφουμε ξανά με τα υγρά του ταψιού και συνεχίζουμε το ψήσιμο για άλλα 10-20 λεπτά, μέχρι να γίνουν τραγανές απέξω αλλά να παραμείνουν μαλακές εσωτερικά.
  1. Αν θέλουμε, στα τελευταία 10 λεπτά τις πασπαλίζουμε ανάμεσα στις χαρακιές με τριμμένο τυρί και τις επιστρέφουμε στο φούρνο, να γκρατινάρουν. Τις σερβίρουμε ζεστές, ως συνοδευτικό ή ως κυρίως πιάτο.

Πηγή: Το Βήμα

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο σέξι από την αυθεντικότητα» λέει η Ντακότα Τζόνσον περίπου γυμνή

Για την Ντακότα Τζόνσον δεν υπάρχει τίποτα πιο σέξι από μια γυναίκα που νιώθει άνετα με αυτό που πραγματικά είναι, ακριβώς όπως είναι

Η Ντακότα Τζόνσον πρωταγωνιστεί στη νέα ανοιξιάτικη καμπάνια του Calvin Klein, επιμένοντας για «αβίαστο αισθησιασμό και αυτοπεποίθηση».

Για τις ανάγκες της καμπάνιας η 36χρονη ηθοποιός φωτογραφίζεται σε προσωπικές στιγμές μέσα στο σπίτι, «αναδεικνύοντας τη διαχρονική φιλοσοφία του brand που θέλει τη γυναίκα να νιώθει σέξι με τους δικούς της όρους».

Η Ντακότα Τζόνσον επιλέγει να «απογυμνωθεί» από τους ρόλους του Χόλιγουντ και να επιστρέψει στην ουσία της γυναικείας φύσης, μέσα από τον φακό του Γκόρντον φον Στάινερ.

Η πρωταγωνίστρια του Materialists και nepo baby ως κόρη του Ντον Τζόνσον και της Μέλανι Γκρίφιθ, απαθανατίζεται να διαβάζει ένα βιβλίο δίπλα στην πισίνα φορώντας μόνο ένα μαύρο σουτιέν, να κάθεται πάνω σε ένα μαύρο πιάνο με τζιν παντελόνι ή να χαλαρώνει σε ένα τραπέζι μπιλιάρδου.

«Όταν μια γυναίκα είναι μόνη στο σπίτι, δουλεύοντας ή διαβάζοντας, μπορεί να νιώσει αρκετά ελεύθερη και αισθησιακή», σημείωσε η ηθοποιός σε επίσημη δήλωσή της.

 

«Μου αρέσει που αυτή η καμπάνια αποθεώνει την άνεση και την ελευθερία με τους δικούς σου όρους. Μερικές φορές, το να είναι μια γυναίκα απλώς ο εαυτός της είναι το πιο σέξι πράγμα» πρόσθεσε η Τζόνσον.

Η απόφαση της πρώην συντρόφου του Κρις Μάρτιν, Τζόνσον, να συνεργαστεί με τον οίκο δεν ήταν τυχαία, καθώς η ίδια νιώθει ότι βρίσκεται σε μια φάση ωριμότητας και εσωτερικής ηρεμίας.


Μιλώντας στο περιοδικό Elle, η Τζόνσον εξήγησε ότι η φωτογράφιση αντανακλά την αλήθεια της τρέχουσας καθημερινότητάς της.

«Βρίσκομαι σε ένα σημείο της γυναικείας μου φύσης όπου νιώθω αρκετά ήρεμη και συγκεντρωμένη. Περνάω πολύ χρόνο στο σπίτι και νιώθω πολύ άνετα με το σώμα μου», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η ηθοποιός αποκάλυψε μάλιστα ότι η αγαπημένη της δραστηριότητα για τα βράδια είναι να μένει μέσα, φορώντας τα εσώρουχά της και βλέποντας ταινίες ή διαβάζοντας.

//www.tiktok.com/@calvinklein/video/7615233931465510158" data-video-id="7615233931465510158" id="v38277652136561310" style="outline: 0px; position: relative; width: 605px; margin: 18px auto; line-height: 1.15; overflow: hidden; text-align: center; text-size-adjust: 100%; font-family: proxima-regular, PingFangSC, sans-serif; max-width: 605px; min-width: 325px;">

Η Ντακότα Τζόνσον, γνωστή για τις θαρραλέες ενδυματολογικές της επιλογές και τα περιβόητα «γυμνά φορέματα» στο κόκκινο χαλί, υποστηρίζει ότι η ομορφιά πηγάζει από την άνεση.

Όπως είχε δηλώσει στο παρελθόν στη γερμανική Vogue, αν βρει ένα φόρεμα στο οποίο νιώθει όμορφη, «δεν διστάζει να το φορέσει, ανεξάρτητα από το πόσο αποκαλυπτικό είναι» μακριά από ταμπού ή ασκήσεις σεμνοτυφίας.

 
 

Μανόλης Αναγνωστάκης - Ο πόρος της ποίησης μέσα από την ανάγκη της πενίας

Πολιτική και ποιητική ηθική

Μανόλης Αναγνωστάκης: πενήντα χρόνια ποιητής, ανάμεσά μας. Κάπως στρογγυλεμένα βέβαια, αφού η πρώτη συλλογή του τυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη το ’45 και περιέχει ποιήματα γραμμένα από το ’41 έως το ’44. Σημασία όμως δεν έχει η σχολαστική αυτή λεπτομέρεια.

Μιλάμε για χρόνια, και κινδυνεύουμε να πέσουμε σε παγίδα, ταυτίζοντας τον τρέχοντα εξωτερικό χρόνο με τον εσωτερικό και ποιητικό. Γιατί μπορεί οι δύο αυτοί χρόνοι σε κάποιους ποιητές να συντονίζονται, να τα παν καλά μεταξύ τους· σε άλλους όμως φαίνεται πως αντιμάχονται ο ένας τον άλλο και ελέγχονται αμοιβαίως. Έχω τη βεβαιότητα ότι στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η περίπτωση του Μανόλη Αναγνωστάκη.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 30.4.1994, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Το ζεύγος εξάλλου «έξω χρόνος – μέσα χρόνος», «ιστορικός χρόνος – ποιητικός χρόνος» σφράγισε όλη την πορεία του Μανόλη Αναγνωστάκη. Φτάνει να θυμηθούμε τους τίτλους των δύο κύκλων της ποίησής του, από όπου διέφυγαν μόλις οι «Παρενθέσεις» και η εύστοχη βολή του 1970 (σ.σ. αναφορά στην ποιητική συλλογή «Ο Στόχος», η οποία πρωτοεμφανίστηκε το 1970 στο συλλογικό τόμο «Δεκαοχτώ Κείμενα»): «Εποχές», «Εποχές 2», «Εποχές 3» – «Η Συνέχεια», «Η Συνέχεια 2», «Η Συνέχεια 3». Τίτλοι οδόσημα που ειδοποιούν τον προσεχτικό αναγνώστη για έναν δίδυμο δρόμο, που άνοιξε και τον έφερε σε πέρας ο ποιητής· στην αρχή μαζί με κάποιους φίλους (ας πούμε: συντρόφους ή για να θυμηθώ την Οδύσσεια: εταίρους), που καθ’ οδόν όμως λιγόστευαν, και τελικώς έμεινε σχεδόν μόνος, να ψάχνει τον ασυντέλεστο ακόμη νόστο του.

 

Διαφωνώ με τον φίλο Νάσο Βαγενά, που προχτές έγραφε στο «Βήμα της Κυριακής» πως έφτασε πια ο καιρός να ξαλαφρώσουμε τον Αναγνωστάκη από το βάρος του πολιτικού ποιητή, που τον ερέθιζαν και τον ενέπνεαν προπάντων οι ασφυκτικές εξωτερικές συγκυρίες· να τον απογυμνώσουμε επιτέλους, για να ανακαλύψουμε τον υπαρξιακό πυρήνα της ποίησής του, που είναι, κατά τη γνώμη πάντοτε του Βαγενά, και ο ανθεκτικότερος.

Επιμένω ότι, όποτε κι όπως κι αν διαβαστούν τα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη (χτες, σήμερα, αύριο), δείχνουν πως βρίσκονται στη μέση μιας ζώνης πυρίκαυστης· πως αγωνίζονται να περισώσουν ό,τι απομένει —έστω συντρίμμια— από τη σύγκρουση πολιτικής και ποίησης, για να αναδείξουν αυτό που κάποτε ονόμασα «πολιτική και ποιητική ηθική». Πιστεύω ότι ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπήρξε, και είναι, ένας ποιητής της πολιτικής κι ένας πολιτικός της ποίησης — συγχρόνως και αδιαιρέτως.

Με την προϋπόθεση βεβαίως ότι αυτή η ταλάντωση προχωρεί σε ανθρωπολογικό βάθος, μπορεί και σε βάραθρο, για να θυμηθούμε και τον Καρυωτάκη, έναν ποιητή που ο Αναγνωστάκης από νωρίς πρόσεξε και αφομοίωσε. Αυτό πάντως το ανθρωπολογικό και ανθρωπογνωστικό βάθος δίνει την τρίτη διάσταση στην ποίηση του Αναγνωστάκη. Το ζήτημα είναι αν κι εμείς το αναζητούμε ή, από φόβο, το αποστρεφόμαστε, γιατί δείχνει τον κόσμο της αλλαγής και της ανάγκης, που ορίζουν τη ζωή μας· από τα έξω προς τα μέσα, από τα μέσα προς τα έξω.

Στο πλατωνικό «Συμπόσιο», όπου η Διοτίμα παίρνει τον λόγο, για να ορίσει το αντιφατικό βάθος του Έρωτα, επιμένει στη γενεαλογία του: τον θέλει παιδί μιας σχεδόν αφύσικης συνεύρεσης ανάμεσα στον Πόρο (σ.σ. την προσωποποίηση της αφθονίας, της ευπορίας) και στην Πενία. Η ερωτική αυτή παραβολή της Διοτίμας ταιριάζει καλά νομίζω με την Ποιητική του Αναγνωστάκη. Θα δοκιμάσω να εξηγήσω με δυο λόγια το γιατί και το πώς.

Τώρα που τα χρόνια περίσσεψαν, αισθάνομαι καλύτερα πως οι ποιητές μοιράζονται: ανάμεσα σ’ εκείνους που καμαρώνουν πιο πολύ για τον πατέρα τους (τον Πόρο) — και είναι οι περισσότεροι· στους άλλους, τους λιγότερους, που δεν μπορούν και δεν θέλουν να ξεχάσουν τη μάνα τους (την Πενία)· οι πρώτοι μιλούν εκ περιουσίας· οι δεύτεροι εξ ανάγκης.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει, κατά τη γνώμη μου, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ψάχνοντας συνεχώς τον πόρο της ποίησης μέσα από την ανάγκη της πενίας. Και δεν εννοώ αυτό που πολλοί από όσους γράφουν στίχους και ποιήματα ονομάζουν «εσωτερική ανάγκη», που δεν τους αφήνει να ησυχάσουν. Υποθέτω πως η διχοτομία ανάμεσα σε εξωτερική και εσωτερική ανάγκη για τον Αναγνωστάκη είναι ύποπτη· πέφτει έξω από το μαγνητικό πεδίο της πολιτικής και ποιητικής ηθικής· μοιάζει μάλλον εκφραστική πολυτέλεια, όσων φαντάζονται πως είναι από γεννησιμιού τους εύποροι — ποιητικά ή πολιτικά, ή και τα δύο. Ζήτημα βασικής επιλογής, που η αρχή της ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί στα πρώτα εφηβικά χρόνια.

Αν υπήρξαν και στον τόπο μας (και ασφαλώς υπήρξαν) κάποιοι πράγματι αιρετικοί ποιητές της Αριστεράς, τότε σίγουρα ο Αναγνωστάκης είναι ένας από αυτούς, μπορεί και ο πρώτος. Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι εδώ και κάμποσα χρόνια η Αριστερά, και όχι μόνο η δική μας, έχει πάθει ανακοπή. Ίσως λοιπόν η παρατεινόμενη σιωπή του Αναγνωστάκη να οφείλεται, εκτός των άλλων, και σ’ αυτό το πάθος της Αριστεράς, με το οποίο συμπάσχει. Ο ίδιος εξάλλου συμβούλευε στη «Συνέχεια», αρχές της δεκαετίας του ’50, υπό τον τίτλο «Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι»: «Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία,/κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό,/και της σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,/τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής».

*Επιφυλλίδα του Δημήτρη Μαρωνίτη (Δ. Ν. Μαρωνίτη), που έφερε τον τίτλο «Πενήντα χρόνια Ποιητής» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» στις 30 Απριλίου 1994, παραμονή του Πάσχα.

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10 Μαρτίου 1925.

Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και μετεκπαιδεύτηκε στην Ακτινολογία στη Βιέννη. Εργάστηκε ως γιατρός στη Θεσσαλονίκη και από τα τέλη του 1978 έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα.

Πολιτικά στρατευμένος από νεαρή ηλικία στο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, ο Αναγνωστάκης υπήρξε αρχισυντάκτης του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944), έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου καταδικάστηκε από στρατοδικείο σε θάνατο για την παράνομη πολιτική δράση του (1949).

Ο Αναγνωστάκης πρωτοεμφανίστηκε επισήμως στο χώρο των γραμμάτων το 1945 με την ποιητική συλλογή «Εποχές».

Ακολούθησαν οι «Εποχές 2» (εκδόθηκαν το 1948, κατά τη διάρκεια της προφυλάκισης του ποιητή), οι «Εποχές 3» (1951), «Η Συνέχεια» (1954), οι «Παρενθέσεις» (1956), «Η Συνέχεια 2» (1956) και «Η Συνέχεια 3» (1962).

Ακολούθησε μια περίοδος ποιητικής σιωπής από πλευράς Αναγνωστάκη έως το 1970, όταν δημοσιεύτηκαν ποιήματά του υπό το γενικό τίτλο «Ο Στόχος» στα «Δεκαοχτώ Κείμενα», μια σημαντική αντιδικτατορική κατάθεση κορυφαίων πνευματικών ανθρώπων

Από το 1959 έως το 1961 ο Αναγνωστάκης υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Κριτική, μέσα από τις στήλες του οποίου προέβαλε τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής του.

Ο Αναγνωστάκης συνεργάστηκε με την εφημερίδα Αυγή και τα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα, Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Ελληνικά, Διάλογος, Επιθεώρηση Τέχνης, Εποχές, Ο Αιώνας μας και Θούριος, όπου έγραψε δοκίμια, μελέτες και κριτικές βιβλίων.

Ο Αναγνωστάκης τοποθετείται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά της νεοελληνικής ποίησης, μια γενιά που χαρακτηρίστηκε ως ποίηση της ήττας, καθώς πολλοί δημιουργοί της διέγραψαν την πορεία από την αισιόδοξη πίστη στο κομμουνιστικό όραμα στην απαισιοδοξία που προέκυψε από τη διάψευση των προσδοκιών τους.

Η γραφή του Αναγνωστάκη χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή αναδίπλωση του ποιητή σε έναν προσωπικό κόσμο, στο πλαίσιο του οποίου επιχειρείται η διαφύλαξη των ανθρωπιστικών συναισθημάτων και αξιών που χάνονται στο σύγχρονο κόσμο. Η εν λόγω αναδίπλωση εκφράζεται κυρίως μέσω της κατ’ επίφασιν συναισθηματικής απόστασης του δημιουργού από τα θέματα που τον απασχολούν και της συχνά επιγραμματικής διατύπωσης.

Συχνή είναι επίσης στο έργο του η παρουσία της μνήμης, των αναφορών στην παιδική ηλικία και τους φίλους, της ταύτισης ποίησης και ζωής.

Έργα του Αναγνωστάκη μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη και άλλους έλληνες συνθέτες και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.

Ο ολιγογράφος ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης απεβίωσε στις 23 Ιουνίου 2005.