ενημέρωση 1:39, 27 August, 2026

Ο Γκάρι Ολντμαν στο θέατρο μετά από (σχεδόν) 40 χρόνια

Σε ένα διάλλειμα των γυρισμάτων των «Slow Horses», ο σταρ της επιτυχημένης σειράς παρουσιάζει στο Λονδίνο τη δική του εκδοχή του αριστουργηματικού μονόλογου του Μπέκετ «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ»

Στον εμβληματικό μονόλογο του Σάμιουελ Μπέκετ «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ», ένα από τα πιο βαθιά και συγκινητικά έργα του σύγχρονου θεάτρου, ο Κραπ ηχογραφεί κάθε χρόνο στα γενέθλιά του μια νέα μαγνητοταινία αναπολώντας τη χρονιά που πέρασε. Πριν από την καινούρια ηχογράφηση ακούει μια παλαιότερη. Και στα 69 του, ο ηλικιωμένος  άνδρας έρχεται αντιμέτωπος με αποφάσεις που είχε πάρει πριν από 30 χρόνια. Πέρσι την άνοιξη ο Γκάρι Ολντμαν ανέβασε την πεσιμιστική «Τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» στο Βασιλικό Θέατρο του Γιορκ, επιστρέφοντας στο θέατρο, όπου είχε ξεκινήσει την καριέρα του το 1979, σε ηλικία 21 ετών.

Και φέτος μετέφερε την παραγωγή  – με σχεδιασμό και σκηνοθεσία δική του  – στο θέατρο The Royal Court του Λονδίνου, όπου το 1958 είχε γίνει η πρεμιέρα του περίφημου μονολόγου με πρωταγωνιστή τον ιρλανδό ηθοποιό Πάτρικ Μαγκί, για τον οποίο είχε γραφτεί το έργο, ο αρχικός τίτλος του οποίου ήταν «Μονόλογος του Μαγκί». Το Royal Court είναι, επίσης, το θέατρο στο οποίο ο σταρ των «Slow Horses» απέκτησε ουσιαστικά εμπειρία στο σανίδι τη δεκαετία του 1980. Και τώρα, όπως επισημαίνει ο Ντόμινικ Μάξγουελ στους Times του Λονδίνου, ο βραβευμένος άγγλος ηθοποιός και σκηνοθέτης, που διαπρέπει εδώ και χρόνια στο Χόλιγουντ, επέστρεψε εκεί για την πρώτη του θεατρική δουλειά από το 1987.

Πώς περνάει έτσι ο χρόνος; «Δυσκολεύομαι να το κατανοήσω πλήρως, αλλά έχουν περάσει τέσσερις δεκαετίες», γράφει ο Γκάρι Ολντμαν στο πρόγραμμα της παράστασης, η οποία έγινε sold out μέσα σε 16 λεπτά. Κάθε βράδυ, δε, πριν από τον μονόλογο του Κραπ, με το ίδιο εισιτήριο παίζεται και η «Λίστα με τις Εκκρεμότητες του Γκοντό». Πρόκειται για μια μικρού μήκους κωμωδία για το παράλογο χάος της σύγχρονης ύπαρξης, που σηματοδοτεί το επαγγελματικό ντεμπούτο του 19χρονου θεατρικού συγγραφέα Λίο Σίμπε, νικητή του πρώτου βραβείου Royal Court Young Playwrights Award 2025 και του Jerwood New Playwright 2026, ο οποίος έχει προσαρμόσει σεναριακά το αριστούργημα του Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό». (Θα παίζονται μέχρι τις 30 Μαΐου και πλέον μπορεί κανείς να ελπίζει μόνο σε επιστροφές και στα εισιτήρια της Δευτέρας που διατίθενται μόνο online κάθε Δευτέρα στις 9πμ, royalcourttheatre.com)

Ακόμη, στο σημείωμά του στο πρόγραμμα, ο Ολντμαν αναλογίζεται τον πρόσφατο εορτασμό των 68ων γενεθλίων του και πως δεν μπορεί να πιστέψει ότι είναι μόλις έναν χρόνο νεότερος από τον Κραπ. Αλλά και οι θεατρόφιλοι μπορεί να έχουν παρόμοιες αντιδράσεις, σχολιάζει ο θεατρικός συντάκτης του Guardian Κρις Γουίγκαντ, ο οποίος έχοντας δει και την περσινή παράσταση στο Γιορκ, επισημαίνει ότι η φετινή ερμηνεία του Ολντμαν στο Λονδίνο έχει μεγαλύτερο βάθος. Σχολιάζει επίσης ότι «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» αποτελεί μια πολύ ιδιαίτερη πρόκληση για έναν ηθοποιό. Υπάρχει κάτι στο να ξαναδείς το έργο μέσα από τη νέα γραφή, που αποκαλύπτει τον πειραματισμό του, λέει.Πρόκειται για ένα έργο που διαδραματίζεται στο μέλλον εξετάζοντας απεγνωσμένα το παρελθόν. Μια παράσταση όπου ο πρωταγωνιστής έχει παραδώσει το μεγαλύτερο μέρος του διαλόγου (για την ηχογράφηση) πριν καν ανέβει στη σκηνή. Μια συζήτηση ενός χαρακτήρα με τον εαυτό του σε διαφορετικές ηλικίες.

Franchise για έναν μονογονέα με τρία παιδιά

Γιατί του πήρε τόσο χρόνο να γυρίσει στο θέατρο;  Ισως εξαιτίας του Τζάκσον Λαμπ, τον οποίο υποδύεται στην κατασκοπική σειρά «Slow Horses» της AppleTV+ εδώ και πέντε σεζόν. Αυτή η πολυβραβευμένη σειρά «έπεσε από τον ουρανό και πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις», όπως είπε ο άγγλος ηθοποιός πέρσι τον Μάρτιο στο Late Show του Στίβεν Κόλμπερτ, για τη δουλειά η οποία του προτάθηκε όταν είχε πλέον αποφασίσει ότι αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν ένας επαναλαμβανόμενος τηλεοπτικός ρόλος χωρίς περούκες, με λίγο μακιγιάζ και ιδανικά με τη δική του λονδρέζικη προφορά.

Ισως και εξαιτίας των ρόλων του Σείριου Μπλακ σε τέσσερις ταινίες του «Χάρι Πότερ» και του Τζιμ Γκόρντον, του φιλικού αστυνομικού της Γκόθαμ Σίτι στην τριλογία του «Μπάτμαν» του Κρίστοφερ Νόλαν, που κράτησαν τον Ολντμαν στον αφρό τη δεκαετία του 2000. Τα franchise, όπως έχει πει κατά καιρούς σε συνεντεύξεις του, του ήταν εξαιρετικά χρήσιμα την εποχή που ανέλαβε ως μονογονέας στην Καλιφόρνια την επιμέλεια των τριών γιών του μετά το διαζύγιό του από την τρίτη σύζυγό του -αμερικανίδα μοντέλο- Ντόνια Φιορεντίνο. Ο Ολντμαν ρώτησε τον μάνατζέρ του πώς μπορούσε να κάνει «τη λιγότερη δουλειά για τα περισσότερα  χρήματα», όπως είπε σε συνέντευξή του στο GQ.

Αυτό συνέβη σε μια εποχή που η αγάπη του για την υποκριτική «είχε μαραθεί», λίγο πριν βρει και πάλι το κύρος του το 2011 με τον πρώτο του κατασκοπικό ρόλο, όταν έπαιξε τον Τζορτζ Σμάιλι, στην ταινία του Τζον λε Καρέ «Κι ο Κλήρος Επεσε στον Σμάιλι». Εξι χρόνια αργότερα, δε, ήρθε η «Πιο σκοτεινή ώρα» και η ερμηνεία του Ουίνστον Τσόρτσιλ, για την οποία ο ταλαντούχος άγγλος ηθοποιός κέρδισε το 2018 το Οσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου. Ακόμα και όταν η φήμη του στο Χόλιγουντ εκτοξεύτηκε τη δεκαετία του 1990, ακόμα και όταν έπινε υπερβολικά, η παρουσία του Ολντμαν στην οθόνη ήταν συναρπαστική, γράφει ο Μάξγουελ στους Times. (Κατάλαβε ότι είχε πρόβλημα με το ποτό όταν ο Κιθ Ρίτσαρντς τον έβαλε για ύπνο και έμεινε νηφάλιος οριστικά το 1997).

Με λίγα λόγια η θεατρική σκηνή δεν είχε θέση στη ζωή του όταν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με δουλειές όπως o «JFK» (1991) του Ολιβερ Στόουν (υποδύθηκε τον Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ), ο «Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ» (1992) του Κόπολα και άλλοι καλοπληρωμένοι ρόλοι κακών σε ταινίες όπως «Ιλιγγιώδης έρωτας» («True Romance», 1993), «Λεόν: Ο επαγγελματίας» (1994), «Air Force One» (1997) και «Το πέμπτο στοιχείο» (1997). «Ημουν κατά κάποιο τρόπο το πρότυπο των κακών», είπε ο Ολντμαν, «Εβαλα ένα τέλος σε αυτό». Σε τέσσερις δεκαετίες, εξάλλου, παντρεύτηκε πέντε φορές, πρώτα με την ηθοποιό Λέσλι Μάνβιλ, με την οποία χώρισαν μόλις τρεις μήνες μετά τη γέννηση του γιου τους, Αλφι, για να παντρευτεί (για δύο χρόνια) την Ούμα Θέρμαν.

Το 1997 παντρεύτηκε την Ντόνια Φιορεντίνο, η οποία το 2001, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του διαζυγίου, τον κατηγόρησε για ενδοοικογενειακή βία. Αλλά δεν καταδικάστηκε ποτέ, τουναντίον απέκτησε την επιμέλεια των δύο γιων τους, Γκιούλιβερ και Τσάρλι. Το 2018, μάλιστα, μετά από μια συνέντευξη της μητέρας του στην οποία επανέλαβε τους ισχυρισμούς της, ο τότε 20χρονος Γκιούλιβερ δημοσίευσε μια ανοιχτή επιστολή: «Η επιμέλεια των παιδιών δεν δίνεται σε κάποιον που ξυλοκοπά τη γυναίκα του και, στις περισσότερες περιπτώσεις, σχεδόν ποτέ σε έναν άνδρα», έγραψε. «Το γεγονός ότι έζησα ολόκληρο το διάστημα με τον πατέρα μου θα έπρεπε από μόνο του να αποτελεί αρκετή απόδειξη», τόνισε.

Από το 2008 έως το 2015, ο Ολντμαν ήταν παντρεμένος με τη βρετανίδα τραγουδίστρια Αλεξάνδρα Ιντενμπόρο. Σε αρκετές συνεντεύξεις του, δε, έχει πει ότι δεν είναι υπερήφανος για το χάος που προκάλεσε με τόσους πολλούς γάμους. Αλλά φαίνεται ότι πλέον έχει βρει τη σταθερότητα με την πέμπτη του σύζυγο του, τη γερμανίδα Γκίζελα Σμιτ με την οποία παντρεύτηκαν το 2017 και ζουν στο Παλμ Σπρινγκς της Καλιφόρνια. Ολα αυτά, βέβαια, αποτελούν μια καλή δικαιολογία για να μην πατήσει το πόδι του σε θεατρικό σανίδι ακόμα και αν είναι ένα μεγάλο όνομα όπως ο σερ Γκάρι (τον περασμένο Σεπτέμβριο τον έχρισε ιππότη ο πρίγκιπας της Ουαλίας).

Ο Γκάρι Ολντμαν είναι πάντα ένας ήρεμος και φαινομενικά σίγουρος ερμηνευτής. Μια παράξενα χαρισματική παρουσία, σημειώνει ο Μάξγουελ στους Times. Αλλά ο Μαξ Στάφορντ-Κλαρκ, ο σκηνοθέτης του Royal Court όταν ο Ολντμαν ανέβηκε για τελευταία φορά στη σκηνή, έχει μια άλλη άποψη για αυτό που τον κράτησε τόσο καιρό μακριά από το θέατρο.

Ο Ντε Νίρο και το μπουκάλι με τα ούρα…

«Ο Γκάρι είχε πάθει τρακ», λέει για τον τελευταίο του θεατρικό ρόλο πριν από τον Κραπ στο πολυβραβευμένο «Serious Money» της Κάριλ Τσόρτσιλ, που ανέβηκε για πρώτη φορά το 1987 στο Royal Court. «Και γινόταν όλο και πιο νευρικός», προσθέτει ο Στάφορντ-Κλαρκ και το εξηγεί:

«Υπήρχε μια άψογη τουαλέτα στον πρώτο όροφο, αλλά συμφώνησε με τον διευθυντή της σκηνής ότι θα κατουρούσε την τελευταία στιγμή πριν τους καλέσουν όλους στη σκηνή. Του έδωσαν, λοιπόν, ένα μπουκάλι στο οποίο κατουρούσε και ήταν υπεύθυνος να το πετάει μετά ο ίδιος. Μια μέρα, όμως, καθώς ανέβαινε τις σκάλες στο τέλος της παράστασης, εμφανίστηκε στην πόρτα της σκηνής ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο και συστήθηκε στον Γκάρι. Κι εκείνος του είπε, “Μια στιγμή φίλε”, βρίσκοντας ένα μέρος να κρύψει το μπουκάλι του». Ο Στάφορντ-Κλαρκ, ο οποίος σκηνοθέτησε τον Ολντμαν στις τρεις από τις πέντε παραστάσεις του στο Royal Court, δεν του ζήτησε ποτέ να επιστρέψει:

«Δεν νομίζω ότι είχα ποτέ έναν ρόλο που πίστευα ότι θα τον δελεάσει σοβαρά», λέει. Ωστόσο, υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή πινελιά του στυλ Τζάκσον Λαμπ σε αυτή την ένδοξα άχαρη ματιά στα παρασκήνια του θεάτρου. Μήπως ο Ολντμαν έχει κάτι από τον χαρακτήρα του Λαμπ;  «Οσον αφορά τη στάση τους στον εργασιακό χώρο είναι εντελώς αντίθετοι», δήλωσε στον δημοσιογράφο των Times, o Γουίλ Σμιθ, σεναριογράφος και εκτελεστικός παραγωγός των πρώτων πέντε κύκλων της σειράς «Slow Horses». Και πρόσθεσε: «Ανυπομονείς να συνεργαστείς με τον Γκάρι επειδή είναι γενναιόδωρος και υποστηρικτικός». Το 2024, εξάλλου, ο Τζακ Λόουντεν – συμπρωταγωνιστής του Ολντμαν στο «Slow Horses» -, είχε πει στους Times:

«Υπάρχει πολλή προσπάθεια που δεν φαίνεται. Αλλά ο Γκάρι απλώς το κάνει. Δεν ντρέπεται». Ο Σμιθ επιβεβαιώνει την προσπάθεια που καταβάλλει ο Ολντμαν για να φαίνεται τόσο χαλαρός. «Ο Γκάρι θέλει το σενάριο μήνες πριν. Λέει, “Δεν έχει σημασία πόσο καλά το ξέρεις, αλλά πόσο καιρό το ξέρεις”. Απλώς εξασκείται συνεχώς, θέλει να το ξέρει μέσα έξω, οπότε γίνεται μυϊκή μνήμη. Και έτσι, όταν παίζει, φαίνεται απολύτως αβίαστος και της στιγμής. Αλλά αυτό οφείλεται σε όλη τη σκληρή δουλειά που έχει προηγηθεί». Σχεδόν μια φορά, δε, σε κάθε σειρά ο Ολντμαν αποφασίζει ότι κάτι στο σενάριο δεν είναι σωστό. Και έχει πάντα δίκιο. «Το ραντάρ του Γκάρι είναι εκπληκτικό», λέει ο Σμιθ.

Εξωτερικό χάος και εσωτερική ορμή

Ο Γκάρι Ολντμαν μεγάλωσε στο Νιου Κρος, στο νοτιοανατολικό Λονδίνο, και οι αδερφές του, Ζακλίν και Μορίν (είναι η ηθοποιός Λάιλα Μορς, η Μπιγκ Μο στη βρετανική σαπουνόπερα του BBC, «EastEnders», που μεταδίδεται ανελλιπώς από το 1985) ήταν πάνω από μια δεκαετία μεγαλύτερές του. «Είμαι το Durex που έσπασε στο [οικογενειακό ξενοδοχείο οικογενειακών] “Butlin’s” », αστειεύτηκε στο podcast «Rosebud» του Τζάιλς Μπράντρεθ,  πέρυσι. Οι αδελφές του είχαν ήδη φύγει από το σπίτι όταν ο πατέρας του, Λέοναρντ, τεχνίτης σωληνώσεων και συγκολλητής, άφησε την οικογένειά του  για τη γυναίκα του καλύτερού του φίλου, όταν ο Ολντμαν ήταν επτά ετών.

Ο Λέοναρντ «έμπαινε στην παμπ και δεν έβγαινε ποτέ», σύμφωνα με τη μητέρα του, Κέι, η οποία έκανε τρεις δουλειές ταυτόχρονα για να τα βγάλει πέρα, ​​αφότου την εγκατέλειψε ο άντρας της. Η Κέι έφυγε από τη ζωή το 2018 σε ηλικία 98 ετών. Στο μεταξύ ο Ολντμαν την είχε πάρει μαζί του  στην Καλιφόρνια. Κληρονόμησε την αίσθηση του σκοπού που είχε η μητέρα του. «Δεν μου αρέσουν αυτοί που “βολεύονται”», είπε στον Μπράντρεθ, «Δεν μου αρέσουν οι άνθρωποι που λένε απλά κάτι του τύπου, “Ω, είναι αρκετά καλό”»,  πράγμα που ίσως εξηγεί αυτό το μείγμα εξωτερικού χάους και εσωτερικής ορμής, το οποίο τον διακρίνει, σχολιάζει ο Μάξγουελ στους Times.

Προσθέτει ότι ο σπουδαίος άγγλος ηθοποιός τίμησε το Γιορκ με την επιστροφή του εκεί πέρσι με τον μονόλογο του Κραπ ενώ ένα παρόμοιο συναισθηματικό ή εορταστικό στοιχείο υπάρχει και στην επιστροφή του στο Royal Court: «Το Royal Court παραμένει η μεγαλύτερη καλλιτεχνική μου εμπειρία από κάθε άποψη», γράφει στο πρόγραμμα της παράστασης, τονίζοντας: «Μου έδωσε ένα σύνολο δεξιοτήτων και μια εργασιακή ηθική που δεν με εγκατέλειψαν ποτέ», παρά το γεγονός ότι τότε ήταν ήδη διάσημος στην οθόνη. Το αν θα παίξει ξανά στο θέατρο δεν είναι σίγουρο. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι θα εμφανιστεί σε περισσότερα επεισόδια του «Slow Horses», καθώς η έκτη σεζόν αναμένεται το ερχόμενο φθινόπωρο, και η έβδομη μέσα στο 2027.

Είναι ένας εκρηκτικός ηθοποιός, που κατάφερε να νιώθει άνετα με τον εαυτό του, υποστηρίζει ο σεναριογράφος της διάσημης σειράς Γουίλ Σμιθ. «Είναι γνωστός για τις έντονες, σκοτεινές ερμηνείες του. Αντλεί έμπνευση από διάφορα πράγματα όταν το κάνει αυτό. Αλλά αστειεύεται επίσης, κάνει ανόητα αστεία και δείχνει ανόητα memes. Αν έχετε παρακολουθήσει το σύνολο του έργου του, μπορεί τώρα να μην είναι αυτό που νομίζατε ότι θα γινόταν. Ισως δεν ήταν έτσι όταν έπαιζε προηγούμενους ρόλους, αλλά έτσι είναι τώρα», λέει και θυμάται ένα περιστατικό πριν από μερικά χρόνια, όταν  ακούστηκε στο πλατό ένα όμορφο πιάνο «Κοίταξα και είδα ότι έπαιζε ο Γκάρι, αν είναι δυνατόν! “Υπάρχει κάτι που δεν μπορείς να κάνεις;”» του είπε και τόνισε μιλώντας στους Times ότι ο Γκάρι «εξακολουθεί να προκαλεί τρομερή έκπληξη!» 

Η τελευταία μάχη του Νετανιάχου

Παρά τα πολλά και σύνθετα ζητήματα που απασχολούν το Ισραήλ, η επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση αναμένεται να εξελιχθεί, για ακόμη μία φορά, σε δημοψήφισμα για το πρόσωπο και την πολιτική του Νετανιάχου. Τίθεται το ερώτημα αν, στα 76 χρόνια του, θα επιλέξει να αποσυρθεί, καθώς αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δικαστικές υποθέσεις

Το ενδεχόμενο κατάρρευσης της κυβέρνησης του Ισραήλ έχει προβλεφθεί επανειλημμένα τα τελευταία δυόμισι χρόνια και δεν είναι λίγοι εκείνοι που την έχουν ευχηθεί. Τελικά, φαίνεται ότι οι εξελίξεις οδηγούνται προς αυτήν την κατεύθυνση, με αφορμή τις πιέσεις δύο υπερορθόδοξων κομμάτων που συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό. Η Κνεσέτ, το ισραηλινό κοινοβούλιο, αναμένεται να ψηφίσει στις 20 Μαΐου για τη διάλυσή της, γεγονός που θα δρομολογήσει εκλογές το φθινόπωρο. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, μπορεί να προσπαθήσει να καθυστερήσει αυτή τη διαδικασία, όμως το πιθανότερο είναι ότι απλώς θα κερδίσει λίγο χρόνο, γράφει ο Εconomist, καθώς η θητεία της Βουλής λήγει ούτως ή άλλως μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου.

Η άμεση αιτία της πολιτικής κρίσης είναι η απαίτηση των υπερορθόδοξων κομμάτων για την ψήφιση νόμου που θα απαλλάσσει τους σπουδαστές θρησκευτικών σχολών από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Ο Νετανιάχου εμφανίστηκε πρόθυμος να προωθήσει το μέτρο, αλλά δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική στήριξη, καθώς πρόκειται για μια ιδιαίτερα αντιδημοφιλή ρύθμιση. Πολλοί Ισραηλινοί θεωρούν ότι η κυβέρνηση έχει υποκύψει υπερβολικά στα θρησκευτικά συμφέροντα εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας, και το ζήτημα αυτό αναμένεται, σύμφωνα με τον Economist, να κυριαρχήσει στην προεκλογική περίοδο.

Παρά τις δυσκολίες, είναι αξιοσημείωτο ότι η κυβέρνηση κατάφερε να επιβιώσει σχεδόν ολόκληρη τη θητεία της, κάτι σπάνιο για τα ισραηλινά δεδομένα. Μετά την αιφνιδιαστική επίθεση της Χαμάς από τη Γάζα τον Οκτώβριο του 2023 και την αποτυχία του κράτους να την προβλέψει, πολλοί πίστεψαν ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός θα κατέρρεε. Ωστόσο, ο Νετανιάχου κατάφερε να διατηρηθεί στην εξουσία, αποδίδοντας τις ευθύνες στον στρατό και τις υπηρεσίες πληροφοριών και υποσχόμενος «απόλυτη νίκη» στους πολέμους που ακολούθησαν. Παραδόξως, σημειώνει ο Εconomist, όχι μόνο κράτησε ενωμένη τη συμμαχία των δεξιών και θρησκευτικών κομμάτων, αλλά προσέλκυσε και επιπλέον στήριξη καθώς η χώρα έμπαινε σε πολεμική κινητοποίηση.

Παρ’ όλα αυτά, η πολυπόθητη νίκη δεν ήρθε. Στη Γάζα, το Ισραήλ ελέγχει ένα μεγάλο μέρος κατεστραμμένων περιοχών, ενώ η Χαμάς εξακολουθεί να διατηρεί παρουσία στο υπόλοιπο. Αλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις των τελευταίων ετών δεν οδήγησαν σε καθοριστικά αποτελέσματα. Το Ιράν, παρά τα πλήγματα που δέχθηκε από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, παραμένει ανθεκτικό, ενώ στον Λίβανο η Χεζμπολάχ συνεχίζει να αντιστέκεται, παρά τις σημαντικές απώλειες στην ηγεσία της. Ο Νετανιάχου, εκτιμά ο Εconomist, εξακολουθεί να ελπίζει σε πιο επιθετική στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Τεχεράνη, αλλά οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν απίθανη μια άμεση κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος.

Η σκιά της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου και των πολέμων που ακολούθησαν θα επηρεάσει καθοριστικά τις εκλογές. Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, που ηγείται ενός συνδυασμού δεξιών και κεντρώων δυνάμεων, έχει δεσμευτεί ότι, αν εκλεγεί, θα προχωρήσει άμεσα στη σύσταση επιτροπής για τη διερεύνηση των ευθυνών που οδήγησαν στην τραγωδία. Ωστόσο, γράφει ο Economist, η προεκλογική αντιπαράθεση δεν αναμένεται να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην ηθική αποτίμηση των πολεμικών επιχειρήσεων. Παρά τις μεγάλες απώλειες αμάχων και την ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα, η πλειονότητα των Ισραηλινών εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν αναγκαίες για την επιβίωση του κράτους.

Σύμφωνα με στελέχη του ακροδεξιού κόμματος Λικούντ, η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων δεν προκύπτει τόσο από την ίδια τη διεξαγωγή των πολέμων, όσο από τη διάρκειά τους και την έλλειψη ξεκάθαρων αποτελεσμάτων. Για την αντιπολίτευση, παρ’ όλα αυτά, τα ζητήματα ξεπερνούν την εξωτερική πολιτική. Πριν από τα γεγονότα του 2023, η κυβέρνηση Νετανιάχου είχε επιχειρήσει να προωθήσει αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις που θα περιόριζαν τις εξουσίες του Ανώτατου Δικαστηρίου. Οι προτάσεις αυτές, σημειώνει ο Economist, είχαν προκαλέσει μαζικές διαδηλώσεις, καθώς θεωρήθηκαν απειλή για τη δημοκρατία. Επιπλέον, πολλοί επικρίνουν την ενίσχυση των υπερορθόδοξων κοινοτήτων με δημόσιους πόρους, παρά την πολύ χαμηλή συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας και τη στρατιωτική θητεία.

Παρά τις πολιτικές εντάσεις, η ισραηλινή οικονομία εμφανίζεται ανθεκτική, κυρίως χάρη στον τεχνολογικό τομέα και τις αμυντικές βιομηχανίες. Το νόμισμα και το χρηματιστήριο διατηρούνται σε ισχυρά επίπεδα, ενώ η ανεργία παραμένει χαμηλή. Πολλοί πολίτες ανησυχούν, όμως, για τη δημοσιονομική διαχείριση και τη βιωσιμότητα των κοινωνικών δαπανών. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι ανησυχίες για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον Economist, σε πρόσφατες έρευνες, πολλοί ψηφοφόροι δηλώνουν ότι μια νέα νίκη του Νετανιάχου θα ήταν απαράδεκτη. Η αυξανόμενη μετανάστευση ισραηλινών πολιτών στο εξωτερικό ενδέχεται να είναι, πέρα από συνέπεια φόβου, και ένδειξη βαθύτερης απογοήτευσης.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο σημερινός κυβερνητικός συνασπισμός δύσκολα θα εξασφαλίσει πλειοψηφία. Από την άλλη πλευρά, και η ίδια η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει δυσκολίες, καθώς δεν υπάρχει ενιαία ηγεσία και ορισμένα κόμματα αρνούνται συνεργασίες με αραβικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Αυτή η έλλειψη συνοχής, εκτιμά ο Εconomist, ενισχύει τη θέση του Λικούντ ως κυρίαρχου κόμματος. Σε αυτό το πλαίσιο, τίθεται το ερώτημα αν ο Νετανιάχου, στα 76 του χρόνια, θα επιλέξει να αποσυρθεί. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δικαστικές υποθέσεις, ενώ μια εκλογική ήττα θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για τον ίδιο.

Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική του πορεία δείχνει ότι δύσκολα εγκαταλείπει τη μάχη. Ετσι, καταλήγει ο Εconomist, παρά τα πολλά και σύνθετα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα, η επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση αναμένεται να εξελιχθεί, για ακόμη μία φορά, σε δημοψήφισμα για το πρόσωπο και την πολιτική του Μπενιαμίν Νετανιάχου. 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ρωσικό ΥΠΕΞ - Οι κίνδυνοι μιας απευθείας σύγκρουσης Ρωσίας – ΝΑΤΟ αυξάνονται

Ο Σεργκέι Ριαμπκόφ, υφυπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας έκανε μια δήλωση για το ΝΑΤΟ που θα συζητηθεί

Κορυφαίος Ρώσος διπλωμάτης προειδοποίησε σήμερα ότι οι κίνδυνοι μιας απευθείας σύγκρουσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη στρατιωτική συμμαχία του ΝΑΤΟ αυξάνονται και ότι οι συνέπειες θα ήταν καταστροφικές.

Ο Ριαμπκόφ κάνει λόγο για καταστροφικές συνέπειες αν υπάρξει τέτοια σύγκρουση

Σε συνέντευξή του στο κρατικό ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων TASS, ο υφυπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριαμπκόφ δήλωσε ότι στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ενισχύεται το αφήγημα περί της «υποβόσκουσας απειλής ενός υψηλής έντασης πολέμου» με τη Ρωσία.

«Ως αποτέλεσμα αυτής της κλιμάκωσης των εντάσεων, περιλαμβανομένων κατάφωρα προκλητικών ενεργειών στη σφαίρα των πυρηνικών, αυξάνονται οι στρατηγικοί κίνδυνοι, όπως ο κίνδυνος μιας μετωπικής σύγκρουσης ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και τη χώρα μας, με όλες τις εν δυνάμει καταστροφικές συνέπειες που θα επέφερε», δήλωσε ο Ριαμπκόφ στο TASS.

Ρωσία προς Λετονία: Δεν θα σας σώσει το ΝΑΤΟ, αν υπάρξουν ουκρανικές επιθέσεις από τα εδάφη σας

Η Υπηρεσία Πληροφοριών Εξωτερικού της Ρωσίας (SVR) δήλωσε την Τρίτη 19 Μαΐου ότι η Ουκρανία ετοιμάζεται να εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον ρωσικού εδάφους από τη Λετονία, ισχυριζόμενη ότι υπάρχει κλιμάκωση της εμπλοκής χωρών της Βαλτικής.

Σε ανακοίνωσή της, η SVR ισχυρίστηκε ότι οι ουκρανικές αρχές επιδιώκουν να αποδείξουν στους Ευρωπαίους υποστηρικτές τους ότι η χώρα διατηρεί στρατιωτική ικανότητα και μπορεί να συνεχίσει να προκαλεί ζημιά στην οικονομία της Ρωσίας.

«Το καθεστώς του Β. Ζελένσκι είναι αποφασισμένο με κάθε τρόπο να αποδείξει στους ιδεολογικούς και οικονομικούς προστάτες του στην Ευρώπη τη διατήρηση του μαχητικού δυναμικού των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων και την ικανότητά τους να προκαλούν ζημιά στη ρωσική οικονομία. Με βάση αυτό, η διοίκηση των Ουκρανικών Ενόπλων Δυνάμεων ετοιμάζεται να εξαπολύσει μια σειρά από νέες τρομοκρατικές επιθέσεις σε περιοχές των μετόπισθεν της Ρωσικής Ομοσπονδίας», ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, η SVR.

«Αξίζει επίσης να υπενθυμιστεί ότι οι συντεταγμένες των κέντρων λήψης αποφάσεων στο λετονικό έδαφος είναι γνωστές και η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ δεν θα προστατεύσει τους συνεργούς των τρομοκρατών από δίκαιη τιμωρία», πρόσθεσε η SVR.

Δείτε σχετική ανάρτηση:

 

Καθηγητής Χάρβαρντ - «Έπεσα έξω με τον Τραμπ και την Κίνα – Τελικά της άνοιξε τον δρόμο στην Ασία»

Με βάση τις επιδόσεις της κυβέρνησης Τραμπ οι σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν μπορούν να τους εμπιστεύονται δίνοντας τρομερή ώθηση στην Κίνα.

Μέχρι πριν λίγο καιρό πίστευε ότι οι φόβοι περί κινεζικής περιφερειακής ηγεμονίας ήταν υπερβολικοί και ότι ένας ισχυρός συνασπισμός κρατών στην Ασία -με μπροστάρη τις ΗΠΑ- θα λειτουργούσε ανασχετικά στην Κίνα. Πλέον αναρωτιέται και ανησυχεί μήπως ήταν υπερβολικά αισιόδοξος.

Με ανάλυσή του στο περιοδικό Foreign Policy ο διακεκριμένος Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, Στήβεν Γουόλτ, παρατηρεί πως η προεδρία Ντόναλντ Τραμπ στην πραγματικότητα ενίσχυσε την Κίνα.

«Από το 2025 και μετά, ο Τραμπ έκανε σχεδόν όλα όσα θα έκανε κάποιος αν επιδίωκε συνειδητά να εκτοπίσει η Κίνα τις ΗΠΑ και να αποκτήσει κυρίαρχη θέση στην άμεση περιφέρειά της» αναφέρει.

Ο Τραμπ κάνει ό,τι μπορεί ώστε αυτό το μέλλον να ανήκει στην Κίνα, όχι στις ΗΠΑ

Σε μια εποχή όπου η επιστημονική υπεροχή αποτελεί το κλειδί για την οικονομική παραγωγικότητα και τη στρατιωτική ισχύ, ο Τραμπ μείωσε τη χρηματοδότηση του National Science Foundation, εκκαθάρισε το συμβουλευτικό του συμβούλιο, απέλυσε έμπειρους επιστήμονες σε δεκάδες κυβερνητικές υπηρεσίες.

«Πρόκειται για πράξη μονομερούς αφοπλισμού, τη στιγμή που η Κίνα κάνει ακριβώς το αντίθετο» σημειώνει ο Γουόλτ, τονίζοντας πως έτσι ο Τραμπ «παραχώρησε στην Κίνα τα ηγετικά πλεονεκτήματα στις αναδυόμενες πράσινες τεχνολογίες -ηλιακή και αιολική ενέργεια, προηγμένες μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα κ.λπ.- ενώ διπλασίασε την επένδυση σε τεχνολογίες του 20ού αιώνα: τα ορυκτά καύσιμα και τον κινητήρα εσωτερικής καύσης».

Εκφόβισε συμμάχους

Επίσης, οι δασμοί που επέβαλε στη Κίνα ήταν πολύ κακοσχεδιασμένοι από τους οποίους αναγκάστηκε στη συνέχεια να υποχωρήσει όταν η Κίνα διέκοψε τις εξαγωγές επεξεργασμένων σπάνιων γαιών από τις οποίες εξαρτώνται πολλές προηγμένες τεχνολογίες.

Ακόμη χειρότερα, συνεχίζει ο Γουόλτ, ο Τραμπ χρησιμοποίησε το όπλο των δασμών για να εκφοβίσει ορισμένους από τους σημαντικότερους εταίρους των ΗΠΑ στην Ασία, αναγκάζοντάς τους να δεσμευτούν ότι θα επενδύσουν στην αμερικανική οικονομία είτε το επιθυμούσαν είτε όχι.

«Πέρα από το ότι δημιούργησε δυσαρέσκεια, η ζημία στις οικονομίες των συμμάχων δυσκολεύει την αύξηση των αμυντικών τους δαπανών» λέει.

Στη συνέχεια ο Αμερικανός ειδικός υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο Λευκός Οίκος έκανε ελάχιστα για να καλλιεργήσει θερμότερες σχέσεις με τις ασιατικές χώρες.

«Ο Τραμπ επιδόθηκε πέρυσι σε μια άσκοπη αντιπαράθεση με τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι, ενώ σήμερα δεν υπάρχουν εν ενεργεία Αμερικανοί πρέσβεις στην Αυστραλία, τη Μιανμάρ, την Καμπότζη, τα Φίτζι, την Ινδονησία, το Λάος, τη Μαλαισία, τα Νησιά Μάρσαλ, την Παπούα Νέα Γουινέα, τη Σαμόα, τα Νησιά Σολομώντα ή το Βιετνάμ. Για τις περισσότερες από αυτές τις θέσεις δεν έχει καν προταθεί κάποιος υποψήφιος» σημειώνει ο Γουόλτ.

Μας έβγαλε από παντού

Ο Γουόλτ δεν ξεχνά να αναφέρει ότι η Ουάσιγκτον αποσύρθηκε από δεκάδες διεθνείς οργανισμούς -έναν ακόμη χώρο όπου η Κίνα δρα ολοένα και πιο ενεργά και αποτελεσματικά- πράγμα που σημαίνει ότι οι ΗΠΑ δεν θα βρίσκονται στην αίθουσα όταν θα γράφονται οι κανόνες και οι θεσμοί που διαμορφώνουν διάφορες πτυχές των διεθνών σχέσεων.

Αυτό σημαίνει ότι «τα επόμενα χρόνια οι αμερικανικές επιχειρήσεις θα πρέπει να κινηθούν σε ένα παγκόσμιο ρυθμιστικό περιβάλλον του οποίου οι κανόνες θα έχουν γραφτεί από άλλους. Ακόμη και μια χώρα τόσο ισχυρή όσο οι ΗΠΑ μπορεί να βρει αυτή την κατάσταση άβολη και αναποτελεσματική».

Ένας κακοσχεδιασμένος πόλεμος

«Καταρχάς, η σύγκρουση αποτελεί έναν τεράστιο αντιπερισπασμό, καταναλώνοντας το περιορισμένο εύρος προσοχής του Τραμπ, καθώς και τον χρόνο και την ενέργεια των συμβούλων του».

«Ο πόλεμος έχει επίσης υπονομεύσει τη στρατιωτική στάση των ΗΠΑ στην Ασία, εγείροντας εύλογα ερωτήματα για το πόσο αποτελεσματικά θα μπορούσαν να αντιδράσουν οι ΗΠΑ αν ξεσπούσε κρίση εκεί».

Επιπλέον, ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο «σχεδιάστηκε» ο πόλεμος και εκτελέστηκε πρέπει να προκαλεί σοβαρό προβληματισμό στους μακροχρόνιους συμμάχους των ΗΠΑ.

«Κανείς τους δεν ενημερώθηκε εκ των προτέρων και κανείς στην κυβέρνηση δεν φαίνεται να σκέφτηκε έστω και ελάχιστα πώς μια νέα επίθεση κατά του Ιράν θα επηρέαζε τους εταίρους των ΗΠΑ ανά τον κόσμο». Οι συνέπειες υπήρξαν σοβαρές: οι τιμές των καυσίμων αυξήθηκαν απότομα στις Φιλιππίνες, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και αλλού, ενώ οι προβλέψεις ανάπτυξης αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω.

Τέλος, ο ο Στήβεν Γουόλτ παραδέχεται ότι διστάζει που τα λέει όλα αυτά, γιατί η ηττοπάθεια μπορεί να λειτουργήσει αυτοεκπληρούμενα, και δεν θέλει να υπονοήσει ότι όλα έχουν τελειώσει.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι σκληρή για τη χώρα του.

«Όλα αυτά με κάνουν να αναρωτιέμαι μήπως ήμουν υπερβολικά αισιόδοξος σχετικά με τη σταθερότητα των αμερικανικών συμμαχιών στην Ασία και τις προοπτικές αποτροπής της κινεζικής κυριαρχίας εκεί» σημειώνει, κλείνοντας.

«Παρότι υπάρχουν ισχυροί διαρθρωτικοί λόγοι για τους οποίους ένας συνασπισμός εξισορρόπησης απέναντι στην Κίνα θα έπρεπε να είναι αρκετά ανθεκτικός, θα μπορούσε παρ’ όλα αυτά να αποτύχει αν βασικά μέλη της συμμαχίας -και ιδιαίτερα ο υποτιθέμενος ηγέτης της- αποδειχθούν επαρκώς ανίκανα. Παρόλο που οι περισσότερες ασιατικές χώρες δεν επιθυμούν να απομακρυνθούν από τις ΗΠΑ και να προσαρμοστούν στην Κίνα, το ενδεχόμενο αυτό ίσως να μην είναι τόσο μακρινό όσο πίστευα κάποτε. Και ο βασικός λόγος είναι τα πρόσφατα λάθη των ΗΠΑ».

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0