Στο ντοκιμαντέρ του Stephen Michael Simon, «Far West», η Lala Abaddon αφήνει τη Νέα Υόρκη και βρίσκει γαλήνη και έμπνευση στο νέο της σπίτι στην Άγρια Δύση.
Εξουθενωμένη από τον γρήγορο ρυθμό της ζωής στην πόλη, η Lala Abaddon αφήνει τη Νέα Υόρκη και παίρνει την απόφαση να αναζητήσει παρηγοριά στα άγρια τοπία της αμερικανικής Δύσης. Χωρίς τις γνωστές ανέσεις (τρεχούμενο νερό, ηλεκτρικό ρεύμα και συνδεσιμότητα), αντιμετωπίζει την τρομακτική πρόκληση να χτίσει μια ζωή από το μηδέν. Το ντοκιμαντέρ «Far West» του Stephen Michael Simon δεν δείχνει απλώς τον τρόπο που επιβιώνει αλλά αποτελεί μια βαθιά συγκινητική αναζήτηση του νοήματος της ζωής, μια μαρτυρία για την αστείρευτη δύναμη της ανθρώπινης ανθεκτικότητας και μια ζωντανή υπενθύμιση ότι μερικές φορές, στις πιο ήσυχες στιγμές, αναδύεται ο αληθινός μας εαυτός και το πιο βαθύ έργο μας παίρνει μορφή.
Η συντήρηση της προβατίνας με τη βοήθεια του αλατιού της θάλασσας που μεταφέρει ο άνεμος κάνει το skerpikjøt ένα από τα πιο παράξενα αλλαντικά του κόσμου.
ι Ορκάδες είναι αρχιπέλαγος 16 χιλιόμετρα από τις ακτές της ανατολικής Σκωτίας, στο βόρειο άκρο της, νότια από τα νησιά Σέτλαντ. Αποτελείται από 70 νησιά, από τα οποία κατοικούνται τα 19, με πιο μεγάλο το Μέινλαντ. Η ομώνυμη πόλη είναι το πρώτο σημείο που προσφέρεται για στάση αν ακολουθήσεις τα ίχνη του Πυθέα του Μασσαλιώτη, ενός αρχαίου Έλληνα εξερευνητή και γεωγράφου από τη Μασσαλία της σημερινής Γαλλίας, ο οποίος γύρω στο 330 π.Χ. έκανε ένα μυθικό ταξίδι πέρα από τα όρια του τότε γνωστού κόσμου. Ο Πυθέας ταξίδεψε στις θάλασσες της Βόρειας Ευρώπης, φτάνοντας μέχρι την Ισλανδία και τον Αρκτικό Ωκεανό, είδε θαυμαστά πράγματα που μέχρι τότε υπήρχαν μόνο στους μύθους και τους θρύλους και δεκαπέντε χρόνια αργότερα τα κατέγραψε σε ένα βιβλίο με τίτλο «Περί Ωκεανού», ένα οδοιπορικό με τόσο πρωτόγνωρες για την εποχή περιγραφές, που κάποιοι σύγχρονοί του συγγραφείς θεώρησαν ότι ήταν μυθοπλασία. Το σημαντικής επιστημονικής και ανθρωπολογικής αξίας αυτό ντοκουμέντο πολεμήθηκε πολύ από τον Στράβωνα και τον Πολύβιο, αλλά εκτιμήθηκε από άλλους σύγχρονούς τους συγγραφείς που, αποσπασματικά, το συμπεριέλαβαν στο έργο τους. Ευτυχώς, γιατί αυτά τα αποσπάσματα στα κείμενα του Τίμαιου, του Ερατοσθένη, του Πλίνιου του Πρεσβύτερου και του Διόδωρου του Σικελιώτη είναι και τα μόνα που διασώθηκαν – ολόκληρο το έργο «Περί Ωκεανού» κάηκε μαζί με τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Ακόμα και ο Στράβων και ο Πολύβιος παραθέτουν κατά λέξη τα λόγια του Πυθέα, αναφέροντάς τον όμως ως «τον χειρότερο ψεύτη», αμφισβητώντας την εγκυρότητα του ταξιδιού του. «Η εχθρότητα αυτών των δύο συγγραφέων απέναντι στον Πυθέα μπορεί να οφείλεται σε κάτι τόσο απλό όσο ο επαγγελματικός φθόνος», λέει ο Βρετανός αρχαιολόγος, Μπάρι Κάνλιφ, συγγραφέας του βιβλίου «Πυθέας ο Έλληνας, εξερευνητής και θαλασσοπόρος», ίσως την πιο σοβαρή μελέτη για τον θρυλικό αυτόν εξερευνητή.
Το πρόβατο είναι το βασικό ζώο και των έρημων Χάιλντς της Σκωτίας και της Ισλανδίας, αλλά στα Φερόε οι κάτοικοι βρήκαν έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να συντηρούν το κρέας του, απλώνοντάς το να στεγνώσει στον δυνατό και παγωμένο αέρα που μεταφέρει μεγάλη ποσότητα αλατιού από τη θάλασσα.
Η διαδρομή που ακολούθησε ο Πυθέας δεν είναι ακριβώς γνωστή, αλλά σίγουρα ξεκίνησε το ταξίδι του από τη Μασσαλία, έπλευσε δυτικά, περνώντας από τα στενά του Γιβραλτάρ, προχώρησε στον Ατλαντικό και ακολουθώντας τη δυτική ακτογραμμή της Ισπανίας και της Γαλλίας προς βορρά, αποβιβάστηκε στη Βρετάνη. Από εκεί, διέσχισε τη Μάγχη φτάνοντας σε ένα μέρος που ονομάζει «Βελέριον» –μάλλον την Κορνουάλη– και στη συνέχεια, ταξιδεύοντας παράλληλα με τις ακτές της Ουαλίας, αποβιβάστηκε στη Νήσο Μαν. Μετά περιέπλευσε τις δυτικές ακτές της Σκωτίας, περνώντας ανάμεσα από τα νησιά των Εβρίδων. Είναι αρκετές οι πηγές που αναφέρουν ότι αποβιβάστηκε πολλές φορές στη στεριά, ο Στράβων μάλιστα γράφει ότι «διέσχισε ολόκληρη τη Βρετανία με τα πόδια», σχολιάζοντας ότι θεωρεί τον ισχυρισμό του Πυθέα εντελώς παράλογο. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι βόρεια της Βρετανίας βρίσκονται οι Ορκάδες νήσοι και παρότι ο αριθμός των νησιών που περιγράφονται δεν είναι ο πραγματικός, είναι βέβαιο ότι ο Πυθέας έκανε εκεί την τελευταία στάση προτού περιπλανηθεί στη Βόρεια Θάλασσα. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο Πυθέας έπλεε επί έξι μέρες προτού φτάσει σε μια ξηρά που ονόμασε Θούλη, ένα μέρος που με τα χρόνια πήρε μυθικές διαστάσεις και ορισμένοι μελετητές ταυτίζουν με την Ισλανδία. Στη διαδρομή προς την Ισλανδία και βόρεια των Νησιών Φερόε, ο Πυθέας έγινε μάρτυρας ενός φαινόμενου εντελώς ξένου για τους κατοίκους της Μεσογείου: του σχεδόν συνεχούς ηλιακού φωτός τους καλοκαιρινούς μήνες σε μεγάλα γεωγραφικά πλάτη. Αναφέρει, επίσης, ότι έπειτα από πλεύση μιας ημέρας βόρεια της Θούλης, φτάνει κανείς στην «Πεπηγυία Θάλασσα» (την «πηγμένη») – προφανώς εννοεί τον παγωμένο Αρκτικό Ωκεανό. Οι παγετώνες, οι κακές καιρικές συνθήκες και το δριμύ ψύχος δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει το ταξίδι του προς βορρά, έφτασε πάντως σε σημεία που κανένας Έλληνας δεν είχε ξαναπάει.
Καλύβες σε οικισμό στα Φερόε. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image
Το πιο πιθανό είναι η θρυλική Θούλη να είναι η Ισλανδία, αλλά αρκετοί μελετητές πιστεύουν ότι έφτασε μέχρι τη Γροιλανδία ή τη Νορβηγία (στη νήσο Smøla έκαναν ολόκληρη καμπάνια πριν από μερικά χρόνια για να πείσουν τους τουρίστες ότι αυτή ήταν η αρχαία Θούλη του Πυθέα). Σίγουρα πέρασε και από τα Νησιά Φερόε, το μόνο σύμπλεγμα νησιών ανάμεσα στα νησιά Σέτλαντ και την Ισλανδία, μια αναγκαστική στάση στο δύσκολο ταξίδι προς την παγωμένη άκρη του κόσμου. Και παρότι ήταν ένα μέρος έρημο, ακατοίκητο και αφιλόξενο, με τον αέρα να σε φυσάει τόσο δυνατά που έπρεπε να ξαπλώσεις στο χώμα για να μη σε παρασύρει, ήταν ένας από τους πράσινους παράδεισους που περιγράφει, με χορτάρι, καταρράκτες και πουλιά που τους τροφοδότησαν με φρέσκο κρέας στο ταξίδι προς το άγνωστο. Ακολουθώντας τα ίχνη του Πυθέα από τις Ορκάδες μέχρι τις Νήσους Φερόε, αισθανόμαστε για λίγο θαλασσοπόροι.
Τα Νησιά Φερόε, δεκαοχτώ συνολικά, αποτελούν σήμερα αυτόνομη δημοκρατία που ανήκει στο βασίλειο της Δανίας και οι κάτοικοί της μιλούν μια δικιά τους γλώσσα, γερμανικής προέλευσης, που μοιάζει με τα ισλανδικά. Ως τοπίο είναι συγκλονιστικό: το απόκοσμο γκρίζο της Ισλανδίας –που κάποιες στιγμές σου δίνει την εντύπωση ότι είσαι σε άλλον πλανήτη– διαδέχεται το απέραντο πράσινο των Χάιλαντς, με απότομους γκρεμούς, βραχώδεις παραλίες και καταρράχτες που κυλούν μέχρι τη θάλασσα. Τα μόνα ζώα που κατάφεραν να επιβιώσουν στα άγονα και αφιλόξενα αυτά νησιά από την εποχή που έφτασαν εκεί οι πρώτοι Βίκινγκς ήταν τα πρόβατα. Βρήκαν άφθονη τροφή και ευνοϊκές συνθήκες, χωρίς καθόλου εχθρούς. Έτσι συνδέθηκαν αμέσως με τη ζωή των κατοίκων και έγιναν τόσο σημαντικά για την επιβίωσή τους, που έδωσαν το όνομά τους στα νησιά: τα Νησιά των Προβάτων. Φερόε στα σκανδιναβικά σημαίνει πρόβατο.
Το πρόβατο είναι το βασικό ζώο και των έρημων Χάιλντς της Σκωτίας και της Ισλανδίας, αλλά στα Φερόε οι κάτοικοι βρήκαν έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο να συντηρούν το κρέας του, απλώνοντάς το να στεγνώσει στον δυνατό και παγωμένο αέρα που μεταφέρει μεγάλη ποσότητα αλατιού από τη θάλασσα. Είναι Αύγουστος και ο άνεμος λυσσομανάει την ώρα που ανεβαίνουμε στην κορυφή του λόφου στο Eysturoy. O Máur που μας ξεναγεί μάς πηγαίνει σε μια ξύλινη ορθογώνια καλύβα με μακριά δοκάρια, από τα οποία κρέμονται κομμάτια που μοιάζουν με σαπισμένοι κορμοί δέντρου, καλυμμένοι με λειχήνες. Το στεγνό κομμάτι κρέατος που κατεβάζει από τον γάντζο και μας δείχνει περήφανα είναι ένα μπούτι από πρόβατο μέσα στη μούχλα, που οι ντόπιοι ονομάζουν skerpikjøt (προφέρεται σέσπιτσοτ) και είναι από τα πιο σπάνια αλλαντικά στον πλανήτη. Ο περίεργος αυτός τρόπος για να συντηρούν το κρέας του αρνιού παρείχε φαγητό όλο τον χρόνο στους πρώτους ανθρώπους που πάτησαν το πόδι τους στο νησί. Το skerpikjøt τους έσωσε, κυριολεκτικά, από την πείνα, παρέχοντάς τους τις απαραίτητες πρωτεΐνες για να αντέξουν στις δύσκολες συνθήκες του νησιού.
Το τοπίο στα νησιά είναι συγκλονιστικό.
Η ιστορία των Φερόε δεν είναι ακριβώς γνωστή. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι οι Κέλτες εξερευνητές έφτασαν εκεί τον 6ο αιώνα και τον 9ο αιώνα ακολούθησαν Ιρλανδοί μοναχοί και Βίκινγκς. Στο άγριας ομορφιάς αυτό μέρος, γυμνό από δέντρα, γεμάτο απότομες ηφαιστειακές κορυφές και διάσπαρτο από φιόρδ, οι πρώτοι άποικοι δεν μπορούσαν να καλλιεργήσουν σχεδόν τίποτα. Ο αγώνας για την επιβίωσή τους ήταν πολύ δύσκολος, γιατί στο πετρώδες, άγονο έδαφος των Φερόε δεν άντεχε να μεγαλώσει δέντρο και καμία βλάστηση δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει. Έτσι, χωρίς ξυλεία για καύσιμο, οι συνθήκες ήταν εντελώς εχθρικές και πρωτόγνωρες. Δεν μπορούσαν να συντηρήσουν το αρνί με καπνό, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν αλάτι βράζοντας το θαλασσινό νερό, ήταν αναγκασμένοι να βρουν έναν άλλο τρόπο συντήρησης του κρέατος, κι αυτόν τον υπέδειξαν τα ίδια τα νησιά: την αποξήρανση και τη ζύμωσή του με τη βοήθεια του αλατιού της θάλασσας που μετέφερε ο άνεμος.
Οι άνεμοι στα Φερόε είναι πολύ σφοδροί, στις καταιγίδες μπορούν να γίνουν τόσο βίαιοι που αναποδογυρίζουν σπίτια και μετακινούν ολόκληρους σωρούς από πέτρες. Κουβαλούν όμως τόσο μεγάλη ποσότητα αλατιού, που όταν ταξιδεύεις με πλοίο σχηματίζονται στο πρόσωπό σου φολίδες από αλάτι. Αυτή η επίθεση από τις σταγόνες της θάλασσας που παρασύρει ο άνεμος σχηματίζοντας ένα νέφος αλμύρας ήταν σωτήρια για τους πρώτους αποίκους.
Η καλύβα που μας έχει πάει ο Máur, με τοίχους φτιαγμένους από κάθετες σανίδες με κενό μεταξύ τους, η οποία ονομάζεται hjallur (προφέρεται τσάτλερ), είναι ένα ευφυώς σχεδιασμένο κτίριο, ζωτικής σημασίας για τη συντήρηση του κρέατος. Κι είναι το μόνο κτίριο στα νησιά που επιτρέπει στους άγριους ανέμους του Ατλαντικού να μπαίνουν στο εσωτερικό του. Αυτοί οι αλατώδεις άνεμοι μετατρέπουν τη σάρκα του ζώου σε skerpikjøt, προκαλώντας σταδιακά κάτι μοναδικό, που δεν μπορεί να συμβεί σε καμία άλλη συνθήκη: ένα ελαφρό πάστωμα αλλά και ταυτόχρονη ζύμωση του κρέατος που προκαλείται από τη μακρόχρονη αποσύνθεσή του. Σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, αν κρεμάσεις το κουφάρι ενός αρνιού σε μια ξύλινη καλύβα, θα σαπίσει και θα γεμίσει σκουλήκια. Στα Φερόε μετατρέπεται στο σπάνιο αυτό αλλαντικό. Η λέξη skerpikjøt περιγράφει το κρέας που έχει φτάσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο ζύμωσης στην πορεία του προς την αποσύνθεση. Σταδιακά, ο αλατούχος αέρας αφαιρεί την υγρασία από το κρεμασμένο κρέας, ενώ ταυτόχρονα τα μικρόβια αποσυνθέτουν τις πρωτεΐνες του, σε μια αργή διαδικασία που μπορεί να κρατήσει ακόμη και χρόνια. Οι μικρής διάρκειας μέρες του χειμώνα (μόλις τέσσερις ώρες) δεν επιτρέπουν σε κανένα φυτό να μεγαλώσει τόσο ώστε να δώσει τροφή, ούτε καν στις πατάτες, όμως οι χαμηλές θερμοκρασίες του νησιού –όχι τόσο χαμηλές όσο σε άλλες περιοχές του Αρκτικού κύκλου– δεν αφήνουν το κρέας να χαλάσει, επιτρέποντας ταυτόχρονα τη διαδικασία της ζύμωσης για να «ωριμάσει».
Καταρράκτες στα Νησιά Φερόε.
Το αρνί που έχει κατεβάσει και μας δείχνει ο Máur είχε σφαχτεί τον προηγούμενο Οκτώβριο και ήθελε ακόμη δύο με τρεις μήνες για να γίνει skerpikjøt. Είναι διαδικασία που απαιτεί υπομονή, αλλά αυτή η μακροχρόνια ζύμωση που συντηρεί το κρέας επέτρεψε στους πρώτους κατοίκους να μείνουν στο νησί. Για αιώνες, όποιος μπορούσε να βρει τρόπο να φύγει, το έκανε με την πρώτη ευκαιρία. Οι άνθρωποι που έμεναν ήταν σκληραγωγημένοι και για να επιβιώσουν βασίζονταν απολύτως στη φύση. Τα πρόβατα που έφεραν μαζί τους σκληραγωγήθηκαν ακόμα περισσότερο. Τα πρώτα πρόβατα που έφτασαν στα Φερόε ήταν ένα είδος αρχαίου ζώου, ευκίνητο, ανθεκτικό και κοντό – αυτό που οι Βικτωριανοί ανέφεραν ως «πρωτόγονη ράτσα». Ένας πολύ μικρός αριθμός από παρόμοιες αρχαίες ράτσες έχουν επιβιώσει σε απόμακρα σημεία της Ευρώπης, όπως στο ακατοίκητο νησί Soay των Εβρίδων, στη Σκωτία – το οποίο δίνει το όνομά του στα συγκεκριμένα πρόβατα. Οι «πρωτόγονες» αυτές ράτσες έχουν ένα γενετικό χαρακτηριστικό που είχαν τα ζώα πριν από την εξημέρωσή τους, το οποίο έχασαν με τα χρόνια: ξεφορτώνονταν το μαλλί τους τρίβοντάς το σε κορμούς δέντρων ή βράχια. Έτσι, ακόμα και σήμερα, το μαζεύουν μαδώντας το και όχι κουρεύοντάς το. Οι άνθρωποι επέλεγαν τα πρόβατα που κρατούσαν την προβιά τους και τα διασταύρωναν μεταξύ τους, επειδή με το κούρεμα ήταν πιο εύκολη η αφαίρεση του μαλλιού. Τα πρωτόγονα πρόβατα, επίσης, συμπεριφέρονταν διαφορετικά: αντί να σχηματίζουν κοπάδια όπως τα σημερινά πρόβατα, διασκορπίζονταν και ήταν πιο δύσκολο να τα μαζέψεις. Στα νησιά δεν υπήρχαν αρπακτικά, ήταν ελεύθερα να βόσκουν μόνα τους σε μικρές ομάδες, όπως κάνουν και σήμερα, και κάτω από το καστανό τους μαλλί είχαν πλούσια στρώματα ενδομυϊκού λίπους που τα βοηθούσε να αντέξουν τις ακραίες καιρικές συνθήκες.
Τα χιλιάδες στρέμματα γρασιδιού, το μοναδικό πράγμα που φυτρώνει σε αφθονία στα νησιά, έδωσε στα πρώτα πρόβατα την τροφή και την ενέργεια που χρειάζονταν για να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον, αλλά και για να παρέχουν στους ανθρώπους όσα είχαν ανάγκη για να ζήσουν: γάλα και βούτυρο για φαγητό, μαλλί για ρούχα, λίπος για να ζεσταθούν και να φωτίσουν, και την κοπριά τους για καύσιμη ύλη. Τον 13ο αιώνα το μαλλί τους ήταν τόσο πολύτιμο για τους ανθρώπους των νησιών όσο και ο χρυσός, και το χρησιμοποιούσαν ως νόμισμα.
Τα πρόβατα βρήκαν άφθονη τροφή και ευνοϊκές συνθήκες, χωρίς καθόλου εχθρούς. Έτσι συνδέθηκαν αμέσως με τη ζωή των κατοίκων και έγιναν τόσο σημαντικά για την επιβίωσή τους, που έδωσαν το όνομά τους στα νησιά: τα Νησιά των Προβάτων - Φερόε στα σκανδιναβικά σημαίνει πρόβατο.
Για αιώνες το κρέας δεν ήταν ο κύριος λόγος που εξέτρεφαν τα πρόβατα. Σίγουρα έσφαζαν κάποιο σε ώρα ανάγκης, αλλά το τελευταίο πράγμα που θα έκανε κάποιος στα νησιά ήταν να σκοτώσει το ζώο που του έδινε τα απαραίτητα για να επιβιώσει. Και ποτέ δεν έσφαζε νεαρό ζώο. Έπρεπε να είναι τουλάχιστον τεσσάρων χρόνων ή ακόμα μεγαλύτερο για να μετατραπεί σε skerpikjøt. Αυτό σημαίνει ότι ήταν ώριμο ζώο, με μεγάλη ποσότητα λίπους ενσωματωμένη στη σάρκα του και με έντονη μυρωδιά, δηλαδή προβατίνα. Και δεν συνηθιζόταν μόνο στα Νησιά Φερόε αυτή η πρακτική, να μην τρώνε νεαρά ζώα – στα Νησιά Φερόε τα πρόβατα ζούσαν και ζουν ακόμα αρκετά χρόνια. Στα περισσότερα μέρη της Ευρώπης, από τη Νεολιθική εποχή μέχρι και πριν από μερικά χρόνια, ήταν ασυνήθιστο να σφάξει κάποιος ένα νεαρό ζώο, όπως ένα αρνάκι.
Μέχρι το ξεκίνημα του 20ού αιώνα η προβατίνα ήταν τόσο κοινή στα γεύματα της Ευρώπης όσο και το βοδινό. Τη σέρβιραν σε βασιλικά παλάτια με κάπαρη και κρέμα ή μέσα σε ζεστές πίτες που αγόραζαν οι εργάτες από πωλητές στους δρόμους. Τη σέρβιραν στο τελευταίο γεύμα του Τιτανικού το 1912 και ως γενέθλιο γεύμα στην τελευταία αποστολή του Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ στην Ανταρκτική, μαγειρεμένη σε ενός είδους στιφάδο. Ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ έδωσε γεύση προβατίνας σε δεκαέξι περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς, ενώ ο Κάρολος Ντίκενς, φανατικός μάγειρας, δεν έβαλε απλώς τους χαρακτήρες του να απολαμβάνουν πλουσιοπάροχα γεύματα με προβατίνα, αλλά επινόησε και μία συνταγή για ψημένο μπούτι προβατίνας γεμισμένο με μοσχάρι και στρείδια. Κι η αλήθεια είναι ότι η προβατίνα είναι πολύ πιο ενδιαφέρον, εύγεστο και περίπλοκο κρέας από το αρνί.
Στεγνά κομμάτια κρέατος κρέμονται από τους γάντζους.
Η προβατίνα ήταν το κρέας που τροφοδότησε τη Βιομηχανική Επανάσταση, αλλά η δημοτικότητά της σταδιακά άρχισε να υποχωρεί, σε σχέση με άλλα κρέατα. Μέχρι το 1900, σχεδόν το 50% του αρνίσιου κρέατος που κατανάλωνε η Βρετανία εισαγόταν από τον Νέο Κόσμο, σε καταψύκτες πλοίων – κυρίως από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Λόγω αυτής της νέας και άφθονης παραγωγής ζωντανών σε όλη την αυτοκρατορία, έγινε δυνατό να εκτρέφονται πρόβατα κυρίως για το κρέας τους και να σφάζονται σε μικρότερη ηλικία. Έως τα μέσα του 20ού αιώνα που οι αναδυόμενοι σεφ άρχισαν να καθορίζουν τα γούστα του κόσμου, η προβατίνα θεωρήθηκε υπερβολικά λιπαρή, με πολύ έντονη γεύση και χρονοβόρα στο μαγείρεμα. Έτσι στράφηκαν σε νεότερα ζώα, πιο τρυφερά και με λιγότερη μυρωδιά στο κρέας τους. Ξαφνικά, η προβατίνα εξαφανίστηκε από όλη την επικράτεια της αστικής Ευρώπης. Στη Βρετανία χάθηκαν τεχνικές αιώνων σφαγής και επεξεργασίας του κρέατος και δεν επιβίωσαν ούτε καν ως γαστρονομική και πολιτιστική μνήμη. Τη δεκαετία του 1960, μετά τη μεγάλη ανάπτυξη των συνθετικών υφασμάτων όπως το νάιλον, οι τιμές του μαλλιού έπεσαν κατακόρυφα. Έτσι δεν συνέφερε τους κτηνοτρόφους να διατηρούν ζώα μεγαλύτερα του ενός έτους – η μόνη αξία που είχαν πλέον ήταν ως αρνίσιο κρέας και όχι ως μαλλί. Αυτό έφερε δραματικές αλλαγές στην εκτροφή των ζώων. Οι ράτσες που ήταν για πολλαπλές χρήσεις έφτασαν στα όρια της εξαφάνισης ή εξαφανίστηκαν εντελώς από όλη τη Βόρεια Ευρώπη, και μέχρι τη δεκαετία του ’70 αντικαταστάθηκαν από την Τέξελ, μια μεγαλόσωμη ράτσα από την Ολλανδία, με περισσότερο κρέας. Σήμερα, οι σκληραγωγημένες «πρωτόγονες» ράτσες αποτελούν το 0,3% των ζώων που εκτρέφονται και συνεχώς λιγοστεύουν.
Οι κάτοικοι των Φερόε εξακολουθούν να μην τρώνε νεαρά ζώα – ωστόσο, τα πρόβατα που εκτρέφονται είναι πλέον αποκλειστικά για παραγωγή κρέατος. Και εκτός από τα πόδια και τα μπούτια που ωριμάζουν αργά στα hjallurs, τρώνε κάθε μέρος του ζώου, οτιδήποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το κουφάρι ενός προβάτου. Τρώνε το κεφάλι του, χωρίς τα μυαλά, κομμένο στη μέση και μετά βρασμένο (seyðahøvd), μετατρέπουν το αίμα του ζώου σε λουκάνικο, μαγειρεύουν τα πάντα εκτός από τη χοληδόχο κύστη, που είναι πικρή και τοξική.
Οι ντόπιοι το ονομάζουν skerpikjøt (προφέρεται σέσπιτσοτ) και είναι από τα πιο σπάνια αλλαντικά στον πλανήτη.
Το skerpikjøt μαζί με τα άγρια πουλιά (κυρίως τα νεαρά puffins), το κρέας της φάλαινας και τον μπακαλιάρο ήταν οι κύριες πηγές πρωτεΐνης για αιώνες και οι βασικές γαστρονομικές παραδόσεις τους. Ωστόσο, όταν τα Νησιά Φερόε περιήλθαν υπό δανική κυριαρχία τον 14ο αιώνα, αυτές οι γαστρονομικές παραδόσεις αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία – ειδικά το skerpikjøt. Για ολόκληρες γενιές κρύφτηκε σαν επαίσχυντο μυστικό, για να μην το βλέπουν οι ξένοι. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την άφιξη των μεγάλων πλοίων και τη νέα τεχνολογία, η αλιευτική βιομηχανία αναπτύχθηκε γρήγορα και έδωσε στους νησιώτες ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος ανά κάτοικο στην Ευρώπη. Αυτό σήμαινε ότι είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράζουν φαγητό από κάθε μέρος του κόσμου. Τώρα, κάθε εβδομάδα, μεταφέρονται από τη Δανία κοτόπουλα, χοιρινό και βοδινό κρέας και το skerpikjøt έχει γίνει ένα φαγητό που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Ευτυχώς, η νέα γενιά σεφ που έχει επιλέξει να ανοίξει εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας στο νησί, σερβίροντας μόνο ντόπια προϊόντα, ανακάλυψε εκ νέου το skerpikjøt και το έβαλε στα μενού της. Στο Koks το σερβίρουν με τον παραδοσιακό τρόπο, κομμένο σε λεπτές φέτες πάνω σε μια φέτα ψωμί, μαζί με ελάχιστο αλάτι. Το skerpikjøt δεν εξάγεται και η τιμή του είναι απαγορευτικά ακριβή, ειδικά αυτό που θεωρείται ανώτερης ποιότητας. Για να φτάσει στο στάδιο να φαγωθεί, πρέπει να περάσει τουλάχιστον εννιά μήνες κρεμασμένο στα hjallurs και αυτό αυξάνει πολύ την τιμή του, όπως επίσης και η ράτσα του προβάτου που χρησιμοποιείται και ο τρόπος που έχει τραφεί – ο οποίος επηρεάζει πολύ τη γεύση του κρέατος.
Η γεύση του skerpikjøt είναι αρκετά βαριά, αφήνει μια ταγγή αίσθηση στο πίσω μέρος του φάρυγγα από την οξείδωση του λίπους και μια αμυδρή επίγευση σήψης, αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά ακριβώς εκτιμούν οι ντόπιοι. Είναι σαν το κρασί. Εάν το πρόβατο έχει περάσει τη ζωή του πάνω στους λόφους, το κρέας του έχει πολύ πιο ντελικάτη γεύση, εάν έχει ζήσει περιφραγμένο μέσα στην κοιλάδα, έχει πιο έντονη. Η γεύση του εξαρτάται επίσης από την τοποθεσία της καλύβας όπου στεγνώνει και την κατεύθυνση των ανέμων. Μπορεί το skerpikjøt να έσωσε πολύ κόσμο από τη λιμοκτονία και σήμερα να θεωρείται γκουρμέ λιχουδιά, αλλά υπάρχει αρκετός κόσμος που θα προτιμούσε να πεθάνει από την πείνα, παρά να το δοκιμάσει. Είναι σίγουρα ο πιο αλλόκοτος τρόπος να φας προβατίνα.
Η αλήθεια είναι ότι, πέρα από το πολιτιστικό ενδιαφέρον που έχει το skerpikjøt, η γεύση της προβατίνας στα κάρβουνα είναι ασύγκριτα ανώτερη γαστρονομικά – κανένας τρόπος μαγειρέματος δεν μπορεί να πλησιάσει τη «θεϊκή» τσίκνα της ψημένης προβατίνας. Θυμάμαι ότι πριν από μια εικοσαετία, όταν είχα μετακομίσει στην Καλλιδρομίου, το κρέας προβατίνας ήταν δυσεύρετο, έπρεπε να το παραγγείλω τουλάχιστον δύο μέρες νωρίτερα στον χασάπη μου γιατί δεν έφερνε καν στο μαγαζί του. Και για αρκετά χρόνια η προβατίνα δεν ήταν δημοφιλής στα φαγάδικα της Αθήνας. Ελάχιστες ψησταριές τη σέρβιραν και δεν υπήρχε ούτε για αστείο στο fine dining. Σήμερα τη βρίσκεις σχεδόν παντού, ακόμα και στα σουβλατζίδικα. Κι ας μην είναι πάντα από θηλυκό ζώο άνω των 24 μηνών το κρέας που «βαφτίζουν» προβατίνα – σπανίως είναι προβατίνα αυτό που σερβίρουν για προβατίνα. Συνήθως είναι ζυγούρι...
Το Ισραήλ δεν έχει επιβεβαιώσει ούτε αρνηθεί ότι διαθέτει πυρηνικά όπλα, ωστόσο, είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένο ότι διαθέτει πυρηνική ικανότητα, την οποία ανέπτυξε εκτός του πλαισίου της Συνθήκης
Σε μια εποχή που οι στρατιωτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή κλιμακώνονται, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων που διεξάγουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ και των ανανεωμένων ανησυχιών σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ένα επαναλαμβανόμενο ερώτημα έχει επανέλθει στο δημόσιο διάλογο: γιατί το Ισραήλ διαθέτει πυρηνικά όπλα, ενώ στο Ιράν απαγορεύεται νομικά να τα αποκτήσει;
Αυτό το ερώτημα, που συχνά διατυπώνεται με όρους άνισης μεταχείρισης ή «δύο μέτρων και δύο σταθμών», στην πραγματικότητα έχει να κάνει με την ίδια τη δομή του διεθνούς νομικού καθεστώτος που διέπει τα πυρηνικά όπλα.
Το διεθνές δίκαιο είναι μια νομική τάξη που δημιουργήθηκε από τα κράτη και για τα κράτη.
Ως εκ τούτου, βασίζεται στη συναίνεση των κρατών, η οποία απορρέει από την κυριαρχία τους.
Αυτή η θεμελιώδης αρχή ισχύει και για το νομικό καθεστώς που διέπει τα πυρηνικά όπλα: η κατοχή πυρηνικών όπλων – ή η απόφαση να τα αποκηρύξει κανείς – είναι θέμα κυριαρχικής επιλογής.
Με άλλα λόγια, μόνο ένα κράτος μπορεί να συναινέσει στον περιορισμό των στρατιωτικών του δυνατοτήτων αποκηρύσσοντας την κατοχή τέτοιων όπλων μαζικής καταστροφής.
Αυτός ο εθελοντικός χαρακτήρας αντικατοπτρίζεται σαφώς στη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) του 1968.
Τι είναι η NPT;
Η συνθήκη αυτή αποτελεί έναν από τους πυλώνες της συλλογικής ασφάλειας στο διεθνές δίκαιο, όπως γράφει η Catherine Maia, Καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου, σε άρθρο της στο The Conversation.
Σκοπός της είναι να αποτρέψει τη διάδοση των πυρηνικών όπλων προκειμένου να προωθήσει τον πυρηνικό αφοπλισμό και να ενθαρρύνει την ασφαλή και ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας.
Η NPT διακρίνει μεταξύ κρατών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα (Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Κίνα) και κρατών που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα.
Πιο συγκεκριμένα, ορίζει ως κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα εκείνα που είχαν κατασκευάσει και πυροδοτήσει πυρηνικό όπλο ή άλλη πυρηνική εκρηκτική συσκευή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1967, ενώ τα υπόλοιπα μέρη ταξινομούνται ως κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα και έχουν συμφωνήσει να αποκηρύξουν την κατοχή πυρηνικών όπλων.
Πυρηνική ενέργεια: διαφορετικοί κανόνες για τους κατόχους και τους μη κατόχους
Αυτή η θεμελιώδης διάκριση διαμορφώνει ολόκληρο το νομικό καθεστώς της συνθήκης και συνεπάγεται διαφοροποιημένες αλλά συμπληρωματικές υποχρεώσεις μεταξύ των 191 κρατών μερών.
Ενώ τα κράτη που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα συμφωνούν να μην αποκτήσουν πυρηνικά όπλα, τα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα συμφωνούν να μην μεταβιβάζουν τέτοια όπλα ή να μην βοηθούν άλλα κράτη στην απόκτησή τους.
Η συνθήκη ορίζει επίσης την υποχρέωση να διεξάγονται διαπραγματεύσεις με καλή πίστη για τον πυρηνικό αφοπλισμό.
Σε ένα πλαίσιο που χαρακτηριζόταν από τις εντάσεις του Ψυχρού Πολέμου και τους φόβους για ανεξέλεγκτη διάδοση των πυρηνικών δυνάμεων, η εξάπλωση των πυρηνικών όπλων σε έναν αυξανόμενο αριθμό κρατών θεωρήθηκε το 1968 ως σημαντικός παράγοντας διεθνούς αστάθειας και αυξημένου κινδύνου πυρηνικής σύγκρουσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, έγινε αποδεκτός ο συμβιβασμός που βρίσκεται στο επίκεντρο της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT), ο οποίος βασίζεται σε μια διαφοροποιημένη κατανομή υποχρεώσεων μεταξύ κρατών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα και κρατών που δεν διαθέτουν.
Αν και αυτός ο ασύμμετρος συμβιβασμός μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να φαίνεται άνισος, σχεδιάστηκε ως μέσο στρατηγικής σταθερότητας και συλλογικής ασφάλειας, ενώ αποτελεί επίσης άμεση έκφραση της κρατικής κυριαρχίας.
Ένα κράτος μπορεί πράγματι να αποφασίσει να περιορίσει τα δικά του προνόμια.
Σε αντάλλαγμα, η παραβίαση αυτών των δεσμεύσεων συνεπάγεται νομικές συνέπειες.
Και εδώ προκύπτει η συζήτηση σχετικά με τη διαφορετική μεταχείριση του Ιράν και του Ισραήλ.
Αν το Ισραήλ διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο, γιατί δεν μπορεί και το Ιράν;
Το Ιράν είναι συμβαλλόμενο μέρος της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) από το 1970 και δεσμεύεται νομικά, ως κράτος χωρίς πυρηνικά όπλα, να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ενώ υπόκειται επίσης στους μηχανισμούς διασφαλίσεων του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA).
Το πυρηνικό του πρόγραμμα αξιολογείται επομένως στο πλαίσιο μιας συνθήκης που επιβάλλει συγκεκριμένες νομικές υποχρεώσεις και απαιτήσεις διεθνούς επαλήθευσης.
Αντίθετα, το Ισραήλ δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της NPT.
Σύμφωνα με την αρχή της σχετικής ισχύος των συνθηκών, το Ισραήλ, μη όντας συμβαλλόμενο μέρος της NPT, δεν μπορεί να δεσμεύεται νομικά από υποχρεώσεις που απορρέουν από την εν λόγω συνθήκη.
Ένα νομικό πλαίσιο που παράγει διαφοροποιημένα αποτελέσματα
Η διαφορά στη μεταχείριση των δύο χωρών πηγάζει, επομένως, λιγότερο από νομική ασυνέπεια παρά από την ίδια τη λογική του διεθνούς δικαίου. Αυτό καταδεικνύει τη συνύπαρξη, εντός της διεθνούς τάξης, κρατών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα de jure και κρατών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα de facto, όπως το Ισραήλ.
Αρκετά κράτη διαθέτουν σήμερα πυρηνικά όπλα εκτός του πλαισίου της NPT. Εκτός από το Ισραήλ, αυτό ισχύει επίσης για την Ινδία, το Πακιστάν και τη Βόρεια Κορέα (από την αποχώρησή της από τη συνθήκη το 2003).
Η κατάστασή τους δεν αποτελεί, από μόνη της, παραβίαση της NPT, δεδομένου ότι δεν είναι (ή δεν είναι πλέον) συμβαλλόμενα μέρη σε αυτήν. Επομένως, λειτουργούν εντός ενός νομικού πλαισίου διαφορετικού από εκείνο που ισχύει για τα κράτη που δεσμεύονται από τη συνθήκη.
Η κατάσταση αυτή αντανακλά ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της διεθνούς νομικής τάξης: τη συνύπαρξη καθεστώτων συνθηκών στα οποία δεν προσχωρούν απαραίτητα όλα τα κράτη.
Ένα παράδειγμα είναι η Συνθήκη για την Απαγόρευση των Πυρηνικών Όπλων (TPNW) του 2017, στην οποία είναι επί του παρόντος συμβαλλόμενα μέρη 74 κράτη και η οποία απαγορεύει την απόκτηση, την κατοχή και τη χρήση τέτοιων όπλων. Το νομικό αυτό καθεστώς συνυπάρχει με αυτό της NPT.
Κατά συνέπεια, το ερώτημα για το γιατί το Ισραήλ κατέχει πυρηνικά όπλα, ενώ στο Ιράν αρνείται αυτή η δυνατότητα, δεν αντανακλά τόσο μια αντίφαση στο διεθνές δίκαιο όσο μια συνέπεια της δομής του.
Ελλείψει δέσμευσης βάσει συνθήκης, το γενικό διεθνές δίκαιο δεν θεσπίζει επί του παρόντος μια ολοκληρωτική και απόλυτη απαγόρευση της κατοχής πυρηνικών όπλων ως τέτοια. Μόνο τα κράτη που έχουν συναινέσει σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις – ιδίως στο πλαίσιο της NPT ή της TPNW – δεσμεύονται νομικά.
Η ανάλυση αυτή υποστηρίζεται από τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου. Στην απόφασή του του 1986 στην υπόθεση Στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητες στη Νικαράγουα και κατά της Νικαράγουα, το Δικαστήριο δήλωσε:
«Στο διεθνές δίκαιο δεν υπάρχουν κανόνες, εκτός από εκείνους που ενδέχεται να γίνουν αποδεκτοί από το ενδιαφερόμενο κράτος, μέσω συνθήκης ή με άλλο τρόπο, βάσει των οποίων μπορεί να περιοριστεί το επίπεδο των εξοπλισμών ενός κυρίαρχου κράτους, και η αρχή αυτή ισχύει για όλα τα κράτη χωρίς εξαίρεση.»
Έτσι, σύμφωνα με την αρχή της κυριαρχικής ισότητας, οι περιορισμοί στις στρατιωτικές δυνατότητες απορρέουν αποκλειστικά από τη συναίνεση του κράτους. Ελλείψει τέτοιας δέσμευσης, κανένα κράτος δεν μπορεί νομίμως να επιβάλει σε άλλο κράτος την υποχρέωση αποκήρυξης.
Το διεθνές δίκαιο που διέπει τα πυρηνικά όπλα δεν θεσπίζει, επομένως, κανένα γενικό δικαίωμα κατοχής τέτοιων όπλων.
Αντίθετα, αντανακλά την ύπαρξη κυριαρχικών δεσμεύσεων μέσω των οποίων ορισμένα κράτη έχουν επιλέξει να τα αποκηρύξουν, ενώ άλλα έχουν αποφασίσει να μην υποβληθούν σε τέτοιους περιορισμούς.
Λίγο πριν εκπνεύσει η θητεία της στο τιμόνι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας η Λάουρα Κοβέσι μιλά για τα πολιτικά και συνταγματικά εμπόδια που περιορίζουν τις έρευνες της EPPO για την πλήρη απόδοση ευθυνών με το τραύμα του δυστυχήματος των Τεμπών να παραμένει ανοιχτό.
Μια ημέρα μετά το «φιάσκο» της κυβέρνησης με την αίθουσα που επέλεξε για την πολύκροτη δίκη για τα Τέμπη η Λάουρα Κοβέσι παίρνει ξανά το «όπλο» της και περιγράφει τα εμπόδια που υψώθηκαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην προσπάθεια της να ξετυλίξει το κουβάρι των ευθυνών στο μεγαλύτερο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ελλάδα.
Η Λάουρα Κόβεσι δηλώνει ότι η μεγαλύτερη δοκιμασία της δεν ήταν ποτέ το αν η Ευρώπη μπορούσε να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη εισαγγελική αρχή. Ήταν το αν η Ευρώπη ήταν έτοιμη να αφήσει κάποιον να κάνει τη δουλειά του
Η ευρωπαία αξιωματούχος, λίγο πριν εκπνεύσει η θητεία της στο τιμόνι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, υπερασπίζεται με πάθος την ανεξαρτησία της EPPO και διαμηνύει με αυστηρότητα «αν υπάρχει υπόθεση, είναι καθήκον μας να την ερευνήσουμε».
Μόνο στην Ελλάδα
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Euractiv, θέλοντας να δώσει το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πως θεσμικά εμπόδια περιορίζουν τις έρευνες διαφθοράς και την πλήρη απόδοση ευθυνών, ανέφερε τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών.
«Πουθενά αλλού τα όρια δεν είναι πιο εμφανή από ό,τι στην Ελλάδα όπου η Εισαγγελία (…) προσέκρουσε στους συνταγματικούς κανόνες που προστατεύουν τους πολιτικούς από τον έλεγχο και εμποδίζουν τις έρευνες».
Με το ελληνικό κοινοβούλιο να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, οι ερευνητές της ΕΕ δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να προχωρήσουν όσο θα ήθελαν. «Σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία, εκτός αν τροποποιηθεί το Σύνταγμα», είπε η Κοβέσι.
Και πρόσθεσε: «Είναι ήδη πολύ αργά, επειδή οι νόμοι δεν μπορούν να εφαρμοστούν αναδρομικά. Επομένως, αυτό ήταν το μέγιστο που μπορούσαμε να κάνουμε και δεν είναι δυνατή καμία περαιτέρω ενέργεια».
Το πραγματικό πρόβλημα
Για την έμπειρη δικαστικό λειτουργό το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη ασυλίας των πολιτικών, αλλά το γεγονός ότι αυτά τα εμπόδια που υψώνονται μπροστά τους μπορούν να «φρενάρουν» τους εισαγγελείς στην προσπάθεια να αποδείξουν την ενοχή ή την αθωότητα εμπλεκομένων σε υποθέσεις που χρήζουν διερεύνησης.
Η άρση της ασυλίας αποτελεί απλώς την ελάχιστη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η δικαιοσύνη, είπε. Το πρόβλημα, υποστηρίζει, δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, συμπλήρωσε.
Αλλαγή σκυτάλης
Η EPPO, μια ανεξάρτητη εισαγγελική αρχή που ιδρύθηκε το 2021 με στόχο την καταπολέμηση σοβαρών οικονομικών εγκλημάτων κατά της ΕΕ, έχει ανοίξει υπό τη θητεία της περισσότερες από 3.600 υποθέσεις, έχει δεσμεύσει περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο ευρώ από εγκληματικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης της πιο επικίνδυνης μαφίας στον κόσμο, και, κατά καιρούς, έχει στοχεύσει μερικά από τα πιο υψηλόβαθμα πρόσωπα της Ένωσης.
Σύντομα ο γερμανός Αντρές Ρίτερ, ο οποίος είναι αναπληρωτής εισαγγελέας της ΕΕ, θα αντικαταστήσει την Λάουρα Κοβέσι. Ο ευρωπαίος γενικός εισαγγελέας διορίζεται για μη ανανεώσιμη θητεία επτά ετών.
Η θέση του επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, θεωρείται από τις πιο απαιτητικές στο επίπεδο της ΕΕ, καθώς περιλαμβάνει τον συντονισμό διεθνών ερευνών για εγκλήματα που αφορούν τη διαχείριση και την κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, από υψηλόβαθμους αξιωματούχους έως οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα.