ενημέρωση 11:52, 24 September, 2026

Το βαθύ λαρύγγι του Μαξίμου Gate θα ξαναχτυπήσει, το αδιέξοδο και το αναπόφευκτο τίμημα

Με τον καταδικασμένο πρωτόδικα για τις υποκλοπές Ταλ Ντίλιαν να έχει ουσιαστικά προαναγγείλει ότι θα κάνει και νέες αποκαλύψεις, η κυβέρνηση βρίσκεται σε σημαντικό αδιέξοδο

Την ώρα που τα Μέσα που επιμένουν σε μια φιλοκυβερνητική γραμμή ακολουθούν πιστά τον «όρκο σιωπής» σε σχέση με τις υποκλοπές, επιλέγοντας να μην κάνουν καμία αναφορά στις πρόσφατες αποκαλύψεις και όσα καταγράφηκαν στην καθαρογραμμένη απόφαση του δικαστηρίου για τους τέσσερις «ιδιώτες, είναι σαφές ότι η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή ζει με την αγωνία πότε θα υπάρξει η επόμενη αποκάλυψη από τον καταδικασμένο πρωτόδικα για την υπόθεση ισραηλινό επιχειρηματία Ταλ Ντίλιαν.

Και αυτό γιατί με τις μέχρι τώρα δηλώσεις του -με την πρώτη ομολογία να γίνεται στη Δώρα Αναγνωστοπούλου και την εκπομπή Mega Stories-, ο Ντίλιαν έχει κάνει σαφές ότι δεν έχει κανέναν σκοπό να γίνει εξιλαστήριο θύμα, επιμένοντας ότι προφανώς και δεν έκανε αυτός τις υποκλοπές ως «ιδιώτης», απλώς η εταιρεία του έπραξε αυτό που κάνει πάντα: δηλαδή, συνεργάζεται με κυβερνήσεις και με κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας. Πράγμα που μεταφράζεται στο ότι και στην Ελλάδα το παράνομο – με βάση την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία – κατασκοπευτικό λογισμικό Predator το έδωσε στην ελληνική κυβέρνηση ή/και στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και ήταν η κυβερνητική πλευρά αυτή που επέλεξε τους «στόχους» για τις συγκεκριμένες παρακολουθήσεις.

Ο λόγος που ο Ντίλιαν κάνει αυτές τις παρεμβάσεις είναι πολύ απλός. Η πρωτόδικη καταδίκη του για παράνομες παρακολουθήσεις αντικειμενικά περιορίζει κατά πολύ τη δυνατότητά του να συναλλάσσεται με κυβερνήσεις, που είναι και η βασική κατηγορία πελατών της εταιρείας του. Γιατί δύσκολα μια κυβέρνηση θα συνεργαστεί με κάποιον ήδη καταδικασμένο για παραβίαση της νομοθεσίας και μάλιστα για χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, ιδίως όταν αυτή η υπόθεση έχει πάρει μεγάλη δημοσιότητα. Άλλωστε, μιλάμε για ένα είδος επιχειρηματικής δραστηριότητας όπου η εμπιστοσύνη έχει ιδιαίτερη σημασία.

Αυτό σημαίνει ότι με δεδομένο ότι η πρωτόδικη ποινή υπάρχει και αποσύρθηκαν γρήγορα οι σκέψεις που διέρρευσαν – από την κυβερνητική πλευρά – περί νομοθετικής παρέμβασης που θα επέτρεπε εξαγορά της ποινής (κάτι που ούτως ή άλλως δεν θα διευκόλυνε κάποιον σαν τον Ντίλιαν, γιατί το δικό του πρόβλημα είναι το ίδιο το γεγονός της καταδίκης όχι η μορφή της), το πιο πιθανό είναι να επιμείνει στην κατεύθυνση των κλιμακούμενων αποκαλύψεων σε σχέση με την κυβερνητική εμπλοκή.

Και αυτό που φοβούνται στην κυβέρνηση είναι ότι εάν και μέχρι τώρα ο Ντίλιαν έμεινε σε συγκεκριμένες πλην όμως γενικές αναφορές, που εστίαζαν εμφατικά στο ότι αυτός συναλλασσόταν μόνο με κυβερνητικούς υπευθύνους, χωρίς όμως κάποια πιο συγκεκριμένη τεκμηρίωση, το επόμενο βήμα θα είναι να δώσει στη δημοσιότητα στοιχεία που θα τεκμηριώνουν αυτή τη θέση: τιμολόγια, αλληλογραφία κ.λπ.

Αυτό φέρνει την κυβέρνηση μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα, με όλες τις επιλογές, όμως, να οδηγούν σε αδιέξοδο.

Εάν επιλέξει να πει και πάλι ότι δεν έχει καμία ευθύνη και ότι το θέμα αφορά ιδιώτες και με αυτό ασχολείται η δικαιοσύνη, τότε θα κινδυνεύει να φανεί ότι εμφανώς ψεύδεται. Επιπλέον, η νέα δικαστική έρευνα, που ούτως ή άλλως ξεκίνησε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, θα μπορούσε να αξιοποιήσει και όσα στοιχεία δώσει ο Ντίλιαν.

Εάν επιλέξει, αυτή τη φορά να αναγνωρίσει την ευθύνη για τις υποκλοπές και να την μεταφέρει σε πρόσωπα που ήταν τότε στο Μαξίμου και είχαν επιτελικό ρόλο στον κυβερνητικό σχεδιασμό και στην τότε ηγεσία της ΕΥΠ, δηλαδή να προσπαθήσει να κάνει damage control φορτώνοντας τις ευθύνες σε συγκεκριμένα πρόσωπα με την ελπίδα ότι έτσι δεν θα βρεθεί απολογούμενη στο σύνολό της, τότε αφ’ ενός υπάρχει το ενδεχόμενο αυτά τα πρόσωπα να μη θελήσουν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό, αφ’ ετέρου πλέον θα έχει ομολογήσει ανοιχτά ότι η υπόθεση την αφορά άμεσα και άρα θα έχει δικαιώσει αναδρομικά όλη την πολεμική της αντιπολίτευσης εναντίον της.

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση γνωρίζει ότι είναι μύθος ότι αυτή η υπόθεση δεν την αγγίζει ή ότι η κοινωνία είναι τόσο πολύ εθισμένη στον κυνισμό της γενικευμένης επιτήρησης, που δεν θεωρεί την υπόθεση σκάνδαλο και τη βλέπει ως τμήμα της «κανονικής» άσκησης κυβερνητικών καθηκόντων.

Αντιθέτως, η κυβέρνηση έχει ήδη αντιληφθεί ότι η υπόθεση έχει αντίκτυπο στην κοινωνία, ότι ήδη αντιμετωπίζεται από ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος ως μια έκφραση κυβερνητικής ανηθικότητας, και ότι συντελεί σε ένα συνολικότερο κλίμα δυσαρέσκειας που μεταφράζεται και σε ακόμη μεγαλύτερες εκλογικές απώλειες για την ΝΔ. Δεν είναι τυχαία η πρόσφατη συντριπτικά πλειοψηφική απάντηση σε δημοσκόπηση ότι πρέπει η έρευνα να επεκταθεί και σε πολιτικά πρόσωπα.

Αυτό επιτείνεται από την επίγνωση ότι μετά από τα όσα ακούστηκαν στην πρόσφατη δίκη των υποκλοπών, την απόφαση για άνοιγμα ξανά της δικαστικής έρευνας και για επιπλέον πρόσωπα, την αναβάθμιση των κατηγοριών και τη διερεύνηση και του αδικήματος της κατασκοπείας, αλλά και τις δηλώσεις Ντίλιαν, η υπόθεση με τις υποκλοπές έχει ανοίξει πια μέσα στην ελληνική κοινωνία. Κανείς δεν θυμάται πλέον το διαβόητο πόρισμα Ζήση που δεν είδε πουθενά ευθύνες κυβερνητικών στελεχών. Αντιθέτως, όλοι έχουν πια αντιληφθεί ότι ήταν το Μέγαρο Μαξίμου και τα τότε στελέχη του, συμπεριλαμβανομένου του τότε γραμματέα – και ανιψιού – του πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη, που είχαν εμπλοκή σε αυτή την υπόθεση όπως και ότι αυτές οι παρακολουθήσεις ήταν κυβερνητική απόφαση και όχι ιδιωτική πρωτοβουλία.

Ούτε ισχύει ότι η κοινωνία θεωρεί «φυσιολογική» μια τέτοια πρακτική. Οι πολίτες σαφώς γνωρίζουν ότι παγκοσμίως και όχι μόνο στη χώρα μας οι πρακτικές επιτήρησης έχουν γενικευτεί. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι τις θεωρούν και θεμιτές ή ότι δεν εξεγείρονται στην ευκολία με την οποία η σύγχρονη εκδοχή του «Μεγάλου Αδελφού» μπορεί να παρακολουθεί τους πάντες. Και βέβαια δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη η πρακτική μιας κυβέρνησης, που το γραφείο του πρωθυπουργού -είτε μέσω της ΕΥΠ, είτε μέσω παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού – παρακολουθεί υπουργούς, πολιτικούς, επιχειρηματίες, δικαστικούς, ανώτατους αξιωματικούς και δημοσιογράφους.

Αυτά τα γνωρίζουν στην κυβέρνηση και ας προσπαθούν να δώσουν την εικόνα ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Και αυτό εμπλέκεται με τον εκλογικό σχεδιασμό που κάνουν αυτή τη στιγμή.

Καταρχάς, εξηγείται γιατί έχει ανοίξει η συζήτηση για τις πρόωρες εκλογές, που προτείνονται ως μια προσπάθεια η κυβέρνηση να προλάβει το κόστος από τυχόν νέες αποκαλύψεις για το θέμα με τις υποκλοπές και άρα κλιμάκωση της δυσαρέσκειας.

Βεβαίως, το αντεπιχείρημα έναντι αυτών των εισηγήσεων είναι ότι ακριβώς επειδή οι αποκαλύψεις για τις υποκλοπές γίνονται αυτό το διάστημα, τυχόν πρόωρες εκλογές θα κινδύνευαν να επικαθοριστούν από τις υποκλοπές ακόμη περισσότερο, δηλαδή να συμβεί αυτό που θα ήθελε να αποφύγει η κυβέρνηση.

Από την άλλη, εάν η κυβέρνηση επιλέξει να μην πάει σε πρόωρες εκλογές κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη δημοσιότητα του θέματος των υποκλοπών, νέες αποκαλύψεις και βεβαίως όσα στοιχεία βγάλει η δικαστική έρευνα.

Και όλα αυτά την ώρα που το συνολικότερο κλίμα δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για την κυβέρνηση. Ο πόλεμος κατά του Ιράν έχει ήδη σημαντικό οικονομικό κόστος. Ο υπολογισμός της κυβέρνησης ότι η ανασφάλεια θα φέρει συσπείρωση γύρω από τον κυβερνήτη, συγκρούεται με το πολύ βαρύ κοινωνικό κόστος από μια ακόμη μεγαλύτερη έκρηξη ακρίβειας, από την αύξηση της τιμής των καυσίμων, την ώρα που η ίδια η κυβέρνηση έχει σχεδόν ομολογήσει ότι τα μέτρα που έχει πάρει είναι ανεπαρκή.

Στην πραγματικότητα, τώρα είναι που συνειδητοποιεί η κυβέρνηση ότι κακώς πίστεψε ότι οι εκλογές του 2023 ήταν απαλλακτικό βούλευμα για τις υποκλοπές ή έστω απόδειξη ότι η κοινωνία «δεν νοιάζεται». Όπως συνειδητοποιεί και ότι μπορεί τα θεσμικά ζητήματα να μην φαντάζουν αυτά γύρω από τα οποία κινητοποιείται η κοινωνία, είναι όμως αυτά που όταν ανοίξουν κάνουν το ρήγμα βαθύ και τη μεταστροφή μη αντιστρέψιμη. Άρα και την εκλογική ήττα αναπόφευκτη.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Προβληματική διαμεσολάβηση

Εδώ και τέσσερα και πλέον χρόνια, από την επαύριον της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Τουρκία του Ερντογάν προβάλλει συνεχώς την προθυμία της να ασκήσει διαμεσολαβητικό ρόλο.

Λίγες βδομάδες μετά την έναρξη της «Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης» το Κρεμλίνο έμοιαζε αποφασισμένο να διερευνήσει τη βούληση και τη δυνατότητα του Ερντογάν να μεσολαβήσει ώστε το Κίεβο να αποδεχθεί συνολική διαπραγμάτευση για τη διευθέτηση της σύγκρουσης που άρχισε το 2014 στην Κριμαία και στο Ντονμπάς.

Με τις διαδικασίες του κατεπείγοντος οργανώθηκε η τριμερής συνάντηση Ρωσίας, Ουκρανίας και Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη, μια τριμερής που θα μπορούσε να ονομαστεί και τετραμερής λόγω της παρουσίας στο ανάκτορο του Ντολμά Μπαχτσέ του εμβληματικού ολιγάρχη Ρόμαν Αμπράμοβιτς.

Η συνάντηση δεν είχε συνέχεια, αλλά έδωσε στον Ερντογάν τη νομιμοποίηση του αποδεκτού και από τις δύο αντίπαλες πλευρές διαμεσολαβητή, με την Τουρκία να αυτοεξαιρείται από τις κυρώσεις που επέβαλε η Δύση στη Ρωσία.

Οταν ήρθε η ώρα με την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο να αλλάξει η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία, αποδείχθηκε ότι οι δύο υπερδυνάμεις δεν έχουν ανάγκη διαμεσολάβησης όταν κρίνουν ότι η παράταση του πολέμου δεν τις συμφέρει.

Πρόθυμος και επιτήδειος διαμεσολαβητής με τη συγκατάθεση του Κιέβου και της Μόσχας ο Ερντογάν δοκίμασε στη συνέχεια να ασκήσει ευρύτερο διαμεσολαβητικό ρόλο στη Μέση Ανατολή, παρά το γεγονός ότι η υποστήριξη των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους και της Αλ Κάιντα είχαν καταστήσει την Αγκυρα μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης.

Η εισβολή της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2023 βρήκε την Τουρκία σε μετωπική σύγκρουση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά με τον Ερντογάν πάντα πρόθυμο διαμεσολαβητή σε κατάσταση αναμονής.

Ο Ερντογάν άσκησε κάθε δυνατή πίεση στη Χαμάς για την απελευθέρωση των ομήρων και σήμερα προσφέρεται να μεσολαβήσει ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν.

Αυτή τη φορά, ο ζήλος του Ερντογάν προσέκρουσε στις αντιρρήσεις της Τεχεράνης, η οποία προτίμησε το Πακιστάν.

Το Ιράν, το καθεστώς του οποίου δίνει υπαρξιακή μάχη, δεν θέλει διαμεσολάβηση από την Τουρκία την οποία θεωρεί ανταγωνιστική περιφερειακή δύναμη.

Πηγή: efsyn

Μετά τον Μητσοτάκη, τι;

Στην πολιτική, υπάρχει ένα ερώτημα που συνήθως το διατυπώνει, το τυπώνει, το εντυπώνει, το φουσκώνει εκείνος που έχει τη βολική απάντηση. Και το αποφεύγει, υπεκφεύγει ή καταφεύγει σε άρες μάρες εκείνος που δεν την έχει. Σε κάπως χυδαία, κατά κανόνα δεξιά απόδοση, το ερώτημα είναι: Μετά από μένα, ή από μας, τι; Κάπως έτσι το θέτουν σήμερα ο Μητσοτάκης και η Ν.Δ. Και το καταληκτικό «τι» είναι εντελώς σκοτεινό και δυσοίωνο. Εννοεί και υπονοεί ότι μπορεί να κάνουμε «λάθη», να μας βαραίνουν σκάνδαλα, ακόμα και εγκλήματα, αλλά προσέξτε: Μετά από μας, καραδοκούν η αστάθεια, η ανασφάλεια, η αναστάτωση, οι περιπέτειες. Ακόμα πιο παραστατικό και επίφοβο, αν και χιλιοπαιγμένο: Το χάος!

Ο Τσίπρας προχτές στη Λαμία έθεσε το ίδιο ερώτημα πιο πολιτικά. Οι δημοσκοπήσεις και η εμπειρία καταγράφουν το «όχι» στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτό είναι καλό, αλλά παραμένει μισό και μετέωρο, εφόσον δεν υπάρχει το «ναι». Εφόσον δεν δίνεται σαφές, ρεαλιστικό, προοδευτικό περιεχόμενο στο «τι». Εφόσον δεν υπάρχει, δεν έχει διαμορφωθεί μια συνεκτική και αξιόπιστη απόδραση από τα σύρματα της Δεξιάς. Ενας πολιτικός σχηματισμός ικανός να αντιπαρατεθεί στη Ν.Δ. του Μητσοτάκη, αλλά και να πείσει ταυτόχρονα ότι είναι σε θέση να κυβερνήσει χωρίς κλυδωνισμούς και περιπέτειες. Με αίσθηση της ανάγκης για βαθιές αλλαγές, αλλά και συναίσθηση των συσχετισμών και των κινδύνων.

Η κατάσταση αυτή είναι βούτυρο στο ψωμί μιας διεφθαρμένης κυβέρνησης, την οποία είναι ζήτημα αν στηρίζει πια το ένα δέκατο της κοινωνίας. Είναι όμως και κάτι ίσως ακόμα χειρότερο: μια βαριά κάκωση της δημοκρατίας, ένας ακρωτηριασμός του πολιτεύματος, που εκπίπτει έτσι σε αυταρχικό μονόδρομο. Πράγμα που δεν θέλουν, ή απλώς δεν μπορούν -δεν διαφέρουν αυτά και τόσο-, να αντιληφθούν οι δυνάμεις που θα έπρεπε να έχουν χάσει τον ύπνο τους. Και αρκούνται σε ξόρκια νίκης, καβγάδες αν θα συνεργαστούν με τη Δεξιά, αδιέξοδες προτάσεις συγκόλλησης, διασπάσεις, παραιτήσεις, εκφυλιστικές μετακινήσεις. Και αφορισμούς του γνωστού απίστου από πρόσφατα χειροτονημένους ιερείς της αριστερής καθαρότητας.

Είναι κοινός δημοκρατικός τόπος ότι πρέπει να μπει τέρμα σ’ αυτή την παγίδευση στον μονόδρομο του Μητσοτάκη. Γιατί το «τι» θα διαπράξει η Δεξιά του, αν κερδίσει άλλη μια τετραετία, δεν το ξέρει μόνο η Αριστερά του. Το φωνάζουν τα πεπραγμένα του. Από κει και πέρα οι προτάσεις έχουν κατατεθεί. Και όταν έρθει η ώρα -που δεν φαίνεται να αργεί- το δίλημμα θα είναι σαφές: Με τη «διεύρυνση», τη συγκόλληση, την αναπαραγωγή μηχανισμών, τα γνωστά και προβλέψιμα, ή με μια νέα συλλογική προσπάθεια να υπάρξει επιτέλους αντίπαλος πόλος. Και να μην παίζει ο Μητσοτάκης μόνος του. Με τις τύχες της χώρας…

Πηγή: efsyn

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Επτά επιτεύγματα της Κούβας που ενοχλούν τις ΗΠΑ

Πηγή: Novara Media

Οι ελίτ των ΗΠΑ μισούν την Κούβα επειδή πολλές από τις επιτυχημένες αριστερές πολιτικές της αποκαλύπτουν πόσο διεφθαρμένο και δυσλειτουργικό είναι το δικό τους σύστημα.

Ενώ δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί πεθαίνουν κάθε χρόνο επειδή δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά την ασφάλιση υγείας, η Κούβα παρέχει υψηλής ποιότητας περίθαλψη σε πάνω από δέκα εκατομμύρια πολίτες και μάλιστα εκπαιδεύει γιατρούς από δεκάδες άλλες χώρες – δωρεάν.

Και ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στις ΗΠΑ χρεοκοπούν λόγω του τεράστιου φοιτητικού χρέους, η Κούβα προσφέρει δωρεάν, καθολική εκπαίδευση με σχεδόν 100% ποσοστό εγγραμματισμού. Έχει επίσης εξάγει το πρόγραμμα αλφαβητισμού της σε δεκάδες χώρες, βοηθώντας εκατομμύρια ανθρώπους.

Υπάρχουν, βέβαια, πολλές βάσιμες κριτικές για την κυβέρνηση της Κούβας: περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης και έχει συλλάβει και ποινικοποιήσει ακτιβιστές, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογράφους, ενώ υπάρχουν αναφορές για απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, όπως έχει επισημάνει η Διεθνής Αμνηστία.

Ωστόσο, το πολιτικό της σύστημα υποστηρίζει και πολιτικές που έχουν βελτιώσει τη ζωή των απλών ανθρώπων. Και καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εντείνει έναν παράνομο οικονομικό αποκλεισμό δεκατιών κατά της Κούβας, αυτά τα επιτεύγματα απειλούνται.

Πέρα από το ότι περιορίζει τον εφοδιασμό της χώρας σε καύσιμα, η κυβέρνηση Τραμπ ασκεί πιέσεις σε άλλες χώρες να τερματίσουν τις ιατρικές συνεργασίες τους με την Κούβα – οι οποίες αποτελούν πηγή εισοδήματος για τη χώρα. Η Τζαμάικα και η Γουατεμάλα συγκαταλέγονται μεταξύ των χωρών που έχουν ήδη υποχωρήσει και συμφώνησαν να επιστρέψουν τους Κουβανούς γιατρούς.

Είτε ο Τραμπ πετύχει τον στόχο του να «πάρει» την Κούβα είτε όχι, οι προσπάθειές του να απομονώσει περαιτέρω το νησί προκαλούν ήδη ζημιά τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και διεθνώς.

Ακολουθεί ένα δείγμα από όσα μπορεί να χάσει ο κόσμος αν πετύχει τον στόχο του:

1. Η Κούβα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον περιορισμό του Έμπολα

Το σύστημα υγείας της Κούβας έχει ισχυρή αφοσίωση στη διεθνή αλληλεγγύη και οι γιατροί της εκπαιδεύονται υποχρεωτικά σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Όταν ξέσπασε ο Έμπολα στη Δυτική Αφρική το 2014, η χώρα έστειλε εκατοντάδες γιατρούς άμεσα.

2. Δίδαξε εκατομμύρια ενήλικες σε όλο τον κόσμο να διαβάζουν και να γράφουν

Αφού σχεδόν εξάλειψε τον αναλφαβητισμό στο εσωτερικό της, η Κούβα εξήγαγε την εκπαιδευτική της τεχνογνωσία σε δεκάδες χώρες. Το πρόγραμμα «Yo, sí puedo» βοήθησε πάνω από 10 εκατομμύρια ανθρώπους.

3. Ανέπτυξε θεραπεία για τον διαβήτη που αποτρέπει ακρωτηριασμούς

Το φάρμακο Heberprot-P (2006) βοηθά στην επούλωση σοβαρών ελκών στα πόδια, μειώνοντας την ανάγκη για ακρωτηριασμούς σε διαβητικούς ασθενείς.

4. Εξάλειψε τη μετάδοση HIV και σύφιλης από μητέρα σε παιδί

Το 2015, η Κούβα έγινε η πρώτη χώρα που πέτυχε αυτό το ορόσημο, χάρη σε καθολική προγεννητική φροντίδα, εξετάσεις και ιατρική παρακολούθηση.

5. Παρέχει δωρεάν ιατρικές σπουδές σε φοιτητές από όλο τον κόσμο

Η Ιατρική Σχολή Λατινικής Αμερικής στην Αβάνα έχει εκπαιδεύσει δεκάδες χιλιάδες γιατρούς από πάνω από 100 χώρες, προσφέροντας δωρεάν δίδακτρα, στέγαση και διατροφή.

6. Έστειλε βοήθεια σε πολυάριθμες φυσικές καταστροφές

Από τον σεισμό στη Χιλή το 1960 έως την Αϊτή και το Νεπάλ, η Κούβα έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε διεθνείς αποστολές βοήθειας με ιατρικές ομάδες.

7. Ανέπτυξε το πρώτο θεραπευτικό εμβόλιο για τον καρκίνο του πνεύμονα

Το εμβόλιο CIMAvax-EGF μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη του καρκίνου και να παρατείνει τη ζωή ασθενών σε προχωρημένα στάδια.

Πηγή: infowar