ενημέρωση 6:34, 7 August, 2026

Η επεισοδιακή κηδεία του Νίκου Καζαντζάκη

 
Μετά από ένα ταξίδι στην Κίνα, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης τον Ιούνιο του 1957, ο Νίκος Καζαντζάκης, κορυφαίος  Έλληνας λογοτέχνης και ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως,  επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του προσβληθείς από λευχαιμία (σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο θάνατός του αποδίδεται σε βαριάς μορφής ασιατική γρίπη) και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 σε ηλικία 74 ετών.
 

Η σορός του μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, αλλά ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Θεόκλητος αρνείται, αφού κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα από τον Kαπετάν Mιχάλη και το σύνολο του περιεχομένου του Τελευταίου Πειρασμού . Αποτέλεσμα ήταν η σορός του Καζαντζάκη να παραμείνει στο νεκρικό θάλαμο του Α΄ νεκροταφείου Αθηνών, απόντος και του ιερέα. Άκαρπες απέβησαν οι προσπάθειες που κατέβαλαν ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο κυβερνητικός επίτροπος Θ. Σπεράντζας, φίλοι και οι δύο του Καζαντζάκη, να μείνει η σορός του σε ναό της Αθήνας μέχρι την αναχώρησή της για την Κρήτη.

Δυστυχώς ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος δεν τόλμησε το αυτονόητο, φοβούμενος ίσως όχι αδίκως, και τις αντιδράσεις κάποιων ακραίων χριστιανικών ομάδων.

Έτσι, η σορός του συγγραφέα μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Στις 5 Νοεμβρίου έπειτα από μεγάλη λειτουργία στον Ναό του Αγίου Μηνά, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης  Ευγενίου και 17 ακόμη ιερέων, έγινε η ταφή του Νίκου Καζαντζάκη, στην οποία όμως εκείνοι δεν συμμετείχαν κατόπιν απαγόρευσης του Αρχιεπισκόπου. Η ταφή έγινε στην ντάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα Βενετσάνικα τείχη.

Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή: Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος.

Πρωτόγνωρη εικόνα δείχνει πλανήτες να γεννιούνται

Έρημος Ατακάμα, Χιλή
Όχι, η εικόνα δεν είναι καλλιτεχνική απεικόνιση. Είναι το πραγματικό πορτρέτο ενός δίσκου αερίων και σκόνης, το οποίο σχηματίζει πλανήτες γύρω από ένα άστρο στον αστερισμό του Ταύρου. Είναι μια εικόνα πρωτοφανούς λεπτομέρειας, την οποία συνέλαβε το μεγαλύτερο ραδιοτηλεσκόπιο του κόσμου

«Όταν πρωτοείδαμε την εικόνα μείναμε έκπληκτοι από το επίπεδο της λεπτομέρειας» καμαρώνει η Κατερίνα Βλαχάκη, μέλος της διεύθυνσης του τηλεσκοπίου ALMA.

To ολοκαίνουργιο τηλεσκόπιο, μια συστοιχία από 66 επιμέρους ραδιοτηλεσκόπια διασκορπισμένα στην έρημο της Χιλής, έστρεψε το βλέμμα του στο άστρο HL του Ταύρου, ή HL Tauri, το οποίο εκτιμάται ότι άρχισε να λάμπει πριν από μόλις ένα εκατομμύριο χρόνια.

Τα άστρα γεννιούνται από σύννεφα αερίου και σκόνης, τα οποία καταρρέουν υπό την επίδραση της βαρύτητας και σχηματίζουν πυκνούς πυρήνες, που τελικά πυροδοτούνται και γίνονται νέα άστρα. Το αέριο και η σκόνη που περίσσεψε περιβάλλει αρχικά τα νεαρά άστρα, αργότερα όμως συγκεντρώνεται σε έναν επίπεδο δίσκο, τον λεγόμενο πρωτοπλανητικό δίσκο.

Μέσα σε αυτόν τον δίσκο, οι συγκρούσεις ανάμεσα σε σωματίδια σκόνης δίνουν όλο και μεγαλύτερα σώματα -πρώτα αστεροειδείς και κομήτες, αργότερα πλανήτες.


Το άστρο HL Tauri είναι μικρότερο από τον Ήλιο, ωστόσο ο πρωτοπλανητικός δίσκος του (Α) είναι μεγαλύτερος από το Ηλιακό Σύστημα (Δ). Πηγή: ALMA/ESO/NAOJ/NRAO

Η θεαματική εικόνα του ALMA δείχνει τον πρωτοπλανητικό δίσκο του HL Tauri χωρισμένο σε ομόκεντρους δακτυλίους, ανάμεσα στους οποίους υπάρχουν κενά.

Πρέπει να είναι τα κενά που σχηματίζονται από την κίνηση νεογέννητων σωμάτων, τα οποία αργότερα θα μεγαλώσουν και θα γίνουν ενήλικοι πλανήτες.

Η περίπτωση του HL Tauri εξέπληξε τους αστρονόμους, οι οποίοι δεν περίμεναν να δουν ίχνη πρωτοπλανητών σε ένα τόσο νεαρό άστρο.

«Το HL Tauri έχει ηλικία το πολύ ένα εκατομμύριο χρόνια, κι όμως ο δίσκος του φαίνεται να είναι γεμάτος από πλανήτες που βρίσκονται στο στάδιο του σχηματισμού τους» σχολίασε η Βλαχάκη.

«Αυτή η εικόνα από μόνη της θα φέρει επανάσταση στις θεωρίες για το σχηματισμό πλανητών» είπε.

Bob Dylan: Η Ελληνική Διάσταση

Από τον πρώτο άρθρο που τον ανέφερε στην «Αυγή» το 1965 ως Μπομπ Ντάυλαν μέχρι τις εμφανίσεις του στο λιμάνι Θεσσαλονίκης και τη Μαλακάσα, ο Bob Dylan γνώρισε πολλές διακυμάνσεις στον τρόπο που τον είδαν οι Έλληνες. Το σίγουρο πάντως είναι ότι επέδρασε αποφασιστικά σε έναν από τους κορυφαίους τραγουδοποιούς.

Η πρώτη φορά που γράφτηκε το όνομα του Bob Dylan στον ελληνικό Τύπο φαίνεται πως ήταν στην «Αυγή» (στο φύλλο της 12/7/1964), σε ένα άρθρο με τίτλο «Μια συνείδηση που τραγουδά / Μπομπ Ντάιλαν, ο νεαρός Αμερικανός τροβαδούρος τραγουδά τους καημούς των νέγρων» (τότε, τον Dylan τον έγραφαν ακόμα... Ντάυλαν στην Ελλάδα). Από εκείνο το άρθρο έμαθε τον Dylan ο Διονύσης Σαββόπουλος και πριν εκδώσει το «Φορτηγό» του (Νοέμβριος 1966) είχε ήδη σκύψει στην τραγουδοποιία του Αμερικανού. Υπαινιγμοί από το «It ain't me babe» υπάρχουν στο ρεφρέν του «Βιετνάμ, γιε-γιε», ενώ και στο οπισθόφυλλο του δίσκου διαβάζουμε... «αυτά που θ' ακούσετε εδώ μέσα δεν είναι ακριβώς τραγούδια, είναι μάλλον μια σειρά ασκήσεις φυσικής αναπνοής»... φράση δανεισμένη από μια αντίστοιχη που υπήρχε στο οπισθόφυλλο του «Highway 61 Revisited» από τον Αύγουστο του '65 («the songs on this specific record are not so much songs but rather exercises in tonal breath control»). Ίσως πιο πριν από τον Σαββόπουλο να έσκυψε πάνω στα τραγούδια του Bob Dylan η Μαριάννα Τόλη, η οποία το 1966 κυκλοφορεί ένα EP στη Zodiac του Πατσιφά, στο οποίο διασκεύαζε τέσσερα αμερικανικά folk τραγούδια. Το «He was a friend of mine» ήταν/είναι παραδοσιακό, το οποίο η Marianna απέδιδε στηριγμένη στην ενοργάνωση του Dylan.

Εκείνη την εποχή, μέσα των sixties, το όνομα του Bob Dylan αρχίζει να γίνεται σιγά-σιγά όλο και πιο γνωστό στην Ελλάδα, αφού ακόμη και οι «Μοντέρνοι Ρυθμοί» αναφέρονταν σ' αυτόν. Στο τεύχος 32 (23/6/1965) ο Χρήστος Λεβέντης πληροφορούσε τους αναγνώστες του πως... «Ρόμπερτ Ζίμμερμαν, αυτό είναι το αληθινό όνομα του Μπομπ Ντάυλαν, το ψευδώνυμό του το πήρε από τον Ουαλλό ποιητή Ντάυλαν Τόμας που θαυμάζει και που τον έχει επηρεάσει τόσο όσο και ο Γούντυ Γκάθρι», ενώ στο τεύχος 35 (4/8/1965) ο Λευτέρης Κογκαλίδης σημείωνε πως «για μία εμφάνιση στη Σάντα Μόνικα ο Μπομπ Ντύλαν (σ.σ. εδώ πλέον προφέρεται σωστά) έλαβε 300.000 δραχμές»...

Ο Dylan, επηρεάζοντας τους Beatles ήδη από την εποχή του «I 'm a loser» (Δεκέμβριος '64), επηρέασε στη διαδρομή τους πάντες. Βασική πηγή επιρροής (γενικώς) ήταν οι δίσκοι, το ραδιόφωνο και τα υπόλοιπα ΜΜΕ, οι ταινίες και βεβαίως οι συναυλίες. Στην Ελλάδα, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '60, αρχίζουν να τυπώνονται τα πρώτα 45άρια με τραγούδια του Dylan στην τότε CBS («Subterranean homesick blues», «She belongs to me», «Like a rolling stone», «Positively 4th Street», «I want you», «Rainy day woman», «Just like a woman», «Lay lady Lay» κ.ά.), ενώ το πρώτο long play που τυπώθηκε από ελληνικό εργοστάσιο πρέπει να ήταν το «Nashville Skyline» το 1969. Την ίδια χρονιά (Οκτώβριος) ο Σαββόπουλος τραγουδά στο «Περιβόλι του Τρελλού» τη σύνθεσή του «Οι πίσω μου σελίδες», που παρέπεμπε στο «Μy back pages» από το «Another Side of Bob Dylan» του '64, ενώ και οι M.G.C. (Δημήτρης Πουλικάκος, Δημήτρης Πολύτιμος κ.ά.) ηχογραφούν πρόχειρα στις Σπέτσες το «Γύρω γύρω στη σκοπιά» (που ήταν το «All along the watchtower» από το LP «John Wesley Harding»).

Το τραγούδι, με κάπως διαφοροποιημένους στίχους ως «Ο παλιάτσος κι ο ληστής», ακούγεται στον «Μπάλλο» του Σαββόπουλου (Μάρτιος '71), στον οποίο συμμετείχε και ο Πουλικάκος, ενώ στο «Βρώμικο Ψωμί» (Δεκέμβριος '72) συμπεριλαμβάνεται και το «Άγγελος εξάγγελος» (το «The wicked messenger» επίσης από το «John Wesley Harding»). Το 1971, στο περιοδικό «Διάλογος» (τεύχος 6) που εξέδιδε η Αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα, ο Gene Bluestein (καθηγητής στο Fresno στην Καλιφόρνια) υπογράφει το κείμενο «Η λαϊκή παράδοση και η ποίηση της ροκ», όπου σε ξεχωριστό κεφάλαιο εξετάζει τον... «Ντύλαν και το λαϊκό ροκ». Πρόκειται για ό,τι σοβαρότερο είχε γραφτεί έως τότε στην Ελλάδα για το θέμα. Το 1973 η Ευγενία Συριώτη-Burk δίνει το πρώτο βιβλίο με μεταφρασμένους στίχους του Dylan ως «Τα Τραγούδια του Μπομπ Ντύλαν» (εκδ. IBC Hellas), για να ακολουθήσει μάλλον την επόμενη χρονιά (1974) ο Τάσος Φαληρέας με το «Bob Dylan approximately complete works», μια ανεξάρτητη έκδοση με ωραίο εξώφυλλο του Δημήτρη Αρβανίτη, στην οποία περιέχονταν αμετάφραστοι στίχοι τραγουδιών του Dylan μέχρι και το «Planet Waves» του '74. Το «Desire», που κυκλοφόρησε τον Γενάρη του '76, ήταν ένα άλμπουμ που ακούστηκε αρκετά στην Ελλάδα (περιέχει εξάλλου και το «Joey», που φαίνεται πως επηρέασε τον Σαββόπουλο στο «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο»), με το απογοητευτικό «Slow Train Coming» του 1979 να γνωρίζει, όχι παράξενα, ιδιαίτερη επιτυχία στη χώρα μας. Την ίδια χρονιά, τον Φλεβάρη, δημοσιεύεται στο «Βήμα» μια συνέντευξη του Dylan στον Γιάννη Φλέσσα, όπου, ανάμεσα σε άλλα, ο Αμερικανός τραγουδοποιός μιλάει για την ελληνική μουσική και την παγκόσμια επιρροή του Μίκη Θεοδωράκη.

Με το που μπαίνει η δεκαετία του '80 εμφανίζονται στις βιτρίνες διάφορα βιβλία που σχετίζονταν με τον Dylan. Τα πιο ενδιαφέροντα ήταν το Μπομπ Ντύλαν, Τζο Χιλλ, Γούντυ Γκάθρυ / Ιστορία του αμερικάνικου λαϊκού τραγουδιού (Νεφέλη, 1981) του Ουμπέρτο Φιόρι και, βεβαίως, το Bob Dylan / ένα όχημα (εκδ. Γιάννης Β. Βασδέκης, 1981) του Γιάννη Τζώρτζη. Το 1989 ο Dylan θα επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα, δίνοντας συναυλίες πρώτα στην Πάτρα (26 Ιουνίου) κι έπειτα στην Αθήνα (28 Ιουνίου), όπου και θα εμφανιστεί μαζί με τον Van Morrison (τους μαγνητοσκόπησε και το BBC στον λόφο του Φιλοπάππου την προηγούμενη μέρα). Ηχογραφήσεις από εκείνα τα ελληνικά live υπάρχουν στο ιταλικό bootleg «All the Way Down to Italy» του 1991.

Τo 1993 (22 και 23 Ιουνίου) ο Dylan επανέρχεται στην Αθήνα και εμφανίζεται στον Λυκαβηττό με support τον Πάνο Κατσιμίχα, ενώ κάθε καινούργια δουλειά του εξακολουθεί να απασχολεί τους μουσικόφιλους, με νέα βιβλία να προστίθενται τα πιο πρόσφατα χρόνια – σημειώνω την αυτοβιογραφία του Bob Dylan / η ζωή μου (Μεταίχμιο, 2005), το Λεύκωμα του Bob Dylan (Μεταίχμιο, 2005) και το Bob Dylan / Τραγούδια 1962-2001 (IANOS, 2006) του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. Το 2010 (29 Μαΐου) ο Dylan έπαιξε στο Terra Vibe Park στη Μαλακάσα.

Η φιλία του σκύλου.

Η σκυλοφιλία είναι απόλυτη και σώψυχη ταύτιση.

Όποιος πενθεί για το σκύλο του, πενθεί για την προαπώλεια του εαυτού του. Xάνει ένα μύχιο στοιχείο του εαυτού του το οποίο ασυνειδήτως είχε επενδυθεί στη σκυλίσια παρουσία.

Όταν εξημερώθηκε το σκυλί και έγινε κατοικίδιο "έπεσαν" τα αυτιά του, έγραφε ο Δαρβίνος. Σοφή παρατήρηση, ειδικά για όσους έζησαν στις επαρχίες, κοντά σε ζωντανά και σε κοπάδια. Το κυνηγιάρικο σκυλί, ο μολοσσός που φυλάει τα πρόβατα είναι ζωντανό ραντάρ, πρωτόγονος και ως εκ τούτου ατόφιος. Ο βοσκός δεν βάζει το σκυλί στο σπίτι, το σέβεται αλλά δεν το βλέπει ποτέ σαν μέρος του οίκου. Στην πόλη όμως ο σκύλος απώλεσε την επαφή με τη φύση και τον πρωτόγονο εαυτό του, στερήθηκε τους άγριους σκυλοκαβγάδες, το κυνήγι του λαγού και του τσάκαλου, ήρθε πιο κοντά στον άνθρωπο και απομακρύνθηκε από το παρελθόν του πού υπέκρυπτε πάντα κάτι το λυκίσιο και το αδάμαστο.  

Ένας φίλος γιατρός, έμπειρος στα τετράποδα, έχει δική του πατέντα: "η γάτα είναι ένα κομμάτι κρέας, άφιλη, εγωπαθής, αντίθετα ο σκύλος είναι άνθρωπος με τρίχωμα και με τέσσερα πόδια! Κοντά στο σκύλο γίνεσαι περισσότερο άνθρωπος!" Η σκυλοσυντροφιά ανακαλύπτει διαφορετικά όχι μόνο το σκύλο αλλά και την ίδια τη ζωή. Αξίζει λοιπόν να προσέξουμε αυτήν τη διαχεόμενη ζωοφιλία που δεν είναι βίτσιο, χούι, παραξενιά παρά συναισθηματική εκλέπτυνση χωρίς εμφανές όριο. Ο "κάτοχος" του σκύλου πριν απ' όλα κατέχει ένα προνόμιο το τετράποδο, αγορασμένο σε μικρή ηλικία, αναγνωρίζει από νωρίς τον αφέντη του και αφοσιώνεται. Μπορεί να παίζει με όλους, αλλά μόνο ο "ένας" ταράζει τα σωθικά του. Τον αναγνωρίζει, τον διαισθάνεται από απόσταση, ενίοτε τείνει να σπάσει την αλυσίδα του για να τον προϋπαντήσει.  

Χωρίς υπερβολή, δεν υπάρχει κάτοχος σκύλου που να μην πιστεύει σθεναρά ότι μέσα στο τεράποδό του κρύβεται υπέροχα παγιδευμένο κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο. Το ίδιο βέβαια μπορούμε να πούμε για τους κατόχους αλόγων, δελφινιών, περιστεριών ή αετών. Ωστόσο το μέγεθος και το φυσικό στοιχείο αποτελούν φραγή. Τα πετούμενα ανήκουν στον αιθέρα, το άλογο ανήκει στο μέγεθός του, ενώ ο σκύλος -μόνο αυτός- δίνει την εντύπωση ότι κάποια σπάνια συμπάθεια είναι διαλυμένη στο αίμα του. Αυτό το οξύμωρο, με τα χρόνια, αποβαίνει μυστικός δεσμός, συνεννόηση χωρίς λόγια, νοηματική γλώσσα της συμπάθειας. Αν το ζώο ήταν άνθρωπος με μουσούδα, τρίχωμα, μεγάλα αυτιά δεν θα άξιζε την αγάπη μας. Αντίθετα, καθίσταται λατρεμένο μέχρι περιπαθούς αφοσιώσεως επειδή μέσα στη σκληρή του συνθήκη, αυτή την αμετάκλητα φιμωμένη φύση, κατορθώνει να το σκάει στιγμιαία για να παραδοθεί στη θέρμη της ανθρώπινης φιλίας.  

"Δεν υπάρχει κάτοχος σκύλου που να μην πιστεύει σθεναρά ότι μέσα στο τεράποδό του κρύβεται υπέροχα παγιδευμένο κάτι το βαθύτατα ανθρώπινο."  

Δεδομένου ότι ένα σκυλί είναι "ανθρώπινο" μόνο για λίγους, και ακριβέστερα μόνο για έναν, εύκολα γεννιέται η αυταπάτη ότι το ζωντανό μεταρσιώνει τη φύση του μόνο για χατίρι του. Ο κάτοχος ψυχανεμίζεται μέσα στα κυνικά σωθικά την υπέρβαση της σκυλίσιας φύσης, οπότε η ανθρώπινη συμπάθεια αναγνωρίζει αβίαστα πάνω της ένα καθρέφτισμα του εγώ της. Η οικειότητα είναι απόλυτη, η αναγνώριση βαθύτατη, ο σκύλος είναι στο τσακ να μιλήσει και "μιλάει" βέβαια, έστω και αν οι περισσότεροι παρόντες διαθέτουν ώτα μη ακουόντων. Συχνά, κάποιος αδιάφορος θεατής της θερμής ανθρωπο-σκυλοφιλίας, υποψιθυρίζει :"Μα τι έχει πάθει με αυτό το ψωριάρικο;"  

Αφοσιωμένος στις γάτες και όχι στα σκυλιά, ο Μαλρώ ηταν κατηγορηματικός: Αργά ή γρήγορα, όλοι οι μεγάλοι εγωιστές γίνονται φιλόζωοι. Ωστόσο, η φιλία με το τετράποδο δεν γίνεται αποδεκτή ποτέ ως φιλόζωη ιδιότητα. Άνθρωποι που ζουν χρόνια με το σκύλο τους, που έχουν προσαρμόσει τις ανάγκες και τις μετακινήσεις τους με το τετράποδο, ποτέ δεν σκέφτονται ότι αγαπούν ένα "ζώο". Ο δεσμός με το σκύλο έχει να κάνει με το αξεδιάλυτο κράμα ενός ψυχισμού εντοιχισμένου μεν στη ζωικότητα πού, παρ' ότι τετραποδίζει, σκυλοφέρνει ή γαυγίζει, φέρει στο βλέμμα του μισοσβησμένα πνευματικά ίχνη. Από τη μια μεριά το ζώο είναι ανθρώπινο πείραμα που έμεινε στη μέση, ενώ από την άλλη είναι ζωικό πείραμα που έδωσε αποτελέσματα ανώτερα του αναμενομένου.  

Έτσι αρχίζουν τα θαύματα αφοσίωσης και συνεννόησης ανάμεσα στο τετράποδο και στο δίποδο. Η προσαρμογή είναι τέλεια και βαθύτατα ψυχική. Η υπακοή αγγίζει τα όρια του πάθους. Πιο συγκεκριμένα, δεν μας συγκινεί τόσο η κυρία με το σκυλάκι, η γραία που αγαπά το σκύλο της γιατί δεν της απέμεινε τίποτε άλλο να αγαπά, αλλά η εμμονή νέων ανθρώπων που σε κάθε περίπτωση μετακίνησης, έκτακτων αναγκών, ατυχιών, το πρώτο πού σκέπτονται είναι το τετράποδο. Η σκυλίσια αγάπη δεν είναι μόνο αμοιβαία, κυρίως δεν επιδέχεται "απάτη", μετάπτωση, λήθη - όσο το τετράποδο ζει και κινείται, παραμένει πάγια "αξία".  

Γι' αυτό όταν έρχεται η ώρα του κυνικού θανάτου, μιας και τα σκυλιά κατά κανόνα ζουν πολύ λιγότερο από τον κάτοχό τους, το πένθος είναι σκληρό, δεν παίρνει παρηγόρια. Ο στενός κύκλος του πενθούντος αναρωτιέται: "Μα τι έχασε; Τη γυναίκα του; Το παιδί του; Τη μάνα του; Ασφαλώς δεν έγινε χήρος, δεν έμεινε ορφανός, του συνέβη όμως κάτι χειρότερο. Έχασε ένα μύχιο στοιχείο του εαυτού του, το οποίο ασυνειδήτως είχε επενδυθεί στη σκυλίσια παρουσία. Αυτή η μυχιότητα δεν ευδοκιμεί με τους ανθρώπους που είναι ανεξάρτητες οντότητες, θέτουν όρια και εγωιστικά σύνορα. Η σκυλοφιλία είναι απόλυτη και σώψυχη ταύτιση, προσωπική ανακάλυψη που ομορφαίνει μέχρι κάλλους τη σιωπηλή αφοσίωση.  

Όποιος πενθεί για το νεκρό σκύλο του, πενθεί για την προ-απώλεια του εαυτού του.  

Πηγή: lifo