ενημέρωση 1:28, 25 July, 2026

Ακίρα Κουροσάβα: Ο αυτοκράτορας του ιαπωνικού κινηματογράφου

«Επτά σαμουράι», «Ο θρόνος του αίματος», «Καγκεμούσα», «Ραν», «Όνειρα», «Γιοζίμπο». Λίγες, ελάχιστες μόνο από τις μεγάλες ταινίες που χάρισε το κινηματογραφόφιλο κοινό, ο «αυτοκράτορας του ιαπωνικού κινηματογράφου», Ακίρα Κουροσάβα.

Γεννημένος, στις 23 Μαρτίου του 1910, στο Ομόρι, κοντά στο Τόκιο της Ιαπωνίας, έμελε να αναδειχτεί ο μεγαλύτερος σύγχρονος Ιάπωνας σκηνοθέτης και σίγουρα ένας από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές σε παγκόσμιο επίπεδο, με περισσότερες από 30 ταινίες, κάποιες από τις οποίες τιμήθηκαν με διεθνή βραβεία, όπως ο Χρυσός Λέων στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας το 1951 για την ταινία «Rashômon» και ο Χρυσός φοίνικας του Φεστιβάλ των Καννών του 1980 για την ταινία «Kagemusha».

Ο Ακίρα Κουροσάβα, μπήκε στο χώρο της τέχνης, θέλοντας αρχικά να ασχοληθεί με τη ζωγραφική. Γράφτηκε σε μία σχολή καλών τεχνών στην οποία μελέτησε κυρίως δυτικές τεχνοτροπίες. Σύντομα εντάχθηκε σε μία καλλιτεχνική ομάδα και μελέτησε σε βάθος τη Ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Την αγάπη του για τον κινηματογράφο σημάδεψε η αυτοκτονία ενός από τους έξι αδελφούς του που λάτρευε το σινεμά και δούλευε ως αφηγητής σε βωβές ταινίες. Η σχέση του ίδιου του Κουροσάβα με τον κινηματογράφο ξεκίνησε το 1930 στο πλευρό του σκηνοθέτη, Κατζίρο Γιαμαμότο που υπήρξε μεγάλος δάσκαλος για το νεαρό Ακίρα Κουροσάβα, παρά τη δύσκολη για τον ιαπωνικό κινηματογράφο εποχή. Μία εποχή συντηρητική κατά την οποία ο Γιαμαμότο εκτελούσε, κυρίως, ταινίες – παραγγελίες για το στρατιωτικό καθεστώς. Ο Κουροσάβα, στο ίδιο κλίμα, θα κάνει την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα το 1943, με την ταινία «Σουγκάτα Σανσίρο» μια ταινία για την ιστορία του τζούντο. Στα επόμενα χρόνια ο Κουροσάβα θα κάνει ταινίες απλές και εμπορικές, όπως η συνέχεια του «Σουγκάτα Σανσίρο» (1945) τις οποίες δημιουργεί υπό τον έλεγχο της στρατιωτικής κυβέρνησης της Ιαπωνίας, κάτω από καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας για την πνευματική δημιουργία. Ευνοούνται φυσικά έργα με πατριωτικό περιεχόμενο. Τέτοιο θα είναι και το περιεχόμενο του δεύτερου μέρους του «Σουγκάτα Σανσίρο» του Κουροσάβα, ενός ανθρώπου που, ωστόσο, συμπορευόταν με την αριστερά.

Ο προσανατολισμός του θα αλλάξει αμέσως μετά τον πόλεμο. Η πρώτη του ταινία, «Οι νέοι δεν χρειάζονται λύπηση» (1946), διαπραγματευόταν την ιστορία της Ιαπωνίας από την δεκαετία του '30 ως το 1946. Η ταινία βασιζόταν στην «πτώση του Τακικάβα», το 1933 όταν ένας καθηγητής αναγκάσθηκε από την κυβέρνηση να παραιτηθεί εξ αιτίας των πολιτικών απόψεών του, επειδή υποστήριζε την αριστερά και τα φοιτητικά κινήματα. Δύο χρόνια αργότερα ο Κουροσάβα, γύρισε το αριστούργημα «Ο μεθυσμένος άγγελος» (1948). Από κει και πέρα, οι ταινίες διαδέχονται η μία την άλλη και πρόκειται πάντα για εξαιρετικές παραγωγές που θα αποδώσουν στον Ακίρα Κουροσάβα τον τίτλο που του αξίζει («ο αυτοκράτορας του ιαπωνικού κινηματογράφου») και μία θέση στο Πάνθεον των σύγχρονων κινηματογραφιστών. Το 1950 θα κυκλοφορήσει το «Ρασομόν» η ταινία που του επέφερε τη διεθνή του φήμη και τον έκανε γνωστό στην Ευρώπη χαρίζοντάς του, το «Χρυσό Λέοντα». Θα ακολουθήσουν οι «Επτά Σαμουράι», «Όνειρα», «Γιοτζίμπο», «Ραψωδία τον Αύγουστο», «Καγκεμούσα».

Ο Κουροσάβα μελέτησε σε βάθος στοιχεία του δυτικού πολιτισμού, τα ενσωμάτωσε στην ιαπωνική κουλτούρα, το έκανε όμως με τρόπο αριστοτεχνικό, καταφέρνοντας να δημιουργήσει το δικό του μοναδικό στιλ κινηματογράφησης και στη συνέχεια να επηρεάσει ο ίδιος τον δυτικό κινηματογράφο. Ο ίδιος δεν δίστασε να αξιοποιήσει έργα των μεγάλων δυτικών κλασικών Γουίλιαμ Σαίξπηρ, Μαξίμ Γκόρκι και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι μεταφέροντάς τα στη φεουδαρχική Ιαπωνία, ενώ και οι δημιουργοί της Δύσης δεν δίστασαν να «πατήσουν» στις δικές του ταινίες προκειμένου να δημιουργήσουν μεγάλες ταινίες. Τρανταχτά παραδείγματα, το «Και οι επτά ήταν υπέροχοι» του Τζον Στέρτζες, ένα ριμέικ των «Επτά σαμουράι» και το «Μια χούφτα δολάρια» του Σέρτζιο Λεόνε, ένα ριμέικ του «Γιοζίμπο». Επιπλέον, ο Τζορτζ Λούκας, ποτέ δεν έκρυψε ότι εμπνεύστηκε τον «Πόλεμο των άστρων» από το «Κρυμμένο κάστρο» (1958) του Ακίρα Κουροσάβα.

Ο θάνατός του από εγκεφαλικό, στις 6 Σεπτεμβρίου, του 1998 σήμανε μια μεγάλη απώλεια για τον παγκόσμιο κινηματογράφο, παρ' ότι ο Κουροσάβα είχε αποσυρθεί από το 1993, έχοντας παραδώσει στους φίλους του κινηματογράφου τον «Δάσκαλο», το κύκνειο άσμα του.

Φιλμογραφία

«Μανταντάγιο» (1993), «Μια Ραψωδία Τον Αύγουστο» (1991), «Όνειρα» (1990), «Ραν» (1985), «Καγκεμούσα, ο ίσκιος του πολεμιστή» (1980), «Ουζαλά» (1975), «Η Γειτονιά Των Καταφρονεμένων» (1970), «Κοκκινογένης» (1965), «Ο Δολοφόνος Του Τόκιο» (1963), «Σαντζούρο» (1962), «Γιοζίμπο» (1961), «Οι κακοί κοιμούνται ήσυχα» (1960), «Το κρυμμένο φρούριο» (1958), «Ο υπόκοσμος» (1957), «Ο Θρόνος του Αίματος» (1957), «Οι 7 Σαμουράϊ» (1954), «Ο καταδικασμένος» (1952), «Ο ηλίθιος» (1951), «Ρασομόν» (1950), «Σκάνδαλο» (1950), «Λυσσασμένος σκύλος» (1949), «Η ήσυχη διένεξη» (1949), «Ο μεθυσμένος άγγελος» (1948), «Μία υπέροχη Κυριακή» (1947), «Οι νέοι δεν χρειάζονται λύπηση» (1946), «Αυτά κτίζουν το μέλλον» (1946), «Ο Θρύλος του Τζούντο 2» (1945), «Αυτοί που πάτησαν την ουρά της τίγρης» (1945), «Ο πιο ωραίος» (1944), «Ο Θρύλος του Τζούντο» (1943)

Πηγή : tvxs

Μπισκότα αλμυρά κι αμυγδαλάτα

Θυμάμαι τη μητέρα μου να φτιάχνει τέτοια εποχή μπατόν σαλέ, αλμυρά μπισκοτάκια σε διάφορα σχήματα με τη ζύμη που χρησιμοποιούσε για τα σπιτικά μισοφέγγαρα τυροπιτάκια. Τα γλυκά δεν τα συμπαθώ ιδιαίτερα αλλά τα αλμυρά μπισκότα είναι η αδυναμία μου και συνήθως φτιάχνω πολλά και διάφορα με ζύμη ψωμιού και την ξινή μαγιά που «ταΐζω» κάθε βδομάδα. Στα πικάντικα μπισκότα μου βάζω αλεύρι ολικής και βρώμη (κουάκερ), πολτό από κολοκύθα ή ντομάτα (ανάλογα με την εποχή), γιαούρτι και πορτοκάλι και βέβαια μπόλικο ελαιόλαδο για να γίνουν αφράτα. Τα νοστιμίζω με καυτερή πιπεριά και τα κάνω κριτσανιστά με ηλιόσπορο, αμύγδαλα ή άλλους ξερούς καρπούς.

Photo: notderbypie.com

Όμως ξέρω πως οι περισσότεροι από σας προτιμάτε τα πιο γρήγορα αποτελέσματα και δεν έχετε υπομονή να περιμένετε τη ζύμη να ανέβει κι έπειτα, αφού ψηθεί σε καρβέλια μακριά, να μείνει 1 - 2 μέρες να τραβήξει, προτού να κοπεί σε λεπτά φετάκια για να ξαναψηθούν τα παξιμάδια σε χλιαρό φούρνο 1 - 2 ώρες, να ξεραθούν.

Να λοιπόν μια απλούστερη και εξίσου ενδιαφέρουσα εκδοχή, που ονόμασα τυροκουραμπιέδες, μια και σαν βάση πήρα ακριβώς τις αναλογίες για το γιορταστικό μας μπισκότο, αφαιρώντας τη ζάχαρη και προσθέτοντας τυρί.

Τυροκουραμπιέδες (μεζές για 6-8 άτομα)

  • 1 ½ φλιτζάνι αλεύρι μαλακό ή για όλες τις χρήσεις
  • 1 ½ κουτ. γλυκού μπεϊκιν πάουντερ
  • 1 φλιτζάνι αμύγδαλα καβουρντισμένα και αλεσμένα (όχι ασπρισμένα)
  • 2/3 φλιτζανιού τριμμένη παρμεζάνα ή άλλο σκληρό τυρί
  • 1/3 φλιτζανιού τριμμένο καπνιστό τυρί (Μετσοβόνε ή ρεγγάτο)
  • ½ κουτ. γλυκού αλάτι ή όσο θέλετε
  • ½ - 1 κουτ. γλυκού κόκκινο πιπέρι (όσο θέλετε) ή μια πρέζα λευκό πιπέρι και ½ κουτ. γλυκού πιμεντόν (καπνιστή ισπανική πάπρικα)
  • 2/3 φλιτζανιού ελαιόλαδο ή μίγμα ελαιόλαδο και βούτυρο
  • 1 κουτ. σούπας ούζο ή περισσότερο
  • 1 αβγό

Σε γαβάθα ανακατώστε, μαζί το αλεύρι, το μπέικιν, τα αμύγδαλα, τα τυριά, το αλάτι και τα πιπέρια. Δουλέψτε το μίγμα με σπάτουλα να ανακατωθούν μαζί τα υλικά. Σε άλλη γαβάθα ανακατώστε το λάδι με το ούζο και το αβγό. Προθερμάνετε τον φούρνο στους 180 βαθμούς.

Κάντε στο μίγμα με το αλεύρι μια λακκούβα και αδειάστε μέσα το μίγμα με το λάδι. Δουλέψτε βιαστικά με σπάτουλα να πάρετε μια λιπαρή ζύμη που μόλις να κρατάει το σχήμα της. Αν είναι υπερβολικά ξερή, προσθέστε της λίγο ούζο ακόμα. Προσοχή! Μη ζυμώσετε πολύ το μίγμα, γιατί οι τυροκουραμπιέδες δεν θα γίνουν αφράτοι.

Photo: saveur.com

Χωρίστε τη ζύμη στη μέση και με τη μισή κάντε παραλληλόγραμμο πάχους περίπου 1 ½ εκ. Στρώστε μια λαμαρίνα με λαδόχαρτο. Με μαχαίρι κόψτε μπαστουνάκια από τη ζύμη και μεταφέρετέ τα προσεκτικά στη λαμαρίνα, βάζοντάς τα σε απόσταση περίπου 1 - 2 εκ. μεταξύ τους. Συνεχίστε με τον ίδιο τρόπο και με την υπόλοιπη ζύμη, βάζοντας τους τυροκουραμπιέδες και σε δεύτερη λαμαρίνα. Ψήστε και τις δυο λαμαρίνες μαζί, στον θερμό αέρα, για 15 - 20 λεπτά περίπου, να αρχίσουν οι τυροκουραμπιέδες να ροδίζουν, αλλάζοντας θέση στα ταψιά στα 10 λεπτά – βάζοντας το επάνω κάτω και το κάτω επάνω.

Αφήστε να κρυώσουν σε σχάρα και διατηρήστε τους - αν περισσέψουν - σε δοχείο που κλείνει καλά.

 

10 highlights του 71ου Φεστιβάλ Βενετίας

Ο Τζέϊμς Φράνκο, πανταχού παρών, μέσα σε όλα, ο άνθρωπος-ορχήστρα, σκηνοθέτης, ηθοποιός, παραγωγός, οικοδεσπότης των Όσκαρ, sexiest man alive, instagram freak και μοντέλο, ανεξάρτητος αλλά και ενταγμένος στο σύστημα, ένα live project που δουλεύει ασταμάτητα, πέρασε από τη Ρώμη δυο εβδομάδες πριν τη Μόστρα για να παραστεί στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ για τη Φρίντα Τζιανίνι και τον Οίκο Gucci, και έφτασε στη Βενετία για να παρουσιάσει το "The Sound and the Fury" του Φόκνερ όπου πρωταγωνίστησε και σκηνοθέτησε. Στο μεταξύ, γύρισε και μια σκηνή στα κανάλια της πόλης για μια από τις 6 ταινίες στις οποίες θα τον δούμε μέσα στο επόμενο 12μηνο, γι΄αυτό και ξύρισε τα μαλλιά της κεφαλής του και κόλλησε ένα μουστάκι. Επίσης παρέλαβε κι ένα βραβείο. Πότε προλαβαίνει; Παρεπιπτόντως, η ταινία του είναι απείρως αρτιότερη από το άλλο φιλόδοξο σκηνοθετικό του project που είδαμε στις Κάννες πρόπερσι, το "Καθώς Ψυχορραγώ", που δεν παίχτηκε πουθενά.  

- Η 74χρονη Θέλμα Σκουνμέϊκερ ήταν απολαυστική στη συνέντευξη τύπου στο πώς περιέγραψε τους άνδρες της ζωής της, τον σύζυγο της, σκηνοθέτη Μάϊκλ Πάουελ, των Μάϊκλ και Πρεσμπέργκερ με τα Κόκκινα Παπούτσια και τον 42ο Παράλληλ, και τον Μάρτιν Σκορσέζε, της ταινίες του οποίου μοντάρει αποκλειστικά τα τελευταία 35 χρόνια. Χρειάστηκε πολλή προσπάθεια και υπομονή για να εισσωρήσει στην ανδροκρατούμενη λέσχη των μοντέρ και, μετά από 3 Όσκαρ και παγκόσμια αναγνώριση για τα επιτεύγματα της (μόνταρε το Woodstock το 1970 χρησιμοποιώντας διπλοτυπίες και freeze frames σε μια εποχή που κανείς δεν το τολμούσε) έγινε η πρώτη μη σκηνοθέτης ή ηθοποιός που τιμήθηκε με Χρυσό Λέοντα για το συνολικό της έργο. Τόσο πολύ ξαφνιάστηκε που ζήτησε να έρθει μαζί της και ο Σκορσέζε για να μοιραστεί το βραβείο, αλλά ο Αλμπέρτο Μπαρμπέρα την διαβεβαίωσε πως ο Μάρτυ είχε ήδη τιμηθεί στο παρελθόν. Το Φεστιβάλ Βενετίας, συνεχίζοντας το έντονο του φλερτ με το ντοκιμαντέρ, όπως αποδεικνύει το περυσινό κορυφαίο βραβείο στο ιταλικό Sacro Gra απένειμε ένα ακόμη τιμητικό Λιοντάρι στον σπουδαίο Φρέντερικ Γουάϊζμαν. Από ταινίες τεκμηρίωσης, το φεστιβάλ ήταν γεμάτο: κινηματογραφικά πορτρέτα του Μπερλουσκόνι (και της σύνδεσης του με τη Μαφία στο "Μπελουσκόνε"), του Μέσι, του Άλτμαν, του Μπογκντάνοβιτς, και του πρώην διευθυντή του φεστιβάλ, 92χρονου Τζιάν Λουίτζι Ρόντι, πέρασαν από τα διάφορα τμήματα, μαζί με το καλύτερο όλων, το Look of Silence του Τζόσουα Οπενχάϊμερ στο επίσημο διαγωνιστικό.  

- Ο Γιώργος Μαυροψαρίδης, μοντέρ στο τουρκικό φιλμ Sivas, ήταν η μοναδική ελληνική παρουσία στο φεστιβάλ, ένα χρόνο μετά τον θρίαμβο του Αλέξανδρου Αβρανά και του Θέμη Πάνου με τα βραβεία σκηνοθεσίας και ερμηνείας αντίστοιχα, για το Miss Violence. Αν επιμείνουμε, ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, συνθέτης Αλεξάντρ Ντεπλά, είναι κατά το ήμισυ Έλληνας.  

- Και μιας και αναφέραμε το Sivas, του Κάαν Μουζντέτζι, την ιστορία ενηλικίωσης ενός μικρού αγοριού από την Τουρκία και τη σχέση με τον σκύλο του, οι πειστικότατα χορογραφημένες σκηνές κυνομαχιών ανάγκασαν δεκάδες διαπσιτευμένες γυναίκες στις αίθουσες να αποχωρήσουν αναστατωμένες- σαν κάποιους γιατρούς που δεν αντέχουν στη θέα του αίματος. Μια ημέρα πριν, οι ίδιες κυρίες είχαν επίσης ταραχθεί από τη βία του "Φωτιές στην Πεδιάδα" (Nobi), του Ιάπωνα Σύνια Τσουκαμότο, με αχρείαστες σπλατεριές που θα χειροκροτούσε μανιωδώς ο Ταραντίνο- και ίσως, μόνο αυτός.  

- Με το "Ένα Περιστέρι Κάθησε σε ένα Κλαδί για να Στοχαστεί για την Ύπαρξη", ο Ρόϊ Άντερσον ολοκλήρωσε ιδανικά την τριλογία του για την ανθρώπινη φύση, με μια ακόμη μαύρη κωμωδία στο στιλ της αλληλένδετης βινιέτας, πικρή και φιλοσοφημένη, χωρίς ωστόσο το στοιχείο της έκπληξης, Το θέμα είναι τι θα κάνει παρακάτω...    

- Η άνεση του Αμερικανοδανού ηθοποιού Βίγκο Μόρτενσεν δεν περιγράφεται: στο θαυμάσιο "Loin des Hommes" του Νταβίντ Ελοφέν, μίλησε άψογα γαλλικά και αραβικά για τις ανάγκες του ρόλου (υποδυόταν έναν Γάλλο που μεγάλωσε στην Αλγερία πριν από τοον πόλεμο) και ψέλλισε και μερικά ισπανικά, γλώσσα που μιλάει άψογα. Θα θέλαμε να του είχει δοθεί η ευκαιρία να μάθει και λίγα ελληνικά για τα Δυο Πρόσωπα του Ιανουαρίου.  

- Το φεστιβάλ Βενετίας είχε ανοίξει ένα παράθυρο στις τηλεοπτικές παραγωγές που δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από το σινεμά με το Mildred Pierce, καλώντας τότε την Κέϊτ Γουίνσλετ να προωθήσει τη μίνι σειρά. Φέτος σειρά είχε μια άλλη σπουδαία κι επίσης βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός, η Φράνσις Μακντόρμαντ, για να μιλήσει με τους δημοσιογράφους για το επερχόμενο Olive Kitteridge, τα 4 επεισόδια του οποίου παρουσιάστηκαν σε δύο μέρη.        

- Σταρ παρέλασαν αρκετοί στο κόκκινο χαλί: Ο Μάϊκλ Κίτον, ο Έντουαρτ Νόρτον και η Έμα Στόουν στην αρχή, Η Ούμα Θέρμαν με την Σαρλότ Γκενζμπούρ για το άκοπο δεύτερο μέρος του Nymphomaniac, η Κατρίν Ντενέβ με την κόρη της Κιάρα Μαστρογιάννι, ο Άντριου Γκάρφιλντ που προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει από τη σκιά του Spiderman μαζί με τον καταπληκτικό Μάϊκλ Σάνον, για το συμπαθέστατο, κοινωνικά ευαίσθητο και πολύ ενημερωτικά για το καθεστώς των εξώσεων και των πληστειριασμών, "99 Σπίτια" του Ραμάν Μπαράνι (είχαμε το δικό του "Man Push Cart" στη Θεσσαλονίκη πριν από μερικά χρόνια), ο Όουεν Γουίλσον, ο Τζέϊμς Φράνκο φυσικά, ο Γουίλεμ Νταφόου, και οι Ίθαν Χοκ, Τζένιουαρι Τζόουνς και Ζόϊ Κράβιτς για το καλοφτιαγμένο Good Kill του Άντριου Νίκολ στο τέλος. Αλλά ο Αλ Πατσίνο έκλεψε την παράσταση, για τις δυο ταινίες, τα μαλλιά, τα γυαλιά, το μπλά μπλά. Ού-χα!  

- Στα παράλληλα τμήματα δεν είχα και πολύ χρόνο να παρακολουθήσω το γίνεται. Τις δυο φορές που το προσπάθησα, είδα τις δυο χειρότερες ταινίες του φεστιβάλ: στο πειραματικό Orizzonti, μια ελεύθερη διασκευή του σεξπιρικού Cymbeline, με τον Εντ Χάρις και τον Τζον Λεγκουιζάμο, ανάμεσα σε άλλους, να απαγγέλουν έμμετρα κρατώντας καραμπίνες (απέτυχε το πείραμα) και στο Giornali Degli Autori, τον Κριστόφ Ονορέ να σκηνοθετεί με υπερστιλιζαρισμένη '70ς πόζα ένα δράμα με νέα παιδιά που αναπαριστούν αρχαίους μύθους στο σήμερα. Η φρίκη...    

- Ο πιό ευχάριστος, ευδιάθετος και αστείος από τους ανθρώπους που συνάντησα στη Βενετία ήταν ο Τζουντ Λο: δεν είχε έρθει στο Φεστιβάλ, αλλά στην πόλη για να προωθήσει το 6λεπτο φιλμάκι του Τζέϊκ Σκοτ Gentleman's Wager για το Johnnie Walker Blue Label, και μου μίλησε με νοσταλγία για τις διακοπές που είχε κάνει στη Σίφνο, υποστηρίζοντας πως δεν ξαναπήγε, αν και πέρασε υπέροχα, γιατί πιστεύει πως τα καλά πράγματα στη ζωή δεν επαναλαμβάνονται. Την ώρα που τα έλεγε όλα αυτά, σκεφτόταν φωναχτά πού είχε καταχωρήσει το τηλέφωνο του ανθρώπου που του είχε κανονίσει τις αξέχαστες ελληνικές του διακοπές, για να τον χρησιμοποιήσει για το επόμενο καλοκαίρι!  

Πηγή: lifo

Ο κηπουρός κι ο καιροσκόπος

Σήμερα θα περιαυτολογήσω. Όμως όχι για μένα τον ίδιο, θα το κάνω έμμεσα. Θα σας μιλήσω για το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά μου, με αφορμή ότι παρουσιάζεται την Τρίτη που μας έρχεται. Είναι αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία, με το θαυμάσιο εξώφυλλο του Φωκίωνα Κοπανάρη. Και για να προλάβω κάθε ενδοιασμό, να σας πω ότι το βιβλίο είναι άκρως αθηναϊκό, επομένως ταιριάζει γάντι στο πνεύμα της στήλης.

Κλακέτα, πάμε.

Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 1940, τη στιγμή που ξεσπάει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Ένας νεαρός μετεωρολόγος ονόματι Χάρης Χωματάς διακόπτει το διδακτορικό του στη Γερμανία. Γυρίζει στον Λόφο Σκουζέ όπου είναι το σπίτι του και δηλώνει εθελοντής, αλλά δεν γίνεται δεκτός να πολεμήσει για λόγους υγείας. Αποφασίζει λοιπόν, αντί να μελετήσει το κλίμα της Αθήνας, έχοντας τον εξής εξωπραγματικό στόχο, όταν τελειώσει ο πόλεμος η πόλη να πολεοδομηθεί εξαρχής, με βάση τα δικά του κλιματολογικά-μετεωρολογικά συμπεράσματα. Γιατί; Διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είναι πολεοδομημένη λάθος.

Ξεκινάει λοιπόν να συλλέγει μετεωρολογικά δεδομένα για την πόλη μας. Πιάνει δουλειά στο Αστεροσκοπείο και τριγυρνάει από μετεωρολογικό κλωβό σε άλλο κλωβό, καταγράφοντας βροχές, συννεφιές, θερμοκρασίες, χιόνια, διαφορές του καιρού από την πόλη στο ύπαιθρο, δασοκάλυψη, χαλάζι, υγρασία και εκατοντάδες άλλα δεδομένα, σε πάρα πολλά σημεία της Αθήνας. Συγκρίνει μάλιστα και με άλλες πόλεις.

Γύρω του ο πόλεμος τελειώνει, αρχίζει η Κατοχή, μεγαλώνει η πείνα, διαμορφώνονται οι παρατάξεις του μελλοντικού εμφύλιου πολέμου- αυτός όμως εκεί, εμμένει στην επιστημονική προσπάθειά του. Και η κοπέλα του τον στηρίζει πλήρως στην προσπάθειά του. Ωστόσο, στο ημερολόγιο που κρατάει, αλλά και στη ζωή που ζούνε, οι δυσκολίες της ζωής δε γίνεται να αγνοηθούν.

Στην περιοχή Κυπριάδη (που ανήκει σήμερα στα Άνω Πατήσια) γνωρίζει κάποιον Αντώνη Αστεριάδη, γεωπόνο, μεγαλύτερό του, που ζει στα Σίδερα (κοντά στο Μεταξουργείο). Ο Αστεριάδης καταγράφει κι αυτός στοιχεία που αφορούν την πόλη (και την Αττική ευρύτερα): τους λαχανόκηπους και τα συναφή. Και ο Αστεριάδης αδιαφορεί για τον πόλεμο και συλλέγει δεδομένα για ζαρζαβατικά, εμπόριο φαγώσιμων ειδών από/προς τον Πειραιά, ανθοκομία, σιτηρά, κτηνοτροφία διαφόρων ειδών, πότισμα, πηγάδια, αρτεσιανά κ.λπ., αλλιώτικα στοιχεία σε κάθε διαφορετική περιοχή, και συγκριτικά μάλιστα με τα πριν τον πόλεμο. Ο γεωπόνος μας ελπίζει ότι η ανάπτυξη της λαχανοκομίας θα σώσει την Αθήνα από την πείνα και προσβλέπει σε μεταπολεμική επέκτασή τους.

Παράλληλα, ο Αστεριάδης αντιμετωπίζει κρίση στο γάμο του, αλλά και ποικίλα πρακτικά προβλήματα στη ζωή του, καθώς και ιδεολογικά.

Παρά τη διαφορά ηλικίας, οι δυο άντρες γίνονται φίλοι και συμπορεύονται. Ο ένας προλαβαίνει να βγάλει το βιβλίο του πριν ακόμα αποχωρήσουν οι Γερμανοί, ο άλλος προσπαθεί να το βγάλει με την απελευθέρωση (Οκτώβρης του ’44). Αλλά ήδη το αίμα έχει αρχίσει να ρέει, τα Δεκεμβριανά πλησιάζουν με ραγδαία βήματα.

Μέσα στο βιβλίο η αφήγηση είναι θρυμματισμένη, ο λόγος δεν είναι συνεχής, ούτε εύκολος, ζητάω έντονη τη συμμετοχή του αναγνώστη. Ανάμεσα στα κομμάτια που αφορούν τη δράση των ηρώων, παρεμβάλλονται –με αναλογία ένα προς ένα– κομμάτια από τα βιβλία του γεωπόνου («κηπουρού») και του μετεωρολόγου («καιροσκόπου»), δηλαδή πίνακες, στατιστικές, επιστημονικές παρατηρήσεις κ.λπ.

Γιατί το μυθιστόρημά μου βασίστηκε σε βιβλία δυο υπαρκτών προσώπων. Γιατί στ’ αλήθεια (όχι συγγραφική αδεία) υπήρξαν δυο τέτοιοι άνθρωποι, που πέρασαν την Κατοχή όχι σφάζοντας (ή ετοιμαζόμενοι να σφάξουν) ο ένας τον άλλο, αλλά βάζοντας την επιστήμη στην υπηρεσία της πόλης μας. Όμως, αντί να ερευνήσω και να φτιάξω βιογραφίες, προτίμησα τη φόρμα του πεζού.

Αυτά εγώ, σαν συγγραφέας. Πολύ πιο διαφωτιστικά θα είναι, προφανώς, όσα θα πουν οι τρεις σημαντικοί άνθρωποι που με τιμούν, παρουσιάζοντας το βιβλίο μου.