ενημέρωση 1:03, 30 July, 2026

«Άλμα» στα Windows 10 για το λειτουργικό σύστημα της Microsoft

Σαν Φρανσίσκο
Η επόμενη έκδοση του λειτουργικού συστήματος της Microsoft θα ονομάζεται Windows 10, καθώς η εταιρεία παραλείπει την έκδοση 9 για να σηματοδοτήσει τις προόδους που έχει κάνει από τα Windows 8 και την έμφαση που δίνεται σε ένα περιβάλλον στο επίκεντρο του οποίου βρίσκονται οι κινητές συσκευές και οι υπηρεσίες Internet. 

Η τρέχουσα έκδοση, τα Windows 8, έχει επικριθεί ευρέως για τις ριζικές αλλαγές συνηθειών που επέβαλε στους χρήστες και έτσι η Microsoft προχωρά στην αποκατάσταση ορισμένων από τα πιο «παραδοσιακούς» τρόπους χειρισμού. 

Η εταιρεία υποστηρίζει ότι τα Windows 10 θα είναι οικεία στους χρήστες, ανεξάρτητα από ποια έκδοση των Windows χρησιμοποιούν τώρα. Για παράδειγμα, το μενού εκκίνησης των Windows 10 θα είναι παρόμοιο με αυτό των Windows 7, αλλά τα τετράγωνα εικονίδια (tiles) που θα ανοίγουν στο πλάι θα θυμίζουν Windows 8. 

Τα Windows 10 θα προσφέρουν «την οικειότητα των Windows 7 με μερικά από τα οφέλη που υπάρχουν στα Windows 8» δήλωσε ο Τζο Μπελφιόρε, στέλεχος της Microsoft που επιβλέπει το σχεδιασμό των Windows.

Η Microsoft έδωσε μια γεύση από το όραμά της για τα Windows σε εκδήλωση στον Σαν Φρανσίσκο, την Τρίτη, με στόχο τους επιχειρηματικούς πελάτες. 

Μία πρώτη τεχνική έκδοση του νέου λειτουργικού συστήματος θα δοθεί σε επιλεγμένους χρήστες αρχής γενομένης από την Τετάρτη.

Λεπτομέρειες των Windows 10 αναμένεται να γίνουν γνωστές στις αρχές του 2015 με την επίσημη έκδοση του λειτουργικού συστήματος να αναμένεται στα μέσα του επόμενου έτους.

Το στέλεχος της Microsoft Τέρι Μέγιερσον χαρακτήρισε τα Windows 10 «μια εντελώς νέα γενιά» που, όπως αναμένεται, θα λειτουργήσει σε μια ποικιλία συσκευών: από τα κινητά τηλέφωνα έως τις κονσόλες παιχνιδιών. 

χράιμι καυτερό για τους γενναίους

Το χράιμι (l” Ahraimi) είναι η πιο πικάντικη γεύση που μπορεί να δοκιμάσει ένας ανθεκτικός ουρανίσκος και ταυτόχρονα να δοκιμαστεί. Φιλέτα ψαριού σε προκλητικά εξ ορρισμού καυτερή  σάλτσα, κόκκινη και αρωματισμένη με δυο κύμινα και πιπέρια. Αγαπητό πιάτο πρωτίστως μεταξύ των Εβραίων της Λιβύης, οι οποίοι το μετέφεραν και το έκαναν δημοφιλές στον υπόλοιπο κόσμο, υπογράφει εξαιρετικά την κουζίνα της Τρίπολης και μένει αξέχαστο σε όποιον έχει τα κότσια -γιατί όντως χρειάζονται- να το γευτεί.

Το χράιμι δεν είναι για όλους τους φαν του πικάντικου· ούτε για όσους αισθάνονται την κάψα με τις δυο ή τρεις κόκκινες πιπεριές στο ταϋλανδέζικο μενού ή στο ινδικό φαγητό και παίρνουν με άνεση -και καλά- μια βαθιά ανάσα πριν αδειάσουν μονορούφι το ποτήρι με το αριάνι ή το Gewurztraminer ;-) Μιλάμε για αυθεντική hot αίσθηση, με νοστιμιά και άρωμα, ένας καυτός ανατολιτικοφέρνων συνδυασμός καθαρού ψαριού σε πλούσια σάλτσα, που σε τραβάει κυριολεκτικά να τον απολαύσεις ενώ την ίδια ώρα κάνει test drive στην γενναιότητά σου! Ε, πιο ύπουλη γευστική πρόκληση, δεν γίνεται.

χράιμιχράιμιΣυχνό πιάτο στο οικογενειακό τραπέζι της πρώην πεθεράς μου -με όσα χρόνια πλέον πέρασαν, θα μπορούσε να το δει κανείς και συμβολικά σαν ολοκαύτωμα-, το χράιμι υπήρξε ανέκαθεν εμπειρία. Ωραία μαγειρεμένο αναμφισβήτητα και σερβιρισμένο απλά σε βαθιά πιατέλα, με πολύ φρέσκο ψωμί παραδίπλα -και οι άνετοι έχουν τις ταπεινές τους μέρες-, ήταν συνήθως το κύριο μέρος του δείπνου για μέλη της οικογένειας και μόνον, σαν να αφορούσε σε αυστηρά μυημένους, κάτι περισσότερο από λογικό αν το σκεφτείτε, αφού οποιοσδήποτε άλλος καλεσμένος θα το εκλάμβανε τουλάχιστον για καψόνι -και δεν θάχε άδικο, βεβαίως.

Σωστό ψάρι για το συγκεκριμένο πιάτο είναι όποιο έχει καθαρή από κόκαλα σφιχτή σάρκα, αρκετά μεγάλο μάλιστα για να κόβεται σε φέτες: ξιφίας και μαγιάτικο θεωρούνται ιδανικά όπως και τα μάγουλα του (μεγάλου) ψαριού. Ντελικάτα ψάρια δεν ενδείκνυνται για τη συνταγή ούτε ολόκληρα μεσαία με λίγα κόκαλα, μια και αφενός θα τα καπελώσει η υπερπλούσια σάλτσα και αφετέρου ο διαχωρισμός των κοκάλων απ” το κρέας μέσα σ” αυτήν θα αποτελούσε στην πράξη ένα επιπλέον έργο περιττής δυσκολίας. Η αυθεντική συνταγή χρησιμοποιεί κόρον, τουτέστιν αγριoκύμινο (αγγλιστίcaraway), που στο σπίτι τότε, το λέγαμε ceruia, καθώς και κύμινο (κανονικό), κόκκινο φέλφελ (felfel=πιπέρι καυτερό, αραβοποιημένη λέξη από το περσικό pelpel) ήτοι είδος καγιέν, κρεμμύδι πολτοποιημένο, πελτέ ντομάτας και σκόρδο, το οποίο -παρότι αρκετό- στο σύνολο της συνολικής κάψας ποσώς “ακούγεται’. Το κρασί στα προαιρετικά υλικά συνιστά νεωτερικό ευρωπαϊσμό, αλλά αξίζει τον κόπο να το δοκιμάσετε. Κανέλα και άλλα μπαχαρικά δεν προστίθενται στο κλασικό χράιμι, το οποίο γίνεται και χωρίς κρεμμύδι, ενώ είθισται να προστίθεται επίσης λίγο λεμόνι.

χράιμι

Είτε ως σάλτσα με ψάρι είτε μόνον ως έξτρα πικάντικη σάλτσα, το χράιμι είναι φαγητό που μπορεί να φτιαχτεί σε 2πλάσια ή 3πλάσια ποσότητα και να καταψυχθεί για αρκετό καιρό. Όπως μάλιστα συμβαίνει με τα περισσότερα φαγητά του είδους, είναι αισθητά πιο νόστιμο την επόμενη μέρα (ή εβδομάδα), καθότι τα υλικά, οι μυρωδιές και οι γεύσεις “δένουν” μεταξύ τους.
Εν ολίγοις: εξαιρετικό πιάτο, υποχρεωτικά καυτερό απευθύνεται μόνον σε παλληκαράδες του πικάντικου ανεξαρτήτως φύλλου. Αν όμως ιδιαιτέρως σας εμπνέει και θέλετε να κάνετε τη ζαβολιά, κόβοντας και ράβοντας στα κυβικά σας την ποσότητα του φέλφελ-καγιέν, παρακαλώ ελεύθερα -δεν είδα, δεν άκουσα… εννοείται.

χράιμι

Προετοιμασία: 5 λεπτά και 30 λεπτά το συνολικό μαγείρεμα. Χρησιμοποιήστε βαθύ σκεύος που να χωράει τις φέτες ή τα κομμάτια του ψαριού σε μια στρώση, ώστε να μην χρειάζεται να τα ζαλίσετε όσο μαγειρεύονται. Μπορείτε να κάνετε το χράιμι όσες μέρες νωρίτερα σας βολεύει και να το διατηρήσετε στο ψυγείο (για 1-2-3 μέρες) ή στην κατάψυξη για περισσότερο. Θα χρειαστεί μόνον να το ξεπαγώσετε και να το ζεστάνετε σιγά-σιγά σε χαμηλή φωτιά ώστε να μην ξαναμαγειρευτεί το ψάρι. Εύκολη και γρήγορη συνταγή.

Υλικά (για 6 άτομα)
1 ½ μικρό ή 1 μεσαίο κρεμμύδι στο μπλέντερ ώστε να είναι σαν σάλτσα
1-1.5 κιλό ψάρι όπως ξιφίας, μαγιάτικο ή μάγουλα ψαριού
½ – 1 κ.γ. αγριοκύμινο (caraway) σε σκόνη (απ” τα μπαχαράδικα)
1 φλ. λευκό κρασί ξηρό (προαιρετικά)
1/2 κ.γ. αλάτι

επιπλέον για κάθε μερίδα/άτομο
ελαιόλαδο: 50 ml για κάθε μερίδα
νερό: 25-30 ml για κάθε μερίδα
2 κ.γ. πελτέ ντομάτας
1 σκελίδα σκόρδο καθαρισμένη
1 κ.γ. πιπέρι καγιέν
½ κ.γ. πάπρικα γλυκιά
½ κ.γ. κύμινο

Ετοιμάζετε τη σάλτσα: Σε μεγάλο βαθύ τηγάνι ή κατσαρόλα ή ψαριέρα και σε μέτρια φωτιά βάζετε το κρεμμύδι. Μαγειρεύετε για μερικά λεπτά, ώστε να εξατμιστούν τα υγρά χωρίς να πάρει χρώμα. Ρίχνετε το ελαιόλαδο και το αφήνετε να ζεσταθεί καλά (μέτρια γωτιά).
Βάζετε όλα τα υπόλοιπα υλικά (πελτέ ντομάτας, σκόρδα, καγιέν, πάπρικα, κύμινο) εκτός από το αγριοκύμινο/ceruia και το νερό στο μπλέντερ ή στο μούλτι και τα πολτοποιείτε, έχοντας μία ομοιογενή μάζα. Την προσθέτετε στο κρεμμύδι με το λάδι. Ανακατεύετε και ρίχνετε το κρασί (αν το χρησιμοποιήσετε), το αγριοκύμινο και το νερό, και μαγειρεύετε τη σάλτσα (μέτρια προς χαμηλή φωτιά χωρίς καπάκι) για 20 λεπτά.
Προσθέτετε αλάτι (αν χρειάζεται ή σας αρέσει) και τα κομμάτια του ψαριού. Μαγειρεύετε (χωρίς να τα πολυπειράξετε) για άλλα 10 λεπτά. Αν χρειαστεί να τα μετατοπίσετε/γυρίσετε εντός του σκεύους, κάντε το με προσοχή χρησιμοποιώντας σπάτουλα ή κουτάλα, ώστε τα κομμάτια να παραμείνουν κομμάτια και όχι υπόλοιπα ψαριού. Αποσύρετε.
Σημείωση: Μην μπείτε στον πειρασμό να ψήσετε υπερβολικά το ψάρι γιατί θα στεγνώσει.
χράιμι

Σερβίρισμα: Σε βαθιά πιατέλα ή ανοιχτά κάπως βαθιά πιάτα, ζεστά ανάλογα και με την εποχή. Η καλύτερη συνοδεία του χράιμι είναι το φρέσκο καλό ψωμί για καυτές βουτιές. Αλλά ωραία του ταιριάζει και το κους-κους – που το συνοδεύει και στην αυθεντική του εκτέλεση.
Σημείωση: Μην πετάξετε τη σάλτσα που θα περισσέψει. Βάλτε την σε βαθύ τηγάνι και σπάστε μέσα αυγά μάτια ή κάντε καυτερά καγιανάς.

Πηγή:pandespani

 

Φρόνιμα και τακτικά πάω με εκείνον που νικά

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

«Κι όπως θυμάσαι, μικρή με είχε συνταράξει το βιβλίο του Χρόνη Μίσιου!» μού λέει και ανακατεύει τον εσπρέσσο –τριάμισυ ευρώ ο εσπρέσσο, Κολωνάκι γαρ- και ρουφάει μια τζούρα από το ηλεκτρονικό τσιγάρο της. «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς...» μονολογεί με νοσταλγία.

Δεν θυμάμαι τίποτα τέτοιο. Θυμάμαι την Ελίζα, συμμαθήτρια μου στο φροντιστήριο, στα μέσα της δεκαετίας του '80, να έχει στο μαλλί ανταύγειες, να φοράει σακάκια με τεράστιες βάτες και να ανυπομονεί να μπει στην Νομική για να γραφτεί στη ΔΑΠ.  

Εάν η λέξη «μαζί» είναι κατά τους επικοινωνιολόγους το πιο επιτυχημένο διαχρονικά σύνθημα, η Ελίζα αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη. «Μαζί, μαζί, μαζί και στη βροχή!

Νομικάρια και Δαπίτισσα αποτελούσε το δίπτυχο της επιτυχίας για μια κοπέλα που ο πατέρας της είχε μάντρα οικοδομικών υλικών στους Θρακομακεδόνες. Σήμαινε χορούς στην «Αυτοκίνηση», εκδρομές στη Μύκονο, συναναστροφή με γιούς μεγαλοδικηγόρων. Οι μάχες στα αμφιθέατρα με τους Κνίτες και με τους Αναρχοαυτόνομους ποσώς απασχολούσαν τις νεαρές Νεοδημοκράτισσες - εκεί έλαμπαν τα αρσενικά της «μεγάλης φιλελεύθερης παράταξης», που αργότερα στελέχωσαν τα υπουργεία ή –οι τυχερότεροι- πήραν εισιτήριο για τις Βρυξέλλες, ευρωβουλευτές, υπάλληλοι έστω της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Δαπίτισσες εκδήλωναν το αγωνιστικό τους φρόνημα χορεύοντας στις ντισκοτέκ το "Life is Life" κι αλλάζοντας τους στίχους: "Life is Life, γαμώ το Πασόκ!» Η Ελίζα στάθηκε η πιο τυχερή. Τα έφτιαξε με τον καλύτερο. Ναυτιλιακό δικηγορικό γραφείο – τρεις γενιές στον Πειραιά, παρακοιμώμενοι εφοπλιστών-, σπάνια μόρφωση και ήθος, πρωταθλητής του τένις συν τοις άλλοις και με συγκρατημένες καλλιτεχνικές ανησυχίες. Υπήρχε βέβαια η μαμά του, που την περνούσε από λεπτό κόσκινο και είχε άποψη ακόμα και για τις σερβιέτες της. Υπήρχε κι ο μπαμπάς του, που της τσιμπούσε τα μάγουλα, ενίοτε –διακριτικά- και τον κώλο... Μα κάθετι έχει το τίμημά του. Ο Μάκης πάντως τήρησε το λόγο του: Επιστρέφοντας από το μάστερ του στο Λονδίνο, την παντρεύτηκε.

Γαμήλιο πάρτυ στο κτήμα Νάσιουτζικ, με τρεις υπουργούς προσκεκλημένους –δυό Νεοδημοκράτες κι έναν Πασοκτζή-, ταψιά με αστακομακαρονάδες (καινούργιο έδεσμα τότε στην Αθήνα) και ζωντανή μουσική – «Κυκλοφορώ κι Οπλοφορώ» - και πράγματι ένας στους δέκα εκεί μέσα οπλοφορούσε για τον φόβο της «17 Νοέμβρη»... Τι περισσότερο θα μπορούσε να ελπίσει η μικρή Ελισάβετ κι ας είχε το κορμί της Αφροδίτης της Μήλου, όπως της επαναλάμβανε ο Μάκης. Την εγκωμίαζε συχνότατα, την άγγιζε όμως αραιά και που, λες κι ήταν πράγματι φτιαγμένη από μάρμαρο...

Ο γάμος στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία: Διήρκεσε όσο να γεννηθούν η θυγατέρα και ο γιόκας κι έπειτα διαλύθηκε βελούδινα. Χώρισαν από τραπέζης και κλίνης. Ο Μάκης δεν ανεχόταν πλέον την ανόητη φλυαρία της και η Ελίζα την ομοφυλοφιλία του, όσο καλοκρυμμένη και αν ήταν. Συμφώνησαν ότι ποτέ δεν θα έπαιρναν διαζύγιο –όσο τουλάχιστον ζούσε η μαμά του- και πως ο Μάκης θα στήριζε οικονομικά τα όνειρα της Ελίζας, αρκεί να μην έρχονταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της οικογένειας.i  

Νομικάρια και Δαπίτισσα αποτελούσε το δίπτυχο της επιτυχίας για μια κοπέλα που ο πατέρας της είχε μάντρα οικοδομικών υλικών στους Θρακομακεδόνες.

Το όνειρο της Ελίζας ήτανε τα life-style νταραβέρια. Άνοιξε στην αρχή γραφείο δημοσίων σχέσεων, μπήκε κατόπιν στις τηλεοπτικές παραγωγές –χρηματοδότησε ένα σήριαλ που πήγε άπατο-, συνδέθηκε τελικά με τις εθιμοτυπίες πεντέξι υπουργείων. Από εκεί έβγαλε επιτέλους λεφτά. Αγόραζε από τα μουσεία αυθεντικά αντίγραφα αμφορέων, χρυσών ειδωλίων και μακεδονικών ήλιων, τα οποία δώριζαν οι υπουργοί στους ξένους επισκέπτες. Γιατί έπρεπε να μεσολαβεί η Ελίζα ανάμεσα στα μουσεία και στα υπουργεία; Διότι έδινε μεγάλο ποσοστό του κέρδους της στα κομματικά στελέχη- σφωγγοκωλάριους του καθενός υπουργού. Κι έμεναν όλοι απολύτως ευχαριστημένοι. Την θυμάμαι στα τέλη των 90ς να είναι συνεπαρμένη με το όραμα του Εκσυγχρονισμού. Κάπνιζε πούρα και αποστήθιζε φράσεις από τα μυθιστορήματα του Νίκου Θέμελη. Έχτιζε εξοχικό στην Πάτμο – «ένα παλιό λιοτρίβι, μοναστηριακής αισθητικής» μού είχε διευκρινήσει- συναναστρεφόταν εικαστικούς, είχαν ιδρύσει και μια ΜΚΟ για την προώθηση της μνήμης της Μελίνας Μερκούρη. «Καλά εσύ δεν ήσουν στη γαλάζια γενιά;» την είχα ρωτήσει τότε. «Πιστεύω εκ γενετής στην Ελλάδα των ανοιχτών οριζόντων» είχε ενοχληθεί. Το δαπίτικο παρελθόν της δεν τής φαινόταν τόσο ιδεολογικά μεμπτό όσο φτηνού γούστου.

Η πενταετία της επανίδρυσης του κράτους από τον Κώστα Καραμανλή συνέπεσε με τις προσωπικές τραγωδίες που αντιστοιχούν σε κάθε ανθρώπινη ζωή, άρα και στη ζωή της Ελίζας. Της ήρθαν, πράγματι, κατακέφαλα, μαζεμένες: Ερωτεύτηκε έναν αρχιτέκτονα και στο παραπέντε που θα έκανε αίτηση διαζυγίου, εκείνος την παράτησε για μια νεότερη φιλενάδα της. Ο Μάκης έπαθε καλπάζοντα καρκίνο, έλιωσε μέσα σε τρεις μήνες και της άφησε τα πεθερικά της. Ο γιός της μπλέχτηκε με ναρκωτικά, κατηγορήθηκε και για συμμετοχή σε μια ληστεία, ευτυχώς ξεμπέρδεψε σχετικά ανώδυνα το παληκάρι και τώρα δουλεύει εθελοντικά ως νοσοκόμος στην υποσαχάρια Αφρική. Η κόρη της έκανε αίτηση συμμετοχής στο "Big Brother"...  

Όπως οι δεινόσαυροι είχαν ως κύρια οδηγία στον μικρό εγκέφαλό τους να ακολουθούν το κοπάδι ακόμα κι όταν καλπάζει προς τον γκρεμό, έτσι και η παιδική μου φίλη η Ελίζα ορίζεται από την ανάγκη να ανήκει στους πολλούς.

Μετά από όλα τα παραπάνω, περίμενα να τη βρω πιο σοφή, πιο αποστασιοποιημένη τουλάχιστον από την επικαιρότητα. Δεν φανταζόμουν πάντως πως θα άρχιζε να μου πλέκει το εγκώμιο του Σύριζα. Να μου μιλάει για τον Αλέξη και την Ρένα και για τον γάμο της Ζωής – «είδες; φτωχόπαιδο παντρεύτηκε!»- και για την «αριστερή απάντηση στη λαίλαπα των μνημονίων». Να την καταλαμβάνει εκείνη -που είχε μεγαλώσει με τη φωτογραφία των βασιλιάδων στο σαλόνι- ιερή συγκίνηση για τον Μανώλη Γλέζο.

Το πιο λυπητερό είναι πως δεν κινείται από υπολογισμό συμφέροντος. Δεν ελπίζει πως άμα ο Σύριζα γίνει κυβέρνηση, θα επωφεληθεί εκείνη προσωπικά. Όπως οι δεινόσαυροι είχαν ως κύρια οδηγία στον μικρό εγκέφαλό τους να ακολουθούν το κοπάδι ακόμα κι όταν καλπάζει προς τον γκρεμό, έτσι και η παιδική μου φίλη η Ελίζα ορίζεται από την ανάγκη να ανήκει στους πολλούς. Εάν η λέξη «μαζί» είναι κατά τους επικοινωνιολόγους το πιο επιτυχημένο διαχρονικά σύνθημα, η Ελίζα αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη. «Μαζί, μαζί, μαζί και στη βροχή!» τη βλέπω να ξελαρυγγιάζεται στην κεντρική συγκέντρωση του Σύριζα, έτσι και οι εκλογές γίνουν το καταχείμωνο. Και να έχει -φορώντας κάτι κόκκινο, ένα μαντήλι, μιαν εσάρπα- την ηδονική αίσθηση πως κάνει κάτι το απαγορευμένο. Σαν στο πρώτο της ραντεβού.

Θα όφειλα να της χαμογελάσω τρυφερά. Το να διατηρείς, στο κατώφλι των πενήντα, ατόφιο τον εφηβικό ενθουσιασμό σου αποτελεί σχεδόν αρετή. Τι φταίει, στο κάτω-κάτω, η Ελίζα που εγώ διακατέχομαι ισοβίως από το σύνδρομο του «ναι μεν αλλά»; Που με γοητεύουν πάντοτε οι μειοψηφίες, ενίοτε δε και η μειοψηφία του ενός; Δεν άντεξα όμως. Το ζιζάνιο μέσα μου με έτρωγε. «Σε έχει συνταράξει ο Χρόνης Μίσσιος;» της έκανα. «Τον μεγάλο αριστερό ποιητή, τον Κώστα Βάρναλη, τον έχεις μελετήσει;» «Όχι...» ομολόγησε. «Θες να σού αφιερώσω έναν του στίχο;» «Ναι!» ενθουσιάστηκε, φανταζόμενη πως ο στίχος θα μιλούσε για αγώνες και θυσίες, λάβαρα και μετερίζια. «Φρόνιμα και ταχτικά πάω με εκείνον που νικά...» της είπα και της έκλεισα το μάτι.

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Βάρσος, Κηφισιά, από το 1892.

Τι είναι αυτό που κάνει την επιτυχία; Τι είναι αυτό που έχει συντείνει σε αυτό το έργο. Τι άραγε;

Έχει να κάνει με το πόστο; Τους καιρούς, ίσως; Ή μήπως με την τύχη;

Έπεσαν σε εποχές άλλες, τις εκμεταλλεύτηκαν και έτσι έγιναν, θα πουν πολλοί, ίσως, αν όχι σίγουρα, οι κακεντρεχείς. Θα ακούσης χίλιες δυό δικαιολογίες, απόψεις. Και είναι πολλοί.

Τι έχει κάνει με την σημαντική επιτυχία; Όχι δεν είναι οι εποχές, άλλωστε πόσοι έχουν παραλλάσει από την πόλη της Κηφισιάς τόσα χρόνια. Πόσοι αλεξιπτωτιστές που μου έλεγε ένας παλιός Κηφισιώτης. Από την οδό Κασσαβέτη, το πιο κεντρικό σημείο στην πόλη, έχουν περάσει τόσα χρόνια πολλοί, πάρα πολλοί, άλλος συνταξιοδοτήθηκε, άλλος προτίμησε τον εύκολο δρόμο, που έδιναν οι «ξένοι», το εύκολο χρήμα. Ποιός αντιστάθηκε άραγε, ποιος είχε τις γερές βάσεις; Μόνο ο εύκολος δρόμος έχει και τα μείον του, την αποξένωση σου από τον τόπο σου. Ας μη πω και το άλλο, την εύκολη κριτική.   

Παιδί ήμουν και με έστελνε η μητέρα μου, ο παππούς και η γιαγιά να ψωνίσω, γιαούρτια, τσουρέκια και πάντα με λαχτάρα, τα γεμιστά κρουασάν με καρύδι. Ή τα κουλούρια βουτύρου, τα τσουρέκια. Θυμάμαι την μητέρα των αδελφών Βάρσου, να κάθετε στο ταμείο ή να καθαρίζει το ρύζι, για τα ρυζόγαλα. Και πάντα υπήρχαν τα δύο αδέλφια. Πρωί, βράδυ, Κυριακές, γιορτές, πάντα έδιναν ένα βροντερό παρών. Από τότε υπήρχε η ζήλεια και η κακεντρέχεια ανάμεσα στον κόσμο. Κοίτα κάθετε καθαρίζει το ρύζι, αντί να πάει στις διακοπές της ή στο εξωτερικό. Οι εύκολες υπεκφυγές.

Θα πουν ότι ο Βάρσος έχει μείνει πίσω από πλευράς τεχνοτροπίας, τα προϊόντα του είναι ξεπερασμένα. Μπορεί, αλλά το αποτέλεσμα δείχνει ότι το στοίχημα είναι με το μέρος του. Διάλεξε ένα δρόμο δύσκολο, κακοτράχαλο και βγήκε νικητής.

Σήμερα, κάθομαι και αναλογίζομε όλα αυτά και διακρίνω την αιτία της επιτυχίας. Την αιτία αυτής της μεγάλης αποδοχής από τον κόσμο. Η προσήλωση στην δουλειά, αυτό είναι –πιστεύω- το κρυμμένο μυστικό. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, τίποτα δεν χαρίζετε σε κανέναν. Ειδικά όταν ο ανελέητος χρόνος κυλάει βρίσκει χαραμάδες και ξεγλιστράει. Τα καθαρά προϊόντα, πάντα φρέσκα, ζεστά, χωρίς να κοροϊδεύει τον πελάτη, χωρίς τις εύκολες αρπαχτές. Τα υλικά του ήταν και είναι στο πέρασμα του χρόνου ίδια, αναλλοίωτα. Οι πελάτες είναι ο πιο σκληρός κριτής. Και σε αυτό το κομμάτι κερδισμένοι είναι δύο. Οι καταναλωτές και η επιχείρηση.

Τίποτα δεν χαρίστηκε στους αδελφούς Βάρσου, μόνο αίμα, ιδρώτα, έχουν τόσα χρόνια χύσει. Και πολύ δουλειά. Τα προϊόντα πάντα φρέσκα, της στιγμής, αυτό είναι το μοναδικό διαβατήριο στην ζωή. Το διαβατήριο της επιτυχίας.

Έχουν περάσει 20 χρόνια περίπου, όταν μια μέρα άκουσα από το ραδιόφωνο, από ένα αριβίστα, έναν τυχάρπαστο επιχειρηματία, που από το πουθενά έβγαλε κάποια χρήματα, πολλά. Ήταν η εποχή της μεγάλης χλιδής. Η εποχή που όλοι σχεδόν οι Έλληνες, μαθημένοι από κάτι τέτοιους τυχάρπαστους, νόμιζαν ότι πλέον θα πρέπει να μην δουλεύουν, αλλά να δουλεύουν τον κόσμο. Ήταν βέβαια «ο διαμορφωτής της κοινής γνώμης», έλεγε τις δεκάδες κουταμάρες του, αλλά έβγαζε χρήματα. Τον άκουσα –τότε- και ήχησε άσχημα στα αυτιά μου να βρίζει επιχειρηματία στην Κηφισιά, γιατί δεν του έδωσε το μαγαζί του να το κάνει café-κλαμπ. Σήμερα, 20 χρόνια μετά, το κατάστημα Βάρσου, το ζαχαροπλαστείο που πουλάει ακόμα τα ίδια προϊόντα είναι εδώ, παρών στους δύσκολους καιρούς, ζωντανό, ακμαίο. Ο επιχειρηματίας που έβριζε και σχολίαζε δυσμενώς όλους, όχι βέβαια τον εαυτό του, είναι σε πτώχευση. Αυτή είναι μια μεγάλη διαφορά, ειδοποιός. 

Φέτος κλείνει η επιχείρηση Βάρσου, 122 χρόνια συνεχούς παρουσίας στην πόλη της Κηφισιάς. Το ζαχαροπλαστείο Βάρσου είναι η μοναδική επιχείρηση, που έχει παραμείνει στην οδό Κασσαβέτη. Το όνομα Βάρσος έχει γίνει επάξια συνώνυμο, με το μεγαλείο της Κηφισιάς.