ενημέρωση 4:49, 11 September, 2026

Πώς η Κίνα μετατρέπεται σε παγκόσμια επιστημονική υπερδύναμη

Από τη χαρτογράφηση του βυθού των ωκεανών έως την καινοτομία στην Τεχνητή Νοημοσύνη, το Πεκίνο με σταθερά βήματα και «αθόρυβο» τρόπο επιταχύνει ακόμη και έναντι της Αμερικής, που εσχάτως έχει κηρύξει πόλεμο στην επιστήμη

To Dong Fang Hong 3 είναι το μεγαλύτερο «αθόρυβο» ερευνητικό πλοίο στον κόσμο, το οποίο υποτίθεται ότι μπορεί να γλιστρά στο νερό χωρίς να διαταράσσει τα ψάρια που κολυμπούν μόλις 20 μέτρα κάτω από αυτό. Εξοπλισμένο με εργαστήρια και με δυνατότητα τοποθέτησης αισθητήρων, το πλοίο μήκους 103 μέτρων ανήκει στο Ocean University of China και τα τελευταία δύο χρόνια χαρτογραφεί τον πυθμένα των ωκεανών. Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters τον περασμένο μήνα, το πλοίο – μαζί με άλλα – συλλέγει υπόγεια δεδομένα που θα μπορούσαν να προσφέρουν στρατιωτικό πλεονέκτημα σε περίπτωση υποθαλάσσιου πολέμου. Η χαρτογράφηση του βυθού θα μπορούσε να αποκαλύψει πιθανά κρησφύγετα για υποβρύχια, αλλά και να εντοπίσει υποβρύχια σκάφη των αντιπάλων, όπως σημειώνουν σε άρθρο τους οι Financial Times.

Η έρευνα του Reuters δείχνει ότι, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες πρωτοποριακές επιστήμες, η ωκεανογραφική έρευνα έχει διπλή χρήση – τόσο πολιτική όσο και στρατιωτική αξία – και ότι ευαίσθητες εφαρμογές μπορεί να κρύβονται σε κοινή θέα, μέσα σε άρθρα γραμμένα για επιστημονικά περιοδικά. Η ανάλυση, εκτιμούν οι FT, αναδεικνύει και μια ευρύτερη εικόνα: Η Κίνα αποκτά σιωπηρά γεωπολιτική ισχύ και στρατηγικό πλεονέκτημα μέσω της επιστήμης και της τεχνολογίας, σε βαθμό που λίγοι πραγματικά αντιλαμβάνονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το φθηνό κινεζικό μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης DeepSeek, το οποίο εμφανίστηκε ξαφνικά τον Ιανουάριο του 2025. Προκάλεσε έκπληξη στους παρατηρητές, αμφισβήτησε την αμερικανική κυριαρχία στην Τεχνητή Νοημοσύνη και αφαίρεσε δισεκατομμύρια από την αξία της κατασκευάστριας τσιπ Nvidia.

Καθώς η Κίνα δίνει προτεραιότητα στην εγχώρια καινοτομία, η φήμη της ως χώρας που απλώς υιοθετεί ιδέες άλλων —και όχι ως δημιουργού— ίσως χρειάζεται αναθεώρηση. Το Reuters εξέτασε άρθρα σε κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, επιστημονικά περιοδικά και κυβερνητικά δελτία Τύπου, καθώς και δεδομένα παρακολούθησης πλοίων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το πυκνό μοτίβο κινήσεων πολλών πλοίων με κινεζική σημαία στον Αρκτικό, τον Ειρηνικό και τον Ινδικό ωκεανό αποτελεί πιθανή ένδειξη χαρτογράφησης. Ειδικοί στη ναυτιλία δήλωσαν στο Reuters ότι, παρόλο που η χαρτογράφηση θα μπορούσε να είναι χρήσιμη για αλιευτικά συμφέροντα και για την αναζήτηση ορυκτών πόρων, θα αποτελούσε επίσης πολύτιμη στρατιωτική πληροφορία. 

H πολιτική της Κίνας για «σύντηξη πολιτικού και στρατιωτικού τομέα» σημαίνει ότι οι πολιτικές και επιστημονικές δραστηριότητες είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένες με τους πολιτικούς και αμυντικούς στόχους της χώρας. Η κινεζική κυβέρνηση δεν έχει σχολιάσει δημόσια το ζήτημα. Ο Γουίλιαμ Μάθιους, ειδικός σε θέματα άμυνας στο King’s College London, υποστήριξε, μιλώντας στους FT, ότι η θαλάσσια δραστηριότητα του Πεκίνου αποτελούν παράδειγμα ενός «ευρύτερου προτύπου στη χρήση της τεχνολογίας από την Κίνα ως βασικού εργαλείου για την επίτευξη γεωπολιτικών στόχων», αν και σημείωσε ότι αυτό δεν είναι μόνο η Κίνα η οποία εφαρμόζει αυτήν τη μέθοδο. 

Η χώρα, επιδιώκοντας μεγαλύτερη αυτάρκεια καθώς οι σχέσεις με τις ΗΠΑ επιδεινώνονται, έχει ήδη αναδιαμορφώσει τις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών προς όφελός της. Εκτός από το αμυντικό πλεονέκτημα, οι δραστηριότητες στη θάλασσα θα μπορούσαν επίσης να αποτελούν μια προσπάθεια εξασφάλισης πλεονεκτήματος κορυφαίου παίκτη στην εξόρυξη του θαλάσσιου πυθμένα, η οποία θεωρείται από ορισμένους ως η εξορυκτική βιομηχανία του μέλλοντος. Τον Νοέμβριο, ο Κέρι Μπράουν, διευθυντής του Lau China Institute στο King’s College London, σε άρθρο του στο περιοδικό Nature προέτρεψε τον κόσμο να «ξυπνήσει απέναντι στην επιστημονική ηγεσία της Κίνας» (το LCI έχει δεχθεί κριτική επειδή έλαβε χρηματοδότηση από πλούσιο δωρητή με δεσμούς με το ΚΚΚ).

Το άρθρο επισημαίνει ότι οι δαπάνες της Κίνας για έρευνα και ανάπτυξη αυξήθηκαν έξι φορές μεταξύ 2007 και 2023, ξεπερνώντας την Ευρωπαϊκή Ενωση. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Κίνα ξεπέρασε τις ΗΠΑ σε αυτόν τον δείκτη το 2024, δαπανώντας 1,03 τρισ. δολάρια έναντι 1,01 τρισ. ΗΠΑ. Ο Μπράουν τόνισε στους Financial Times ότι η επιστημονική άνοδος της Κίνας – η οποία στηρίζεται από μια εθνική βιομηχανική πολιτική η οποία συνδέει ακαδημαϊκούς με επιχειρηματίες – εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να περνά απαρατήρητη. Το 2020 οι απόφοιτοι θετικών επιστημών από τα κινεζικά πανεπιστήμια έφθασαν στα 3,6 εκατ., με τους αντίστοιχους στην Ινδία να είναι 2,6 εκατ., ενώ στις ΗΠΑ ήταν λιγότεροι από ένα εκατ.

Οι δημιουργοί του DeepSeek δεν εκπαιδεύτηκαν στο Stanford ή στο MIT αλλά σε κινεζικά πανεπιστήμια όπως το Zhejiang και το Tsinghua, τα οποία ανεβαίνουν γρήγορα στις παγκόσμιες κατατάξεις. «Οι άνθρωποι στη Βρετανία απλώς δεν αντιλαμβάνονται την κλίμακα, την ταχύτητα και τη βούληση αυτού του κινήματος», επιμένει ο Μπράουν και προσθέτει «ακόμη έχουμε πολιτικούς εδώ που μιλούν για Κινέζους που θέλουν να κλέψουν τις ιδέες μας. Εκείνες οι μέρες έχουν τελειώσει. Δεν θέλουν τα δικά μας πράγματα. Τα δικά μας είναι αναλογικά». Ο ίδιος αναμένει ότι οι ρόλοι μπορεί να αντιστραφούν: ενώ ζητήματα όπως η κυβερνοκατασκοπεία θα παραμείνουν προβληματικά, το Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται σύντομα να επιθυμεί κινεζική τεχνολογία σε λιγότερο ευαίσθητους τομείς, όπως η βιοτεχνολογία, η πράσινη τεχνολογία και τα υλικά.

Η Κίνα παρείχε το ένα τρίτο των νέων φαρμάκων που αδειοδοτήθηκαν από μεγάλες αμερικανικές εταιρείες το πρώτο τρίμηνο του 2025. Ο μεγαλύτερος αντίπαλός της, εν τω μεταξύ, κάνει συνεχή λάθη μειώνοντας τους προϋπολογισμούς και πιέζοντας επιστήμονες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Οι ΗΠΑ απομακρύνονται από την επιστήμη και την τεχνολογία ως μέσα αντιμετώπισης παγκόσμιων προκλήσεων, ανησυχώντας φίλους και συμμάχους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται λιγότερο για μια στροφή και περισσότερο για μια θεαματική εγκατάλειψη της παγκόσμιας επιστημονικής ηγεσίας — ενώ η Κίνα πλέει αθόρυβα προς την κορυφή. 

Μπαμπά, γερνάω; Ο Πέδρο Πασκάλ και ο νέος ανδρικός πόθος

Στο νέο του πορτρέτο στο Fantastic Man, ο Πέδρο Πασκάλ δεν εμφανίζεται απλώς ως ο πιο αγαπητός άντρας της ποπ κουλτούρας, αλλά σαν κάποιος που ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει να γίνεσαι φαντασίωση στα 50.

Τι κάνει ένας πενηντάρης άντρας στη La Casita του Μπαντ Μπάνι; Ο Πέδρο Πασκάλ το λέει σχεδόν μόνος του, σαν να τον προλαβαίνει το ίδιο το αστείο. Νόμιζε πως θα δει το ημίχρονο του Super Bowl από μια σουίτα. Αντ’ αυτού, κάποιος τον τράβηξε από τη θέση του, τον πέρασε από τα παρασκήνια, του είπαν ότι το dress code είναι μπεζ και λίγο μετά βρέθηκε μέσα στη La Casita, να χορεύει με εκείνο το λίγο χαμένο, λίγο φωτισμένο βλέμμα που ο ίδιος περιγράφει σαν ελάφι στα φώτα.

Είναι μια από τις καλύτερες στιγμές του νέου του πορτρέτου στο Fantastic Man, όχι μόνο επειδή είναι αστεία, αλλά επειδή εκεί φαίνεται κάτι πιο ακριβές για τον σημερινό Πασκάλ: δεν είναι απλώς ένας άντρας που τον θέλουν πια όλοι. Είναι ένας άντρας που ξέρει ότι αυτό είναι και λίγο παράλογο, και λίγο απολαυστικό, και δεν το παίζει ούτε αθώος ούτε υπεράνω.

Πριν από τα γυαλιά, πριν από τα πάρα πολύ καυτά σορτς, πριν από τη Chanel και τη γνώριμη δημόσια γοητεία του, ο Πασκάλ μιλά στον σκύλο ενός φίλου. Βρίσκεται σε έναν ηλιόλουστο κήπο στο Λος Αντζελες, με τρίχες από το κούρεμα ακόμη στον γιακά, και η πρώτη αίσθηση δεν είναι είσοδος κινηματογραφικού σταρ. Είναι κάτι πιο ελαφρύ, πιο φιλικό, πιο παράξενα καθημερινό. Κι ύστερα οι φωτογραφίες αρχίζουν να τον μετακινούν.

Σε μία λήψη είναι σχεδόν κλασικός κινηματογραφικός άντρας, με λευκό πουκάμισο και γυαλιά. Σε άλλη φορά σορτς, κάλτσες, μπότες και ένα πουλόβερ που τον τραβά ταυτόχρονα προς τον gentleman, τον daddy, το pin-up boy, το αστείο, το camp. Αλλού κρατά τριαντάφυλλα, αλλού απλώνεται στον καναπέ, αλλού χαμογελά σαν να έχει καταλάβει ότι το παιχνίδι της εικόνας αυτή τη φορά τον περιλαμβάνει πλήρως. Οχι σαν μάρτυρα. Σαν συνεργό.

Τι κάνει ένας πενηντάρης άντρας στη La Casita του Bad Bunny;
 φωτογραφία: Ethan James Green

Τίποτα εδώ δεν δίνει την αίσθηση πανικού ή καθυστερημένου επανασχεδιασμού. Ο Πασκάλ δεν ποζάρει σαν άντρας που ανακάλυψε αργά ότι μπορεί να γίνει φαντασίωση και τώρα προσπαθεί να προλάβει το χαμένο έδαφος. Μοιάζει περισσότερο με άνθρωπο που έφτασε σ’ αυτή τη φάση αρκετά μεγάλος ώστε να μη χρειάζεται να παραδοθεί ολοκληρωτικά σε καμία από τις εκδοχές του. Ούτε αιώνιο αγόρι. Ούτε βαρύ αρσενικό. Ούτε ευπρεπής κύριος. Το πορτρέτο τον αφήνει να γλιστρά ανάμεσα σ’ όλα αυτά χωρίς να κλειδώνει πουθενά, κι ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται η γοητεία του τώρα.

Η ζωή του μέχρι πριν μερικά χρόνια δεν έμοιαζε καθόλου με εκείνη των ηθοποιών που φτιάχτηκαν νωρίς για να σηκώσουν πάνω τους τη φαντασίωση του κοινού. Ο Πασκάλ έγινε γνωστός αργά, όταν ήταν ήδη 38, με τον ρόλο του Ομπέριν Μαρτέλ στο Game of Thrones. Πριν από αυτό υπήρχαν μικροί ρόλοι, χρόνια θεάτρου, βάρδιες σε μπαρ και εστιατόρια της Νέας Υόρκης, λεφτά που δεν έφταναν, οι φίλοι και η τρανς αδελφή που τον ξελάσπωναν. Στη συνέντευξη δεν τα ντύνει όλα αυτά με μύθο. Τα θυμάται όπως θυμάται κανείς παλιά μαγαζιά και παλιές δουλειές: με ονόματα, βάρδιες, απολύσεις, επιβίωση. Οταν λοιπόν λέει ότι η μεγάλη έκθεση τον βρήκε ήδη ψημένο, δεν το ακούς σαν σλόγκαν αυτοπεποίθησης. Το ακούς σαν άνθρωπο που ξέρει ότι η φήμη ήρθε αργά, αλλά ήρθε σε κάποιον που είχε ήδη αποκτήσει σχήμα.

Τι κάνει ένας πενηντάρης άντρας στη La Casita του Bad Bunny;
 φωτογραφία: Ethan James Green

Αυτό φαίνεται ακόμη και στον τρόπο που μιλά για την εικόνα του. Το μουστάκι του, για παράδειγμα, δεν εμφανίζεται σαν λογότυπο αρρενωπότητας αλλά σχεδόν σαν κάτι που βρήκε πάνω στη δουλειά, όταν ρόλοι όπως ο Ομπέριν και αργότερα το Narcos του έδωσαν επιτέλους το περίγραμμα της μορφής που δεν είχε τολμήσει νωρίτερα. Τα ρούχα επίσης δεν τα αντιμετωπίζει σαν υποχρεωτική γλώσσα του σταρ.

Παραδέχεται ότι στην καθημερινότητά του ζει σχεδόν με τα ίδια λίγα T-shirts, αλλά πια του αρέσει να κοιτάζει μια κρεμάστρα, να συνεργάζεται, να σκέφτεται πώς θέλει να εκφραστεί όταν ξέρει ότι θα εκτεθεί. Δεν μιλά σαν άνθρωπος που καταναλώνει παθητικά τη νέα του επιθυμητότητα. Μιλά σαν ηθοποιός που καταλαβαίνει ότι η εικόνα είναι κι αυτή ένας ρόλος, μόνο που εδώ τον παίζει λίγο λοξά, λίγο με χιούμορ, λίγο κρατώντας μια απόσταση ασφαλείας από την ίδια του τη φαντασίωση.

Οταν η κουβέντα φεύγει από τα ρούχα, το Super Bowl και το παιχνίδι της εικόνας, ο Πέδρο Πασκάλ δεν μιλάει αφηρημένα. Θυμίζει ότι γεννήθηκε στο Σαντιάγο, στις πρώτες μέρες της δικτατορίας του Πινοσέτ, και ότι η οικογένειά του έφυγε από τη Χιλή όταν ήταν ακόμη μωρό, επειδή οι γονείς του είχαν καταγραφεί ως εχθροί του κράτους. Μιλά για τη μητέρα του, που πέθανε όταν εκείνος ήταν 24, και της οποίας την υπογραφή έχει κάνει τατουάζ στον καρπό του. Μιλά και για τα αδέλφια του, ανάμεσά τους και η Lux Pascal, που έκανε coming out ως τρανς το 2021.

Τι κάνει ένας πενηντάρης άντρας στη La Casita του Bad Bunny;
 φωτογραφία: Ethan James Green

Οταν η συζήτηση πάει στα trans δικαιώματα, στην Παλαιστίνη, στην ICE ή γενικότερα στη βία απέναντι στους πιο ευάλωτους, δεν το παρουσιάζει σαν celebrity άποψη που μπήκε υποχρεωτικά στο προφίλ. Το λέει πιο απλά: ότι το να μένει σιωπηλός θα ήταν γι’ αυτόν δυσκολότερο, και ότι έτσι μεγάλωσε, με την ιδέα της ευπρέπειας και της συμπόνιας. Εκεί το πορτρέτο πατά για λίγο αλλού. Οχι μόνο στον άντρα που ξέρει να κινείται μέσα στο θέαμα, αλλά και σε κάποιον που κουβαλά οικογενειακή και πολιτική μνήμη μέσα στη δημόσια εικόνα του.

Γι’ αυτό λειτουργεί τόσο καλά και η ιστορία της La Casita και του Bad Bunny. Σε άλλον ηθοποιό θα ήταν απλώς μια viral ποπ λεπτομέρεια. Εδώ γίνεται σχεδόν μικρή αλληγορία για το πώς κατοικεί ο Πασκάλ τη φήμη του τώρα. Δεν στήνεται σαν αλάνθαστα cool σταρ που ξέρει πάντα τι να κάνει με το σώμα του. Ούτε γελοιοποιείται για να αποδείξει ότι είναι one of us. Αφήνει την αμηχανία να φανεί, αλλά δεν την αφήνει να τον καταπιεί.

Την ενσωματώνει. Τη φορά. Την κάνει μέρος της γοητείας του. Κι αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την απλή συμπάθεια. Είναι αυτοσυνείδηση. Είναι η εμπειρία ενός ανθρώπου που έφτασε αργά στο κέντρο του θεάματος και ακριβώς γι’ αυτό δεν χρειάζεται να συμπεριφερθεί ούτε σαν νεοσύλλεκτος ούτε σαν αυτοκράτορας.

Τι κάνει ένας πενηντάρης άντρας στη La Casita του Bad Bunny;
 φωτογραφία: Ethan James Green

Το Fantastic Man, τελικά, δεν τον παρουσιάζει ούτε σαν μυστήριο ούτε σαν μνημείο. Τον παρουσιάζει σε μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή: όταν η καριέρα του απλώνεται από τα μεγάλα franchises μέχρι το De Noche του Τοντ Χέινς, όταν ο κόσμος τον διαβάζει ταυτόχρονα ως ηθοποιό, σώμα της μόδας, daddy φιγούρα και άνθρωπο με πολιτικό νεύρο, κι όταν ο ίδιος μοιάζει αρκετά έξυπνος ώστε να μην προσποιείται πως αυτά δεν συνυπάρχουν.

Ο Πέδρο Πασκάλ δεν είναι ενδιαφέρων μόνο επειδή άργησε να γίνει σταρ. Είναι ενδιαφέρων επειδή άργησε αρκετά ώστε να ξέρει πως η επιθυμητότητα είναι πάντα και λίγο θέατρο, και αρκετά ώστε να μην παραδίνεται ολόκληρος σε αυτό.

Τι κάνει λοιπόν ένας πενηντάρης άντρας στη La Casita του Μπαντ Μπάνι;

με στοιχεία από το Fantastic Man

Julia Roberts – Liam Neeson - To πιο άγνωστο love story του Χόλιγουντ

Η 19χρονη Julia Roberts, στο ξεκίνημα της καριέρας της, γνωρίζει τον 36χρονο Liam Neeson, ήδη εδραιωμένο στο Χόλιγουντ, στα γυρίσματα μιας ταινίας που ελάχιστοι θυμούνται σήμερα. Αυτό που ακολούθησε εκτός πλατό, έμεινε σε μεγάλο βαθμό αχαρτογράφητο, αλλά συνεχίζει να επιστρέφει ως ένα από τα πιο παράδοξα ειδύλλια της εποχής.


Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, σε μια περίοδο όπου το Χόλιγουντ λειτουργούσε ακόμη με τους δικούς του, αυτάρκεις ρυθμούς, δύο πορείες διαφορετικών ταχυτήτων διασταυρώθηκαν σε ένα κινηματογραφικό πλατό. Από τη μία πλευρά, ο Liam Neeson, ήδη παρών στη βιομηχανία για περίπου μία δεκαετία, με εμπειρία, κύρος και μια σταδιακά εδραιωμένη καριέρα. Από την άλλη, η πρωτοεμφανιζόμενη Julia Roberts, μόλις 19 ετών, στην αρχή μιας διαδρομής που τότε δεν προμήνυε ακόμη το εύρος της μετέπειτα επιρροής της. Η συνάντηση έγινε το 1987, στα γυρίσματα της ταινίας Satisfaction - το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Roberts (θεωρητικά το ντεμπούτο της ήταν λίγους μήνες νωρίτερα, με την ταινία Blood Red, όπου είχε μόλις δύο ατάκες και η ταινία έκανε τελικά πρεμιέρα έναν χρόνο μετά το Satisfaction).

Η χρονική συγκυρία είχε τη δική της σημασία. Η Roberts ακόμη συστηνόταν στο χώρο, με το μεγάλο της άλμα να ακολουθεί τρία χρόνια αργότερα, το 1990, με το Pretty Woman. Ο Neeson, αντίθετα, είχε ήδη διανύσει μια σημαντική απόσταση και θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο τη θέση του λίγα χρόνια μετά, το 1993, με το Schindler’s List του Steven Spielberg. Ανάμεσά τους υπήρχε μια διαφορά ηλικίας περίπου δεκαέξι ετών -εκείνος σχεδόν 36 κι εκείνη 19- στοιχείο που ήδη από τότε προκαλούσε ερωτήματα και έντονα σχόλια από τους γύρω τους.

Κι όμως, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επαγγελματική συνεργασία φαίνεται πως εξελίχθηκε σε κάτι περισσότερο. Παρότι η ίδια η ταινία δεν γνώρισε ιδιαίτερη επιτυχία, η συνύπαρξη στο σετ λειτούργησε ως σημείο εκκίνησης μιας σχέσης εκτός κάμερας. Οι πληροφορίες που υπάρχουν παραμένουν περιορισμένες, αποσπασματικές κι υπαινικτικές, πράγμα σύνηθες για ειδύλλια που είχαν την τύχη να συμβούν σε μια προ-ιντερνετική και προ-παπαρατσική εποχή, όπου η προσωπική ζωή των ηθοποιών δεν καταγραφόταν με τη σημερινή αδιάκοπη ένταση.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα και μεταγενέστερες αναφορές, οι δύο ηθοποιοί έβγαιναν για σχεδόν δύο χρόνια, από το 1987 μέχρι περίπου το 1989, πριν τη συμμετοχή της Roberts στο Steel Magnolias, που θα την έκανε διάσημη στο αμερικανικό κοινό. Πηγές αναφέρουν ότι η σχέση απέκτησε σχετική σταθερότητα, με τους ίδιους να συγκατοικούν στο Venice της Καλιφόρνια.

Παρά την ένταση που αποδίδεται εκ των υστέρων στη σχέση, οι ίδιοι δεν την επιβεβαίωσαν ποτέ δημόσια ούτε προχώρησαν σε δηλώσεις που να φωτίζουν τις λεπτομέρειές της. Η σιωπή αυτή άφησε χώρο σε τρίτους να διαμορφώσουν το αφήγημα. Η βιογράφος Kitty Kelley, γνωστή για τις ανεπίσημες και συχνά αμφιλεγόμενες προσεγγίσεις της σε προσωπικότητες υψηλού προφίλ, επιχείρησε να δώσει τη δική της ερμηνεία σε ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα του 2017 με τίτλο The Kitty Kelley Files: Julia Roberts.

«Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ο Δρ. Φρόιντ για να το καταλάβει», ανέφερε χαρακτηριστικά. «Όλοι θα μπορούσαμε να ερωτευτούμε τον Liam Neeson, αλλά για κάποιον που δεν είχε πραγματικά μια πατρική φιγούρα να θαυμάσει… Ήταν ο πρώτος της πρωταγωνιστής, αλλά ήταν και η πρώτη της μεγάλη ερωτική σχέση». Η Kelley προσπάθησε να ψυχαναλύσει την έλξη της Roberts, συνδέοντάς την με την απώλεια του πατέρα της σε ηλικία μόλις δέκα ετών.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο δημοσιογράφος Tyler Johnson ανέφερε ότι οι δύο ηθοποιοί «ξεκίνησαν μια σχέση που διήρκεσε για αρκετό καιρό», επιβεβαιώνοντας κι ο ίδιος ότι το ζευγάρι ήταν μαζί για δύο χρόνια. Η Kelley πρόσθεσε ακόμη: «Ο Liam Neeson ήταν πολύ καλός με την Julia Roberts. Εκείνη ήταν νέα στον χώρο, εκείνος καταξιωμένος και επιτυχημένος και αυτό θα εγκαινίαζε ένα συγκεκριμένο μοτίβο με άλλους συμπρωταγωνιστές της».

Η συνέχεια βρήκε και τους δύο να ακολουθούν ξεχωριστές διαδρομές, με έντονη παρουσία τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική τους ζωή. Ο Liam Neeson συνδέθηκε με καλλονές όπως η Helen Mirren και η Brooke Shields, πριν παντρευτεί τη Natasha Richardson το 1994. Η Julia Roberts, από την πλευρά της, έκανε σχέσεις με διάσημους ηθοποιούς της εποχής, κυρίως συμπρωταγωνιστές της, μεταξύ των οποίων οι Dylan McDermott, Kiefer Sutherland και Matthew Perry, σε μια πορεία που συνέκλινε με την εκρηκτική της άνοδο στη βιομηχανία.

Κάτι που ίσως ξεχνούν οι παλιοί και δε γνωρίζουν οι νεότεροι, είναι ότι η εικόνα της Julia Roberts στα μίντια ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που διατηρεί τα τελευταία χρόνια. Λόγω τον πολύκροτων χωρισμών της (θυμίζουμε ότι η ταινία Η Νύφη το'σκασε ήταν εμπνευσμένη από την ίδια!), οι δημοσιογράφοι την παρουσίαζαν ως μια χαοτική ύπαρξη, μακριά από την εικόνα της «American Sweetheart» που προέβαλαν οι ταινίες της. Αξίζει, ωστόσο, να θυμόμαστε πόσο νέα ήταν η Roberts εκείνη την περίοδο - μόλις 22 ή 23 ετών όταν έγινε παγκοσμίως γνωστή με το Pretty Woman.

Χρόνια αργότερα, Roberts και Neeson συναντήθηκαν ξανά επαγγελματικά στην ταινία Michael Collins το 1996, αυτή τη φορά σε διαφορετικές φάσεις ζωής και καριέρας, χωρίς να συνοδευτεί η συνεργασία αυτή από οποιαδήποτε δημόσια αναφορά στο παρελθόν τους.

Η μετέπειτα προσωπική ζωή της Roberts απέκτησε σταθερότητα όταν γνώρισε τον Danny Moder το 2000, στα γυρίσματα της ταινίας The Mexican. Εκείνη συμμετείχε ως ηθοποιός, ενώ εκείνος εργαζόταν ως οπερατέρ. Και οι δύο βρίσκονταν τότε σε άλλες σχέσεις. Η Roberts είχε σχέση με τον Benjamin Bratt και ο Moder ήταν παντρεμένος με τη makeup artist Vera Steimberg. Το 2002, αφού είχαν προηγουμένως τακτοποιήσει τις προσωπικές τους εκκρεμότητες, ξεκίνησαν τη δική τους σχέση και παντρεύτηκαν τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς.

Περίπου μια εικοσαετία μετά τον γάμο τους, σε συνέντευξή της στο CBS Sunday Morning το 2022, η Julia Roberts ανέφερε ότι διατηρεί επαφή με τον Moder ακόμη και όταν βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη, ανταλλάσσοντας χειρόγραφα σημειώματα, μια πρακτική που, όπως είπε, «κάναμε πάντα». Στην ίδια συνέντευξη σημείωσε: «Η ζωή που έχω χτίσει με τον σύζυγό μου και η ζωή που έχουμε δημιουργήσει με τα παιδιά μας, αυτό είναι το καλύτερο κομμάτι. Το να επιστρέφω στο σπίτι στο τέλος της ημέρας, νικηφόρα, σε εκείνους».

Πηγή: Grace

Grace Kelly - Οι έρωτες που τη σημάδεψαν πριν γίνει πριγκίπισσα

Στο Χόλιγουντ, την αποκαλούσαν «η φωτιά κάτω από τον πάγο». Η αισθηματική ζωή της Grace Kelly πριν γνωρίσει τον πρίγκιπα Ρενιέ θύμιζε κινηματογραφική ταινία.


Πριν φορέσει το στέμμα του Μονακό και μετατραπεί σε σύμβολο της γαλαζοαίματης Ευρώπης, η Grace Kelly υπήρξε μια γυναίκα βαθιά συνδεδεμένη με το πάθος, την επιθυμία και τις λεπτές ισορροπίες της δημοσιότητας.

Στα χρόνια που προηγήθηκαν της γνωριμίας της με τον πρίγκιπα Ρενιέ του Μονακό και τον μαγικό τους γάμο, η προσωπική ζωή της αγαπημένης πρωταγωνίστριας του Alfred Hitchcock θύμιζε κινηματογραφικό σενάριο γεμάτο έντονες στιγμές, σύντομες αλλά καθοριστικές σχέσεις και μια συνεχή αναζήτηση συναισθηματικής σταθερότητας.

Γεννημένη σε μια εύπορη όσο και αυστηρή οικογένεια της Φιλαδέλφειας η Grace μεγάλωσε με σαφείς κανόνες και υψηλές προσδοκίες. Ωστόσο, όταν βρέθηκε στη Νέα Υόρκη για να κυνηγήσει την καριέρα της στην υποκριτική, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με έναν κόσμο πιο ελεύθερο, σχεδόν απελευθερωτικό. Η αρχή είχε γίνει με μικρούς ρόλους στο θέατρο και την τηλεόραση, αλλά πολύ γρήγορα το Χόλιγουντ αναγνώρισε την ιδιαίτερη γοητεία της: μια ψυχρή φινέτσα που έκρυβε έντονο εσωτερικό δυναμισμό, μια φωτιά κάτω από τον πάγο.

Ένας από τους πρώτους διάσημους άνδρες που συνδέθηκαν μαζί της –έστω και ανεπίσημα– ήταν ο Gary Cooper, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «High Noon». Εκείνος ήταν ήδη ένας καθιερωμένος σταρ, μεγαλύτερος σε ηλικία και παντρεμένος. Εκείνη, μόλις στο ξεκίνημα.

Οι φήμες για μια σχέση ανάμεσά τους δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ, όμως η έντονη χημεία τους στην οθόνη άφησε περιθώρια για εικασίες.

Στα γυρίσματα του «Mogambo» το όνομά της συνδέθηκε και με αυτό του συμπρωταγωνιστή της, του Clark Gable. Ο αστέρας γνωστός για τις πολυάριθμες κατακτήσεις του, φέρεται να εντυπωσιάστηκε από την κομψότητα και την προσωπικότητα της Grace.

Παρότι και εδώ δεν υπήρξε ποτέ επίσημη επιβεβαίωση, η αλληλεπίδρασή τους ενίσχυσε το προφίλ της ως μιας γυναίκας που μπορούσε να σταθεί ισότιμα απέναντι σε ισχυρές προσωπικότητες.

Grace Kelly: Οι έρωτες που τη σημάδεψαν πριν γίνει πριγκίπισσα 2
O Jean-Pierre Aumont και η Grace Kelly στις Κάννες (Getty Images/Ideal Image)

Η πρώτη  ουσιαστική και καταγεγραμμένη σχέση της Grace ήταν με τον Jean-Pierre Aumont. Ο Γάλλος ηθοποιός, γοητευτικός και καλλιεργημένος, ταίριαζε περισσότερο με το ευρωπαϊκό προφίλ που η Grace φαινόταν να ενσαρκώνει. Η σχέση τους είχε ρομαντισμό, κοινά ενδιαφέροντα και μια αίσθηση σταθερότητας, αλλά δεν κατάφερε να αντέξει στον χρόνο. Οι επαγγελματικές υποχρεώσεις και η διαρκής μετακίνηση μεταξύ ηπείρων έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απομάκρυνσή τους.

Ακολούθησαν και άλλα, λιγότερο γνωστά φλερτ, όπως με τον William Holden και τον Bing Crosby, τα οποία αν και δεν επιβεβαιώθηκαν πλήρως, αποτυπώνουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνταν η νεαρή ηθοποιός: ένα δίκτυο ισχυρών, επιδραστικών ανδρών, όπου τα όρια μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής σχέσης ήταν συχνά δυσδιάκριτα.

Ωστόσο, ο άνθρωπος που φαίνεται να άγγιξε περισσότερο από όλους την καρδιά της πριν τον Ρενιέ ήταν ο Oleg Cassini. Η σχέση της με τον διάσημο σχεδιαστή μόδας που την επόμενη δεκαετία θα αναλάμβανε το look της Τζάκι Κένεντι στον Λευκό Οίκο ήταν ίσως η πιο σοβαρή μέχρι τότε. Οι δυο τους άρχισαν να βγαίνουν το 1954 και ο Τύπος ανέφερε τον Cassini ως αρραβωνιαστικό της.

Grace Kelly: Οι έρωτες που τη σημάδεψαν πριν γίνει πριγκίπισσα 3
Με τον Oleg Cassini την πρωτοχρονιά του 1955. (Getty Images/ Ideal Image)

Ο Cassini τη λάτρευε και την αντιμετώπιζε ως μούσα του, ενώ εκείνη έβρισκε σε αυτόν έναν άνδρα που κατανοούσε τον κόσμο της εικόνας και της αισθητικής. Ωστόσο παρά τις προσδοκίες, η σχέση αυτή δεν έφτασε ποτέ στον γάμο. Η οικογένεια της Grace, με τις αυστηρές της αντιλήψεις, αλλά και τους υψηλούς στόχους για την κόρη τους φέρεται να είχε σοβαρές επιφυλάξεις, γεγονός που επηρέασε την εξέλιξη της σχέσης.

Ήταν ωστόσο η μοιραία συνάντηση με τον Ρενιέ που θα έριχνε την ταφόπλακα στην σχέση Grace- Cassini.

H Grace θα συναντούσε τον Ρενιέ κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ των Καννών το 1955. Η γνωριμία τους, σχεδόν σκηνοθετημένη από τη μοίρα και τα media, έμελλε να αλλάξει για πάντα την πορεία της. Εκείνος αναζητούσε μια λαμπερή παρουσία που θα έδινε αίγλη στο πριγκιπάτο, εκείνη βρέθηκε μπροστά στην προοπτική μιας ζωής πέρα από ότι μπορούσε να φανταστεί μέχρι τότε.

Η Grace θα χώριζε από τον Cassini με συνοπτικές διαδικασίες λίγες ημέρες πριν την ανακοίνωση των αρραβώνων της με τον πρίγκιπα του Μονακό και κατόπιν έκλεισε την πόρτα στο συναισθηματικό της παρελθόν. Μετά τον γάμο της με τον Ρενιέ θα αφοσιωνόταν για το υπόλοιπο της ζωής της στον νέο της ρόλο, αυτόν της πριγκίπισσας.

Cover Photo: Oleg Cassini και Grace Kelly το 1955. (Getty Images/ Ideal Image)