ενημέρωση 12:53, 6 August, 2026

Βαρέθηκα...

Μια χώρα που θυμίζει χαρταετό, μια κοινωνία που παραμυθιάζεται και μια πατρίδα σαλιγκάρι

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Βαρέθηκα. Βαρέθηκα –εδώ και τέσσερα συναπτά χρόνια- να μετράω και να ξαναμετράω τα λεφτά μου και να μου βγαίνουν ολοένα και λιγότερα. Βαρέθηκα να δουλεύω μέχρις εξαντλήσεως ή να κυνηγάω τη δουλειά, την οποιαδήποτε σχεδόν δουλειά. Να παζαρεύω και το τελευταίο ευρώ, να υποκύπτω σε εξουθενωτικούς όρους του εργοδότη, να πληρώνομαι με εξωφρενική καθυστέρηση κι όποτε τελικά πληρώνομαι, να καταθέτω το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής μου στο κράτος. Βαρέθηκα να αλέθομαι στις μυλόπετρες του χαρατσιού, του ΕΝΦΙΑ, του ΦΠΑ...  

Τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν επί της ουσίας ποτέ. Ζω και αγαπάω μια πατρίδα-σαλιγκάρι, η οποία έρπει και βοσκάει τίποτα χορταράκια κι ευθύς ξανακλείνεται στο καβούκι της για να μην την αρπάξει κανένα πουλί.

Όταν φαλήρισε το ελληνικό δημόσιο, όταν πληροφορήθηκα σε απευθείας σύνδεση με Καστελόριζο, ότι την έχουμε όντως πολύ άσχημα, έδειξα κατανόηση και καρτερία. Ψήθηκα να βαφτίσω την κρίση ευκαιρία. «Θα στερηθούμε» σκέφτηκα «όμως τουλάχιστον θα νοικοκυρευτεί το μαγαζί. Θα οικοδομήσουμε νέες δομές. Καινούργιες, υγιείς σχέσεις μεταξύ μας. Ό,τι ξεκίνησε στραβά από ιδρύσεως σχεδόν της νεότερης Ελλάδας, τώρα –εφόσον αντιμετωπίσουμε την χρεοκοπία σαν δημιουργική καταστροφή- θα ισιώσει...»

Όταν, το επόμενο καλοκαίρι, βγήκαν οι αγανακτισμένοι στις πλατείες, τους κοίταζα με σηκωμένο φρύδι. «Για δες τους» σκεφτόμουν «πώς υστερίζονται επειδή έχασαν τη βολή και το καταναλωτικό τους σφρίγος! Πώς –αντί να αναζητήσουν τις ευθύνες μέσα τους και γύρω τους- εναναγκαλίζονται θεωρίες συνομωσίες, σπεύδουν να ενοχοποιήσουν κάποιους άλλους. Πώς αντιμετωπίζουν την πολιτική και την Ιστορία με όρους ποδοσφαίρου: Οι «δικοί μας» εναντίον των «κακών ξένων», τα «παλικάρια» από τη μια κι από την άλλη οι «τοκογλύφοι», οι «πατριώτες» και οι «κουίσλινγκ»... Δες τους με τι ευκολία καταπίνουν το δόλωμα του κάθε δημαγωγού, ο οποίος τους αθωώνει, τους κολακεύει, τους τάζει λαγούς με πετραχήλια...»

Το 2012, οι διπλές εκλογές στάθηκαν μια σύγκρουση σε δυο γύρους ανάμεσα στους αρνητές της ζοφερής πραγματικότητας και σε εκείνους που υπόσχονταν ότι θα τη διαχειριστούν προς το αμοιβαίο συμφέρον. Ενώ αερογέφυρες με δεκάευρα στήνονταν από την Ευρώπη, ώστε να μην στερέψουν τα ελληνικά ΑΤΜ, η αντιπολίτευση –ριζοσπαστική είτε εθνικιστική- διεκήρυσσε ότι θα έσκιζε τα μνημόνια στο προαύλιο της Βουλής. Πως θα τα καταργούσε έστω, με ένα νόμο του ενός άρθρου. Οι ισχυροί των Βρυξελλών και του Βερολίνου σχεδίαζαν πώς θα μας αποβάλουν απ'την ευρωζώνη και οι επαναστάτες των Αθηνών επέμεναν ότι μπλοφάρουν. (Από ό,τι απεδείχθη, κάθε άλλο παρά μπλόφαραν...) Το ΚΚΕ τουλάχιστον το έλεγε ευθαρσώς: «Πρότυπό μας αποτελεί η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας», μια παραλλαγή –τουτέστιν- της Κούβας. Ο Σύριζα αντιθέτως επέμενε να αρνείται την κρίση, να υπόσχεται ολική επαναφορά στις παλιές καλές μέρες. Η ψήφος όποιου είχε τα μυαλά του στο κεφάλι του ήταν προφανής.  

Με το που σχηματίστηκε η τρικομματική κυβέρνηση, πίστεψα ειλικρινά πως οι μεταρρυθμίσεις θα έμπαιναν σε μια επιταχυνόμενη πορεία. Ότι θα παύαμε επιτέλους να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας και τους δανειστές, θα πραγματοποιούσαμε την πολυδιαφημισμένη εθνική επανεκκίνηση. Κούνια που με κούναγε! Δυό-τρεις δειλές ιδιωτικοποιήσεις –υπό τη δαμόκλειο σπάθη του ανώτατου δικαστηρίου- κι άλλες πεντέξι, που οι συμβάσεις τους ευνοούσαν σκανδαλωδώς κάποιους ημέτερους. Μεταρρυθμίσεις που έμεναν στα χαρτιά, νόμοι που ψηφίζονταν με τα χίλια ζόρια –με τους πιο απίθανους βουλευτές να κάνουν νάζια- και που δεν εφαρμόζονταν ποτέ, τζάμπα ο κόπος! Και παράλληλα περικοπές επί περικοπών, φόροι και άλλοι φόροι με αλλόκοτα ονόματα.  

Σε ένα πράγμα απεδείχθησαν ικανές οι ημέτερες κυβερνήσεις: Στο να σφίγγουν το ζωνάρι. Των άλλων.

Εδώ κι έναν-ενάμιση χρόνο, η κατάσταση απλώς σέρνεται. Η χώρα θυμίζει χαρταετό που του τραβάνε κάθε τόσο απότομα το σκοινί για να πάρει ύψος κι εκείνος αναπηδάει στιγμιαία στον αέρα και ξανακάνει βουτιά. Το "success story", το πολυδιαφημισμένο τέλος των μνημονίων και η έξοδος στις αγορές, θαύματα που κρατήσαν τρεις ημέρες. Ενώ ταυτόχρονα η ανεργία αν δεν αυξάνεται, παραμένει εφιαλτικά υψηλή. Και οι «κόκκινοι» οφειλέτες, όσοι απλώς δεν δύνανται να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους, πληθαίνουν...

Και να έχεις και κάτι τύπους να σου σηκώνουν το δάκτυλο και να ισχυρίζονται με ύφος ιεροκήρυκα πως η ακίνητη περιουσία δικαίως χαρατσώνεται διότι οι Έλληνες (οι Έλληνες συλλήβδην) έκλεβαν τις καλές ημέρες την εφορία και αγόραζαν σπίτια. Και να έχεις και τους φιλοσόφους να χρησμοδοτούν ότι απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας, σάμπως οι εθνικές νοοτροπίες να αλλάζουν μέσα σε πέντε είτε σε δέκα χρόνια. Και να έχεις και τον Σύριζα να ευπρεπίζεται και να προβάρει υπουργικά κοστούμια και αβρούς αστικούς τρόπους. Και να έχεις και τους επιχειρηματίες της σχολής Μποδοσάκη –«με το ντοβλέτι τζάνεμ, πάντα με το ντοβλέτι...»- να ανακαλύπτουν όψιμα τις αρετές του Αλέξη και της Ρένας. Κόκκινα φουλάρια αγορασμένα από το "Hermes"...

Βαρέθηκα. Βαρέθηκα να ζω σε μία κοινωνία που διαρκώς παραμυθιάζεται ή σπάει πλάκα με τον εαυτό της -τον μασκαρεύει και τον σατιρίζει- μόνο και μόνο επειδή δεν τολμάει να τον κοιτάξει κατάματα. Βαρέθηκα να καίγεται η γούνα μας κι εμείς να φανατιζόμαστε για ηλιθιότητες όπως τα τηλεοπτικά καμώματα του Μάρκου Σεφερλή, τον ανάγωγο Θανάση Χειμωνά, το εάν πρέπει ή όχι να παρελαύνουν εν έτει 2014 οι μαθητές του δημοτικού με τον δήθεν ύμνο του ΕΑΜ...

Θα λαχταρούσα -για πρώτη φορά στη ζωή μου- να ιδιωτεύσω. Να κλείσω τα μάτια και τα αυτιά μου στη χαμέρπεια. Να σταματήσω να ασχολούμαι με τις φιλοδοξίες και με τα συμπλέγματα του καθενός που έχει αρπάξει μια σημαία ευκαιρίας και την ανεμίζει εμπρός στο πρόσωπό μου. Ανέκαθεν στο κάτω-κάτω, ένας γυναικείος ώμος, μια μελωδία που σφυρίζει κάποιος άγνωστος στο δρόμο, δυό πιτσιρίκια που αυτοσχεδιάζουν παίζοντας με δίδασκαν και με ενέπνεαν απείρως περισσότερο από ό,τι στην Ελλάδα αποκαλείται «δημόσιος διάλογος». Και στον οποίο, εκών άκων, κι εγώ συμμετέχω.

Δεν διαθέτω όμως αυτή την πολυτέλεια. Πρέπει και σήμερα να στηθώ σε κάποια ουρά, να διαπραγματευθώ με έναν υπάλληλο μίαν ακόμα ευνοϊκή ρύθμιση, να υπολογίσω μέχρι πότε φτάνουν τα λεφτά μου, να αγχωθώ για το τι θα κάνω μετά...

Οφείλω –το χειρότερο- να το πάρω απόφαση ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν επί της ουσίας ποτέ. Πως ζω και αγαπάω μια πατρίδα-σαλιγκάρι, η οποία έρπει και βοσκάει τίποτα χορταράκια κι ευθύς ξανακλείνεται στο καβούκι της για να μην την αρπάξει κανένα πουλί.   Κλείνεται στο καβούκι της και βράζει στο ζούμι της.

Και τρέφεται με το ζουμί αυτό.  

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Έτσι φτιάχνονται τα μπουφάν Moncler: Βασανισμός και υπερκέρδη

 
 
Έρευνα
 
Η κρατική ιταλική τηλεόραση RAI με ρεπορτάζ αποκαλύπτει την αποτρόπαια διαδικασία στην οποία υποβάλλονται πάπιες και χήνες για να αφαιρεθούν τα πούπουλά τους και να κατασκευαστούν τα πανάκριβα μπουφάν της Moncler. Η γνωστή εταιρεία έσπευσε να διαψεύσει τις πληροφορίες, υποστηρίζοντας πως συνεργάζεται με προμηθευτές που «δεσμεύονται με συμβόλαιο για την καλή διαβίωση των πτηνών».
 

Η εκπομπή Report της RAI παρουσίασε εικόνες (δείτε εδώτο βίντεο) από την κακομεταχείριση των πτηνών, τα οποία υποβάλλονται ζωντανά και χωρίς αναισθητικό στην διαδικασία αφαίρεσης των πούπουλών τους, ώστε να γεμίσουν τα μπουφάν. Μάλιστα ένα πτηνό μπορεί να υποβληθεί πολλές φορές στην ίδια φρικαλέα διαδικασία, η οποία επαναλαμβάνεται όσο βγάζει πούπουλα.

Επιπλέον από την έρευνα της εκπομπής αποκαλύπτεται πως στα ακριβά πούπουλα προσθέτουν και άλλα κατώτερης ποιότητας ώστε να μειωθεί το κόστος της πρώτης ύλης, που αγγίζει περίπου τα 30 ευρώ, την ώρα που τα μπουφάν πωλούνται στην αγορά σε τιμές περίπου 1.000 ευρώ και σε ορισμένες περιπτώσεις και σε υψηλότερες.

  • Κατηγορία GREEN LIFE
  • 0

1956: H σοβιετική εισβολή στη Βουδαπέστη

 
Η σοβιετική εισβολή στην Βουδαπέστη, στις 4 Νοεμβρίου του 1956, αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα γεγονότα στην ιστορία των σοσιαλιστικών κινημάτων και κρίσιμη καμπή σε ιδεολογικό επίπεδο για τους σοσιαλιστές του 20ου αι.
 

Προκάλεσε ισχυρές αναταράξεις στα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης, στους κόλπους των οποίων εντάθηκε η κριτική κατά του σοβιετικού καθεστώτος. Η ουγγρική επανάσταση του 1956, που εκτυλίχθηκε το διάστημα μεταξύ 23 Οκτωβρίου με 10 Νοεμβρίου 1956, στράφηκε ενάντια στη σταλινική κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας. Η εξέγερση εκδηλώθηκε με αφορμή φοιτητική διαδήλωση αλλά μαζικοποιήθηκε από την παρουσία χιλιάδων που ενώθηκαν μαζί τους και κατευθύνθηκαν προς το Κοινοβούλιο. Αντιπροσωπία φοιτητών που επιχείρησε να μπει στο κτίριο που στεγαζόταν το κρατικό ραδιόφωνο – γνωστό διεθνώς ως «Radio Budapest» – για να προβάλλει τα αιτήματα των φοιτητών, προφυλακίστηκε. Απέναντι στο αίτημα των διαδηλωτών που βρίσκονταν έξω από το κτίριο για απελευθέρωση της αντιπροσωπείας, η αστυνομία (ÁVH) απάντησε με καταστολή.

Η είδηση μαθεύτηκε γρήγορα και επεισόδια ξέσπασαν στην πρωτεύουσα. Η εξέγερση ωστόσο πήρε γρήγορα διαστάσεις και εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη τη χώρα, συσπειρώνοντας φοιτητές, εργάτες, αγρότες. Κάτω από την πίεση των γεγονότων, η κυβέρνηση έπεσε. Χιλιάδες ήταν αυτοί που οργανώθηκαν σε πολιτοφυλακές, μαχόμενοι ενάντια στην αστυνομία και τα σοβιετικά στρατεύματα. Τα συμβούλια που είχαν δημιουργηθεί πήραν την εξουσία από το κυβερνών κόμμα, απαιτώντας πολιτικές αλλαγές. Η νέα κυβέρνηση διέλυσε την αστυνομία (ÁVH) και διακήρυξε την πρόθεσή της να αποχωρήσει από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, ενώ υποσχέθηκε να προκηρύξει εκλογές. Κι ενώ μέχρι το τέλος του Οκτώβρη οι συγκρούσεις είχαν σχεδόν σταματήσει δίνοντας την εντύπωση πως τα πράγματα άρχιζαν να ηρεμούν, στις 4 Νοέμβρη σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Βουδαπέστη και σ’ άλλες περιοχές της χώρας προκειμένου να καταπνίξουν την επανάσταση.

Η αντίσταση των εξεγερμένων απέναντι στη σοβιετική εισβολή συνεχίστηκε μέχρι τις 10 Νοέμβρη και μέχρι τον Ιανουάριο του 1957 κάθε αντίσταση είχε καμφθεί. Ο απολογισμός των συγκρούσεων εκτιμάται σε 2.500 περίπου νεκρούς από την πλευρά των Ούγγρων εξεγερμένων που σκοτώθηκαν στις οδομαχίες της Βουδαπέστης, εκ των οποίων οι 450 εκτελέστηκαν στις δίκες που ακολούθησαν. Από την πλευρά των Σοβιετικών, 700 περίπου στρατιώτες σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις.

Δεν φαίνεται ωστόσο να υπάρχει συμφωνία όσον αφορά την έκταση των απωλειών. Σύμφωνα με τον Peter Fryer, (Βρετανό δημοσιογράφο στο Κομμουνιστικό Κόμμα Βρετανίας και ανταποκριτή στην Ουγγαρία το 1956 για λογαριασμό της εφημερίδας Daily Worker, που μετά τα γεγονότα απέσυρε τη στήριξή του στο σταλινικό καθεστώς και διαγράφηκε από το ΚΚ Βρετανίας και προσχώρησε στο τροτσκιστικό ρεύμα), τουλάχιστον 20000 Ούγγροι και 3500 Ρώσοι σκοτώθηκαν, ενώ δεκάδες χιλιάδες τραυματίστηκαν.

Η σοβιετική εκδοχή

Αντεπανάσταση χαρακτήρισε η Σοβιετική Ένωση την εξέγερση του 1956. Σύμφωνα με απολογισμό της Pravda: Στις 23 Οκτωβρίου οι «ειλικρινείς» σοσιαλιστές Ούγγροι διαδήλωσαν διαμαρτυρόμενοι για τα λάθη που έγιναν από τις κυβερνήσεις Rákosi και Gerő. Από τις ταραχές ωστόσο επωφελήθηκαν φασίστες, αντιδραστικοί και αντεπαναστάτες, χρηματοδοτούμενοι από δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για να οργανώσουν αντεπανάσταση. Ο ουγγρικός λαός, μέσω του Imre Nagy (που εκτελούσε χρέη πρωθυπουργού από τις 24 Οκτώβρη) απηύθυνε έκκληση προς τις σοβιετικές δυνάμεις στην Ουγγαρία να βοηθήσουν στην επαναφορά της τάξης.

Η κυβέρνηση Nagy, ωστόσο, υπήρξε αναποτελεσματική και ευάλωτη απέναντι σε αντεπαναστατικές επιρροές. Ούγγροι πατριώτες, υπό την ηγεσία του János Kádár, έφυγαν από την κυβέρνηση Nagy και σχημάτισαν κυβέρνηση αποτελούμενη από Ούγγρους επαναστάτες εργάτες και αγρότες που απηύθυνε έκκληση στους σοβιετικούς να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της αντεπανάστασης. Η κυβέρνηση Kádár με τη βοήθεια των σοβιετικών συνέθλιψαν την αντεπανάσταση.