ενημέρωση 3:16, 23 August, 2026

Έρευνα ΙΕΛΚΑ - Μόνο οι μισοί θα κάνουν φέτος διακοπές

Ένας στους δύο πολίτες δεν σχεδιάζει να πάει διακοπές φέτος το καλοκαίρι, ενώ όσοι πάνε φαίνεται να στρέφονται σε πιο οικονομικές λύσεις, με λιγότερες ημέρες, χαμηλότερο προϋπολογισμό και διαμονή σε εξοχικά, ενοικιαζόμενα δωμάτια και αγορές από τοπικά καταστήματα, σύμφωνα με έρευνα του ΙΕΛΚΑ. «Τα ευρήματα αποτυπώνουν μια σαφή τάση εξοικονόμησης χρημάτων στις φετινές διακοπές, αποτέλεσμα κυρίως του μειωμένου διαθέσιμου εισοδήματος και του αυξημένου κόστους μετακίνησης, διαμονής και διατροφής» συμπεραίνει το ΙΕΛΚΑ.

Σύμφωνα με έρευνα του ΙΕΛΚΑ, οι Έλληνες το καλοκαίρι του 2026 δείχνουν ξεκάθαρη τάση εξοικονόμησης χρημάτων στις διακοπές τους, κυρίως λόγω της οικονομικής πίεσης και του αυξημένου κόστους μετακίνησης, διαμονής και φαγητού. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2026 σε δείγμα 700 καταναλωτών από όλη τη χώρα και ανέδειξε αλλαγές στις ταξιδιωτικές και καταναλωτικές συνήθειες.

Το 50% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν θα κάνει διακοπές φέτος, ποσοστό ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με το 2025 (52%). Από όσους σκοπεύουν να ταξιδέψουν, το 34% θα κάνει περιορισμένες διακοπές, το 14% θα κινηθεί όπως κάθε χρόνο, ενώ μόλις το 2% σχεδιάζει περισσότερες ημέρες. Οι περισσότεροι υπολογίζουν διακοπές διάρκειας 4 έως 7 ημερών, ενώ ο μέσος χρόνος παραμονής φτάνει τις 11,4 ημέρες.

Οι εξοχικές κατοικίες αποτελούν την πιο δημοφιλή επιλογή διαμονής, είτε πρόκειται για ιδιόκτητα σπίτια είτε για φιλοξενία από τρίτους. Αυξημένη εμφανίζεται και η προτίμηση στα ενοικιαζόμενα δωμάτια, ενώ τα ξενοδοχεία επιλέγονται από μικρό ποσοστό ταξιδιωτών. Παράλληλα, λίγοι επιλέγουν ακριβότερες μορφές διακοπών, όπως all inclusive πακέτα ή κρουαζιέρες. Καταγράφεται γενικότερα στροφή προς πιο οικονομικές λύσεις, με στόχο είτε τη μείωση του κόστους είτε την παράταση της διάρκειας των διακοπών.

Σε ό,τι αφορά τους προορισμούς, οι περισσότεροι προτιμούν παραθαλάσσιες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, ενώ ακολουθούν τα νησιά. Η επιλογή αυτή φαίνεται να συνδέεται και με την προσπάθεια αποφυγής των αυξημένων ακτοπλοϊκών εξόδων. Μικρότερο ποσοστό επιλέγει ορεινούς προορισμούς ή ταξίδια στο εξωτερικό.

Η οικονομία επηρεάζει και τις καθημερινές συνήθειες στις διακοπές. Πολλοί καταναλωτές επιλέγουν να μαγειρεύουν συχνά, επισκέπτονται συστηματικά σούπερ μάρκετ, μίνι μάρκετ και φούρνους, ώστε να περιορίσουν τα έξοδα εστίασης. Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι προτιμούν τοπικά προϊόντα, ενισχύοντας έτσι τις τοπικές αγορές και αναζητώντας ποιοτικές αλλά πιο προσιτές επιλογές.

Συνολικά, η έρευνα αποτυπώνει ένα νέο προφίλ διακοπών για τους Έλληνες: πιο συγκρατημένες αποδράσεις, αυξημένη προσοχή στα έξοδα και στροφή σε οικονομικότερες επιλογές, χωρίς όμως να εγκαταλείπεται η ανάγκη για ποιοτικές εμπειρίες και στήριξη της τοπικής οικονομίας.

Πηγή: tpp

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Εμπνέοντας την κοινωνία ξανά

Το μεγάλο στοίχημα είναι η κοινωνία να θεωρήσει ότι υπάρχουν πολιτικές προτάσεις που την εμπνέουν και την κινητοποιούν

Γιατί να ψηφίσει κανείς στις επερχόμενες εκλογές; Το ερώτημα αυτό είναι το πιο κρίσιμο στην πραγματικότητα και αυτό που οι περισσότεροι από όσους ασχολούνται με τα δημόσια πράγματα στη χώρα αποφεύγουν να θέσουν.

Προφανώς και υπάρχουν διάφορες εύκολες απαντήσεις του τύπου «γιατί είναι το καθήκον που έχουμε ως πολίτες», «γιατί η πολιτική συμμετοχή είναι πιο σημαντική από την αποχή», ή «γιατί οι εκλογές είναι η μεγάλη γιορτή της δημοκρατίας».

Αντιλαμβανόμαστε ότι όλα αυτά ακούγονται τόσο συναρπαστικά όσο ομιλία γυμνασιάρχη σε σχολική γιορτή. Και έχουν περίπου τον ίδιο πραγματικό αντίκτυπο.

Να ψηφίσουμε για να «συνεχιστεί το έργο της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη», θα απαντούσε μάλλον η κυβερνητική πλευρά, η οποία προς επίρρωση αυτού του επιχειρήματος θα παρέθετε το έργο της κυβέρνησης, όπως κάνει άλλωστε και ο ίδιος  ο πρωθυπουργός κάθε Κυριακή στο καθιερωμένο ποστ του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Υποθέτω ότι αυτό ακούγεται πειστικό για τους ψηφοφόρους που ακόμη και σήμερα στηρίζουν την κυβέρνηση και οι οποίοι στις δημοσκοπήσεις συχνά συμπίπτουν με αυτή τη μειοψηφία της κοινωνίας που θεωρεί ότι «τα πράγματα πηγαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση».

Αλλά προφανώς δεν είναι πειστικό για όλους εκείνους που σήμερα ασφυκτιούν ανάμεσα στην έκρηξη της ακρίβειας, την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια, την πλατιά πλειοψηφική άποψη ότι τα πράγματα στη χώρα πηγαίνουν προς τη λάθος κατεύθυνση, την περιφρόνηση όχι απλώς του «κοινού περί δικαίου αισθήματος» αλλά ακόμη και της κοινής λογικής σε σχέση με τη διαρκή θεσμική παραβατικότητα αυτής της κυβέρνησης.

Να ψηφίσουμε «για να μην συνεχιστεί το έργο της κυβέρνησης Μητσοτάκη τότε», θα απαντούσε κάποιος. Όντως το επιχείρημα ότι με την ψήφο των πολιτών μπορεί να διακοπεί μια καταστροφική διακυβέρνηση ακούγεται πειστικό. Και έχουμε δει ιστορικές στιγμές όπου το βασικό κριτήριο των πολιτών ήταν αυτό ακριβώς. Μόνο που αυτό το αντανακλαστικό με τη σειρά του δεν μπορεί να εμπνεύσει. Γιατί πολύ απλά εκλογές κάνουμε για να εκλέξουμε αυτόν που θέλουμε να μας κυβερνήσει και όχι απλώς για να καταδικάσουμε αυτόν με τον οποίο είμαστε δυσαρεστημένοι. Οι εκλογές δεν είναι δικαστήριο, ακόμη και εάν κάποιες φορές όντως στο τέλος απαγγέλλονται και πολιτικές καταδίκες.

Να ψηφίσουμε «για να ακουστεί η απαίτηση της κοινωνίας για δικαιοσύνη». Η τοποθέτηση αυτή επίσης πατάει πάνω σε μια πραγματική ανάγκη αλλά και πάλι παραβλέπει την ίδια τη λειτουργία των εκλογών. Προφανώς και στις εκλογές η κοινωνία εκφράζει οργή, αγανάκτηση, αλλά και τις αξίες της. Όμως, οι εκλογές και πάλι δεν είναι απλώς «έκφραση γνώμης». Δεν είναι ένα πολιτικό και κοινωνικό βαρόμετρο, παρότι στις εκλογές βλέπει κανείς και αν τα πνεύματα είναι τεταμένα. Στις εκλογές διαλέγουμε κυβερνήτη.

Να ψηφίσουμε «για να υπάρξει μια συνεπής αντιπολίτευση σε όλες τις αντιλαϊκές πολιτικές». Η θέση αυτή πράγματι βασίζεται σε μια πραγματική λειτουργία των εκλογών. Δηλαδή, στο γεγονός ότι συχνά οι πολίτες διαλέγουν κόμματα που θα ασκήσουν συνεπή αντιπολίτευση και θα υπερασπιστούν συγκεκριμένα κοινωνικά συμφέροντα. Στην Ελλάδα ιστορικά αυτό έκαναν αποτελεσματικά τα κόμματα της Αριστεράς, τουλάχιστον μέχρι το 2012 όταν φάνηκε ότι μέσα σε περιόδους μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων μπορούσε και η αριστερά να αναδειχτεί σε δύναμη διακυβέρνησης. Και εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα. Ορθό να μπορούμε να επιλέγουμε και αντιπολίτευση, όμως οι περισσότεροι πολίτες κυρίως θέλουν να επιλέξουν ποιος θα τους κυβερνήσει.

Εάν μείνουμε σε αυτά τα επιχειρήματα τότε απλώς κινδυνεύουμε να δούμε την αποχή, την απάθεια, τη δυσπιστία να μεγαλώνουν. Γιατί πολύ απλά τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν ούτε να κινητοποιήσουν ούτε να εμπνεύσουν την κοινωνία.

Γιατί αυτό που μπορεί να εμπνεύσει την κοινωνία, να την κάνει να σηκωθεί από τον καναπέ ή να σταματήσει απλώς να σκρολάρει δεν είναι απλώς λόγια που θα την συγκινήσουν. Είναι το να ακούσει μια πολιτική πρόταση που να φαντάζει ως η βαθιά αλλά και ταυτόχρονα εφικτή αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα και να δει πρόσωπα που θα προσφέρουν εχέγγυα ότι θα μπορέσουν να διαχειριστούν αυτή την ευθύνη.

Ναι, αλλά τι σημαίνει πρόταση που να εμπνεύσει; Σημαίνει μια πρόταση στην οποία να μπορεί μεγάλο μέρος των πολιτών να δουν τον εαυτό τους και να τον δουν σε μια καλύτερη κατάσταση. Και στη χώρα μας αυτό σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα σήμερα: να δουν να μπαίνει φραγμός στην ακρίβεια και τα εισοδήματα να επαρκούν για μια αξιοπρεπή ζωή. Να δουν να διαμορφώνονται δουλειές που να ανταποκρίνονται στα προσόντα ενός εργατικού δυναμικού που και μορφωμένο είναι και δεξιότητες έχει, αντί να ωθούμε ανθρώπους με προσόντα να κάνουν άσχετες και πιο κακοπληρωμένες δουλειές. Να δουν η δημόσια παιδεία να ξεπερνά τη σημερινή κρίση της και να είναι πραγματικά δωρεάν και να δουν το σύστημα υγείας να μπορεί να ανταποκριθεί πραγματικά στις υγειονομικές ανάγκες της χώρας. Να δουν ένα αναπτυξιακό μοντέλο που να φέρνει επενδύσεις πραγματικές και όχι μόνο αγοραπωλησίες ακινήτων. Να δουν τους ευρωπαϊκούς πόρους να αξιοποιούνται και όχι μόνο να διασπαθίζονται. Να δουν τους «έχοντες» να συνεισφέρουν για το καλό της κοινωνίας. Να δουν μια εξωτερική πολιτική που να κάνει τη χώρα πιο ασφαλή και λιγότερο εκτεθειμένη στις επιπτώσεις από τις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις. Και, βεβαίως, να δουν θεσμούς που θα ανταποκρίνονται στον ρόλο και την ευθύνη τους και δεν θα είναι υποχείρια της κυβερνητικής εξουσίας.

Εμπνέει μόνο ένας «κατάλογος από κυβερνητικά μέτρα»; Όχι, παρότι είναι λάθος να πιστεύουμε ότι οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για συγκεκριμένες προτάσεις. Κάθε άλλο, ακριβώς επειδή η ζωή των περισσότερων ανθρώπων είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση και ένας διαρκής υπολογισμός για να τα «βγάλουν πέρα» μια χαρά μπορούν να αντιληφθούν την επίπτωση συγκεκριμένων μέτρων και προτάσεων. Όμως, αυτό δεν αρκεί. Χρειάζεται να αντιληφθούν ότι υπάρχει και ένα ήθος αλλά και μια μεθοδολογία διακυβέρνησης που θα εγγυάται ότι μέρος των υποσχέσεων θα υλοποιηθεί. Και αυτό είναι το ζήτημα των προσώπων. Δεν είναι τι «εικόνα» αποπνέουν, η πολιτική δεν είναι κάστινγκ, ούτε καλλιστεία, αλλά το εάν έχουν πραγματική ικανότητα να διαχειριστούν πολιτικές και να ασκήσουν διοίκηση.

Όλα αυτά προϋποθέτουν από την άλλη μεριά να έρθουμε στη θέση των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονται οι προτάσεις. Να κατανοήσουμε τη θέση των μισθωτών που δεν είναι απλώς ότι παίρνουν μισθούς Βουλγαρίας ως προς την αγοραστική δύναμη, αλλά και ότι σε μεγάλο ποσοστό βλέπουν τα προσόντα και τις γνώσεις τους να μην αξιοποιούνται, αισθάνονται ότι δεν έχουν προοπτική και δεν βλέπουν μέλλον. Να κατανοήσουμε την αγωνία των αγροτών και των κτηνοτρόφων, όταν ακόμη και εκεί που με μεγάλο κόπο έχουν καταφέρει να στήσουν σύγχρονες μορφές παραγωγής βλέπουν να τίθενται σε κίνδυνο οι αγροτικές επιδοτήσεις, επειδή αυτή η κυβέρνηση αποφάσισε να τις κάνει προεκλογικό όπλο, ή παρακολουθούν με απελπισία την αποτυχία της κυβέρνησης στην αντιμετώπιση των ζωονόσων. Να έρθουμε στη θέση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που αντί για σαφείς κανόνες του παιχνιδιού και πραγματική στήριξη βλέπουν να φτιάχνονται «επιχειρηματικά οικοσυστήματα» με μόνο κριτήριο την εξυπηρέτηση του κυβερνώντος κόμματος. Να κατανοήσουμε γιατί είναι έτοιμοι να τα παρατήσουν συχνά άνθρωποι στο δημόσιο, γιατί δεν αντέχουν άλλο να «τρέχουν και να μην φτάνουν» για να καλύψουν τα κενά που δημιουργεί μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει κρίσιμους τομείς ως απλό έξοδο. Να έρθουμε στη θέση μιας νέας ή ενός νέου που συνειδητοποιεί ότι πραγματικό μέλλον σε αυτή τη χώρα δεν έχει.

Και ο λόγος που πρέπει να έρθουμε από τη μεριά αυτών των ανθρώπων δεν είναι γιατί πρέπει τα κόμματα να κάνουν «έρευνα αγοράς» και να γνωρίζουν «τι θέλει ο λαός» και άρα να προσαρμόσουν τις προτάσεις τους. Σε τελική ανάλυση η πολιτική δεν είναι συναλλαγή.

Ο λόγος είναι ότι καμιά πολιτική, ιδίως όταν μιλάμε για προοδευτικές και δημοκρατικές αλλαγές, δεν μπορεί να υλοποιηθεί απλώς «από τα πάνω». Το κλειδί είναι εάν μπορεί να κινητοποιήσει και «από τα κάτω», να μπορεί να εμπνεύσει ανθρώπους όχι μόνο να ψηφίσουν αλλά και να «βάλουν πλάτη» να κινητοποιηθούν και να βοηθήσουν να αλλάξουν τα πράγματα. Να στηρίξουν ενεργητικά ένα διαφορετικό αφήγημα για τη χώρα και όχι απλώς να ψηφίσουν. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι όχι μόνο θα συμβάλουν στην εκλογική μάχη, θα πείσουν συναδέλφους, συγγενείς και γείτονες, αλλά και εάν υπάρξει η εκλογική μάχη θα στηρίξουν τις αναγκαίες αλλαγές στους χώρους τους και θα εργαστούν για μια άλλη πορεία.

Η χώρα δεν έχει ανάγκη απλώς μια πολιτική αλλαγή. Έχει ανάγκη μια νέα ιστορική δυναμική. Και αυτή δεν αφορά απλώς τη διακυβέρνηση, αφορά και την κοινωνία. Με αποτέλεσμα ο δρόμος για τη νέα διακυβέρνηση να περνάει μέσα από την εκ νέου ενεργοποίηση της κοινωνίας και την έμπνευσή της από ένα πρόγραμμα που να βγαίνει από τις δικές της ανάγκες, αγωνίες και προτάσεις.

Κοντολογίς, οι άνθρωποι δεν θέλουν κάποιος να τους υποδείξει τι να ψηφίσουν «για το καλό τους». Θέλουν κάποια ή κάποιον που θα τους πει «πάμε μαζί για να αλλάξουμε τα πράγματα, για τη χώρα μα και για τον κάθε πολίτη». Και να το εννοεί…

Πηγή: in

Μαξίμου - Με Βορίδη εισηγητή μεθοδεύει μπλόκο στο Σύνταγμα για να μπλοκάρει εξεταστική υποκλοπών

Πίσω από τη σιγή ιχθύος του Μαξίμου, βρίσκονται οι μεθοδεύσεις για μπλοκάρισμα της εξεταστικής για τις υποκλοπές, μέσω επίκλησης λόγων «εξωτερικής πολιτικής και άμυνας» και ανέβασμα της αναγκαίας πλειοψηφίας από τους 120 στους 151 βουλευτές, προκειμένου η κυβερνητική πλειοψηφία να στερήσει από την αντιπολίτευση το δικαίωμα που της δίνει το Σύνταγμα για σύσταση εξεταστικής επιτροπής.

Να υλοποιήσει όσο πιο αθόρυβα μπορεί το σχέδιό του να μπλοκάρει τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής για τις υποκλοπές επιχειρεί το μέγαρο Μαξίμου, όπως όλες οι πληροφορίες από το κυβερνητικό περιβάλλον συγκλίνουν και όπως προκύπτει και από τη σιγή ιχθύος που εξακολουθεί να κρατάει το Μαξίμου για τις προθέσεις του, ακόμα και μέχρι την τελευταία στιγμή πριν τη σχετική συζήτηση στη Βουλή, και χωρίς να διαψεύδει ότι ετοιμάζεται να επικαλεστεί λόγους «εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας», προκειμένου να ανεβάσει την αναγκαία πλειοψηφία στους 151 βουλευτές και να στερήσει από την αντιπολίτευση το δικαίωμα που της δίνει το Σύνταγμα για τη σύστασή της.

Στο μέγαρο Μαξίμου είναι σαφές ότι επειδή ξέρουν ότι με τον τρόπο που θα μπλοκάρουν την εξεταστική θα βρεθούν μπροστά στην κατακραυγή και στις καταγγελίες για θεσμικό πραξικόπημα, δεν θέλουν να ξεσηκώσουν νωρίτερα από τη συζήτηση στη Βουλή, το τσουνάμι των αντιδράσεων που αναμένεται και έτσι αρνούνται μέχρι και μια μέρα πριν να ανακοινώσουν τη στάση που θα κρατήσουν στο Κοινοβούλιο.

Το σχέδιο

Όπως έχει ήδη γράψει το in, το Μαξίμου δεν θέλει με τίποτα μία νέα εξεταστική για τις υποκλοπές και το σενάριο που όλο αυτό το διάστημα επεξεργάζεται και το οποίο, σύμφωνα με όλες τις πληροφορίες ετοιμάζεται να εφαρμόσει, είναι το να καταφύγει στο άρθρο 68 (παρ. 2 εδ. β’) του Συντάγματος που προβλέπει ότι «προκειμένου να συσταθούν εξεταστικές επιτροπές για ζητήματα που ανάγονται στην εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα, απαιτείται απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών», άρα με πλειοψηφία 151 βουλευτών.

Με άλλα λόγια, να επικαλεστεί λόγους «εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας», προκειμένου να μην επιτρέψει στην αντιπολίτευση να συστήσει εξεταστική επιτροπή, όπως προβλέφθηκε στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, που έδωσε δικαίωμα μειοψηφίας στην αντιπολίτευση για τη σύσταση εξεταστικής (με 120 ψήφους), χωρίς τη συναίνεση και την υπερψήφισή της από την πλειοψηφία.

Δηλαδή να μην αφήσει η κυβερνητική πλειοψηφία να γίνει ό,τι έγινε με την προηγούμενη εξεταστική για τις υποκλοπές, η οποία συστάθηκε κανονικά όπως προβλέπει το Σύνταγμα, με αναγκαία πλειοψηφία 120 βουλευτών και όχι βέβαια 151.

Με Βορίδη εισηγητή

Καλά ενημερωμένες πηγές λένε ότι η κυβέρνηση δεν έχει στην πραγματικότητα άλλο τρόπο για να μπλοκάρει τη σύσταση εξεταστικής, αφού είτε η ίδια απλώς καταψηφίσει είτε αποχωρήσει από τη Βουλή, η εξεταστική επιτροπή θα συσταθεί από την αντιπολίτευση, με τις 120 ψήφους που απαιτούνται από το Σύνταγμα. Γι’ αυτό και οι ίδιες πηγές προεξοφλούν ότι η κυβερνητική πλειοψηφία θα θελήσει ανεβάσει την αναγκαία πλειοψηφία στους 151 βουλευτές, ούτως ώστε η εξεταστική να μη μπορεί να συσταθεί χωρίς τις δικές της ψήφους.

Οι ίδιες πηγές αναμένουν, αφού κατατεθεί από τον Πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τη σύσταση της εξεταστικής επιτροπής, να ζητήσει το λόγο ως εισηγητής της ΝΔ ο Μάκης Βορίδης και, με τη διαδικασία του «παρεμπίπτοντος» να θέσει θέμα αναγκαίας πλειοψηφίας 151 βουλευτών, με την επίκληση λόγων «εξωτερικής πολιτικής και εθνικής άμυνας», το οποίο θα τεθεί σε ψηφοφορία στην Ολομέλεια και θα υπερψηφιστεί από την κυβερνητική πλειοψηφία.

Τι απαντούν

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, στις επίμονες ερωτήσεις στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, δεν θέλησε πει τίποτα για τη στάση που θα κρατήσει η κυβέρνηση στην αυριανή συζήτηση στη Βουλή, αλλά ούτε και να διαψεύσει τις κυβερνητικές σκέψεις για το ανέβασμα της απαιτούμενης πλειοψηφίας στους 151 βουλευτές. Στη σχετική ερώτηση του in, περιορίστηκε μόνο να απαντήσει ότι «όλα αυτά θα απαντηθούν απολύτως τεκμηριωμένα, είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο αύριο από τους αρμόδιους εισηγητές. Λίγη υπομονή».

Αλλά την αγωνιώδη προσπάθεια του Μαξίμου να τελειώνει με θέματα όπως οι υποκλοπές και ο ΟΠΕΚΕΠΕ και επομένως να εμποδίσει οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση των υποθέσεων αυτών, υποδηλώνει και η δήλωση του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη σε συγκέντρωση πολιτών στη Σπάρτη, όπου ανέφερε ότι «η επικαιρότητα, όπως τη βλέπετε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν συναντιέται με τις καθημερινές προτεραιότητες των πολιτών και αυτά τα οποία κουβεντιάζετε κάθε βράδυ στο τραπέζι του σπιτιού σας».

Σοβαρά ερωτήματα

Βέβαια, με τον τρόπο που επιλέγει να μπλοκάρει την εξεταστική για τις υποκλοπές, το Μαξίμου θα πρέπει να απαντήσει γιατί στην προηγούμενη εξεταστική για τις υποκλοπές που συστάθηκε το 2022, η κυβερνητική πλειοψηφία δεν είχε θέσει αντίστοιχο ζήτημα και είχε τότε (29.8.2022) υπερψηφιστεί η εξεταστική με αναγκαία πλειοψηφία 120 βουλευτών και ειδικότερα με 142 ψήφους από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ενώ η ΝΔ είχε ψηφίσει ένα αμήχανο «παρών».

Αλλά επικαλούμενη ότι η εξεταστική αφορά την εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα, η κυβέρνηση δεν θα μπορεί πλέον να εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι το Predator δεν έχει σχέση με την ΕΥΠ, αφού θα συνδέει η ίδια τις παρακολουθήσεις μέσω παράνομου λογισμικού με τα θέματα εθνικής ασφάλειας.

Επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο η στάση του Μαξίμου θα συνιστά ομολογία ότι υπεκλάπησαν κρατικά μυστικά και επομένως θα αποδέχεται ότι υπάρχει θέμα κατασκοπείας και θα βρεθεί στη δύσκολη θέση να εξηγήσει σε τι ενέργειες έχει προβεί, τι μέτρα έχει λάβει για να εξακριβώσει ποιοι υπέκλεψαν εθνικά ευαίσθητες πληροφορίες και σε γνώση ποιων βρίσκονται αυτές σήμερα.

Και βέβαια θα βρεθεί αντιμέτωπο με την κατηγορία για θεσμικό πραξικόπημα και με σφοδρή κριτική για το γεγονός ότι θα έχει μπλοκάρει το δικαίωμα που δίνει το Σύνταγμα στην αντιπολίτευση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Η Ferrari παρουσίασε το πρώτο της ηλεκτροκίνητο, η μετοχή της καταρρέει

Το νέο EV της Ferrari, Luce, απογοήτευσε κοινό, κριτικούς και επενδυτές οδηγώντας σε πτώση των μετοχών.

Καθόλου καλά δεν υποδέχθηκαν οι αγορές το φιλόδοξο Luce, το πρώτο πλήρως ηλεκτρικό αυτοκίνητο της Ferrari, με τη μετοχή της ιταλικής εμβληματικής αυτοκινητοβιομηχανίας στο Μιλάνο να υποχωρεί σχεδόν κατά 8%.

Η βουτιά της μετοχής δείχνει την πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ferrari καθώς προσπαθεί να επεκτείνει μια από τις πιο κερδοφόρες μάρκες πολυτελών αυτοκινήτων στον κόσμο σε ηλεκτροκίνητα μοντέλα.

Μετά την αρχική πτώση έως και 7,8% στις αρχές της συνεδρίασης στο χρηματιστήριο του Μιλάνου, η μετοχή υποχώρησε κατά 5,9% στις 9:57 π.μ., μειώνοντας τις ζημίες φέτος στο 8,5%. Η εταιρεία αποτιμάται στα 53 δισεκατομμύρια ευρώ.

Οι πρώτες αρνητικές αντιδράσεις των αναλυτών, καθώς και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, επικεντρώθηκαν στον σχεδιασμό του τετράθυρου, πενταθέσιου, που κρίθηκε πως μοιάζει πολύ με άλλα ηλεκτρικά μοντέλα, όπως αυτό της Tesla, αναφέρει το Bloomberg.

Ferrari Luce: Το πρώτο ηλεκτρικό supercar με 1.000 ίππους

«Είμαστε χαμένοι στη μετάφραση με τη νέα στρατηγική της Ferrari»

Για την εμφάνιση του οχήματος, η Ferrari είχε απομακρυνθεί από τις φόρμες και το στιλ που συνδέεται με τον επικεφαλής σχεδιασμού της Φλάβιο Μανζόνι, ενώ ανέθεσε στον πρώην επικεφαλής σχεδιασμού της Apple, Τζόνι Άιβ, να διαμορφώσει το εσωτερικό.

Το αυτοκίνητο των 550.000 ευρώ έμοιαζε με «ένα μείγμα μεταξύ ενός Honda Accord EV και ενός Tesla 3», έγραψε σε σημείωμα ο Πιέρ-Ολιβιέ Έσιγκ, επικεφαλής έρευνας στην AIR Capital. «Είμαστε χαμένοι στη μετάφραση με τη νέα στρατηγική της Ferrari».

Η κυκλοφορία συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για ηλεκτρικά οχήματα υψηλής τεχνολογίας έχει γίνει πιο δύσκολο να προβλεφθεί και ορισμένοι ανταγωνιστές όπως η Lamborghini και η Porsche AG έχουν επιβραδύνει τα σχέδιά τους για ηλεκτροκίνηση, επικαλούμενοι έλλειψη αγοραστικού ενδιαφέροντος.

Η παρουσίαση της Ferrari Luce απογοήτευσε όσους περίμεναν ένα supercar

Η πτώση της τιμής της μετοχής ακολούθησε μια παρουσίαση στη Ρώμη την Κυριακή, η οποία σηματοδότησε το τελικό στάδιο μιας τριφασικής αποκάλυψης του ηλεκτρικού οχήματος που ξεκίνησε πέρυσι με την βασική τεχνολογία του αυτοκινήτου και αργότερα παρουσίασε το εσωτερικό του.

Oι λείες επιφάνειες και οι υποτονικές λεπτομέρειες του Luce αντανακλούν την επιρροή του Άιβ και σηματοδοτούν μια απόκλιση από το παραδοσιακά μυώδες στιλ της Ferrari.

Το Luce είναι μια σημαντική δοκιμαστική περίπτωση: η Ferrari πρέπει να δείξει ότι ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο μπορεί να ταιριάζει στο μοντέλο της περιορισμένης προσφοράς, της υψηλής τιμολόγησης και της συναισθηματικής απήχησης, επεκτείνοντας παράλληλα τη γκάμα πέρα ​​από τα παραδοσιακά σπορ αυτοκίνητα δύο και τεσσάρων θέσεων. Η τιμολόγηση του οχήματος υποδηλώνει ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος Μπενεντέτο Βίνια δεν έχει καμία πρόθεση να θυσιάσει την αποκλειστικότητα της μάρκας για να αυξήσει τους όγκους.

Το Luce θα δείξει εάν η φόρμουλα της ιταλικής αυτοκινητοβιομηχανίας λειτουργεί χωρίς τον βρυχηθμό ενός κινητήρα εσωτερικής καύσης, ειδικά με τις υπολειμματικές αξίες των ηλεκτρικών οχημάτων να εξακολουθούν να αποτελούν ανησυχία μεταξύ των πλούσιων αγοραστών που αναζητούν supercars που θα διατηρήσουν ή ακόμα και θα αυξήσουν την αξία τους με την πάροδο του χρόνου.

Ενώ ο σχεδιασμός του αυτοκινήτου απογοήτευσε πολλούς, η οδήγησή του μπορεί να προκαλέσει διαφορετικές απόψεις. Το Luce αποδίδει το ισοδύναμο λίγο πάνω από 1.000 ίππους και φτάνει τα 100 χιλιόμετρα την ώρα σε 2,5 δευτερόλεπτα, ταχύτερα από το SUV Purosangue με κινητήρα V12 της Ferrari. Έχει τελική ταχύτητα άνω των 310 χλμ/ώρα.

Ωστόσο, η πρώιμη αντίδραση δείχνει πιθανόν ένα ακόμη λάθος της Ferrari, η οποία πέρυσι πέτυχε μακροπρόθεσμους στόχους που απογοήτευσαν τους επενδυτές και έθεσαν ερωτήματα σχετικά με το πώς θα εξισορροπήσει την ηλεκτρική τεχνολογία με τα μοντέλα με κινητήρα εσωτερικής καύσης που παραμένουν κεντρικά για το Brand της. Το σχέδιο της Ferrari για το 2030 μείωσε το αναμενόμενο μερίδιο των πλήρως ηλεκτρικών αυτοκινήτων στο μισό, στο 20% της γκάμας, ενώ στοχεύει στο διπλάσιο επίπεδο μοντέλων με καύση καυσίμου.