ενημέρωση 1:37, 18 July, 2026

Γούντστοκ: 45 χρόνια

Το νεανικό κίνημα των «Μπίτνικς», όπως σκωπτικά αποκλήθηκαν οι «Beat» («χτύπημα»), εμφανίστηκε στη δεκαετία του ’50, στο Σαν Φραντσίσκο, κι απλώθηκε ως και έξω από τις ΗΠΑ. Ήταν η μεταπολεμική «κουρασμένη γενιά» που αναζητούσε τη μακαριότητα στην μποέμικη ζωή κι εκφράστηκε με τη μουσική, τη χαοτική λογοτεχνία, το ομοιόμορφο ντύσιμο, την υιοθέτηση ελευθεριάζουσας γλώσσας και το λίκνισμα «χιπ» (την κίνηση των γοφών κατά μίμηση των μουσικών της τζαζ). Απολιτικοί και αδιάφοροι στα κοινωνικά προβλήματα, υποστήριξαν την προσωπική απελευθέρωση μέσα από τα ναρκωτικά, το σεξ και τον βουδισμό που οδηγεί στο νιρβάνα. Το κίνημα δυσφημίστηκε και εξασθένισε γύρω στα τέλη της δεκαετίας, αφού προηγουμένως ανέδειξε ενδιαφέρουσες μορφές της μουσικής και της λογοτεχνίας.

Η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών στο «βρόμικο πόλεμο» του Βιετνάμ έκανε να βλαστήσει στις πανεπιστημιουπόλεις και στα κολέγια το αντιπολεμικό κίνημα των «χίπις» (από τον όρο «χιπ» {hipster} των Μπίτνικς). Αποκλήθηκαν «παιδιά των λουλουδιών», είχαν σύνθημά τους το θρυλικό «κάντε έρωτα και όχι πόλεμο» και στράφηκαν ενάντια στον αμερικανικό τρόπο ζωής. Αναγνωρίζονταν από τα μακριά μαλλιά αγοριών και κοριτσιών, τις γενειάδες, το στολισμένο με ψυχεδελικά σχήματα και χάντρες ατημέλητο ντύσιμο και τα σαντάλια. Όσοι μπορούσαν, ζούσαν σε κοινόβια και καλλιεργούσαν τη γη. Αποστρέφονταν τον καταναλωτισμό και το εμπόριο, ήταν βασικά χορτοφάγοι και ασκούσαν την ολιστική ιατρική. Και όλοι τους λάτρευαν τη μουσική, λαϊκή και ροκ: Η Τζόαν Μπαέζ, ο Μπομπι Ντίλαν, οι Μπιτλς και οι Ρόλινγκ Στόουνς ήταν ινδάλματά τους. Ένα μουσικό φεστιβάλ το 1967 στο Σαν Φραντσίσκο έμεινε στην ιστορία. Η κορύφωση, όμως, ήλθε δυο χρόνια αργότερα. Στις 15 Αυγούστου 1969, στο Μπέθελ της Νέας Υόρκης ξεκίνησε το θρυλικό τριήμερο φεστιβάλ του «Γούντστοκ» (από το όνομα της τοποθεσίας, στην οποία αρχικά είχε οριστεί να γίνει, αν και τελικά πραγματοποιήθηκε σε γειτονική περιοχή). Γύρω στους 400.000 με 500.000 χίπις μαζεύτηκαν εκεί με αποτέλεσμα το φεστιβάλ αυτό να γίνει συνώνυμο με το κίνημά τους.

Τα ναρκωτικά και η, με ενέργειες των μυστικών υπηρεσιών, «από τα μέσα» δυσφήμιση, μαζί με το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ, οδήγησαν το κίνημα στην παρακμή. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ξεκίνησαν να αναδεικνύονται οι ευαίσθητοι με το περιβάλλον «πράσινοι» αλλά και οι «γιάπις».

Πηγή : protagon

 

Hennessey Venom F5: Δηλητήριο!

Σε μια κόντρα ισχύος, ταχύτητας και γοήτρου με τη Bugatti, η Hennessey εξελίσσει ακόμα περαιτέρω τη Venom F5, με σκοπό να ανεβάσει την ισχύ του επτάλιτρου twin-turbo V8 κινητήρα στους 1.400 ίππους και την τελική της ταχύτητα πάνω από τα 465 χλμ./ώρα.

  • O John Hennessey δήλωσε πρόσφατα ότι το παραπάνω ρεκόρ ταχύτητας, που θα κέρδιζε το ρεκόρ της Bugatti Veyron, «θα μπορούσε να γίνει εφικτό» - λίγους μήνες αφότου η Henneyssey Venom GT άγγιξε τα 435 χλμ./ώρα.


Πέραν της περαιτέρω βελτίωσης της απόδοσης του κινητήρα, σε σχέση με τη GT -και με το στόχο του ρεκόρ ταχύτητας- η Venom F5 έχει βελτιωμένη αεροδυναμική, ενώ το ελάχιστα αυξημένο βάρος δεν ξεπερνά τα 1.315 κιλά. Δηλαδή, σε κάθε κιλό του αυτοκινήτου αντιστοιχεί ισχύς -κατά τι- μεγαλύτερη του ενός ίππου.

Το διακύβευμα όλων των παραπάνω, για τη Hennessey, είναι η κατασκευή 30 αντιτύπων της Venom F5 και η πώληση καθεμιάς στην τιμή των 972 χιλιάδων Ευρώ (1,3 εκατομμυρίων δολαρίων).

ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Hennessey Venom F5: Δηλητήριο!
  • Hennessey Venom F5: Δηλητήριο!
 
 
 
  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

105 χρόνια από το Κίνημα στο Γουδί

Πριν από 105 χρόνια ο συνταγματάρχης του πυροβολικού Νικόλαος Ζορμπάς έγινε αρχηγός του Στρατιωτικού Συνδέσμου, της μυστικής οργάνωσης στρατιωτικών που έδρασε στις αρχές του 20ού αιώνα. Αποκορύφωμα της δράσης του Συνδέσμου ήταν το κίνημα στο Γουδί στις 15 Αυγούστου 1909, με αιτήματα μεταρρυθμίσεις στο στράτευμα, τη δικαιοσύνη και την παιδεία. Αναδημοσιεύουμε ένα σχετικό άρθρο από το naftilos.blogspot.com (πρώτη δημοσίευση: 2009)

Στη χώρα της ανύπαρκτης Παιδείας, στην επικράτεια της Πετρούλας και του Χριστοφοράκου δεν θα ακούσετε λέξη, δεν θα διαβάσετε ούτε αράδα στις εφημερίδες για μια από τις σημαντικότερες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: το Κίνημα στο Γουδί του 1909... Της πρώτης εξέγερσης του 20ου αιώνα που δεν ήταν υποκινούμενη από καμιά ξένη, Μεγάλη Δύναμη αλλά και καμιά εσωτερική κάστα και της δεύτερης (η προηγούμενη ήταν αυτή της 3ης Σεπτεμβρίου) μετά την Ελληνική Επανάσταση.

Κανείς δεν θυμάται γιατί κανείς δεν θέλει να θυμάται, γιατί κανείς δεν μπορεί πλέον να θυμάται αφού οι φορείς της μνήμης έχουν άλλα "σημαντικότερα" να γράψουν. Π.χ. για το αν θα γίνουν ή δεν θα γίνουν εκλογές το φθινόπωρο ή αν τα κυλικεία στα πλοία προσφέρουν το τοστ προς 3 και 40 . Κόμματα και εφημερίδες έχουν εκχωρήσει την ιστορία στους τηλε-ιστορικούς... Κατάντια!

«Άνδρες με τα γερά κορμιά -εσάς λέω του Συνδέσμου λεβέντες!- νέοι με τα γελαστά χρώματα και την αστραπή στο μάτι, πού είσθε;.. Εχω τόσον καιρό (μέρες έσβησαν, έφυγαν μήνες) σας καρτερώ και μαζί μου ο Λαός, βάνω τ' αυτί μου κι ακροάζομαι τον ερχομό σας, για τον ερχομό σας ακροάζεται το έθνος, το ρυθμικό βηματισμό σας προσμένει η ονειροπλέχτρα Φυλή. Σας είδε μιαν αυγή σαν όνειρο τερπνό μέσ' στον βαρύ τον ύπνο της και πήδησε ξαφνιασμένη κι απορούσα. Εκεί στον κάμπο του Γουδί σάλεψαν ίσκιοι, στο σκοτάδι το βαθύ άστραψαν θυμοί - έτριξαν προγονικά κόκαλα. Και την αυγή, την ώρα που ο ήλιος έβγαινεν αντίκρυ, αψύς και θυμωμένος, αποφασισμένος να φτάσει στο βασίλεμά του, χαλώντας κάθ' εμπόδιο, σας είδε με το ντουφέκι στο πλευρό, ορκισμένους να κάμετε πατρίδα ή να χαθείτε!.. Σας είδε και στέναξε: Σώθηκα!... Μα από τότε δε σας βλέπει πουθενά! Τι γινήκατε;»

...έγραφε στην Εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ» στις 16/10/1909,ο Ανδρέας Καρκαβίτσας! Εκατό χρόνια μετά κανείς δεν χαλαλίζει ούτε μισή επιφυλλίδα για το Κίνημα στο Γουδί που ξέσπασε ξημερώματα 15ης Αυγούστου του 1909... Τι γίνηκε τότε;

 

Τη νύχτα της 14ης προς 15η Αυγούστου του 1909 η Αθήνα των 80.000 κατοίκων δεν κοιμόταν. Άμαξες και οχήματα με εκατοντάδες αξιωματικούς και στρατιώτες κατευθύνονταν προς το στρατόπεδο της Φρουράς των Αθηνών στο Γουδί. Με το πρώτο φως στο πεδίο ασκήσεων του στρατοπέδου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι 449 αξιωματικοί, 2.546 στρατιώτες και ναύτες και 67 χωροφύλακες, όλοι οπλισμένοι, διαθέτοντας επιπλέον και 22 πυροβόλα διακηρύσσοντας την αντίθεσή τους προς την κυβέρνηση Δ. Ράλλη και την υποστήριξή τους προς το πρόγραμμα του «Στρατιωτικού Συνδέσμου».

Οι αιτίες που προκάλεσαν το στρατιωτικό κίνημα, όπως τα περιέγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά του ο αρχηγός του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» Ν. Ζορμπάς ήταν:

«Η Βουλευτοκρατία και η συναλλαγή, η οικονομική δυσπραγία ένεκα της πλημμελούς φορολογίας, επιβαρυνούσης ιδίως τας λαϊκάς τάξεις, η κακή απονομή της δικαιοσύνης και η έλλειψις δημοσίας ασφαλείας, ο ατυχής πόλεμος του 1897, το Κρητικόν ζήτημα και το απαράσκευον του κράτους προς οιανδήποτε πολεμικήν δράσιν».

Το Κίνημα στο Γουδί παρά το ότι έγινε από στρατιωτικούς, ήταν ένα αστικό κίνημα. Το πρώτο και ίσως το μοναδικό αστικό κίνημα στην ελληνική ιστορία.

Ο Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τους αξιωματικούς του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» ως «εμπροσθοφυλακή της αστικής τάξης που από τις ιδιομορφίες της εθνικής οικονομίας μας δεν είχε ακόμα ανδρωθεί ώστε μόνη της να βγάλει από τη μέση τον παλαιοκομματισμό και να χαράξει νέα κοινωνική πολιτική». Ο Γ. Βεντήρης μιλάει για αστική επανάσταση και δε διστάζει να ισχυριστεί πως μετά το Γουδί προέκυψε το αστικό - εθνικό κράτος, με ηγέτη τον Ελ. Βενιζέλο. Ο Θ. Πάγκαλος μιλάει για δυσφορία και αγανάκτηση που ήταν «έκδηλος και σφοδρά εις όλας τας κοινωνικάς τάξεις» ώστε «και οι πλέον αδιάφοροι και απαθείς δεν ήτο δυνατόν να μην εξεγερθούν». Ο στρατηγός Στ. Σαράφης σημειώνει ότι «η επανάσταση αυτή επιβλήθηκε γιατί είχε λαϊκό υπόβαθρο», ενώ ο Σπ. Μελάς κάνει λόγο για ακράτητη λαϊκή αγανάκτηση.

Και πραγματικά, ένα μήνα μετά, στις 14 Σεπτέμβρη 1909 ο λαός της Αθήνας και του Πειραιά με συλλαλητήριο εξέφρασαν την υποστήριξή τους στο κίνημα, διατυπώνοντας αληθινά ριζοσπαστικές διεκδικήσεις για την εποχή, όπως: Επιβολή φόρου στο εισόδημα, προστασία της παραγωγής, μεταβολή των υπαλλήλων σε υπηρέτες του λαού, βελτίωση της θέσης των εργατών, καταδίκη της τοκογλυφίας.

Οι στρατιωτικοί δεν τολμούν να προχωρήσουν τόσο όσο ο λαός απαιτούσε και οι ιστορικές συνθήκες επέτρεπαν. Συντηρητικοί φύσει και θέση αναζητούν το συμβιβασμό με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, επιδιώκοντας μικρότερες αλλαγές. Παρ' όλα αυτά προκαλούν την πτώση της κυβέρνησης του Δ. Ράλλη, ενώ υποχρεώνουν τα ανάκτορα να αποδεχτούν ένα από τα βασικά του αιτήματα, που ήταν η απομάκρυνση του διαδόχου και των πριγκίπων από το στράτευμα.

Το κίνημα στο Γουδί ήταν πραγματικά ένα αστικό κίνημα με μεγάλη λαϊκή υποστήριξη, που έφερε μια αλλαγή στον εσωτερικό συσχετισμό της τότε εξουσίας, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την αστική τάξη έναντι των φεουδαρχών. Δεν μπορούσε να προχωρήσει περισσότερο... Δεν προχώρησε όμως και λίγο με αποκορύφωμα την είσοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην ελληνική πολιτική σκηνή, ο οποίος καλείται από το «Στρατιωτικό Σύνδεσμο», στα τέλη του 1909, να έρθει, στην τότε Ελλάδα, από την Κρήτη που δεν είχε ακόμη ενσωματωθεί στην ελληνική επικράτεια.

«Η άφιξή του --γράφει ο Ν. Σβορώνος-- ανοίγει νέα περίοδο στην ελληνική Ιστορία».

Αυτό ήταν το Κίνημα στο Γουδί που κανείς δεν θέλει να θυμάται μόλις 100 χρόνια μετά!!!

Ίσως γι αυτό να μην φταίει μόνο η αγραμματοσύνη μας. Ίσως να μην φταίει το ότι τέτοια θέματα δεν "πουλάνε".

Ίσως αυτή η μνήμη να μην συμφέρει κανέναν γιατί το Κίνημα στο Γουδί θυμίζει πως τότε όπως και τώρα η ελληνική κοινωνία και οι κορυφαίοι παράγοντες της εξουσίας ήσαν βουτηγμένοι σε μια επικίνδυνη κρίση αξιοπιστίας υπηρετώντας συμφέροντα και συγκαλύπτοντας σκάνδαλα, οδηγώντας την Ελλάδα σε μεγαλοϊδεατισμούς και μεγάλες τραγωδίες...

Τραγωδίες που τελικά δεν αποφύγαμε...

Πηγή : tvxs

Από τα τραγούδια της λευτεριάς, στα σκυλάδικα της δηθενιάς

Από τις μεγάλες συναυλίες του πολιτικού τραγουδιού με χαρακτήρα διαδήλωσης διαμαρτυρίας, ως την επικράτηση της κουλτούρας του σκυλάδικου με χαρακτήρα επιδεικτικού υπερκαταναλωτισμού και από τη μετάβαση από τη συλλογική αντίληψη της στρατευμένης τέχνης, ως την ατομική συνείδηση της τέχνης της διασκέδασης, το τραγούδι στα σαράντα χρόνια Μεταπολίτευσης έχει ακολουθήσει την κοινωνική και πολιτική πορεία της χώρας, εκφράζοντας ανά περίοδο τα επιτεύγματα και τις δεινοπάθειες της πορείας αυτής. Το tvxs.gr θυμάται τα γεγονότα που χαρακτήρισαν την μεταπολιτευτική μουσική σκηνή και αναλύει την πορεία από τα τραγούδια της λευτεριάς στα σκυλάδικα της δηθενιάς, ενώ η Δήμητρα Γαλάνησχολιάζει την εμπορευματοποίηση της τέχνης, τη σκόπιμη αποσιώπηση της που δεν μπόρεσε όμως να υπερνικήσει το λειτουργικό της σκοπό και μας προτρέπει να... μην κοιτάμε πίσω, μόνο μπροστά για να μπορέσουμε να χτίσουμε σε νέα βάση την εποχή της μετα-Μεταπολίτευσης.

Τα τραγούδια της λευτεριάς

«Δώστε τη χούντα στο λαό», φωνάζει ο κόσμος που αναπνέει αέρα ελευθερίας, μετά από επτά χρόνια κατά τα οποία η εγχώρια πνευματική και καλλιτεχνική αναζήτηση και δημιουργία είχε κατασταλεί με τρόπο ανάλογο της καταστολής των πολιτικών ελευθεριών, μόλις ο Μίκης Θεοδωράκης τραγουδήσει το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Όταν σφίγγουν το χέρι», στη θρυλική συναυλία που έγινε στο Στάδιο Καραϊσκάκη τον Ιούλιο του 1974, αμέσως μετά την πτώση του καθεστώτος. Θα ακολουθήσουν οι συναυλίες του Γιάννη Μαρκόπουλου και του Σταύρου Ξαρχάκου, στις οποίες οι Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Αντώνης Καλογιάννης, Μαρίζα Κοχ, Μάνος Λοΐζος, Μελίνα Μερκούρη, Λιζέττα Νικολάου, Γιώργος Νταλάρας, Νίκος Ξυλούρης, Μαρία Φαραντούρη και Λάκης Χαλκιάς θα τραγουδήσουν την πολυπόθητη ελευθερία.

Η πανηγυρική διάθεση που ακολουθεί τη νίκη της δημοκρατίας επί της δικτατορίας θα θεσμοθετήσει και την πολιτισμική ταυτότητα των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, καθιστώντας ορόσημα τις αγωνιστικές συναυλίες των πρώτων ημερών. Η πολιτική στράτευση θα καταστεί ταυτόσημη του πολιτισμικού γίγνεσθαι μέχρι και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '80, μέσα από την αναπαραγωγή των επικών έργων των εξόριστων της χούντας καλλιτεχνών αλλά και της αντάρτικης και μετεμφυλιακής μουσικής παραγωγής. Η μουσική τα πρώτα χρόνια της αποκατάστασης έχει πρωτίστως χαρακτήρα συλλογικό και κάθε προσωποκεντρική προσέγγιση που προβάλλεται κυρίως στην εκτός συνόρων παραγωγή αντιμετωπίζεται ενοχικά, με καχυποψία και πολλές φορές με απαγόρευση από την πολιτικοποιημένη νεολαία που ανδρώθηκε υπό τη σκιά της χούντας των συνταγματαρχών.

Το ντοκιμαντέρ «Οι δρόμοι της φωτιάς», του Νίκου Κούνδουρου, καταγράφει τις πρώτες εκείνες συναυλίες καθώς επίσης και άλλες μαζικές εκδηλώσεις που έγιναν στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1974 για την πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, σκιαγραφόντας με γλαφυρότητα και συνέπεια το κλίμα που επικρατούσε, μετά την πτώση της Χούντας. «Πρόκειται για μια ταινία συντεθειμένη από φωνές και αιτήματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας αμέσως μετά την παλινόρθωση της Δημοκρατίας. Μια ταινία ωδή στη λευτεριά», θα πει ο Κούνδουρος για το ντοκιμαντέρ του που καταφέρνει να μεταδώσει τον πολιτισμικό παλμό των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης όσο κανένα άλλο.

 

Η δεύτερη νομιμοποίηση του ρεμπέτικου

Χαρακτηριστικό των δεκαετιών του '70 και του '80 είναι η εκ νέου νομιμοποίηση και προσπάθεια αναβίωσης του ρεμπέτικου από σύγχρονους τραγουδιστές που ξαναφέρνουν στην επικαιρότητα το κλασικό ρεπερτόριο, αλλά επενδύουν και στη δημιουργία μιας σύγχρονης μορφής του προσαρμοσμένης στην ταυτότητα της νεωτερικής κουλτούρας που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται. Το μουσικό ρεύμα που προπολεμικά ταυτίστηκε με την κοσμοπολίτικη έκφανση του μικρασιατικού ελληνισμού και αργότερα με την λαϊκή κουλτούρα του αστικού περιθωρίου, αφού έχει διωχθεί από τη Δεξιά και έχει αντιμετωπιστεί με καχυποψία από την Αριστερά, επανέρχεται για να αποδαιμονοποιήσει το γλέντι, που έχει αμαυρωθεί από την αρνητική χροιά που του έχει αποδοθεί μετά τα χουντικά γλέντια των δικτατόρων.

Η επανεγκαθίδρυση του ρεμπέτικου πέραν της καλλιτεχνικής αξίας του γεγονότος, αποτελεί την πρώτη προσπάθεια μεταδικτατορικής μετάβασης από τη συλλογική στην ατομική πολιτισμική κατανάλωση. Το κοινό που μετά την αποκατάσταση του πολιτεύματος έχει πολιτικοποιήσει τον πολιτισμό συμμετέχοντας προσωπικά αποστασιοποιημένο σε συναυλίες συμπαράστασης ή διαμαρτυρίας, εκπαιδεύεται εκ νέου στη διασκέδαση. Η Οπισθοδρομική Κομπανία των Σφακιανάκη, Εμμανουηλίδη, Στρατηγόπουλου κι Εξαρχάκου με τραγουδίστρια την Ελευθερία Αρβανιτάκη και σπουδαίες συνεργασίες στο ενεργητικό του σαν σχήμα, περιοδευει στις ταβέρνες των αστικών κέντρων και της επαρχίας εκπαιδεύοντας τους θαμώνες στη συμμετοχή. Οι Έλληνες αρχίζουν ξανά να τραγουδούν και να χορεύουν, αποβάλλοντας σιγα-σιγα την πνευματική αναπηρία που έχει αφήσει πίσω της η χούντα.

Σημείο σταθμό για την αποκατάσταση και την εξιδανίκευση του ρεμπέτικου από την προδευτική πολιτισμική πτέρυγα, αποτελεί και η πολυβραβευμένη ομώνυμη ταινία του Κώστα Φερρή και της Σωτηρίας Λεονάρδου που βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1983, γνωρίζοντας θερμή υποδοχή. Το soundtrack της ταινίας περιλαμβάνει ιστορικά κομμάτια όπως τα «Στου Θωμά», «Καίγομαι, καίγομαι», «Μπουρνοβαλιά», «Το δίχτυ» και «Μάνα μου Ελλάς» και διαγράφει εξίσου εντυπωσιακή πορεία, ξεπερνώντας σε πωλήσεις τα 200 χιλιάδες αντίτυπα. Το «Ρεμπέτικο» πραγματεύεται την πολυτάραχη ζωή της θρυλικής ρεμπέτισσας Μαρίκας Νίνου, μπλέκοντας πραγματικά και μυθοπλαστικά γεγονότα, που σκιαγραφούν τη μυθική διάσταση της λαϊκής κουλτούρας του μουσικού αυτού ρεύματος που φέρει στα μετόπισθεν μια διαφορετική από τη δεδομένη για την εποχή φιλοσοφία ζωής.

Το πάρτυ αποκατάστασης της διασκέδασης

Εννέα χρόνια ακριβώς μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, στις 25 Ιούλιου του 1983,  αποκαθίσταται οριστικά και αμετάκλητα η άτυπη συλλογική αυτολογοκρισία στη διασκέδαση και η ενοχή για την ευδαιμονία, με το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη. Κάτω από την καλοκαιρινή πανσέληνο, η σοβαροφάνεια της πολιτικοποιημένης μουσικής δράσης της πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης περνά στην ιστορία, ανοίγωντας τον δρόμο για πιο ανέμελη και προσανατολισμένη στην μονάδα μουσική πρόταση.

Το Πάρτυ που λαμβάνει χώρα στην πλαζ της Βουλιαγμένης δεν έχει το αυστηρό στήσιμο των μεταπολιτευτικών συναυλιών που έλαβαν χώρα σε γήπεδα και μεγάλα θέατρα. Ο οικοδεσπότης Λουκιανός Κηλαηδόνης, μαζί με τον Διονύση Σαββόπουλο, τον Γιώργο Νταλάρα, τον Βαγγέλη Γερμανό, την Αφροδίτη Μάνου, την Μαργαρίτα Ζορμπαλά, την Νέλλη Σεμιτέκολο, την Μαντώ, την Λία Βίσση και τους Μπιγκ Μπάντ καταφθάνουν με βάρκες στην πλωτή σκηνή που έχει στηθεί, ενώ τον ουρανό φωτίζουν πυροτεχνήματα. Το πάρτυ κινηματογραφείται, αναγκάζοντας τους συντελεστές να ακολουθήσουν τον απαιτητικό κι ακριβή σχεδιασμό που απαιτεί η τηλεοπτική παραγωγή και η κοινωνία του θεάματος, που κάνει το ντεμπούτο της. Αν και τα εισητήρια που κόπηκαν είναι περίπου 25 χιλιάδες, οι συμμετέχοντες στο πολιτισμικό γεγονός που σημάδεψε τη δεκαετία του '80, υπολογίζονται μεταξύ 50 και 80 χιλιάδων. Αυτή τη φορά δεν κάθονται αυστηρά στριμωγμένοι σε κερκίδες, αλλά τραγουδούν, χορεύουν, κολυμπούν, παίζουν ρακέτες και χαζεύουν αγκαλιά το φεγγάρι ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, υπό τους ήχους μιας μοντέρνας μουσικής που παντρεύει, μέχρι πρότινος αποφευκταία ροκ και παραδοσιακά στοιχεία. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον κοινό που δεν έχει πολιτικά ή ταξικά χαρακτηριστικά ομοιογένειας αλλά μόνο κοινό γνώρισμα τη δίψα για την απελευθέρωση της διασκέδασης.

Χαρακτηριστικό της αμηχανίας με την οποία το κατεστημένο της εποχής αντιμετωπίζει το νέου αυτού τύπου δρώμενο είναι η αδυναμία του Τύπου των ημερών να περιγράψει το γεγονός, πέφτοντας στην παγίδα να χρησιμοποιήσει κλισέ πολιτικούς όρους όπως «κοσμοπλημμύρα» ή «λαοθάλλασα». Φαίνεται πως ακόμα δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες που θα διαχωρίσουν τη μαζική πολιτισμική διαντίδραση από την πολιτική της χροιά, όμως οι από τα κάτω ζυμώσεις στέλνουν ακριβώς το αντίθετο μήνυμα.

I Love Rock N' Roll

Με τη ροκ μουσική να εισάγεται μεν από το 1950 στην Ελλάδα, αλλά να αποτελεί άκουσμα για ένα κλειστό προοδευτικό κύκλο που απορρίπτει εν γένει την ελληνική μουσική παραγωγή και παράδοση, το είδος αντιμετωπίστηκε τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια με επιφύλαξη καθώς θεωρήθηκε αφενός αντιλαϊκό, αφετέρου φιλο-δυτικό. Οι συναυλίες και πολύ περισσότερο τα ροκ φεστιβάλ ήταν γεγονότα άγνωστα για την Ελλάδα, που μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80 δεν είχε να επιδείξει καν εγχώρια ροκ παραγωγή. Η έκρηξη του punk και του new wave που επηρρέσαν σε παγκόσμιο επίπεδο τα μουσικά δρώμενα όμως, έμελλε να κινητοποιήσει την απαρχή της εγχώριας Ανεξάρτητης Ροκ Σκηνής που υϊοθέτησε γνωρίσματα κοινωνικής και πολιτικής κριτικής, πολύ διαφορετικά όμως από αυτά της πρώιμης Μεταπολίτευσης. Η προοδευτική Αριστερά και η αντιεξουσιαστικοί πυρήνες που άφηναν σιγά-σιγά πίσω τις πληγές της δικτατορίας αγκάλιασαν το είδος μόλις στις αρχές της δεκαετίας του '80, καθιστώντας το Κύταρρο στην Αθήνα και το Μπερλίν στη Θεσσαλονίκη σε τόπους συνάντησης των προοδευτικών πολιτικά και κοινωνικά νέων της εποχής, που έσπαγαν τους δεσμούς με το πρότινος κατεστημένο.

Το 1982 διοργανώνεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο γήπεδο του Σπόρτινγκ το πρώτο μικρής εμβέλειας φεστιβάλ όπου εμφανίζονται οι Birthday Party, Fall και New Order. Είναι ο προπομπός για το μεγάλο event που θα ακολουθήσει τρία χρόνια αργότερα, όταν η τότε κυβέρνηση, με υπουργό Πολιτισμού τη Μελίνα Μερκούρη, δέχεται κριτική για τον απομομωτισμό της από την Ευρώπη και εισάγωντας τον θεσμό της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πρωτεύουσας διοργανώνει στις 26 και 27 Ιουλίου του 1985 το διεθνούς εμβέλειας φεστιβάλ Rock in Athens. Αστραφτερά ονόματα και σχήματα της παγκόσμιας μουσικής σκηνής όπως οι Class, οι Stranglers, οι Cure, οι Depeche Mode, οι Talk Talk, οι Telephone, οι Culture Club και η Nina Hagen δίνουν το παρόν στο κατάμεστο Καλλιμάρμαρο, μαθαίνοντας το ελληνικό κοινό να ακούει εξεγερσιακό punk, δυναμικό ροκ αλλά και ελαφρύ british pop, την ίδια μάλιστα εποχή που η επίσημη πολιτεία έχει θέσει σε εφαρμογή την επιχείρηση «Αρετή» ενάντια στην ανήσυχη αντιεξουσιαστική νεολαία των Εξαρχείων. Πρόκειται για ένα γεγονός μεγάλης πολιτισμικής σημασίας καθώς τίθενται τα θεμέλια της εισαγωγής μαζικού πολιτισμού ενώ για πρώτη φορά τίθεται επί τάπητος το ζήτημα της κρατικής παρέμβασης στη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου και τς μαζικής πολιτισμικής κατανάλωσης.

Στις 3 Οκτωβρίου του 1988, το ελληνικό κοινό, εκπαιδευμένο πια στα ξενόφερτα ακούσματα, έχει την ευκαιρία να δει επι σκηνής στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας την ιστορική συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας για τα 40 χρόνια από την υπογραφή της Οικουμενικής Διακύρηξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Bruce Springsteen, Peter Gabriel, Sting, Tracy Chapman, Youssou’n’Dour και έλληνας guest ο Γιώργος Νταλάρας έιναι τα μεγάλα ονόματα που απο το μεσημερι μεχρι τα μεσανυχτα ξεσηκώνουν για καλό σκοπό πάνω από 80.000 θεατές. Πρόκειται για την πρώτη συναυλία με σαφές πολιτικό έρεισμα, μετά από αυτές της πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης, που απευθυνόταν σε μια γενιά που πλέον θεωρούσε αδιαπραγμάτευτη τη δημοκρατία όμως και τα πολιτικά της διακυβεύματα ήταν πολύ πιο εξωγενή κι αόριστα από τα διακυβεύματα της πρώτης μεταπολιτευτικής εποχής.

Στο μεταξύ οι κοινωνικές και πολιτικές ζυμώσεις ανδρώνουν την ανάγκη μιας ελληνικής ροκ σκηνής που θα αποτινάξει τον αστισμό, τα στερεότυπα και τον λαϊκισμό που μέχρι τωρα εξέφραζαν το ρεμπέτικο, το λαϊκό και το πολιτικό τραγούδι. Αυτόνομες και αυτοχρηματοδοτούμενες δισκογραφικές εταιρίες αρχίζουν από τις αρχές της δεκαετίας του '80 να κάνουν την εμφάνιση τους, λειτουργώντας κόντρα στην εμπορευματοποίση με οδηγό την έμπνευση για εναλλακτική μουσική σκέψη. Η ροκ μουσική παραγωγή είναι θεαματική. Κλασικοί ροκ καλλιτέχνες όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Νικόλας Άσιμος, εμφανίζονται παράλληλα με punk μπάντες όπως οι Γενιά του Χάους, Panx Romana και Γκουλάγκ. Την ίδια στιγμή την post punk σκηνή εκφράζουν καλύτερα από καθένα άλλο οι αξεπέραστες Τρύπες με επικεφαλής τον Γιάννη Αγγελάκα, ενώ τη garage εκπροσωπούν τα Μωρά στη Φωτιά και οι Last Drive, το psychedelic οι Purple Overdose και ένα είδος ιδιότυπου σαρκαστικού ροκ ο Τζίμης Πανούσης με τις Μουσικές Ταξιαρχίες, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Γιάννης Μηλιώκας, ο Σάκης Μπουλάς και ο Γιάννης Ζουγανέλης.

Ζήτω το ελληνικό... έντεχνο τραγούδι

Ήταν μόνο 19 εκπομπές, αλλά ήταν αρκετές για να αναδείξουν τη νέα ποιοτική μουσική σκηνή των μέσων της δεκαετίας του '80. Ο Διονύσης Σαββόπουλος μέσα από την εκπομπή Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι, που παρουσίαζε στην κρατική τηλεόραση τις τηλεοπτικές σεζόν 1986-1987 κατάφερε να αναδείξει νέους καλλιτέχνες και δημιουργούς που έκαναν τα πρώτα τους βήματα αλλά και ήδη καταξιωμένους καλλιτέχνες και μέσα από την ιδιαίτερη προσωπικότητα του βρήκε τον τρόπο να παντρέψει το έντεχνο με το ροκ και το παραδοσιακό με το λαϊκό προτείνοντας υβριδιακές μίξεις που θα δημιουργούσαν νέα ρεύματα στη μεταπολιτευτική μουσική. Οι πιο ενδιαφέρουσες συνεργασίες ηχογραφήθηκαν στον ομώνυμο με την εκπομπή διπλό δίσκο, με τη συμμετοχή καλλιτεχνών όπως η Δήμητρα Γαλάνη, η Ελένη Βιτάλη, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ο Νίκος Παπάζογλου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, οι Φατμέ, κα.

Οι απαρχές του έντεχνου τραγουδιού εντοπίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ο Μίκης Θεοδωράκης ορίζει το έντεχνο λαϊκό τραγούδι ως «ένα σύγχρονο σύνθετο μουσικό έργο τέχνης που θα μπορεί να αφομοιωθεί δημιουργικά από τις μάζες». Αφετηρία της προσπάθειας αυτής είναι ο «Επιτάφιος» σε ποίηση Ρίτσου, για τον οποίο ο Θεοδωράκης αναφέρει: «δεν είναι τίποτε άλλο παρά το πάντρεμα ανάμεσα στη σύγχρονη ελληνική μουσική και στη σύγχρονη ελληνική ποίηση». Ως αποτέλεσμα δημιουργείται μια παράδοση μελοποιημένης ποίησης που ονομάζεται «έντεχνο τραγούδι», που μετά τη Μεταπολίτευση με την ανάγκη για τραγούδι που θα βρίθει νοημάτων πέραν της πολιτικής και παράλληλα θα μπορεί να ταξιδεύει από τη συλλογική ταυτότητα στην ατομική, απογειώνεται. Το έντεχνο περιορίζεται βέβαια πολλές φορές σε μία εσωστρέφεια και λυρικότητα που δυσκολεύει την αποστολή του.

Σημαντικοί συνθέτες που υπηρετούν το έντεχνο είναι οι Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζηδάκις, Σταύρος Ξαρχάκος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Θάνος Μικρούτσικος, Μάνος Λοΐζος, Δήμος Μούτσης, Χρήστος Λεοντής, Δημήτρης Λάγιος, Νίκος Μαμαγκάκης και από πλευράς στιχουργών οι Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Ελευθερίου, ο Μανώλης Ρασούλης και Τάσος Λειβαδίτης. Από πλευράς ερμηνευτών σε ιέρειες του έντεχνου αναδεικνύονται οι Χάρις Αλεξίου, η Δήμητρα Γαλάνη, η Άλκιστις Πρωτοψάλτη, η Μαρία Φαραντούρη, η Μαρία Δημητριάδη, η Φλέρυ Νταντωνάκη, η Αλίκη Καγιαλόγλου, η Μαρίζα Κώχ, η Νάνα Μούσχουρη κ.ά., ενώ σημαντική πορεία καταγράφουν οι Γιώργος Νταλάρας, Μανώλης Λιδάκης, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Ορφέας Περίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Μίλτος Πασχαλίδης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, κα.

Όλα τα μωρά στην πίστα

Υπήρχαν από τη δεκαετία του '30 και επί το πλείστον λειτουργούσαν ως μπαρ-κονσομασιόν, όπου ο πελάτης πλήρωνε ένα φιξ ποσό για ένα κακής ποιότητας ποτό, ένα ακόμα πιο κακής ποιότητας πιάτο φαγητό και τη συντροφιά κάποιας wanna be λαϊκής καλλιτέχνιδας. Τα σκυλάδικα επανήλθαν δυναμικά στο προσκήνιο από τα τέλη της δεκαετίας του '70 καθρεφτίζοντας σε μεγάλο βαθμό την κουλτούρα του νεοέλληνα, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τη Μεταπολίτευση και ύστερα. Ανοιγμένες σαμπάνιες θυσία στα πόδια δευτεροκλασάτων τραγουδιστριών τύπου barbie, μπουκάλια με ουίσκι, υπερμεγέθη πούρα, σπασμένα πιάτα και δίσκοι με γαρύφαλλα, τσιφτετέλι πάνω στα τραπέζια, υπό τους ήχους εύπεπτων καψουροτράγουδων με θέμα τον υπέρτατο έρωτα, το μέχρι τρέλας πάθος, την αμαρτία, το χρήμα, τη δόξα και τη νύχτα που όλα επιτρέπονται, συνθέτουν το σκηνικό της νεοελληνικής λαϊκής διασκέδασης. Λαϊκοί τραγουδιστές που μεσουράνησαν προ χούντας όπως οι Στράτος Διονυσίου, Μανώλης Αγγελόπουλος, Τόλης Βοσκόπουλος, Καίτη Γκρέυ, Δούκισσα, Μαρινέλλα, Λίτσα Διαμάντη, κα, αποσύρονται σιγά-σιγά από τις πίστες των μεγάλων μαγαζιών για να πάρουν τη θέση τους οι πρωταγωνιστές των σκυλάδικων της εθνικής οδού, όπως ο Λευτέρης Πανταζής, ο Σταμάτης Γονίδης, η Κατερίνα Στανίση και η Άντζελα Δημητρίου, αλλά και λαϊκο-ποπ είδωλα από το 1990 κι ύστερα.

Τα νέα είδωλα ενσαρκώνουν αυτό που ο νεοέλληνας των αρχών της δεκαετίας του '80 θέλει να πιστεύει ότι έχει γίνει. Η λαϊκή καταγωγή θάβεται και τη θέση της παίρνει η φαντασίωση της νεόπλουτης γυναίκας με τα επώνυμα ρούχα και τα φανταχτερά κοσμήματα και του άντρα με το ακριβό κάμπριο και τη δυνατότητα να αγοράσει με το στάτους του όποια γυναίκα θέλει. Αυτό είναι άλλωστε το πρότυπο ζωής που τα αστέρια της πίστας προβάλλουν στα βίντεοκλιπ τους, που έχουν κατακλύσει την ιδιωτική τηλεόραση βοηθώντας τη δημοφιλία των προαναφερόμενων, αλλά και στα lifestyle περιοδικά. Το δήθεν αποθεώνεται. Η μουσική δεν ακολουθεί πια τις τάσεις της δημιουργίας αλλά τις τάσεις της αγοράς. Πρέπει να πουλάει, να είναι γρήγορη, εύκολη στην κατανάλωση. Κανένας δεν νοιάζεται για το αν «το φθηνό το κρέας τα σκυλιά το τρώνε». Τα σκυλάδικα άλλωστε είναι ένας χώρος μαζικά οικείος...

Σε πολιτική αναλογία, η άνοδος του ΠΑΣΟΚ και οι κοινωνικές παροχές της πρώτης τετραετίας μεταφράζονται από τον μέσο Έλληνα ως ευκαιρία για ευδαιμονία που εκδηλώνεται με την καταναλωτκή επιδειξιομανία σε όλους τους τομείς. Το να «τα σπας» στα μπουζούκια σε κάνει μέρος της κοινωνίας της ευμάρειας, προσδίδοντας στο υποκείμενο την ταυτότητα της κοινωνικής ανόδου, που λόγω της πολυτάραχης σύγχρονης ελληνικής ιστορίας έμεινε καταπιεσμένη επί πολλά χρόνια. Η ηγεσία άλλωστε του σοσιαλιστικού κόμματος θα προπαγανδίσει την κουλτούρα της πίστας. Ποιός ξεχνάει 'αλλωστε, τον Ανδρέα Παπανδρέου να χορεύει το «Αυτός ο άνθρωπος» ερμηνευμένο από τη Ρίτα Σακελαρίου, τον Ευάγγελο Γιαννόπουλο να κάνει πολιτικές δηλώσεις εξερχόμενος από τα Αστέρια, αλλά και τον μετέπειτα πρωθυποργό Γιώργο Παπανδρέου να βαδίζει στα χορευτικά βήματα του πατέρα του;

Η αγορά έκανε την τέχνη χρήμα

Επί 40 και πλέον χρόνια διακρίνεται για την δημιουργική της παρουσία και την προσφορά της στο ελληνικό τραγούδι και τον πολιτισμό εν γένει, διαγράφοντας μια πορεία παράλληλη αυτής της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η Δήμητρα Γαλάνη, με περισσότερα από 1000 τραγούδια στο ενεργητικό της και κορυφαίες συνεργασίες με ιερά τέρατα της ελληνικής δημιουργικής μουσικής σκηνής, έχοντας πορευτεί όλα αυτά τα χρόνια με γνώμονα την έκφραση και ύστερα το βιοπορισμό, κοιτάει πίσω στα τελευταία 40 χρόνια μουσικής παραγωγής και μιλά στο tvxs.gr για τα σωστά και τα λάθη στα οποία υπέπεσε η μεταπολιτευτική τέχνη.

Σχολιάζοντας την εξέλιξη της βιομηχανίας του θεάματος, η Δήμητρα Γαλάνη σημειώνει πως «αν παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της μουσικής σκηνής διεθνώς από τη δεκαετία του '80 και μετά, θα δούμε ότι αυτο που ζουμε σαν αγορά και σαν κοινωνια αυτη τη στιγμη αρχισε να εφαρμοζεται πρωτα απο ολα στην μουσική βομηχανία και εν γένει στην βιομηχανία του θεάματος. Η δημιουργία δηλαδή μιας ενιαιας αγοράς, η οποία θα λειτουργεί βουλιμικά υπέρ κάποιων μονοπωλίων και θα ισοπεδώνει κάθε μικρότερη ή και ατομική ελευθερία και πρωτοβουλία».

«Αυτή η γιγαντωμένη δυσανάλογα αγορά έπρεπε τότε να λειτουργεί με συγκεκριμένο τρόπο και να “κατασκευάζει” συγκεκριμένα “προϊόντα” ώστε να τα εκμεταλευεται και ανάλογα. Αυτό έγινε κατά κόρον και στην χώρα μας και έτσι φτάσαμε στα αποτελέματα που φτάσαμε, όπου κάθε έννοια τέχνης έπρεπε να μεταφράζεται σε χρήμα και μάλιστα πολύ. Έτσι δημιουργήθηκε ένα σύστημα, αυτό του mega - show, όπου όλα άρχισαν να “μεγαλώνουν’ να γίνονται πιο μαζικά και στο οποίο λίγο – πολύ όλοι “ψηθήκαμε” ότι έπρεπε να παίξουμε», θα πει η σπουδαία ερμηνεύτρια.

Κάνοντας την κριτική της πορείας αυτής η Δήμητρα Γαλάνη θα υπογραμμίσει πως «από ότι φάνηκε στην πορεία αυτό ήταν μέγα λάθος και ιδιαίτερα για χώρες μικρές και με γλωσσικές άρα και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες σαν την δική μας». «Αυτό πιστεύω ότι συνέβει και αυτό πρέπει να αλλάξει,  και βλέπω να αλλάζει ήδη, γιατί ακριβώς λόγω μεγέθους χώρας τα πράγματα μπορούν να είναι λίγο πιο ελέγξιμα. Και αυτο δεν σημαίνει κάνεναν “πόλεμο” βέβαια. Απλά πρέπει να αλλάξουν οι προσδοκίες και οι αναμονές όλων μας και να βρούμε έναν τρόπο  να δουλέψουμε χωρίς να γκρεμίσουμε το σπίτι μας», θα τονίσει.

Η πραγματική τέχνη αποσιωπάται αλλά είναι παρούσα

Εν μέσω της οικονομικής αλλά κυρίως κοινωνικής και πολιτισμικής κρίσης που η πρώτη έχει επιφέρει και για πολλούς αποτελεί αποτέλεσμα της αυτοκαταστροφικής πορείας των μεταπολιτευτικών επιλογών, έντονη είναι η κριτική που ασκείται στους ανθρώπους των Τεχνών και των Γραμμάτων για τη θέση που κράτησαν, σε σχέση με προγενέστερους τους που με τη δράση τους είχαν δρομολογήσει εξελίξεις κατά την Κατοχή, τον Εμφύλιο κι αργότερα κατά τη Δικτατορία.

«Κοιτάξτε, η πραγματική τέχνη ήταν, είναι και θα είναι πάντα παρούσα και δίπλα στον κόσμο  γιατί απλούστατα αναπνέει μαζί του  και είναι κομμάτι αυτού», λέει κατηγορηματικά η Δήμητρα Γαλάνη. Διαχωρίζοντας τα γεγονότα, η τραγουδιστρια που έχει σημαδέψει την έντεχνη σκηνή τονίζει πως «δεν πρέπει να σας μπερδεύει το γεγονός ότι σε όλο αυτό το διαστημα η πραγματική τέχνη άρχισε σιγά- σιγά να “κρύβεται” από το μεγαλύτερο μέρος των ΜΜΕ. Ολοένα και πιο πολύ βλέπαμε την θέση της καλλιτεχνικής και της  πνευματικής  δημιουργίας να την καταλαμβάνουν, στη κυριολεξία, τα διάφορα υποπροϊόντα της. Αυτό έγινε παντού. Στη μουσική, στο θέατρο, στον κινημετογράφο, στη λογοτεχνία κλπ». «Αυτο σε συνδιασμό με την πλήρη απουσία μιας στοιχειώδους παιδείας και πληροφόρησης, μας έφτασε στην σημερινή κατάντια», θα συμπληρώσει.

«Αν και δημιουργήθηκε μια τεχνιτη “σιωπή”, αυτό δεν σταμάτησε όπως ήταν φυσικό τους σημαντικούς δημιουργούς να έχουν λόγο δημόσιο και έτσι να επισημαίνουν τους κινδύνους. Μιλάγανε και μέσα από το έργο τους και δημόσια. Η εποχή όμως ήταν της άκρατης πλασματικής ευμάριας και έτσι λίγοι ακούγαν δυστυχώς. Τέλος πάντων. Σημασία έχει να έχουμε καταλάβει και να προχωρήσουμε μπροστά όλοι μαζί», σημειώνει.

Αναφερόμενη στους υπαίτιους της πορείας αυτής, η Δήμητρα Γαλάνη προειδοποιεί πως όσοι συνέβαλαν σε αυτό το πολιτισμικό έγκλημα δε θα έπρεπε να χαίρονται. «Αυτό το κοινωνικό μόρφωμα αυτό το κατασκέυασμα της υποκουλτούρας που θρέψανε θα τους καταπιεί και τους ίδιους. Όσον αφορά το νεώτερο καλλιτεχνικό δυναμικό αυτής της χώρας δε, ας μου επιτραπει να διατυπώσω την λαϊκή σοφία που θέλει την αχλάδα να έχει πίσω την ουρά. Προχωράει και θριαμβεύει χωρις αυτούς», θα καταλήξει η Δήμητρα Γαλάνη.

Πίσω μην κοιτάς

Στην ερώτηση για το πιο τραγούδι θα επέλεγε για να περιγράψει τα σαράντα χρόνια Μεταπολίτευσης, η Δήμητρα Γαλάνη επιλέγει ένα νέο τραγούδι που έγραψε η ίδια σε στίχους του Παρασκευά Καρασούλου και είναι στον τελευταίο δίσκο της με γενικό τίτλο «ΑΛΛΙΩΣ». Το τραγούδι είναι το «Πίσω μην κοιτάς» και μιλάει για τον ευατό μας που έχει πια παλιώσει και είναι καιρός να κοιτάξει μπροστά καθώς ότι αγαπά είναι πια μπροστά του κι ότι πια χρωστά είναι στην καρδιά του, όπως ακριβώς και τα σωστά και λάθη της Μεταπολίτευσης έχουν πια παλιώσει και είναι καιρός να κοιτάξουμε μπροστά για να χτίσουμε σε νέα βάση την εποχή της μετα-Μεταπολίτευσης.

Παλιώνει κάποτε σαν ρούχο ο εαυτός σου
και ας τον συνήθισες και ας βόλεψε πολλά
και ας ήταν πάντοτε ο πιο πιστός στενός δεσμός σου
και ας σε κουβάλησε ως εδώ από μακριά

Παλιώνει κάποτε σαν σπίτι και η ζωή σου
δεν φτάνει πια δεν σε χωράει όπως παλιά
τα βράδια τρίζει και εσύ όλο χάνεις το κλειδί σου
όλο πιο δύσκολα η συνήθεια σε κρατά

Πίσω μην κοιτάς
ότι αγαπάς είναι εδώ μπροστά σου
πίσω μην κοιτάς
ότι πια χρωστάς είναι στην καρδιά σου

Παλιώνουν κάποτε και οι δρόμοι να γυρίσεις
και ας σε πονάει που αλλάζεις προορισμό
ένας καινούργιος εαυτός ζητάει να αφήσεις
σαν άδειο ρούχο τον παλιό σου εαυτό.

Πηγή : tvxs