ενημέρωση 7:08, 13 September, 2026

Σταύρος Νιάρχος- Σάρλοτ Φορντ - Μια πολυσυζητημένη σχέση

Ο Σταύρος Νιάρχος, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 15 Απριλίου του 1996, εξέπληξε τους πάντες όταν άφησε έγκυο την εγγονή του περίφημου αυτοκινητοβιομήχανου, Χένρι Φορντ.


Ήταν Δευτέρα 15 Απριλίου του 1996, όταν ο Σταύρος Νιάρχος άφησε την τελευταία του πνοή στο κρεβάτι μιας κλινικής στην Ζυρίχη, έξι εβδομάδες μετά από το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη. Με αφορμή τα χρόνια που έχουν περάσει από την τραγική του απώλεια, αξίζει να θυμηθούμε μία από τις σχέσεις της ζωής του που έμειναν στην ιστορία. Το 1965 ο Σταύρος Νιάρχος, γνώρισε στην Ελβετία τη Σάρλοτ Φορντ, την εγγονή του περίφημου αυτοκινητοβιομήχανου Χένρι Φορντ.

Λίγο αργότερα έγινε γνωστό πως η νεαρή αμερικανίδα κληρονόμος της περιβόητης αυτοκινητοβιομηχανίας κυοφορούσε το παιδί του Έλληνα Κροίσου που όμως είχε ήδη τέσσερα παιδιά με τη σύζυγο του Ευγενία Λιβανού, με την οποία εξακολουθούσε να είναι παντρεμένος.

Το ίδιο ξαφνικά με την σύνδεση του πολυσυζητημένου ζεύγους ήρθε λίγους μήνες αργότερα και ο χωρισμός και η λύση του πολιτικού τους γάμου.

Ο Νιάρχος εκπλήσσοντας τους πάντες πήρε τότε διαζύγιο από την Ευγενία εκτός Ελλάδος και παντρεύτηκε με πολιτικό γάμο τη Φορντ, η οποία κατόπιν έφερε στον κόσμο το πέμπτο παιδί του, την Έλενα - Άννα.

Οι φήμες γύρω από το αναπάντεχο ζευγάρι έδιναν και έπαιρναν, όχι μόνο στην Ελλάδα. Και ενώ το παγκόσμιο κοινό παρακολουθούσε τις εξελίξεις με ενδιαφέρον, το ίδιο ξαφνικά με την σύνδεση του πολυσυζητημένου ζεύγους ήρθε λίγους μήνες αργότερα και ο χωρισμός και η λύση του πολιτικού τους γάμου, αφήνοντας στον Νιάρχο τον δρόμο ανοικτό προκειμένου να επιστρέψει στην νόμιμη σύζυγο του που ήταν διατεθειμένη να τον συγχωρέσει και να τον δεχτεί κοντά της. Άλλωστε στα μάτια της Ορθόδοξης εκκλησίας, ο γάμος τους δεν είχε λυθεί ποτέ...

«Κακοποίηση» - Έντονες αντιδράσεις στο Ισραήλ για το εξώφυλλο του L’Espresso – Τι δηλώνει ο ιταλός φωτογράφος

Ο φωτογράφος που αποτύπωσε την βία των εποίκων στη Δυτική Όχθη μιλάει για την φωτογραφία που προκάλεσε την οργή του Τελ Αβίβ

Την οργή του Τελ Αβίβ προκάλεσε πρόσφατο δημοσίευμα του δημοφιλούς ιταλικού περιοδικού L’Espresso (10/4), το οποίο αποτυπώνει την βία των ισραηλινών εποίκων κατά Παλαιστινίων μέσα από σειρά φωτογραφικών ντοκουμέντων.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται το εξώφυλλο του περιοδικού, στο οποίο αποτυπώνεται έποικος, ο οποίος με χλευαστική διάθεση καταγράφει με το κινητό του νεαρή παλαιστίνια. Ο τίτλος που συνοδεύει το τεύχος φέρει μάλιστα τον τίτλο «Κακοποίηση», γεγονός που οδήγησε στην παρέμβαση του ισραηλινού πρεσβευτή στη Ρώμη, Τζόναθαν Πέλεντ, ο οποίος έκανε λόγο για «χειραγώγηση» και να κατηγορεί το ιστορικό έντυπο για διαστρέβλωση της πραγματικότητας και αναπαραγωγή αντισημιτικών στερεοτύπων.

Το «Βήμα» μίλησε με τον ιταλό φωτογράφο Πιέτρο Μαστούρτσο, ο οποίος τράβηξε την επίμαχη εικόνα, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ρεπορτάζ, την κριτική περί αντισημιτισμού και το κλίμα που επικρατεί στο Ισραήλ, στον απόηχο των διαδοχικών, αιματηρών συγκρούσεων στις οποίες εμπλέκεται η χώρα.

Κακοποίηση»: Έντονες αντιδράσεις στο Ισραήλ για το εξώφυλλο του L'Espresso  - Τι δηλώνει ο ιταλός φωτογράφος - ΤΟ ΒΗΜΑ

Ποιες ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τραβήχτηκαν οι φωτογραφίες και έγινε το ρεπορτάζ;

Μαζί με άλλους συναδέλφους –παλαιστίνιους φωτογράφους διεθνών πρακτορείων και αποστολή των New York Times- βρισκόμασταν σε μια εορταστική εκδήλωση για την πρώτη μέρα της συγκομιδής της ελιάς. Στο ίδιο σημείο επίσης παρευρίσκονταν τοπικές παλαιστινιακές αρχές και ακτιβιστές υπέρ της Παλαιστίνης. Ξαφνικά μια ομάδα εποίκων, με τη συνοδεία στρατιωτών των IDF, εισέβαλε στο πεδίο με σκοπό να παρενοχλήσει τους παρευρισκόμενους και να διακόψει μια δραστηριότητα που εξελισσόταν απολύτως ειρηνικά ως εκείνη την ώρα. Ήταν μέσα σε αυτή την περίσταση που έγινε η λήψη και η οποία αποτυπώνει την παρενόχληση ενός εποίκου με στρατιωτική περιβολή προς μια παλαιστίνια γυναίκα που συμμετείχε στην όλη εκδήλωση.

Με βάση τη φωτογραφία η πρεσβεία του Ισραήλ στην Ιταλία έκανε λόγο για αναπαραγωγή στερεοτύπων και αντισημιτισμό. Τι απαντάς σε αυτή την κατηγορία;

Δέχθηκα σειρά ανάλογων σχολίων στο Instagram, όπου ανάρτησα τη φωτογραφία του εξωφύλλου, τα οποία και εστίαζαν στο χλευαστικό χαμόγελο του εποίκου, σε αντίθεση με την έκφραση της παλαιστίνιας γυναίκας. Περίμενα τέτοιες αντιδράσεις ωστόσο, ειδικά από τις ισραηλινές αρχές. Το να μιλάς για αντισημιτισμό όταν αναδεικνύονται εγκληματικές πρακτικές συγκεκριμένων κυβερνήσεων, κι όχι φυσικά των Εβραίων ή των ισραηλινών πολιτών συνολικά, είναι μια γνώριμη τακτική δαιμονοποίησης. Και ο εκνευρισμός τους είναι μεγαλύτερος, ακριβώς γιατί το ρεπορτάζ του L’Espresso και η φωτογραφία στο εξώφυλλο είχαν αντίκτυπο, επανέφεραν την συζήτηση για την πραγματικότητα, για την άθλια κατάσταση που επικρατεί στη Δυτική Όχθη.

Ποια είναι η εικόνα που έχεις για το κλίμα που επικρατεί στην ισραηλινή κοινωνία και τους Παλαιστίνιους αντίστοιχα;

Ως προς το κλίμα που επικρατεί, η πλειονότητα της κοινωνίας στηρίζει την κυβέρνηση Νετανιάχου και τις ακρότητές της. Υπάρχουν βέβαια πολλοί ακτιβιστές της αντιπολίτευσης που διαδηλώνουν και προσπαθούν να προστατεύσουν τις κατά τόπους παλαιστινιακές κοινότητες, η βοήθεια τους στο να κάνω τη δική μου δουλειά  είναι πολύτιμη. Αλλά το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας έχει ενσωματώσει μια λογική ενός εκλεκτού έθνους υπό διαρκή άμυνα, έχει εκτεθεί σε αυτή την αντιπαλαιστινιακή ρητορική από τη σχολική του ηλικία και το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου [σ.σ. 07/10/2023 ήταν η μέρα που πραγματοποιήθηκαν οι φονικές επιθέσεις της Χαμάς] ενίσχυσε αυτή την αντίληψη. Όσα λέγονται από τον ίδιο τον Νετανιάχου και τους πιο ακραίους υπουργούς του όπως ο Σμόντριτς και ο Μπεν Γκβιρ ότι η Δυτική Όχθη πρέπει να προσαρτηθεί ανταποκρίνονται στο γενικό αίσθημα και την ίδια στιγμή ασφαλώς το επιτείνουν.

Σε ό,τι αφορά τους Παλαιστίνιους, έχω να επισκεφθώ τη Γάζα από το 2021, οπότε στα αυτιά μου φτάνουν έμμεσα πληροφορίες που θέλουν τη Χαμάς να είναι πιο δημοφιλής από ό,τι ήταν πριν την ισραηλινή εισβολή, εξαιτίας της όποιας ικανότητάς της να κεφαλαιοποιεί την υπόθεση της αντίστασης στην κατοχική δύναμη. Στη Δυτική Όχθη πάντως το κλίμα δεν είναι υπέρ της Χαμάς, δεν έχω δει ούτε σημαίες της οργάνωσης, ούτε κόσμο να συζητά με θετικό τρόπο για αυτή. Ο κόσμος είναι κουρασμένος με τον διαρκή πόλεμο και την κατοχή αλλά δεν υπάρχει σε καμία περίπτωση κάποιο ρεύμα στήριξής της.

Δημοσιογράφοι και φωτογράφοι που βρίσκονται στο πεδίο της μάχης ρισκάρουν κυριολεκτικά τη ζωή τους. Πως διαχειρίζεστε τον παράγοντα φόβο;

Το ζήτημα δεν είναι ο φόβος που δικαίως έχει ο καθένας ατομικά. Ναι, οι δημοσιογράφοι, ειδικά οι παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν ισχυρό κίνδυνο, ορισμένοι συνάδελφοι μάλιστα έχουν φτάσει στο σημείο να λένε εν είδει αυτοσαρκασμού ότι το να φοράς γιλέκο με το διακριτικό press λειτουργεί περισσότερο ως στόχος παρά ως κάλυψη.

Εργάζομαι από το 2010 στα παλαιστινιακά εδάφη, σε Γάζα και Δυτική Όχθη και η κατάσταση συνεχώς χειροτερεύει. Ειδικά στη Δυτική Όχθη οι επιθέσεις των εποίκων κλιμακώνονται σε ποσότητα και ποιότητα, γίνονται όλο και πιο βίαιες, σε καθημερινή βάση μάλιστα.

Υπάρχουν όμως και θετικές εξελίξεις. Μπορούμε και βρισκόμαστε εδώ χάρη σε μια πρωτοβουλία αλληλεγγύης που οργανώσαμε με συναδέλφους από το φωτογραφικό πρακτορείο Prospekt με το οποίο συνεργάζομαι, με σκοπό την στήριξη παλαιστινίων φωτογράφων που εργάζονται υπό μεγάλη πίεση στο πεδίο. Η πρόσβαση μας στη Δυτική Όχθη έχει καταστεί δύσκολη λόγω κόστους. Τώρα μάλιστα οργανώνουμε μια νέα αποστολή στη Δυτική Όχθη, με τη στήριξη της ισραηλινής κοινότητας φωτορεπόρτερ ActiveStills, που κάνει εξαιρετική δουλειά.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η ήττα του Ορμπανισμού δείχνει το μέλλον του Μητσοτακισμού

Η Ουγγαρία με την ήττα του Όρμπαν δείχνει πώς πέφτουν οι κυβερνήσεις που γίνονται «καθεστώτα». Στις δημοκρατίες καμιά κυβέρνηση δεν είναι αιώνια και η αλαζονεία είναι πάντα ο χειρότερος οδηγός.

Ο Βίκτορ Όρμπαν έμοιαζε να είναι αμετακίνητος στη θέση του στην Ουγγαρία. Σε τελική ανάλυση, είχε καταφέρει να κερδίσει αλλεπάλληλες εκλογές, είχε ελέγξει το κράτος, είχε κατορθώσει να χειραγωγήσει τη δικαιοσύνη, είχε εξασφαλίσει ότι τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης τον υποστήριζαν. Επιπλέον, είχε καταφέρει να κατοχυρώσει μια θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παζαρεύοντας τη συναίνεση της Ουγγαρίας σε κρίσιμες επιλογές, και βέβαια ήταν ο αγαπημένος ηγέτης στην Ευρώπη του Ντόναλντ Τραμπ, κάτι που αποτελούσε και το αντίβαρο στην επιμονή του Όρμπαν να διαχωρίζεται από τη θέση της υπόλοιπης Ευρώπης σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και φυσικά ήταν ένα ίνδαλμα της Ακροδεξιάς και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Ωστόσο, ο Όρμπαν μόλις έχασε τις εκλογές. Τις έχασε από ένα πρώην μέλος του κόμματος που κατάφερε να δημιουργήσει ένα κίνημα ενάντια στην επανεκλογή του, πρωτίστως πατώντας πάνω στα εκτεταμένα κρούσματα διαφθοράς που κυριαρχούσαν στα πολιτικά πράγματα της Ουγγαρίας. Τις έχασε γιατί η ουγγρική οικονομία δεν τα πήγαινε και τόσο καλά και η κοινωνία ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένη γι’ αυτό. Και τις έχασε γιατί η ουγγρική κοινωνία προτιμά να είναι με την Ευρώπη, με όλα τα προβλήματά της, παρά με τη Ρωσία, τον Τραμπ και τον Νετανιάχου.

Πάνω από όλα ο Βίκτορ Όρμπαν έχασε τις εκλογές γιατί είχε πάψει να λειτουργεί ως μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση χάνοντας επί της ουσίας τη λαϊκή νομιμοποίηση, και, αντιθέτως, είχε μεταβληθεί σε ένα καθεστώς, μια αυταρχική μορφή διακυβέρνησης με δημοκρατική επικάλυψη αλλά καμιά δημοκρατική λογική και ουσία. Και με όλα τα προβλήματα που ακολουθούν ένα τέτοιο καθεστώς: αδυναμία να ανταποκριθεί σε κοινωνικές ανάγκες, διαφθορά, εργαλειοποίηση των θεσμών.

Και αυτό που συνέβη στον Βίκτορ Όρμπαν είναι ένα μάθημα για κάθε κυβέρνηση που πιστεύει ότι πλέον δεν οφείλει να λογοδοτεί στην κοινωνία, για κάθε κυβέρνηση που έχει γίνει πια καθεστώς. Γιατί δείχνει ότι κάποια στιγμή υπάρχει ένα όριο για κάθε κυβέρνηση, ένα όριο που αφορά το πόσα μπορεί να ανεχτεί μια κοινωνία, ένα όριο που όταν ξεπεραστεί, τότε θα εμφανιστεί και η εναλλακτική λύση και θα γίνει πράξη η πολιτική αλλαγή.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό γιατί ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να πανηγυρίσει, μαζί με άλλους Ευρωπαίους ηγέτες, ακριβώς για να δείξει ότι συμμερίζεται το ευρύτερο κλίμα ανακούφισης για την αλλαγή στην Ουγγαρία, αλλά θα ήταν καλό να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που έγινε στην Ουγγαρία είναι ιδιαίτερα διδακτικό και να το λάβει υπόψη σαν μια προειδοποίηση.

Γιατί, κακά τα ψέματα, μπορεί να είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε την Ουγγαρία του Όρμπαν ως το «μαύρο πρόβατο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως σε σχέση με τη διαρκή παραβίαση των βασικών κανόνων του κράτους δικαίου, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι η χώρα μας, ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία, αποτελεί ακριβώς το «υπόδειγμα» ως προς τη θεσμικότητα και την προσήλωση στις ευρωπαϊκές αξίες. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μια κυβέρνηση που βρίσκεται στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με διάφορους υπουργούς μάλιστα να αναφέρονται σε αυτό τον ευρωπαϊκό θεσμό με τον ίδιο απαξιωτικό τρόπο που η ουγγρική κυβέρνηση συνήθιζε να απαντά όταν κατηγορείτο για παραβίαση των κανόνων δικαίου, μια κυβέρνηση που μάλλον έχει τα ευρωπαϊκά πρωτεία στον αριθμό βουλευτών και υπουργών υπό ποινική διερεύνηση, μια κυβέρνηση που βαρύνεται με την τραγωδία των Τεμπών, το σκάνδαλο των υποκλοπών, που αποδεδειγμένα πια οργανώθηκαν από το Μέγαρο Μαξίμου και την ΕΥΠ, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, μια κυβέρνηση που έχει προσπαθήσει να χειραγωγήσει τη δικαιοσύνη – τι άλλο δείχνει η προσπάθεια παρακολούθησης και δικαστικών; –, και βέβαια μια κυβέρνηση που έχει συστηματικά επενδύσει στη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού για αυτή μηντιακού οικοσυστήματος, αξιοποιώντας σε αυτή την κατεύθυνση και τη διαχείριση της κρατικής διαφήμισης.

Και βέβαια, όποιος θέλει να προχωρήσει ακόμη περισσότερο στην κατεύθυνση των αναλογιών με την Ουγγαρία, δεν θα μπορούσε να παραλείψει και το γεγονός ότι και εδώ έχουμε να κάνουμε με πολύ μεγάλη κοινωνική δυσαρέσκεια για μια κυβέρνηση για την οποία ο ορισμός της ανάπτυξης συγκεφαλαιώνεται στο «να ευημερούν οι αριθμοί, και ας δυστυχούν οι άνθρωποι».

Για όλους αυτούς τους λόγους και σε πείσμα όλων των μεγάλων διαφορών που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο χώρες, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ανήκαν σε διαφορετικούς συνασπισμούς στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, είναι σαφές ότι το μεγαλύτερο λάθος που θα μπορούσαν να κάνουν στη Νέα Δημοκρατία – λάθος που ήδη κάνουν διάφορα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ – είναι να δουν στις εξελίξεις στην Ουγγαρία τη δικαίωση της δικής τους πολιτικής ή – ακόμη χειρότερα – κάποιο προμήνυμα της δικής τους εκλογικής νίκης.

Γιατί στην πραγματικότητα όλα δείχνουν μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στις δημοκρατίες έχουμε εκλεγμένες κυβερνήσεις που όταν είναι αντιμέτωπες με τη λαϊκή δυσαρέσκεια και αποδοκιμασία, χάνουν στις εκλογές και έρχονται άλλες στη θέση τους, ακόμη και όταν μοιάζουν να είναι «αμετακίνητες» και να έχουν γίνει «καθεστώς». Και έτσι δεν είναι καθόλου μα καθόλου δεδομένο ότι θα είναι η Νέα Δημοκρατία αυτή που θα πανηγυρίζει στις επόμενες εκλογές, όποτε και εάν γίνουν.

Πηγή: in