ενημέρωση 7:30, 12 September, 2026

KIA EV2 - Θα παρκάρει – και – μόνο του

To Kia EV2 αναμένεται να κυκλοφορήσει στην ελληνική αγορά με όλα τα εφόδια της ηλεκτρικής τεχνολογίας που προσφέρουν ήδη τα νέα της μοντέλα.

To Kia EV2 αναμένεται να κυκλοφορήσει στην ελληνική αγορά με όλα τα εφόδια της ηλεκτρικής τεχνολογίας που προσφέρουν ήδη τα νέα της μοντέλα. Επίσης, το EV2 είναι το δεύτερο ηλεκτρικό που κατασκευάζεται από την KIA στην Ευρώπη με δυναμικά χαρακτηριστικά, που ταιριάζουν απόλυτα στις ευρωπαϊκές συνήθειες των αγοραστών. Σύμφωνα με τη φίρμα, το νέο αμιγώς ηλεκτρικό μοντέλο της έχει «χτιστεί» πάνω στη νέα πλατφόρμα E-GMP.

Σχεδιαστικά, το νέο μοντέλο πατάει στη σύγχρονη αισθητική ταυτότητά της, με έντονα φωτιστικά σώματα και SUV σιλουέτα που παραπέμπει σε μεγαλύτερα μοντέλα της γκάμας που ήδη κυκλοφορούν στην αγορά. Επίσης, σε μήκος αγγίζει τα τέσσερα μέτρα, ενώ θα προσφέρεται σε πενταθέσια έκδοση και τετραθέσια με ανεξάρτητα μεταξύ τους πίσω καθίσματα. Ο χώρος αποσκευών έχει χωρητικότητα 362 λίτρων και φτάνει τα 403 λίτρα, χάρη στα συρόμενα και ανακλινόμενα πίσω καθίσματα. Εξτρα αποθηκευτικός χώρος 15 λίτρων υπάρχει κάτω από το εμπρός καπό (frunk).

Στην πρώτη έκδοση, τη Standard Range, το νέο Kia EV2 διαθέτει μπαταρία χωρητικότητας 42,2 kWh και στη Long Range χωρητικότητας 61,0 kWh με αυτονομία 317 και 453 χλμ. αντίστοιχα. Χάρη στην τεχνολογία 400V η ταχεία φόρτιση μπορεί να επιτευχθεί από το 10-80% σε περίπου μισή ώρα, ενώ υποστηρίζονται τόσο AC φόρτιση έως 22 kW, όσο και λειτουργίες EV route planning, Plug & Charge και αμφίδρομη φόρτιση.

Επίσης, το νέο μοντέλο βρίθει σε συστήματα υποβοήθησης. Ενα από αυτά είναι το σύστημα απομακρυσμένου παρκαρίσματος που ήδη υπάρχει σε μοντέλα της φίρμας, όπως το νέο Niro και το EV3, το οποίο ονομάζεται Remote Smart Parking Assist.

Η λειτουργία βοηθάει στην αυτόματη ανίχνευση των κατάλληλων θέσεων στάθμευσης, εκτελώντας τη διαδικασία στάθμευσης πλήρως αυτόματα, ενώ ο οδηγός μπορεί να βρίσκεται μέσα ή έξω από το όχημα.

Ως ηλεκτρικό το νέο μοντέλο είναι όντας αθόρυβο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η KIA παρέμεινε μόνο σε αυτό το ατού. Για τη μείωση του θορύβου κύλισης, το EV2 εξοπλίζεται με ελαστικά ακουστικής τεχνολογίας που έχουν σχεδιαστεί ώστε να περιορίζουν την τονική διείσδυση θορύβου. Τα ελαστικά συμπληρώνονται από ειδικά εξελιγμένα και απορροφητικά υλικά στους θόλους των τροχών που μειώνουν τα αντιλαμβανόμενα επίπεδα ήχου.

Η Kia έχει ήδη ξεκινήσει την εμπορική πορεία του μοντέλου στη Γερμανία, καθιστώντας το ένα από τα πιο προσιτά ηλεκτρικά SUV της αγοράς. Aναμένεται τις επόμενες εβδομάδες να ξεκινήσει και σε άλλες αγορές.

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

«Στα Τζουμέρκα οι πόρτες είναι ανοιχτές»

Η Δέσποινα Σπυράτου, αν και παιδί της θάλασσας, μαγεύτηκε από τα Τζουμέρκα και επέλεξε να φτιάξει εκεί, με πολλή δουλειά, τη βάση της.

 ΗΔέσποινα Σπυράτου είναι ένα ακόμα μέλος της πολύ ζωντανής κοινότητας «αποκεντρωμένων» –ανθρώπων δηλαδή οι οποίοι έχουν αφήσει την Αθήνα ή άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας– που έχουν κάνει τα Τζουμέρκα σπίτι τους. Τη συνάντησα ένα πρωινό του Μαρτίου στο Ορεινό Καταφύγιο Μελισσουργών λίγο πρoτού ξεκινήσει τη δουλειά της μαζί με την υπόλοιπη ομάδα, επικεφαλής της οποίας είναι ο Φώτης Δελημήτρος. Το καταφύγιο του Φώτη, ενός χαρισματικού ανθρώπου, που θα έχει, ελπίζω, σύντομα το δικό του κεφάλαιο στη στήλη, έχει υποδεχθεί κατά καιρούς πολλούς ανθρώπους που θέλουν να δοκιμάσουν πώς μοιάζει στην πράξη μια αποκεντρωμένη ζωή στα βουνά.

Έτσι και η Δέσποινα, έχοντας δοκιμαστεί στο καταφύγιο για περίπου έξι χρόνια, απέκτησε πρόσφατα το δικό της σπίτι στο χωριό των Μελισσουργών και ατενίζει το μέλλον της στα Τζουμέρκα με ακόμα μεγαλύτερη αισιοδοξία. Ακολουθεί η ιστορία της Δέσποινας με τα δικά της λόγια.

«Γεννήθηκα στην Αθήνα το 2001 και με το που τελείωσα το σχολείο αποφάσισα ότι δεν ήθελα να σπουδάσω στη σχολή που πέρασα. Έτσι, τον επόμενο χρόνο βρέθηκα να ασχολούμαι με την καλλιτεχνική μου πλευρά, μέχρι να εντοπίσω τη σχολή που με ενδιαφέρει, του interior design. Μετά ήρθε ο Covid, οπότε στη δεύτερη καραντίνα, μέσα σε μόλις λίγα λεπτά, αποφάσισα να πάρω τον Φώτη (σ.σ. Δελημήτρο) τηλέφωνο και να τον ρωτήσω αν θα μπορούσε να με φιλοξενήσει στο καταφύγιο, χωρίς κάποιο χρονικό όριο. Και δέχτηκε.

«Σκέφτομαι ότι όταν γεράσω θέλω να έχω ανθρώπους γύρω μου που θα με αγαπάνε και θα με προσέχουν − αντίστοιχα κι εγώ εκείνους. Όχι μια τυπική συζήτηση με πρώην συναδέλφους και μια καλή σύνταξη. Οπότε κάνω ό,τι μπορώ για να εκπληρώσω αυτή την επιθυμία».

Τον Φώτη τον γνώριζα από έφηβη. Τον επισκεπτόμασταν οικογενειακώς αρκετές φορές μέσα στον χρόνο και είναι ο άνθρωπος που μας σύνδεσε με τα βουνά. Έτσι ένιωσα κι εγώ την οικειότητα να του τηλεφωνήσω, την ασφάλεια να δουλέψω και να μείνω μαζί του στο Καταφύγιο των Μελισσουργών. Για κάποιον περίεργο λόγο, αν και παιδί της θάλασσας, τα Τζουμέρκα μου δημιουργούσαν μια μαγική αίσθηση όταν τα επισκεπτόμουν – πρώτη φορά με συγκινούσε ορεινό τοπίο. Οπότε είπα να αποδεχτώ αυτό το συναίσθημα και να αφεθώ στα βαθύτερα θέλω μου.

«Οι Μελισσουργοί έγιναν το σπίτι μου, με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες»
 «Όταν έφυγα από την Αθήνα, δεν το είπα σε κανέναν. Οι γονείς μου το έμαθαν από ένα τυχαίο τηλεφώνημα: ενημερώθηκαν ότι είμαι στο ΚΤΕΛ για Άρτα. Οι φίλοι μου το ίδιο, το έμαθαν όταν ήμουν ήδη εκεί». Φωτ.: Δέσποινα Σπυράτου

Τα Τζουμέρκα πλέον είναι το σπίτι μου. Ζω σχεδόν τέσσερα χρόνια μόνιμα στο χωριό των Μελισσουργών και δεν θέλω να φύγω. Στην αρχή, το καταφύγιο ήταν στην κυριολεξία το καταφύγιό μου, αλλά τώρα, που έπειτα από τόσα χρόνια κατάφερα να νοικιάσω το δικό μου σπίτι, είναι το μέρος που σημαίνει οικογένεια, ασφάλεια, φίλους και ψυχική ηρεμία.

Όταν έφυγα από την Αθήνα, δεν το είπα σε κανέναν. Οι γονείς μου το έμαθαν από ένα τυχαίο τηλεφώνημα: ενημερώθηκαν ότι είμαι στο ΚΤΕΛ για Άρτα. Οι φίλοι μου το ίδιο, το έμαθαν όταν ήμουν ήδη εκεί. Η αλήθεια είναι πως σοκαρίστηκαν όλοι. Με κάποιους ανθρώπους οι επαφές μας δεν κράτησαν, με κάποιους άλλους ήρθαμε πιο κοντά, λόγω αυτής μου της απόφασης. Τελικά, έμειναν δίπλα μου οι άνθρωποι που έχουν τη μεγαλύτερη αξία.

Το μεταβατικό στάδιο, από τη ζούγκλα της Αθήνας στους γραφικούς Μελισσουργούς, ήταν από τα πιο όμορφα πράγματα. Ο ενθουσιασμός και η ηρεμία με αντάμειψαν στο έπακρο. Ήταν πολύ βοηθητικό το γεγονός ότι βρέθηκα σε έναν σχετικά οικείο χώρο και συνάντησα ανθρώπους με έντονο το στοιχείο της παιδικότητας. Αυτό με απελευθέρωσε κι εμένα πολύ. Είχαμε καθημερινή συναναστροφή, όντας στον ίδιο χώρο καθημερινά για έναν χρόνο.

Το βιοποριστικό κομμάτι είναι η αλήθεια πως δεν πρόλαβε να με αγχώσει. Είχα όλη τη θέληση να δουλέψω με τα παιδιά στο καταφύγιο και να ζήσω εκεί. Οπότε εντάχθηκα πολύ γρήγορα σε αυτό, μαθαίνοντας τη δουλειά, και η αλήθεια είναι πως δεν την άφησα από τότε. Υπήρξε ένα μικρό διάλειμμα που απευθύνθηκα σε ένα ξενοδοχείο στην ευρύτερη περιοχή για τη θέση του διαχειριστή. Παρ’ όλα αυτά δεν με κράτησε όπως ο χώρος του καταφυγίου και επέστρεψα ξανά στα λημέρια μου. Στον χώρο εργάζομαι on and off σχεδόν 6 χρόνια πια. Δεν ένιωσα ποτέ στάσιμη, ούτε ρουτίνα ούτε την ψυχική κούραση σε έντονο βαθμό. Όλα γίνονται καλύτερα χάρη στην ειλικρινή σχέση που έχουμε ως ομάδα.

«Οι Μελισσουργοί έγιναν το σπίτι μου, με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες»
 Φωτ.: Δέσποινα Σπυράτου
«Οι Μελισσουργοί έγιναν το σπίτι μου, με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες»
 Φωτ.: Δέσποινα Σπυράτου
«Οι Μελισσουργοί έγιναν το σπίτι μου, με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες»
 «Στην αρχή, το καταφύγιο ήταν στην κυριολεξία το καταφύγιό μου, αλλά τώρα, που έπειτα από τόσα χρόνια κατάφερα να νοικιάσω το δικό μου σπίτι, είναι το μέρος που σημαίνει οικογένεια, ασφάλεια, φίλους και ψυχική ηρεμία». Φωτ.: Δέσποινα Σπυράτου

Το τελευταίο εξάμηνο νοίκιασα σπίτι, πράγμα πολύ δύσκολο στην περιοχή των Τζουμέρκων. Έτσι, από εκεί που ήμουν στην απομόνωση, τώρα είμαι στην καρδιά του χωριού. Έχω δίπλα μου ένα από τα καφενεία του χωριού, την “Παναγία”, με την καλύτερη θέα. Οι άνθρωποι εκεί είναι η αλήθεια πως με προσέχουν πολύ, εφόσον είμαι και η πιο μικρή του χωριού. Θα μου προσφέρουν όμορφα οικογενειακά μεσημεριανά τραπέζια, ζεστασιά και αρκετό τσίπουρο. Γενικότερα, οι μόνιμοι κάτοικοι δεν είναι πολλοί, γύρω στους 30 τους “καλούς” μήνες, οπότε οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι λίγο περιορισμένες. Όμως αυτό δεν το σκέφτεσαι όταν οι άνθρωποι του περιγύρου είναι υπεραρκετοί με ουσιαστικό τρόπο.

Στο καταφύγιο τον χειμώνα εργάζομαι Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή και τις υπόλοιπες ημέρες υπάρχει άπλετος προσωπικός χρόνος. Αυτό μπορεί να είναι θετικό και αρνητικό – τις περισσότερες φορές είναι θετικό. Συνήθως επιλέγουμε να περνάμε τις μέρες μας πιο οικογενειακά, κάνοντας τους τουρίστες στην ευρύτερη περιοχή. Τρώμε όλοι μαζί, παίζουμε επιτραπέζια, κάνουμε πεζοπορίες, χορεύουμε και τραγουδάμε πολύ. Τις στιγμές που επιλέγω να απομονωθώ, πράγμα αναγκαίο για μένα, επιλέγω να είμαι στο σπίτι ακούγοντας μουσική και ζωγραφίζοντας. Είναι πολύ σημαντικό τον χειμώνα να έχεις έναν χώρο που να μπορείς να δώσεις χρόνο στον εαυτό σου. Το καλοκαίρι αλλάζουν όλες οι συνθήκες. Εργαζόμαστε κάθε μέρα, πολύ περισσότερες ώρες, και ο κόσμος στην περιοχή είναι αυξημένος. Αυτό σημαίνει περισσότερο προσωπικό, μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση, πολλά γλέντια και αρκετό τρέξιμο. Οι διαφυγές της ημέρας είναι ένα μπάνιο στο ποτάμι, ένα πανηγύρι, αλλά πάντα όλοι θέλουμε να καταλήξουμε στο καταφύγιο που είναι η αποκορύφωση της καλοπέρασης.

Επαγγελματικά στα Τζουμέρκα δεν μπορώ να εξελιχθώ, αν θέλω να ακολουθήσω το αντικείμενο των σπουδών μου. Αυτό προϋποθέτει τριβή στον χώρο της αρχιτεκτονικής και την εμπειρία σε γραφεία, που δεν έχω, οπότε αυτόματα χάνω αυτήν τη δυνατότητα. Ωστόσο, μέχρι τώρα δεν μου έχει δημιουργηθεί η ανάγκη να μεταφερθώ σε πόλη και να εξασκούμαι. Μπορεί να γίνει κι αυτό, αλλά ακόμα δεν είμαι έτοιμη. Στα Τζουμέρκα οι πόρτες είναι ανοιχτές στον τομέα της εστίασης, ορισμένων αθλημάτων αλλά και της κτηνοτροφίας. Προς το παρόν, έχω βρει τη βολή μου στην εστίαση. Μου αρκεί η απίστευτη φύση, οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι οποίες είναι ζωντανές, σε αντίθεση με την Αθήνα, όπου δεν βρίσκω κανένα τέτοιο στοιχείο. Πότε δεν με συγκίνησαν το τσιμέντο και οι λεωφόροι.

«Οι Μελισσουργοί έγιναν το σπίτι μου, με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες»
 Φωτ.: Δέσποινα Σπυράτου
«Οι Μελισσουργοί έγιναν το σπίτι μου, με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες»
 Φωτ.: Δέσποινα Σπυράτου

Η Αθήνα είναι ένα μαύρο στίγμα μέσα μου, οπότε δεν μπορώ να πω ότι τη νοσταλγώ. Σίγουρα σε σύγκριση με τους Μελισσουργούς έχει πολλές παραπάνω ευκαιρίες επαγγελματικές και επιλογές ψυχαγωγίας. Παρ’ όλα αυτά, για μένα είναι πολύ πιο σημαντική η ψυχική υγεία, οπότε οι πιθανές ανάγκες μιας βραδινής εξόδου π.χ. μπορούν να καλυφθούν με μία μου επίσκεψη στην πρωτεύουσα. Όσον αφορά τον πολιτισμικό τομέα, θα απευθυνθώ σε κοντινές πόλεις, την Άρτα ή τα Γιάννενα, για να καλύψω τις ανάγκες μου.

Θεωρώ πως μέχρι τώρα έχω δικαιωθεί στο 100% από την απόφασή μου να μετακομίσω εδώ. Έχει καλύψει τα κενά μου, έχω βρει τα πατήματά μου και χαίρομαι που διαμορφώθηκα εδώ ως ενήλικας και συνεχίζω με περισσότερα φίλτρα.

Το χωριό των Μελισσουργών, όσο όμορφο κι αν είναι, όσα καλά και να μου προσφέρει, η αλήθεια είναι πως χρειάζεται πολλές αλλαγές. Βασικά, αυτό το χωριό έχει ανάγκη από προσοχή. Τα σκουπίδια, τους μήνες με πολυκοσμία, ξεχειλίζουν από τους κάδους. Υπάρχουν τοποθεσίες που «βαφτίστηκαν» χωματερές για να εξυπηρετηθούν ορισμένοι που δεν θέλουν να διαχειριστούν τα απορρίμματά τους.

Το νερό τους χειμερινούς μήνες πλημμυρίζει τους δρόμους και παρασύρει ό,τι έχουμε αφήσει. Όλος αυτός ο όγκος νερού δεν αποθηκεύεται πουθενά. Δεν προβλέπεται η δημιουργία δεξαμενών ή υδρομαστεύσεις, ώστε να βοηθηθούμε. Έτσι, τα τελευταία δύο χρόνια, τους καλοκαιρινούς μήνες αναγκαζόμαστε να ζούμε χωρίς την ευκολία του νερού. Ο κόσμος είναι ξαφνικά πολύς, η ξηρασία επίσης και η απειθαρχία του κόσμου φοβερή. Μία ακόμα δυσκολία εδώ είναι η έλλειψη σπιτιών προς ενοικίαση. Το χωριό έχει πάνω από 500 κτίσματα και τις περιόδους αιχμής (π.χ. τον Αύγουστο) δεν ανοίγουν ούτε τα 200. Τα σπίτια που μένουν κλειστά μπορεί να τα επισκεφτούν κάποια στιγμή μέσα στον χρόνο οι ιδιοκτήτες τους, κάποια άλλα μπορεί να τα νοικιάζουν ως Αirbnb και κάποια άλλα τα αφήνουν στη φθορά του χρόνου και της βροχής, με αποτέλεσμα εμείς, οι νέοι άνθρωποι του χωριού, να μη βρίσκουμε πού να μείνουμε.

Θεωρώ πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε πιο κοντά σε αυτόν τον τρόπο ζωής, εννοώ κοντά στη φύση – ο ύπνος μας είναι απρόσκοπτος, το μόνο που σε εμποδίζει να δεις τον ορίζοντα είναι κομμάτια της φύσης. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι όλοι έτοιμοι για μια τέτοια αλλαγή. Η δεύτερη καραντίνα, που έγινε όταν ήμουν 19 χρονών, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφασή μου. Ήταν σημαντικό ότι δεν είχα χτίσει μια «οικογένεια» να με κρατάει στην πόλη.

«Οι Μελισσουργοί έγιναν το σπίτι μου, με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες»
 Φωτ.: Δέσποινα Σπυράτου
«Οι Μελισσουργοί έγιναν το σπίτι μου, με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες»
 Φωτ.: Δέσποινα Σπυράτου
«Οι Μελισσουργοί έγιναν το σπίτι μου, με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες»
 Φωτ.: Δέσποινα Σπυράτου

Θεωρώ πως ο κόσμος πρέπει να αρχίσει να αφήνει το όνειρο της πόλης και της επαγγελματικής εξέλιξης πίσω του. Εγώ σκέφτομαι ότι όταν γεράσω θέλω να έχω ανθρώπους γύρω μου που θα με αγαπάνε και θα με προσέχουν − αντίστοιχα κι εγώ εκείνους. Όχι μια τυπική συζήτηση με πρώην συναδέλφους και μια καλή σύνταξη. Οπότε κάνω ό,τι μπορώ για να εκπληρώσω αυτή την επιθυμία. Θεωρώ πως η αποκέντρωση είναι μια ισχυρή απόφαση και πρέπει να είσαι έτοιμος να κάνεις υποχωρήσεις μέσα σου. Να μπορείς να αντιληφθείς, για παράδειγμα, πως η woke ατζέντα πολλές φορές δεν είναι αποδεκτή σε ένα χωριό και συχνά θα πρέπει να εξηγείς με υπομονή τη θέση σου σε πολλά πράγματα.

Επίσης, θεωρώ σημαντικό, όταν πάρει κάποιος αυτή την απόφαση, ειδικά αν είναι σε νεαρή ηλικία, να το κάνει με παρέα. Η μονάδα μπορεί να έχει ευελιξία, αλλά το αίσθημα της μοναξιάς είναι έντονο και η ανάγκη ένταξης σε μια κοινωνική ομάδα μεγαλύτερη. Βεβαίως, τα καφενεία είναι ένα είδος κοινωνικοποίησης. Εκεί σου δημιουργείται το αίσθημα της κοινωνικοποίησης χωρίς δεσμεύσεις, έχεις την ψιλοκουβέντα αλλά και τη δυνατότητα να μάθεις από τους μεγαλύτερους.

Τέλος, ας μην έχουμε συνέχεια στο μυαλό μας ότι κάναμε μια αλλαγή και πρέπει να μείνουμε σε αυτή μας την απόφαση για πάντα. Ας το σκεφτούμε ως μια δοκιμασία των ορίων και των θέλω μας ή ως μια επιβράβευση του εαυτού μας. Και άμα δεν μας ταιριάξει, είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε σπίτι μας οποιοδήποτε μέρος του κόσμου επιθυμούμε. Εμένα έγιναν σπίτι μου οι Μελισσουργοί και με έσωσαν από τους εσωτερικούς μου δαίμονες, γιατί όλοι από αυτούς τρέχουμε να κρυφτούμε».

Στη Sony Pictures η ταινία «The Comebacker» με τον Τομ Χανκς

Η Sony Pictures οριστικοποίησε τη συμφωνία για την παραγωγή της ταινίας «The Comebacker», η οποία αποτελεί την επανένωση του Τομ Χανκς (Tom Hanks) με τη Μάριελ Χέλερ (Marielle Heller), τη σκηνοθέτιδα που βρισκόταν πίσω από την ερμηνεία του ως Mr. Rogers στο φιλμ «A Beautiful Day in the Neighborhood».

Τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν τον Οκτώβριο στη Νέα Υόρκη.

Η ταινία θα βασίζεται στο oμώνυμο βιβλίο του Ντέιβ Έγκερς (Dave Eggers) το οποίο διασκεύασε η Χέλερ και είναι μία «επιστολή αγάπης» προς το μπέιζμπολ προσφέροντας έναν εξαιρετικό ρόλο σε ανερχόμενο πρωταγωνιστή.

Ο Χανκς υποδύεται τον προπονητή ενός παίκτη του Major League του οποίου η ζωή ανατρέπεται μετά από έναν σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Η Sony Pictures οριστικοποίησε τη συμφωνία για την παραγωγή της ταινίας «The Comebacker», η οποία αποτελεί την επανένωση του Τομ Χανκς (Tom Hanks) με τη Μάριελ Χέλερ (Marielle Heller), τη σκηνοθέτιδα που βρισκόταν πίσω από την ερμηνεία του ως Mr. Rogers στο φιλμ «A Beautiful Day in the Neighborhood».

Τα γυρίσματα θα ξεκινήσουν τον Οκτώβριο στη Νέα Υόρκη.

Η ταινία θα βασίζεται στο oμώνυμο βιβλίο του Ντέιβ Έγκερς (Dave Eggers) το οποίο διασκεύασε η Χέλερ και είναι μία «επιστολή αγάπης» προς το μπέιζμπολ προσφέροντας έναν εξαιρετικό ρόλο σε ανερχόμενο πρωταγωνιστή.

Ο Χανκς υποδύεται τον προπονητή ενός παίκτη του Major League του οποίου η ζωή ανατρέπεται μετά από έναν σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Αν οι τοίχοι είχαν στόμα – Μέσα στα δωμάτια των Πάτι Σμιθ και Ρόμπερτ Μέιπλθορπ στο θρυλικό Chelsea Hotel

Ένα βιβλίο φέρνει στο φως τις φωτογραφίες που τράβηξε ο Γερμανός καλλιτέχνης Άλμπερτ Σκόπιν στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο καταφύγιο των καλλιτεχνών της Νέας Υόρκης, το Chelsea Hotel.

Ο Άλμπερτ Σκόπιν (Albert Scopin) έφτασε στη Νέα Υόρκη μια μέρα μετά την προσγείωση του ανθρώπου στη Σελήνη, το καλοκαίρι του 1969. Καταγόταν από τη νότια Γερμανία. Είχε σπουδάσει φωτογραφία στο Μόναχο και χρησιμοποιούσε το πατρικό του επώνυμο, Σέπφλιν. Ήταν 25 ετών και είχε 270 δολάρια στην τσέπη του. Αρκετά για να εγκατασταθεί στο 222 West 23rd Street, σε ένα είδος σκοτεινού δωματίου με μια βρύση: ένα από τα δωμάτια χαμηλότερης κατηγορίας του θρυλικού Hotel Chelsea.

Chelsea

H είσοδος και η πρόσοψη του Chelsea Hotel, 1979 / Wikimedia Commons

Μέχρι το 1971

«Ακόμη και το Chelsea είχε μια μορφή κοινωνικής ιεραρχίας. Οι ένοικοι των ανώτερων ορόφων απολάμβαναν σεβασμό και, γενικά, κατείχαν καλύτερες θέσεις», σημειώνει στο Scopin: Chelsea Hotel, ένα νέο μονογραφικό έργο που συγκεντρώνει τις αναμνήσεις του μαζί με τις εικόνες που τράβηξε εκεί μέχρι το 1971, οι οποίες ανακτήθηκαν αφού παρέμεναν χαμένες για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες.

Ο Άλμπερτ Σκόπιν είχε μια λίστα με τους δέκα φωτογράφους με τους οποίους ήθελε να συνεργαστεί. Στην κορυφή της λίστας βρισκόντουσαν ο Ίρβινγκ Πεν και ο Ρίτσαρντ Άβεντον, ενώ τη δέκατη θέση κατείχε ο Μπιλ Κινγκ. Τελικά, θα συνεργάζονταν όλοι μαζί του.

«Το να φωτογραφίζεις με αυτόν τον τρόπο ήταν κάτι καινούργιο, σύμφωνο με την εποχή. Μια οπτική και αισθησιακή εμπειρία. Και, παρόλα αυτά, αυτές οι φωτογραφίες δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ σε βιβλίο»

Σύμφωνο με την εποχή

Συνεργάτης του Harper’s Bazaar, είχε τη φήμη ότι ήταν δύσκολος χαρακτήρας. Τα απογεύματα, μόλις τελείωνε τη δουλειά που του είχαν αναθέσει, διοργάνωνε φωτογραφικές συνεδρίες γυμνού με διάσημους ανθρώπους.

«Οι άνθρωποι ήταν τόσο διαφορετικοί και όλοι έβρισκαν τις φωτογραφικές συνεδρίες γυμνού συναρπαστικές» θυμάται ο Σκόπιν.

«Το να φωτογραφίζεις με αυτόν τον τρόπο ήταν κάτι καινούργιο, σύμφωνο με την εποχή. Μια οπτική και αισθησιακή εμπειρία. Και, παρόλα αυτά, αυτές οι φωτογραφίες δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ σε βιβλίο. Ο Μπιλ Κινγκ ξέχασε να κανονίσει τα δικαιώματα εκτύπωσης. Αλλά και αυτό ήταν σύμφωνο με την εποχή. Δεν επρόκειτο για τη δημιουργία ενός βιβλίου -επρόκειτο για το να κάνεις αυτό που ήθελες».

Συναρπαστικοί

Κατά τη διάρκεια μιας από αυτές τις συνεδρίες γνώρισε την Πάτι Σμιθ και τον Ρόμπερτ Μέιπλθορπ, οι οποίοι εκείνη την εποχή διέμεναν επίσης στο ξενοδοχείο Chelsea. «Ο Ρόμπερτ ήταν ελκυστικός, ψυχρός, κυνικός, απόμακρος.

»Η Πάτι, με πανκ εμφάνιση, εκφραστικό πρόσωπο, ευθύ τρόπο ομιλίας, γεμάτη ζωή» θυμάται ο φωτογράφος.

«Ξαφνικά, η Πάτι εξέπεμψε μια τρομερή ενέργεια κατά τη διάρκεια της συνεδρίας. Έδινε την εντύπωση ότι μπορούσε να τρέξει στους τοίχους και στην οροφή –ήταν συναρπαστικό. Ο Ρόμπερτ, αντίθετα, παρέμενε εντελώς απαθής, ακριβώς το αντίθετο, συναρπαστικός με έναν άλλο τρόπο».

Δείτε το καρουζέλ με τις φωτογραφίες του Άλμπερτ Σκόπιν από τα δωμάτια του Chelsea Hotel

Τα δωμάτια

Λίγο αργότερα φωτογράφισε το ζευγάρι στα δωμάτια του ξενοδοχείου, όπως θα έκανε και με άλλους ενοίκους. Κάθε διαμέρισμα ήταν από μόνο του το πορτρέτο του ενοίκου του.

Αυτό της Πάτι ήταν «η επιτομή του δημιουργικού χάους». Ήταν ένα πραγματικό χάος «χωρίς στολίδια, και όμως όλα ήταν στη θέση τους» θυμάται ο Σκόπιν.

«Η βραχνή φωνή της σου έφερνε ανατριχίλα, ειδικά όταν απήγγειλε τα δικά της ποιήματα, κάτι που έκανε συχνά, “σαν έναςτρελό διαμάντι”, για να παραφράσω τους Pink Floyd».

Το δωμάτιο του Μέιπλθορπ, που βρισκόταν στο ισόγειο, ήταν, σε αντίθεση, πολύ πιο τακτοποιημένο.

Πόζαρε για τον φωτογράφο δίπλα στα ερωτικά κολάζ στα οποία δούλευε πριν αρχίσει να πειραματίζεται με τις Polaroid.

Ο καλός διευθυντής

Ήταν οι πιο διαμορφωτικές μέρες της ζωής του φωτογράφου, ο οποίος ήρθε αντιμέτωπος με νέες ιδέες και τρόπους ζωής. Το σύστημα αξιών του κατέρρευσε και έπρεπε να ξαναχτιστεί μέσα σε εκείνο το καταφύγιο καλλιτεχνών, συγγραφέων και μουσικών, όπου κάθε δωμάτιο έκρυβε μια ιστορία.

Χτισμένο το 1884, ως μία από τις πρώτες συνεταιριστικές κατοικίες της πόλης, μετατράπηκε σε ξενοδοχείο το 1905. Ο Στάνλεϊ Μπαρντ ήταν ο διευθυντής του για περισσότερα από 40 χρόνια.

«Ο Ρομπέν των Δασών μεταξύ των διευθυντών και των ιδιοκτητών ξενοδοχείων του κόσμου», τονίζει ο Σκόπιν. «Αν ένας καλλιτέχνης δεν μπορούσε να πληρώσει τον λογαριασμό, ο Στάνλεϊ δεν τον πετούσε στον δρόμο, αλλά του επέτρεπε να τον εξοφλήσει με έναν πίνακα, ή ανέχονταν τις φθαρμένες δικαιολογίες του για μήνες. Μερικές φορές δάνειζε ακόμη και χρήματα στους επισκέπτες του».

Στον σκηνοθέτη Μίλος Φόρμαν επέτρεψε να μείνει εκεί για τρία χρόνια χωρίς να πληρώσει ούτε ένα σεντ.

Στην ταράτσα, η Σάνσι Ντεβερό, μία από τις πιο θλιμμένες ένοικες του ξενοδοχείου, πόζαρε για τον φωτογράφο φορώντας το εμβληματικό Clover Leaf του σχεδιαστή Τσαρλς Τζέιμς (Charles James)

YouTube thumbnail

Το ξενοδοχείο της έμπνευσης

Στο Chelsea πέθανε ο Ντίλαν Τόμας αφού έγραψε το «Κάτω από το Γαλατόδασος». Επίσης, ένας διαδεδομένος μύθος είναι ότι ο Τζακ Κέρουακ έγραψε εκεί το «Στο δρόμο».

Ο Άρθουρ Κ. Κλαρκ έμενε στο δωμάτιο 1008 όταν αποφάσισε να γράφει 2.000 λέξεις την ημέρα μέχρι να ολοκληρώσει το «2001: Οδύσσεια του διαστήματος». Ο Μπομπ Ντίλαν έγραψε το «Sad Eyed Lady of the Lowlands» ενώ ζούσε εκεί με την πρώτη του σύζυγο, τη Σάρα Λάουντς.

Στο τραγούδι που αφιέρωσε ο Λέοναρντ Κόεν στο μυθικό αυτό κατάλυμα, μιλάει για τη σχέση του με τη «λευκή κυρία του μπλουζ», την Τζάνις Τζόπλιν, την οποία συνάντησε για πρώτη φορά στο ασανσέρ.

Ωστόσο, η επιτυχία και η αποτυχία συνυπήρχαν στους 12 ορόφους του κτιρίου. «Όλοι τεντωνόμασταν προς τον ήλιο, σαν λουλούδια στο λιβάδι» θυμάται ο Σκόπιν.

Παρέλαση αλλόκοτων

Στην ταράτσα, η Σάνσι Ντεβερό, μία από τις πιο θλιμμένες ένοικες του ξενοδοχείου, πόζαρε για τον φωτογράφο φορώντας το εμβληματικό Clover Leaf του σχεδιαστή Τσαρλς Τζέιμς (Charles James).

Θεωρούμενος ο πρώτος Αμερικανός σχεδιαστής υψηλής ραπτικής, πέθανε φτωχός σε ένα από τα δωμάτια του ξενοδοχείου.

Φωτογράφισε επίσης την καλλιτέχνιδα, περιπλανώμενη και ακτιβίστρια Βάλι Μάγιερς, η οποία ενέπνευσε τον Τενεσί Ουίλιαμς να δημιουργήσει τον χαρακτήρα της Κάρολ Κουτρέρε στο έργο «Ο Ορφέας στον Άδη».

Η Τζάκι Κέρτις, μία από τις σούπερ σταρ του Άντι Γουόρχολ, απαθανατίστηκε με το όνομα του εμβληματικού ποπ καλλιτέχνη σαν τατουάζ στο χέρι της. Η Χόλι Γούντλον, η πρωταγωνίστρια του πρώτου στίχου του «Walk on the Wild Side» του Λου Ριντ, δεν ξέφυγε ούτε αυτή από τον φακό.

Τη συγγραφέα του βιβλίου «Η Γυναίκα Ευνούχος», τη φεμινίστρια Ζερμέν Γκριρ -η οποία εκείνη την εποχή έλαμψε με την πνευματική της οξυδέρκεια απέναντι στον Νόρμαν Μέιλερ εκπρόσωπο της παλιάς ανδρικής λογοτεχνικής φρουράς, σε μια διάσημη συζήτηση που διοργανώθηκε στο Town Hall της Νέας Υόρκης- τη φωτογράφισε σε μια στάση που φαινόταν να δικαιολογεί σκόπιμα τη γνώμη του για αυτήν: «Ήταν ένα από τα πιο αντιπαθητικά άτομα που γνώρισα εκεί».

Ωστόσο, η επιτυχία και η αποτυχία συνυπήρχαν στους 12 ορόφους του κτιρίου. «Όλοι τεντωνόμασταν προς τον ήλιο, σαν λουλούδια στο λιβάδι» θυμάται ο Σκόπιν

YouTube thumbnail

Η Λόλα, ο Βιμ και ο Τζόνας

Δεν είχε την ίδια εντύπωση για τη Λόλα, τη γειτόνισσα από το διπλανό διαμέρισμα, που φαινόταν να περιμένει πάντα κάποιον, αλλά ήταν πάντα μόνη.

Έβγαινε από το δωμάτιό της δύο φορές την εβδομάδα: μία για να πάει στον ψυχίατρο και μία για να κάνει τα ψώνια της.

Μεταξύ αυτής της ποικίλης ομάδας των πορτραίτων βρισκόταν και ο Βιμ Βέντερς, που τότε βρισκόταν περαστικός στη Νέα Υόρκη. Ο σκηνοθέτης Τζόνας Μέκας κατείχε ένα από τα μικρότερα δωμάτια, η κουζίνα του οποίου ήταν γεμάτη με στρογγυλά κουτιά φιλμ.

Μέσα από τον φακό (του)

Η φωτογραφία έγινε για τον Σκόπιν ένα εργαλείο για να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του. «Καθώς πλησίαζα τους άλλους, μάθαινα επίσης πολλά για εμένα» επισημαίνει ο συγγραφέας.

«Ήταν πολύ περισσότερο από ένας τρόπος να καταγράψω κάτι ή να βγάλω χρήματα. Μου έμαθε να κατανοώ τα συναισθήματά μου, τα πάθη μου και, πάνω απ’ όλα, τους φόβους μου. Αργότερα, όταν έγινα επαγγελματίας φωτογράφος, αυτή η δημιουργική αναζήτηση για την ανακάλυψη μιας προσωπικότητας έγινε πιο αντικειμενική.

»Γι’ αυτό σταμάτησα να φωτογραφίζω μετά από 20 χρόνια και ξεκίνησα μια νέα ζωή ζωγραφίζοντας και σχεδιάζοντας: μια τολμηρή και καθόλου εύκολη περιπέτεια, αλλά, με την προοπτική του χρόνου, η σωστή».

Έμοιαζαν όλοι τους

Την άνοιξη του 1972, ο φωτογράφος έφυγε από το Hotel Chelsea. «Ποτέ πριν ούτε μετά δεν συνάντησα μια ομάδα πιο ετερόκλητη, πιο ματαιόδοξη και πιο φαντασιόπληκτη» γράφει στην ιστοσελίδα του.

«Το παράδοξο ήταν ότι σε όλες τις προσπάθειές τους να είναι μοναδικοί, σε όλες τις προσπάθειές τους να τραβήξουν την προσοχή, σε όλες τις προσπάθειές τους να γίνουν διάσημοι, όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήταν εκπληκτικά όμοιοι: έμοιαζαν ακριβώς λόγω της προσπάθειάς τους να είναι διαφορετικοί».

«Ήμασταν προσεκτικοί και απρόσεκτοι ταυτόχρονα» σημειώνει ο Σκόπιν. «Πλησιάζαμε ο ένας τον άλλον, θέλαμε να νιώσουμε ο ένας τον άλλον, και αυτό απελευθέρωνε μια τεράστια ενέργεια: μας διαμόρφωνε. Σήμερα δεν βλέπω τίποτα παρόμοιο. Τώρα ζούμε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες και οι ερωτήσεις και οι φόβοι μας είναι άλλοι».

Η περιπέτεια των φωτογραφιών

Ως ελεύθερος επαγγελματίας, ο φωτογράφος συνεργαζόταν με το γερμανικό περιοδικό ZEITmagazin, στο οποίο έστειλε ολόκληρη τη συλλογή φωτογραφιών με σκοπό να τις φυλάξουν με ασφάλεια στο αρχείο τους.

Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη: όταν, μια δεκαετία αργότερα, ο δημιουργός τους τις ζήτησε πίσω, είχαν εξαφανιστεί. Πιθανότατα κάποιος τις έκλεψε. Τελικά, το 2016, ένας γκαλερίστας κατάφερε να ανακτήσει τις φωτογραφίες στη Βρέμη.

*Με στοιχεία από elpais.com | Αρχική Φωτό: «Η Πάτι Σμιθ και ο Ρόμπερτ Μέιπλθορπ στον καναπέ» (1970) – Άλμπερτ Σκόπιν
Το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ Dreaming Walls: Inside the Chelsea Hotel