ενημέρωση 3:16, 15 September, 2026

Χρυσοί Έλληνες - Ο Νίκος Κούρκουλος και η Ειρήνη Παπά ως θεατές στην Επίδαυρο το 1998

Μια νοσταλγική λήψη από το παρελθόν.


Ο Νίκος Κούρκουλος και η Ειρήνη Παπά είχαν καταγραφεί στην Επίδαυρο το 1998, θεατές στους «Βατράχους» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο.

Ο Νίκος Κούρκουλος, υπό την διεύθυνση του οποίου το Εθνικό έζησε μια χρυσή εποχή, είχε παραδεχθεί τότε στον Θανάση Λάλα:

Χρυσοί Έλληνες: Ο Νίκος Κούρκουλος και η Ειρήνη Παπά ως θεατές στην Επίδαυρο το 1998 2

«Ζηλεύω κάθε φορά που πάω και βλέπω μια παράσταση και εγώ είμαι κάτω από τη σκηνή. Αυτό είναι μια τρομακτική ζήλεια, είναι ένας πόνος. Οταν βλέπω τους άλλους να κάνουν πρόβα και να λένε κάποια λόγια, ψιθυρίζω και εγώ από κάτω. Θέλω να είμαι εκεί πάνω».

Lydia Corbett - Η 19χρονη μούσα του Picasso με τα ξανθά μαλλιά

Το 1954, ο Pablo Picasso, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 8 Απριλίου του 1973, στα πρώτα χρόνια της έβδομης δεκαετίας της ζωής του, γνώρισε τη νέα του μούσα: μια εντυπωσιακή 19χρονη με χαρακτηριστική ψηλή αλογοουρά και μια αθόρυβη, εσωστρεφή παρουσία.


Lydia Corbett: chi era la musa di Picasso

Το 1954, ο Pablo Picasso, ήδη στα πρώτα χρόνια της έβδομης δεκαετίας της ζωής του, γνώρισε στη Vallauris της νότιας Γαλλίας τη Sylvette David- μια εντυπωσιακή 19χρονη με χαρακτηριστική ψηλή αλογοουρά και μια αθόρυβη, εσωστρεφή παρουσία. Η συνάντηση αυτή πυροδότησε μια δημιουργική έκρηξη που οδήγησε σε μία από τις πιο παραγωγικές σειρές πορτρέτων του καλλιτέχνη.

Η Sylvette, η οποία αργότερα πήρε το όνομα Lydia Corbett, έγινε μούσα του για περισσότερα από 60 έργα — πίνακες, σχέδια και γλυπτά — μέσα σε λίγους, αλλά έντονους μήνες εκείνης της χρονιάς. Η σειρά, γνωστή ως The Sylvette Series, συνδύαζε την αφαίρεση με τον νατουραλισμό, σηματοδοτώντας μια φάση όπου ο Picasso παντρεύει κλασικές επιρροές με τη μοντέρνα του γραφή. Αργότερα, η ίδια η Lydia Corbett ακολούθησε καλλιτεχνική πορεία, δημιουργώντας έργα που εξερευνούσαν την ταυτότητα και τη θηλυκότητα.

Οι φωτογραφίες του 1954 τους δείχνουν μαζί στο ατελιέ: εκείνη, γαλήνια και στοχαστική· εκείνος, βυθισμένος στη διαδικασία της δημιουργίας, αντλώντας ενέργεια από την παρουσία της. Ο Picasso είχε πει κάποτε ότι η Sylvette “έμοιαζε με ακτίνα ήλιου” — μια περιγραφή που αποτυπώνει την ισορροπία συστολής και δύναμης που τον μάγευε.

Το κορίτσι με την αλογοουρά: Η 19χρονη μούσα του Πικάσο που μάγεψε τον  κόσμο μέσα από 60 έργα | BOVARY

Από τα λεπτεπίλεπτα σχέδια με μολύβι έως τις τολμηρές κυβιστικές απεικονίσεις, τα έργα αυτής της περιόδου αποδεικνύουν όχι μόνο την τεχνική του ευρύτητα, αλλά και το βάθος της σχέσης καλλιτέχνη και μούσας. Παρότι η συνεργασία τους διήρκεσε μόλις λίγους μήνες, χάρισε στον Picasso μια συμπυκνωμένη αποτύπωση της νιότης και της ομορφιάς, ενώ η Sylvette κατέκτησε μια θέση στην ιστορία της τέχνης που ξεπέρασε κατά πολύ τους τοίχους του ατελιέ στη Vallauris.

*Getty Images/ Ideal Image

Πηγή: Grace

Κίνα - Έτοιμη από καιρό για την κρίση

Η Κίνα προετοιμαζόταν για την ενεργειακή κρίση χρόνια πριν: Το σχέδιο αυτάρκειας που αλλάζει τις ισορροπίες

Η παγκόσμια ενεργειακή κρίση που πυροδοτεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή βρίσκει πολλές χώρες απροετοίμαστες. Όχι όμως την Κίνα. Το Πεκίνο φαίνεται να είχε διαγνώσει εγκαίρως τους κινδύνους που θα μπορούσαν να απειλήσουν την ενεργειακή του ασφάλεια και, ήδη από το 2019, είχε θέσει σε εφαρμογή μια πολυεπίπεδη στρατηγική που σήμερα αποδίδει.

Παρά το γεγονός ότι παραμένει ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, με περίπου τα τρία τέταρτα των αναγκών της σε πετρέλαιο να καλύπτονται από εισαγωγές, η Κίνα έχει καταφέρει να ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητά της. Σε αντίθεση με άλλες ασιατικές οικονομίες, όπως το Βιετνάμ και οι Φιλιππίνες, που βρίσκονται αντιμέτωπες με σοβαρές ελλείψεις και αναζητούν βοήθεια, το Πεκίνο εμφανίζεται πιο θωρακισμένο απέναντι στις αναταράξεις.

Αύξηση των αποθεμάτων

Κεντρικός πυλώνας αυτής της στρατηγικής είναι η συστηματική αύξηση των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η κινεζική ηγεσία είχε αρχίσει να ενισχύει τα αποθέματα, φοβούμενη πιθανά προβλήματα σε κρίσιμα σημεία διέλευσης όπως το Στενό της Μάλακκα. Τα τελευταία χρόνια, και ιδιαίτερα ενόψει της αυξανόμενης γεωπολιτικής έντασης, η πολιτική αυτή εντάθηκε, με εισαγωγές πετρελαίου να αυξάνονται ταχύτερα από την κατανάλωση, δημιουργώντας ένα σημαντικό «μαξιλάρι» ασφάλειας.

Παράλληλα, η Κίνα επένδυσε επιθετικά στη διαφοροποίηση του ενεργειακού της μείγματος. Αντί να περιοριστεί στην εξάρτηση από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, προχώρησε σε μια ιδιότυπη επιστροφή στον άνθρακα – όχι όμως με τον παραδοσιακό τρόπο. Μέσω προηγμένων τεχνολογιών, αξιοποιεί τον άνθρακα για την παραγωγή χημικών προϊόντων όπως μεθανόλη και αμμωνία, ενισχύοντας την εγχώρια βιομηχανία και μειώνοντας την ανάγκη εισαγωγών.

Ταυτόχρονα, η χώρα ηγείται παγκοσμίως στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η μαζική επένδυση σε ηλιακή, αιολική και υδροηλεκτρική ενέργεια έχει αρχίσει να αλλάζει τη δομή της ζήτησης. Η κατανάλωση καυσίμων όπως βενζίνη και ντίζελ παρουσιάζει μείωση, ενώ η ηλεκτροκίνηση γνωρίζει εκρηκτική ανάπτυξη, μετατρέποντας την Κίνα στη μεγαλύτερη αγορά ηλεκτρικών οχημάτων στον κόσμο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ανάπτυξη της εγχώριας πετροχημικής βιομηχανίας. Εκεί όπου στο παρελθόν η Κίνα εξαρτιόταν από δυτικές εταιρείες για κρίσιμες πρώτες ύλες και τεχνολογίες, σήμερα έχει καταφέρει να κυριαρχεί σε τομείς όπως η παραγωγή πολυεστέρα και νάιλον, καλύπτοντας μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ζήτησης.

Μείωση της εξάρτησης

Πρόκειται για μια στρατηγική που δεν περιορίζεται στην ενέργεια, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της βιομηχανικής πολιτικής και της εθνικής ασφάλειας.
Η στροφή αυτή δεν είναι τυχαία. Από την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, το Πεκίνο άρχισε να επαναξιολογεί τη θέση του στο παγκόσμιο σύστημα, ενισχύοντας τον κρατικό έλεγχο και επενδύοντας σε στρατηγικούς τομείς. Η έννοια της «ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων» έγινε κεντρική, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από ξένες αγορές και τη θωράκιση απέναντι σε πιέσεις.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ενεργειακό μοντέλο που συνδυάζει στοιχεία αντίφασης: από τη μία πλευρά, αυξημένη χρήση άνθρακα ως «γέφυρα» προς το μέλλον· από την άλλη, ηγετικός ρόλος στις καθαρές τεχνολογίες. Αυτή η διπλή στρατηγική επιτρέπει στην Κίνα να διατηρεί την παραγωγική της ισχύ ακόμη και σε περιόδους κρίσης.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση των λιπασμάτων. Η Κίνα παράγει περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων αζωτούχων λιπασμάτων, χρησιμοποιώντας κυρίως άνθρακα αντί πετρελαίου. Την ώρα που οι διεθνείς τιμές της ουρίας έχουν εκτιναχθεί λόγω της κρίσης, οι εγχώριες τιμές παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα της κινεζικής παραγωγής.

Η στρατηγική αυτή δείχνει ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα προμηθειών, αλλά συνολικού σχεδιασμού. Η Κίνα δεν επιδιώκει απλώς να εξασφαλίσει ενέργεια, αλλά να ελέγξει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας – από την παραγωγή έως τη βιομηχανική αξιοποίηση.

Σε έναν κόσμο που εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αστάθειας, το κινεζικό μοντέλο αναδεικνύεται ως παράδειγμα στρατηγικής προετοιμασίας. Και ίσως προμηνύει το πώς θα κινηθούν και άλλες μεγάλες οικονομίες στο μέλλον: με λιγότερη εξάρτηση, περισσότερη αυτάρκεια και έναν ολοένα πιο κεντρικό ρόλο του κράτους στον σχεδιασμό της ενέργειας.

Ασυμβίβαστο μεταξύ της «κανονικότητας» της κυβέρνησης Μητσοτάκη και του «μένουμε Ευρώπη»

«Δικαιολογημένη» η διαφθορά, «σκευωρίες» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας: γαλάζιοι βουλευτές και υπουργοί, από κοντά φιλοκυβερνητικοί σχολιαστές προσπαθούν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, προσκρούοντας στον υποτιθέμενο «ευρωπαϊσμό» τους.

Μπροστά στον ορυμαγδό αποκαλύψεων για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και με τις νέες δικογραφίες που έχουν σχηματιστεί και περιλαμβάνουν «αποχρώσες ενδείξεις» ενοχής για υπουργούς και κυβερνητικούς βουλευτές, αλλά και πολύ σαφή τεκμήρια και αποδείξεις για το πώς λειτουργούσε ο μηχανισμός, στο κυβερνητικό στρατόπεδο προσπαθούν να καλυφθούν, επιχειρώντας να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.

Για παράδειγμα, η εκτεταμένη και στοχευμένη διασπάθιση ευρωπαϊκών επιδοτήσεων για να διαμορφωθεί φιλοκυβερνητικός συσχετισμός σε διάφορες κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες παρουσιάζεται περίπου ως «αθώο ρουσφέτι». Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, «εάν τολμήσει βουλευτής της αντιπολιτεύσεως και σηκωθεί σε εμένα και κατηγορήσει τους συναδέλφους μου της ΝΔ, για αυτόν τον φάκελο που έστειλε η κυρία Παπανδρέου, δεσμεύομαι να δημοσιεύσω στο Twitter μου, όλα τα ρουσφέτια που μου έχει ζητήσει ο ίδιος. Γιατί δεν ξέρω πολλούς βουλευτές της αντιπολίτευσης που να μη μου έχουν ζητήσει».

Η στόχευση αυτής της δήλωσης είναι διττή. Από τη μια, επιχειρεί να παρουσιάσει τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ως κάποιους που δεν έκαναν κάτι μεμπτό. Από την άλλη, να υπαινιχτεί ένα γενικευμένο «και εσείς τα ίδια κάνετε» και άρα ουσιαστικά μέσα από την καθολική «ενοχή», να υπάρξει συμψηφισμός, οπότε «τίποτα τελικά δεν έγινε» για τους κυβερνητικούς βουλευτές.

Βεβαίως, όλα αυτά -τα ούτως ή άλλως κατακριτέα για σειρά λόγων- στηρίζονται σε μια λαθροχειρία, καθώς συνειδητά συγχέονται δύο διαφορετικά πράγματα. Το ένα είναι όταν ένας πολίτης απευθύνεται σε έναν βουλευτή και ζητάει λύση σε κάποιο πρόβλημα που οφείλεται σε πραγματικές ελλείψεις και αδυναμίες του κράτους και των εποπτευόμενων από το κράτος μηχανισμών. Τότε εύλογο είναι ο βουλευτής να πάει να μιλήσει με τον υπουργό, να εκθέσει το πρόβλημα, να ζητήσει μα λύση.

Αυτό δεν είναι υποχρεωτικά ρουσφέτι. Όταν, δηλαδή, το αίτημα αφορά το να βρεθεί ένα κρεβάτι σε ένα δημόσιο νοσοκομείο για ένα σοβαρό περιστατικό, ή να ολοκληρωθεί πιο γρήγορα μια γραφειοκρατική διαδικασία, ή να διορθωθεί μια άστοχη απόφαση (π.χ. εάν έχει απορριφθεί μια αναγκαία αδειοδότηση παρότι υπάρχουν τα τυπικά δικαιολογητικά), ή να ικανοποιηθεί ένα τοπικό αίτημα για ένα αναγκαίο έργο, ακόμη και μικρής κλίμακας, δεν μιλάμε ακριβώς για ρουσφέτι.

Μιλάμε για την αναγκαία δουλειά που πρέπει να κάνει ένας βουλευτής όταν εκπροσωπεί τους εκλογείς του και όταν υπάρχουν προβλήματα στην ικανότητα του κράτους να ικανοποιήσει πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.

Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρόβλημα δεν είναι ότι διατυπώνονται τέτοια αιτήματα, αλλά ακριβώς ότι για να γίνει το αυτονόητο που όφειλε το κράτος να παρέχει στον πολίτη, χρειάζεται ο τελευταίος να απευθυνθεί στον τοπικό βουλευτή για να μιλήσει με τη σειρά του στον υπουργό.

Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ όμως δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, έχουμε να κάνουμε – και φαίνεται αυτό στα στοιχεία από τη δικογραφία που ήρθαν στη δημοσιότητα – με μια συνειδητή προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί μια παράτυπη πρακτική για να πάρουν επιδοτήσεις συγκεκριμένοι ψηφοφόροι, που δεν τις δικαιούνταν, με τους κυβερνητικούς βουλευτές να προσπαθούν να εξασφαλίσουν «μερίδιο» από αυτόν τον «μηχανισμό επανεκλογής».

Στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έχουμε καν μια προσπάθεια να δούμε εάν θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν επιπλέον πόροι συνολικά για τους αγρότες. Έχουμε προσπάθεια πλήρους εργαλειοποίησης της διαδικασίας με σαφώς κομματικούς σκοπούς και με χρήμα που ένα μέρος του επιστρέφει σε συγκεκριμένες κομματικές τσέπες.

Κοντολογίς έχουμε να κάνουμε όχι μόνο με κακοδιαχείριση και διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων, αλλά και με διαφθορά.

Φαίνεται αυτό φυσιολογικό και «κανονικό» στον Άδωνι Γεωργιάδη;

Όμως, την ίδια στιγμή έχουμε και μια συστηματική προσπάθεια να «αποδομηθεί» ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Και πάλι ο Άδωνις Γεωργιάδης το είπε καθαρά: «φτιάχτηκε το 2021 όταν αποφάσισαν κάποιοι ευρωπαίοι να τη φτιάξουν. Δεν της χρωστάμε κανά σπουδαίο σεβασμό ως θεσμό, μπορεί να είναι και άχρηστος. Θα κριθεί αν δουλεύει από τους ανθρώπους από τους οποίους έλαβαν την εμπιστοσύνη για να κάνουν τη δουλειά τους. Δεν έχουν αποδεχθεί και οι ”27 ” την ευρωπαϊκή εισαγγελία, δεν είναι και το Κέιμπριτζ. Αυτό που κρίνει έναν θεσμό είναι πώς οι εκπρόσωποί του υλοποιούν την εξουσία. Αν οι εκπρόσωποι αντί να πολεμούν τη διαφθορά, πάνε και κάνουν πολιτικά παιχνίδια, τότε όχι δεν είναι άξιοι του θεσμού αλλά θα πάρουν στον λαιμό του και τον θεσμό».

Και αυτή δεν ήταν η μόνη απαξιωτική αναφορά του υπουργού Υγείας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Σε άλλη δημόσια παρέμβασή του υποστήριξε ότι «η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι σαν να κρατάει όμηρο το πολιτικό σύστημα». Αλλά και ο Κωστής Χατζηδάκης μίλησε επίσης απαξιωτικά, εμμέσως πλην σαφώς, όταν αναρωτήθηκε «και στατιστικά να το δείτε πόσες υποθέσεις που ξεκινούν από τις εισαγγελικές αρχές δεν έχουν αθωωτικό αποτέλεσμα;».

Και βέβαια τη «γραμμή» την πήραν τα φιλοκυβερνητικά μέσα και «διαμορφωτές κοινής γνώμης: «Ως πότε θα κρατήσει η ομηρία μιας κυβέρνησης χώρας της ΕΕ από εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης». «Η υπόθεση έχει αρχίσει μ’ αυτά τα δεδομένα να θυμίζει ακόμη και εκείνη τη σκοτεινή υπόθεση της Novartis». «Πόσο θα τραβήξει το τροπάρι της Κοβέσι». Και αυτές είναι μόνο μερικές χαρακτηριστικές αποστροφές. Για να μην αναφερθώ σε όσους πρακτικά υπαινίσσονται ότι κάτι ύποπτο υπάρχει αφού μπορούσαν να συγκεντρώνουν αυτά τα στοιχεία και να κάνουν και αυτές τις νόμιμες επισυνδέσεις χωρίς να το αντιληφθεί η κυβέρνηση, παραβλέποντας βέβαια ότι αυτό ακριβώς είναι ο ορισμός μιας εισαγγελικής έρευνας που γίνεται με σωστό τρόπο.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν επέλεξε μια τόσο ρητά επικριτική τοποθέτηση. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι ήταν κατά βάση κυβερνητικές πηγές που «εξηγούσαν» πως το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός ζήτησε στο διάγγελμα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία «να προχωρήσει ταχύτατα σε όλες τις ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν, σε πόσους και σε ποιους προτίθεται να ασκήσει διώξεις», αποτελούσε σαφή αναφορά στο ότι δεν μπορούσε να είναι η κυβέρνηση και η πολιτική σε κατάσταση ομηρίας.

Βεβαίως, όλοι αυτοί αποφεύγουν να αναφέρουν τι ακριβώς κάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Όλοι αυτοί οι υποτίθεται διαπρύσιοι Ευρωπαϊστές, οι αγωνιστές του «Μένουμε Ευρώπη», παραβλέπουν ότι ο συγκεκριμένος θεσμός συγκροτήθηκε ακριβώς επειδή υπήρχαν σοβαρά προβλήματα που αφορούσαν απάτες είτε για κονδύλια της Ευρώπης, είτε διασυνοριακές στον τομέα του ΦΠΑ. Η λογική ήταν απλή: υπάρχουν μορφές οικονομικής απάτης που είναι σε βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ και όχι μόνο των εθνικών προϋπολογισμών, άρα πρέπει να υπάρχει μια ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή. Και σε αντίθεση με όσα έγραψε ο πρωθυπουργός η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν θεσμοθετήθηκε το 2020, αλλά είχε αποφασιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο νωρίτερα και ήδη το 2017 η χώρα μας ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του θεσμού, ενώ ήταν ένας νόμος της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, ο 4956/2019, που περιλάμβανε τις διατάξεις για την ενσωμάτωση του θεσμού και στο ελληνικό νομικό πλαίσιο.

Όλα αυτά δείχνουν ότι ο «ευρωπαϊσμός» της κυβέρνησης τελειώνει εκεί που αρχίζει το άμεσο κομματικό συμφέρον και η προσήλωσή της στο κράτος δικαίου εξαντλείται εκεί που αρχίζουν να διώκονται και οι παραβατικές συμπεριφορές δικών της κομματικών στελεχών.

Πράγμα που για άλλη μια φορά αποδεικνύει ότι η συχνή επίκληση της ευρωπαϊκής «κανονικότητας» από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, για να διαχωριστεί από τους υποτιθέμενους «αρνητές της Ευρώπης» που κυβερνούσαν πριν (παρότι ήταν αυτοί που κατάφεραν να συνεργαστούν τελικά με την Ευρώπη, να ρυθμίσουν το χρέος και να βγάλουν τη χώρα από τα μνημόνια), στην πραγματικότητα είναι απλώς μια ρητορική χωρίς αντίκρισμα. Με αποτέλεσμα όταν είναι η κυβέρνηση και τα κυβερνητικά στελέχη που βρίσκονται στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών, η αντίδραση να παίρνει τη μορφή: «και ποιοι είναι αυτοί οι Ευρωπαίοι που θα έρθουν να μας πουν πώς να διαχειριστούμε τα δικά μας σκάνδαλα».

Και αυτό δείχνει ότι το κόστος από την παράταση αυτού του μοντέλου διακυβέρνησης ολοένα και αυξάνεται για τη χώρα και την ελληνική κοινωνία. Γιατί σε μια εποχή αναδιαπραγμάτευσης συνολικά των ευρωπαϊκών σχεδιασμών, από την κοινή αγροτική πολιτική έως την κοινή πολιτική για την άμυνα, η χώρα πηγαίνει με τη διπλή «ρετσινιά», της αποδεδειγμένης παραβατικότητας στη διαχείριση πόρων και της αμφισβήτησης των ευρωπαϊκών θεσμών από κυβερνητικά στελέχη. Και ο πρωθυπουργός από μεγάλη ελπίδα – τουλάχιστον αυτό μας έλεγαν… – κάποτε της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς, ολοένα και περισσότερο γίνεται μία από τις μεγάλες της επισφάλειες.

Πηγή: in

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0