ενημέρωση 3:17, 7 August, 2026

Reuters - Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ πιθανόν να φέρει το τέλος του ΟΠΕΚ

Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ μπορεί να οδηγήσει σε απότομη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, με τις χώρες του Κόλπου να επωφελούνται αρχικά, αλλά τον ΟΠΕΚ να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο απώλειας ελέγχου στις αγορές, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters

Όταν τελικά ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ, η Σαουδική Αραβία και οι γειτονικές χώρες του Κόλπου θα σπεύσουν να χαιρετίσουν την εξέλιξη αυτή, όμως η επακόλουθη πλημμύρα πετρελαίου στην αγορά κινδυνεύει να διαβρώσει τον ήδη εύθραυστο έλεγχο του ΟΠΕΚ στην αγορά, υποστηρίζει το Reuters σε ανάλυση του. Ο πόλεμος στο Ιράν και το κλείσιμο του κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος —μέσω του οποίου διέρχεται σχεδόν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου πριν από τη σύγκρουση— έχουν μειώσει σημαντικά την παραγωγή του ΟΠΕΚ και έχουν μετατοπίσει το κέντρο βάρους της ενεργειακής βιομηχανίας μακριά από τη Μέση Ανατολή.

Οι επιλογές του Ριάντ για την αντιμετώπιση αυτών των αλλαγών είναι περιορισμένες. Παραμένει ασαφές τόσο το πότε θα ανοίξουν ξανά τα Στενά, όσο και το υπό ποιες συνθήκες. Ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι η ναυσιπλοΐα πρέπει να επιστρέψει στα επίπεδα που βρισκόταν πριν από την έναρξη του πολέμου, το Ιράν εμφανίζεται αποφασισμένο να διατηρήσει κάποιον βαθμό ελέγχου στο πέρασμα, γεγονός που δείχνει ότι η ανάκαμψη θα είναι σταδιακή, αμφίβολη και δύσκολη.

Ωστόσο, παρά τη γενική αβεβαιότητα, ένα αποτέλεσμα μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτο: η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Κουβέιτ, το Ιράκ και το Ιράν θα προσπαθήσουν να μεγιστοποιήσουν τις εξαγωγές πετρελαίου για να καλύψουν τα τεράστια δημοσιονομικά κενά που προκάλεσε η σύγκρουση. Η απώλεια περίπου 13 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως εξαγωγών από τη Μέση Ανατολή —περίπου το 13% της παγκόσμιας προσφοράς— από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου αντιστοιχεί σε περισσότερα από 80 δισ. δολάρια χαμένων εσόδων, σύμφωνα με υπολογισμούς. Οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων διυλιστηρίων, εγκαταστάσεων αποθήκευσης, δεξαμενόπλοιων και μονάδων LNG, ανέρχονται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.

Τα κίνητρα για ταχεία επαναφορά της παραγωγής είναι τεράστια, λόγω της συσσωρευμένης ζήτησης από μεγάλους εισαγωγείς ενέργειας, ιδιαίτερα στην Ασία. Οι ασιατικές κυβερνήσεις και τα διυλιστήρια έχουν περιορίσει σημαντικά την κατανάλωση κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης και έχουν αντλήσει από τα αποθέματά τους. Πολλοί θα επιδιώξουν να τα αναπληρώσουν. Ωστόσο, προσφορά και ζήτηση είναι απίθανο να αποκατασταθούν ταυτόχρονα.

Αρχικά, μπορεί να χρειαστούν μήνες για να επανεκκινήσουν οι παραγωγοί της Μέσης Ανατολής την εξόρυξη μεγάλου μέρους των περίπου 11 εκατ. βαρελιών ημερησίως που έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας. Επίσης δεν είναι σαφές πόση ζήτηση έχει πραγματικά χαθεί και πόση απλώς έχει μετατεθεί. Σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές ανησυχίες, το πιθανότερο είναι μια άνιση ανάκαμψη που θα προκαλέσει νέες διακυμάνσεις στις τιμές.

Ιστορικά, τέτοιες συνθήκες θα ενίσχυαν τον ρόλο του ΟΠΕΚ. Ο οργανισμός και οι σύμμαχοί του, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, έχουν επανειλημμένα παρέμβει για τη σταθεροποίηση των αγορών σε προηγούμενες κρίσεις, όπως κατά την πανδημία COVID-19. Αυτή τη φορά, όμως, ο οργανισμός φαίνεται πολύ πιο αδύναμος.

Ένας αποδυναμωμένος ΟΠΕΚ

Ο πόλεμος έχει αφήσει τον ΟΠΕΚ κατακερματισμένο και αποδυναμωμένο. Η παραγωγή του κατέρρευσε κατά μέσο όρο στα 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Απρίλιο από 31 εκατ. τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Ενέργειας (EIA). Το μερίδιο του ΟΠΕΚ στην παγκόσμια παραγωγή έχει πέσει σε ιστορικό χαμηλό, περίπου 22%.

Πιο σημαντικά, η απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων τον Απρίλιο να αποχωρήσουν από τον οργανισμό για να ακολουθήσουν δική τους στρατηγική αύξησης παραγωγής, έπληξε σοβαρά τη συνοχή του ΟΠΕΚ και την επιρροή της Σαουδικής Αραβίας.

Επιπλέον, η αδυναμία της Ρωσίας να αυξήσει τις εξαγωγές λόγω ουκρανικών επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές περιορίζει τον ρόλο της ως «ρυθμιστή» στην ευρύτερη συμμαχία ΟΠΕΚ+.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ενδεχόμενο επαναλειτουργίας του Ορμούζ μπορεί να φέρει τη Σαουδική Αραβία σε δύσκολη θέση, καθώς οι χώρες του ΟΠΕΚ θα ανταγωνίζονται έντονα για μερίδια αγοράς, αυξάνοντας την προσφορά και πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω.

Η Σαουδική Αραβία ίσως δυσκολευτεί να πείσει άλλους παραγωγούς να περιορίσουν την παραγωγή για να στηρίξουν τις τιμές.

Πορεία προς υπερπροσφορά

Παρότι η ανάκαμψη της προσφοράς δε θα είναι άμεση, οι κίνδυνοι δείχνουν προς υπερπροσφορά. Η επιστροφή των ποσοτήτων του ΟΠΕΚ, μαζί με υψηλή παραγωγή από τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία και τη Βενεζουέλα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλεόνασμα περίπου 5 εκατ. βαρελιών ημερησίως μετά την πλήρη επαναλειτουργία του Ορμούζ, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών.

Οι παραγωγοί εκτός Κόλπου έχουν ενισχύσει τις θέσεις τους κατά τη διάρκεια της κρίσης, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την ανάκτηση μεριδίου αγοράς από τις χώρες του Κόλπου χωρίς επιθετική πολιτική τιμών.

Αν και ιστορικά ο ΟΠΕΚ έχει εμπλακεί σε «πολέμους τιμών», μια τέτοια κίνηση τώρα, μετά από μια από τις μεγαλύτερες διαταραχές προσφοράς των τελευταίων δεκαετιών, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες εξελίξεις και να επιταχύνει το τέλος της εποχής του οργανισμού, τονίζει το Reuters.

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο Akio Toyoda παραδέχεται ότι φοβάται τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα

«Όλοι στρέφονται στα BEV , αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου»

Ενώ πολλοί κατασκευαστές αυτοκινήτων έχουν καθυστερήσει ή ακυρώσει την ανάπτυξη ορισμένων ηλεκτρικών οχημάτων, συχνά με κόστος δισεκατομμυρίων δολαρίων, η κυρίαρχη σκέψη σε ολόκληρο τον κλάδο είναι ότι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα είναι το μέλλον. Η Toyota, ωστόσο, θα συνεχίσει να παράγει τους κινητήρες εσωτερικής καύσης για όσο το δυνατόν περισσότερο.

Σε αντίθεση με τους περισσότερους ανταγωνιστές της, η Toyota εργάζεται πάνω σε όλο το φάσμα των κινητήρων, συμπεριλαμβανομένων των FCEV, ακόμη και των κινητήρων εσωτερικής καύσης που λειτουργούν με υδρογόνο. Η δέσμευση της εταιρείας στους κινητήρες εσωτερικής καύσης προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τον πρόεδρό της, Akio Toyoda , ο οποίος αναμφισβήτητα είναι ένας από τους τελευταίους αληθινούς λάτρεις των αυτοκινήτων που ηγούνται μιας μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας.

«Όλοι στρέφονται στα BEV (ηλεκτρικά αυτοκινητα) , αυτός είναι ο μεγαλύτερος φόβος μου», είπε. «Πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια, ήμουν ο μόνος που έλεγε στα μέσα ενημέρωσης ότι αγαπώ την οσμή της βενζίνης, αγαπώ τον ήχο και αγαπώ τους κινητήρες, και θέλω να διατηρήσω τις θέσεις εργασίας για τους προμηθευτές κινητήρων. Αλλά μου φαίνεται ότι είμαι ο μόνος. Νιώθω πολύ μόνος».

Η στροφή προς πιο αποδοτικά αυτοκίνητα υψηλών επιδόσεων συμβαίνει ήδη στην Toyota. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, η επόμενη γενιά GR Yaris θα μεταμορφωθεί σε ένα ισχυρό υβριδικό, πιθανώς συνδυάζοντας τον νέο τετρακύλινδρο κινητήρα 2,0 λίτρων turbo που βρίσκεται σε εξέλιξη με μια μικρή μπαταρία και ηλεκτροκινητήρα, πιθανώς αποδίδοντας έως και 394 ίππους.

Πώς ο Έπσταϊν έγινε εφιάλτης για τον Τραμπ - Η αγωγή των 10 δισ. και οι αποκαλύψεις για το χάος στον Λευκό Οίκο

Η Wall Street Journal ζητά την οριστική απόρριψη της αγωγής των 10 δισ. δολαρίων του Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι παραμένει νομικά αβάσιμη

Η νέα επίθεση της Wall Street Journal κατά του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αναζωπυρώνει μία από τις πιο εκρηκτικές πολιτικές κρίσεις της δεύτερης θητείας του. Η εφημερίδα ζήτησε από ομοσπονδιακό δικαστήριο να απορρίψει οριστικά την αναθεωρημένη αγωγή ύψους 10 δισ. δολαρίων που έχει καταθέσει ο Τραμπ εναντίον της για δημοσίευμα σχετικά με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα σε βάρος ανηλίκων Τζέφρι Έπσταϊν, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τα δικαστήρια για να περιορίσει την ελευθερία του Τύπου.

Σύμφωνα με το Daily Beast, η νέα δικαστική κίνηση της Wall Street Journal υποστηρίζει ότι η τροποποιημένη αγωγή του Τραμπ όχι μόνο δεν διορθώνει τα προβλήματα που είχαν εντοπιστεί από το δικαστήριο όταν απορρίφθηκε η αρχική προσφυγή, αλλά επαναλαμβάνει σχεδόν αυτούσιους ισχυρισμούς που έχουν ήδη απορριφθεί. Η εφημερίδα ζητά μάλιστα η υπόθεση να κλείσει οριστικά, χωρίς δυνατότητα νέας προσφυγής, καθώς και να της επιδικαστούν δικαστικά έξοδα βάσει της νομοθεσίας κατά των καταχρηστικών αγωγών (anti-SLAPP).

Η αντιπαράθεση ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2025, όταν η Wall Street Journal δημοσίευσε ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο στο περίφημο λεύκωμα γενεθλίων που είχε συγκεντρώσει η Γκισλέιν Μάξγουελ για τα 50ά γενέθλια του Τζέφρι Έπσταϊν υπήρχε και μια επιστολή που έφερε το όνομα του Τραμπ. Η επιστολή συνοδευόταν από σκίτσο γυμνής γυναίκας και έναν υποτιθέμενο διάλογο ανάμεσα στους δύο άνδρες. Ο Τραμπ αρνήθηκε ότι είχε γράψει το κείμενο ή είχε σχεδιάσει το σκίτσο και κατέθεσε αγωγή ζητώντας αποζημίωση 10 δισ. δολαρίων.

Η επιστολή παρουσίαζε έναν φανταστικό διάλογο ανάμεσα στον Τραμπ και τον Έπσταϊν, πλαισιωμένο από σκίτσο γυμνής γυναίκας. Η χαρακτηριστική υπογραφή του Τραμπ με μαρκαδόρο Sharpie εμφανιζόταν στο σχέδιο στη θέση του ηβικού τριχώματος.

Η εφημερίδα επισημαίνει επίσης ότι το άρθρο αναφερόταν στη «καλά τεκμηριωμένη σχέση» του Τραμπ με τον Έπσταϊν και στο γεγονός ότι οι δύο άνδρες συναναστρέφονταν κοινωνικά την περίοδο που συντάχθηκε το λεύκωμα. Ως παράδειγμα επικαλείται συνέντευξη που είχε δώσει ο Τραμπ στο περιοδικό New York το 2002, όπου δήλωνε ότι γνώριζε τον Έπσταϊν επί 15 χρόνια και τον χαρακτήριζε «σπουδαίο τύπο».

Τον Απρίλιο του 2026 ο ομοσπονδιακός δικαστής Ντάριν Γκέιλς απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι η πλευρά του Τραμπ δεν κατάφερε να αποδείξει την ύπαρξη «πραγματικής κακοβουλίας» (actual malice), δηλαδή ότι οι δημοσιογράφοι γνώριζαν πως δημοσίευαν ψευδείς πληροφορίες ή αδιαφόρησαν συνειδητά για την αλήθεια. Ωστόσο άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανακατάθεσης με νέα στοιχεία.

Η νέα αγωγή κατατέθηκε στα τέλη Μαΐου, όμως η Wall Street Journal απαντά τώρα ότι ο πρόεδρος εξακολουθεί να μην πληροί το νομικό όριο που απαιτείται για μια υπόθεση δυσφήμισης δημόσιου προσώπου. Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι το άρθρο δεν ισχυρίστηκε ποτέ πως ο Τραμπ έγραψε προσωπικά την επιστολή, αλλά ότι στο λεύκωμα υπήρχε ένα κείμενο που «έφερε το όνομά του». Επιπλέον επισημαίνει ότι στο δημοσίευμα περιλαμβανόταν η κατηγορηματική διάψευση του ίδιου του προέδρου, καθώς και αναφορές στη μετέπειτα ρήξη του με τον Έπσταϊν.

Σύμφωνα με τους New York Times, η κρίση κορυφώθηκε τη στιγμή που το πολυσυζητημένο δημοσίευμα της Wall Street Journal ανέβηκε στο διαδίκτυο. Οι κορυφαίοι συνεργάτες του Τραμπ βρίσκονταν εκείνη την ώρα σε σύσκεψη στην Αίθουσα Διαχείρισης Κρίσεων του Λευκού Οίκου, προσπαθώντας να διαχειριστούν τις πολιτικές συνέπειες της υπόθεσης Έπσταϊν. Επειδή τα κινητά τηλέφωνα απαγορεύονται στον συγκεκριμένο χώρο, ένας συνεργάτης μπήκε στην αίθουσα κρατώντας τυπωμένα αντίγραφα του άρθρου, το οποίο αποκάλυπτε ότι στο λεύκωμα γενεθλίων που είχε επιμεληθεί η Γκισλέιν Μάξγουελ για τα 50ά γενέθλια του Έπσταϊν το 2003 περιλαμβανόταν και μια κάρτα που αποδιδόταν στον Τραμπ. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η κάρτα περιείχε σκίτσο γυμνής γυναίκας και έναν φανταστικό διάλογο ανάμεσα στους δύο άνδρες γύρω από ένα «υπέροχο μυστικό».

Οι New York Times αναφέρουν επίσης ότι τις ημέρες πριν από τη δημοσίευση ο Τραμπ είχε επικοινωνήσει προσωπικά με τον διευθύνοντα σύμβουλο της News Corp Ρόμπερτ Τόμσον, τον ιδιοκτήτη του ομίλου Ρούπερτ Μέρντοχ και την αρχισυντάκτρια της Wall Street Journal Έμα Τάκερ, επιχειρώντας να αποτρέψει τη δημοσίευση του ρεπορτάζ. Σύμφωνα με το βιβλίο, είχε προειδοποιήσει ότι θα κινηθεί δικαστικά, ωστόσο οι προσπάθειές του δεν απέδωσαν και η ομάδα του αναγκάστηκε να προετοιμάσει άμεσα δημόσια διάψευση εκ μέρους του προέδρου.

Το παρασκήνιο που αποκάλυψαν οι New York Times

Ενώ η νομική διαμάχη συνεχίζεται, ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλούν οι αποκαλύψεις των New York Times για όσα συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες του Λευκού Οίκου κατά τη διάρκεια της κρίσης των αρχείων Έπσταϊν.

Σύμφωνα με το εκτενές ρεπορτάζ που βασίζεται στο βιβλίο «Regime Change: Inside the Imperial Presidency of Donald Trump», η κυβέρνηση Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπη με εσωτερικό χάος όταν το Υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI ανακοίνωσαν ότι δεν είχαν βρει καμία «λίστα πελατών» του Έπσταϊν.

Η ανακοίνωση, που υποτίθεται ότι θα έκλεινε το ζήτημα, προκάλεσε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Η βάση του MAGA εξοργίστηκε, καθώς επί χρόνια κορυφαία στελέχη του κινήματος είχαν καλλιεργήσει την πεποίθηση ότι υπήρχε μια μυστική λίστα ισχυρών προσώπων που συγκαλυπτόταν από το αμερικανικό κράτος.

Η κατάσταση έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να πραγματοποιούνται συνεχείς συσκέψεις στην Αίθουσα Διαχείρισης Κρίσεων του Λευκού Οίκου, το ίδιο δωμάτιο όπου παρακολουθήθηκε η επιχείρηση εξόντωσης του Οσάμα μπιν Λάντεν το 2011. Εκεί συγκεντρώνονταν ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς, η υπουργός Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι, ο διευθυντής του FBI Κας Πατέλ και άλλοι κορυφαίοι αξιωματούχοι προκειμένου να διαχειριστούν την κρίση.

Ο Βανς φέρεται να ήταν από τους πιο ανήσυχους. Υποστήριζε ότι η κυβέρνηση έπρεπε να δημοσιοποιήσει σχεδόν όλα τα αρχεία ώστε να μην κατηγορηθεί για συγκάλυψη. Είχε μάλιστα προτείνει να δοθεί συνέντευξη της Γκισλέιν Μάξγουελ στον Τάκερ Κάρλσον ή ακόμη και να εμφανιστεί ο ίδιος στο podcast του Τζο Ρόγκαν για να εξηγήσει την κυβερνητική στάση.

Υπενθυμίζεται ότι η πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι, καταθέτοντας στις 29 Μαϊου κεκλεισμένων των θυρών στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, είχε αποδώσει την ευθύνη για τη διαχείριση και τη δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν στον τότε αναπληρωτή της, Τοντ Μπλανς. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, ο Μπλανς ήταν ο αξιωματούχος που επέβλεπε τη διαδικασία εξέτασης και δημοσιοποίησης του υλικού που βρισκόταν στην κατοχή του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Ο Μπλανς, τον οποίο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει πλέον προτείνει για τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης, αναμένεται να κληθεί τον Ιούλιο ενώπιον της Επιτροπής, καθώς βουλευτές και από τα δύο κόμματα ζητούν απαντήσεις για το εάν υπάρχουν ακόμη αδημοσίευτα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση Έπσταϊν.

Σημειώνεται ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (DOJ) έχει αναγνωρίσει ότι τα αρχεία που σχετίζονται με τον Τζέφρι Έπσταϊν ξεπερνούν τα 6 εκατομμύρια σελίδες. Μέχρι σήμερα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα περίπου 3,5 εκατομμύρια σελίδες εγγράφων, καθώς και 180.000 εικόνες και περισσότερα από 2.000 βίντεο, ενώ βουλευτές και από τα δύο κόμματα υποστηρίζουν ότι σημαντικό υλικό παραμένει αδημοσίευτο.

Εδώ βρίσκεται και η βασική πολιτική διαμάχη: ο Τοντ Μπλανς και το DOJ λένε ότι έχουν συμμορφωθεί με τον νόμο και ουσιαστικά έχουν δημοσιοποιήσει ό,τι όφειλαν, ενώ βουλευτές όπως ο Ρο Κάνα και ο Τόμας Μάσι υποστηρίζουν ότι από τα πάνω από 6 εκατομμύρια δυνητικά σχετικά έγγραφα έχουν δημοσιευθεί μόνο περίπου 3,5 εκατομμύρια και ζητούν εξηγήσεις για το υπόλοιπο υλικό.

Η έκρηξη Μποντζίνο

Η πιο εκρηκτική στιγμή ήρθε όταν δημοσιοποιήθηκε το περίφημο υπόμνημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης που κατέληγε ότι δεν υπήρχε λίστα πελατών και ότι ο θάνατος του Έπσταϊν ήταν αυτοκτονία.

Η αντίδραση της βάσης του MAGA ήταν τόσο έντονη ώστε ο αναπληρωτής διευθυντής του FBI Νταν Μποντζίνο ξέσπασε ανοιχτά εναντίον της Παμ Μπόντι.

Σύμφωνα με τους New York Times, μπήκε σε σύσκεψη του Υπουργείου Δικαιοσύνης και άρχισε να της φωνάζει ότι «τα έκανε θάλασσα από την αρχή», κατηγορώντας την για τις δηλώσεις περί «λίστας πελατών» και για τις υποσχέσεις που είχαν δοθεί στους υποστηρικτές του Τραμπ.

«Την έχω πάνω στο γραφείο μου», υπενθυμίζεται πως είχε δηλώσει η Μπόντι τον Φεβρουάριο του 2025.

Λίγες ημέρες αργότερα συγκρούστηκε ακόμη και με τη Σούζι Γουάιλς σε σύσκεψη στην Αίθουσα Διαχείρισης Κρίσεων. Όταν του ζητήθηκε να στηρίξει τη γραμμή του Λευκού Οίκου, απάντησε ότι δεν ήταν δικό του σχέδιο και αποχώρησε οργισμένος από τη συνεδρίαση.

Ο ίδιος θεωρούσε ότι η κυβέρνηση είχε υποτιμήσει εντελώς τη σημασία του ζητήματος για τη βάση του MAGA και προειδοποιούσε συνεχώς ότι η κρίση δεν ήταν απλώς μια διαδικτυακή συζήτηση.

«Δεν είναι ιστορία του ίντερνετ. Δεν καταλαβαίνετε», φέρεται να έλεγε σε στελέχη του Λευκού Οίκου.

Ήθελε ο Τραμπ να θαφτεί η υπόθεση;

Παρά τις πιέσεις από τον Βανς, τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και πολλούς συμμάχους του στο διαδίκτυο, ο ίδιος ο πρόεδρος φέρεται να είχε διαφορετική άποψη.

Σύμφωνα με το βιβλίο των New York Times, ο Τραμπ δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για περαιτέρω δημοσιοποίηση υλικού και ήθελε το θέμα να εξαφανιστεί από την επικαιρότητα.

Οι συνεργάτες του απέφευγαν ακόμη και να το συζητούν μαζί του, καθώς αντιδρούσε εκνευρισμένα κάθε φορά που γινόταν αναφορά στον Έπσταϊν.

Το πρόβλημα ήταν ότι όσο περισσότερο προσπαθούσε να το αποφύγει, τόσο περισσότερο επανερχόταν.

Η κυβέρνηση εξέτασε ακόμη και τη δημιουργία ενός τεράστιου δημόσιου ιστότοπου όπου θα αναρτούσε εκατομμύρια σελίδες εγγράφων σχετικών με τον Έπσταϊν, ελπίζοντας ότι ο όγκος των πληροφοριών θα έπνιγε τις θεωρίες συνωμοσίας, σύμφωνα με του NYT. Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ με τη μορφή που είχε αρχικά σχεδιαστεί.

Παράλληλα, οι αξιωματούχοι διαπίστωναν ότι κάθε νέος φάκελος έκρυβε και νέες καταγγελίες, πολλές από τις οποίες ήταν αδύνατο να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν οριστικά. Σε εσωτερικές συσκέψεις συζητήθηκαν ακόμη και παλαιοί, ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί που είχαν εμφανιστεί σε δικαστικά έγγραφα, με στελέχη να προειδοποιούν ότι η δημοσιοποίησή τους θα προκαλούσε νέα πολιτική θύελλα.

Η υπόθεση που δεν έκλεισε ποτέ

Τελικά, η κρίση οδήγησε στην ψήφιση του Epstein Files Transparency Act, το οποίο υποχρέωσε την κυβέρνηση να δημοσιοποιήσει τεράστιο όγκο εγγράφων.

Σύμφωνα με ανάλυση που επικαλούνται οι New York Times, τα αρχεία περιείχαν περισσότερες από 38.000 αναφορές στον Τραμπ, την οικογένειά του ή το Μαρ-α-Λάγκο. Οι αναφορές αυτές δεν αποτελούν ενδείξεις παρανομίας, αλλά περιλαμβάνουν κάθε είδους μνείες σε έγγραφα, καταθέσεις, ατζέντες, αρχεία πτήσεων και λοιπό υλικό που σχετίζεται με την υπόθεση.

Παρότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης επέμενε ότι δεν βρέθηκε καμία «λίστα πελατών», το θέμα παρέμεινε ζωντανό για μήνες και συνέχισε να απασχολεί ακόμη και ψηφοφόρους που δεν ανήκαν στον στενό πυρήνα του MAGA.

Αυτό είναι και το βασικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι συγγραφείς των New York Times: ο Τραμπ κατάφερε πολλές φορές να ξεπεράσει κρίσεις που έμοιαζαν πολιτικά καταστροφικές, όμως η υπόθεση Έπσταϊν αποδείχθηκε διαφορετική.

Και ενώ σήμερα η Wall Street Journal ζητά από το δικαστήριο να απορρίψει οριστικά την αγωγή των 10 δισ. δολαρίων, η πραγματική ζημιά για τον Λευκό Οίκο δεν βρίσκεται απαραίτητα στις δικαστικές αίθουσες. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η υπόθεση Έπσταϊν εξελίχθηκε σε ένα θέμα που ούτε η κυβέρνηση ούτε ο ίδιος ο πρόεδρος κατάφεραν να βγάλουν από τη δημόσια συζήτηση.

Βουλή - Oι αλχημείες στη Θεσμών για να μη κληθεί ο Ντίλιαν και οι «πλάτες» της Δεξιάς στον Δημητριάδη

Το σκηνικό μιας ακόμα θεσμικής ακροβασίας έχει αρχίσει να στήνεται μεθοδικά, προκειμένου να παρερμηνευτεί εκ νέου ο Κανονισμός της Βουλής και να μην κληθεί τελικά ούτε ο Ντίλιαν ούτε ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης

Αποφασισμένη να κάνει ό,τι είναι δυνατόν εμφανίζεται η πλειοψηφία στη Βουλή, για να αποφύγει την βάσανο του κοινοβουλευτικού ελέγχου και την κατάθεση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας του Ισραηλινού απόστρατου και ιδιοκτήτη του κατασκοπευτικού λογισμικού, Predator, Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος, με δημόσιες τοποθετήσεις του, έχει αφήσει σαφείς αιχμές για ενδεχόμενη συνεργασία του με την ελληνική κυβέρνηση.

Το σκηνικό μιας ακόμα θεσμικής ακροβασίας έχει αρχίσει να στήνεται μεθοδικά, προκειμένου να παρερμηνευτεί εκ νέου ο Κανονισμός της Βουλής και να μην κληθεί τελικά ούτε ο Ντίλιαν ούτε ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης. Για το τελευταίο βέβαια – όπως όλα δείχνουν – δεν θα χρειαστεί καμία άτυπη παρέμβαση, καθώς τα κόμματα της δεξιάς «πολυκατοικίας» αποφάσισαν για λόγους που μόνο τα ίδια γνωρίζουν να κλείσουν το μάτι στην πλειοψηφία και να μην τον καλέσουν.

Συγκεκριμένα, για να καταστεί μια κλήση προς ακρόαση ενός προσώπου υποχρεωτική θα πρέπει να το ζητήσουν γραπτώς τα 2/5 του συνόλου των μελών της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας. Στην παρούσα συγκυρία, χρειάζεται 10 από τους 26 βουλευτές να καταθέσουν σχετικό αίτημα, αριθμός που συγκεντρώνεται σχετικά εύκολα εφόσον συσπειρωθούν γύρω αυτό τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Η διαφοροποίηση των κομμάτων της δεξιάς «πολυκατοικίας»

ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ (σχετικό ενδιαφέρον έχει εκδηλώσει και η Πλεύση Ελευθερίας) έχουν καταθέσει αίτημα για κλήση και των δύο φερόμενων ως κεντρικών προσώπων του σκανδάλου των υποκλοπών, αλλά Ελληνική Λύση και Νίκη δεν ακολούθησαν. Αντίθετα, για λόγους που δεν έχουν αποσαφηνιστεί, αρκέστηκαν να ζητήσουν την παρουσία μόνο του Ντίλιαν, καθιστώντας την κλήση Δημητριάδη πρακτικά αδύνατη (8 υπογραφές αντί για 10).

Σε ό,τι αφορά στην περίπτωση Ντίλιαν, υπάρχουν πληροφορίες που λένε πως η Επιτροπή Θεσμών θα συγκληθεί μετά τις 20 του μήνα, προκειμένου να συζητήσει και να αποφασίσει για το ζήτημα (πλειοψηφικά). Αυτό πρακτικά συμβαίνει για να δοθεί η δυνατότητα στην πλειοψηφία να αρνηθεί – παρά τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της διαδικασίας – να προχωρήσει στην ακρόαση του Ισραηλινού απόστρατου.

Οι ίδιες πληροφορίες λένε πως για να το πράξει αυτό θα επικαλεστεί τον Κανονισμό της Βουλής και το άρθρο 43Α, σύμφωνα με το οποίο «η Επιτροπή μπορεί να καλεί σε ακρόαση λειτουργούς του κράτους, καθώς και οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο για θέματα που αφορούν στη λειτουργία των θεσμών και της διαφάνειας, η προσέλευση των οποίων είναι υποχρεωτική». Το σημείο – κλειδί στα παραπάνω αποτελεί η φράση «δημόσιο πρόσωπο», με τις πληροφορίες να ερμηνεύουν την περίπτωση Ντίλιαν ως έναν ιδιώτη που δεν είναι ούτε δημόσιος λειτουργός ούτε δημόσιο πρόσωπο…

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0