ενημέρωση 6:17, 11 August, 2026

Ferrari FXX K: Υβριδικό υπερόπλο 1.050 ίππων

Το απόλυτο "όπλο"

Η φίρμα από το Maranello έδωσε στη δημοσιότητα τα πρώτα στοιχεία της εξωτικής –από κάθε άποψη- FXX K η οποία θα πραγματοποιήσει το επίσημο ντεμπούτο της στο πλαίσιο του Ferrari Finali Mondiali που φιλοξενείται για πρώτη φορά εκτός Ευρώπης και συγκεκριμένα στο Yas Marina Circuit του Abu Dhabi το Σαββατοκύριακο 6-7 Δεκεμβρίου. 

Ανεξαρτήτως της στροφής του ενδιαφέροντος της Ferrari σε πιο εξωτικούς προορισμούς για μία από τις πιο εμβληματικές εκδηλώσεις της, η FXX K βασίζεται στην LaFerrari, είναι επίσης υβριδική και το γράμμα «Κ» στην ονομασία της σηματοδοτεί το καινοτόμο σύστημα ανάκτησης ενέργειας κατά την επιβράδυνση (KERS) με το οποίο εξοπλίζεται. 

Συνοπτικά, η Ferrari συστήνει το νέο της δημιούργημα ως ένα «απολύτως ασυμβίβαστο τετράτροχο που ενσωματώνει τεχνολογικές καινοτομίες» και το οποίο θα προοριστεί για ένα επιλεγμένο γκρουπ πελατών το οποίο, μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, θα λειτουργήσει ως δοκιμαστής για την μετέπειτα πορεία του αυτοκινήτου.

Όσο και ελιτιστικός να είναι ο χαρακτήρας του μοντέλου αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η FXX K έχει συνδυαστική ισχύ 1.050 ίππων και 900 Nm ροπής χάρη στη συνύπαρξη ενός «συμβατικού» V12 κινητήρα και ενός ηλεκτρικού μοτέρ 190 ίππων.

Στην περίπτωση του οικείου βενζινοκινητήρα των 6,2 λίτρων έχουν γίνει αναβαθμίσεις που έγκεινται στους νέους και στα ωστήρια των βαλβίδων που είναι μηχανικά. Ανασχεδιασμένη είναι και η πολλαπλή εισαγωγής αλλά και το σύστημα εξαγωγής που έχει «αποχωριστεί» τους σιγαστήρες. 

Αναβαθμισμένο είναι και το σύστημα HY-KERS το οποίο επωφελείται από μια μονάδα ελέγχου που επιτρέπει στον οδηγό να επιλέξει μεταξύ τεσσάρων προγραμμάτων (Qualify, Long Run, Manual Boost και Fast Charge) τα οποία προσαρμόζουν τη λειτουργία του μηχανικού συνόλου αναλόγως με τις απαιτήσεις επιδόσεων. 

Εξωτερικά η FXX K ξεχωρίζει από το διπλό spoiler και το μεγαλύτερο splitter το οποίο τοποθετείται και κατά τρία εκατοστά χαμηλότερα σε σχέση με την LaFerrari. Την εικόνα συμπληρώνουν πλήθος αεροδυναμικά στοιχεία κινούμενα και μη τα οποία σε συνδυασμό με τις ανασχεδιασμένες επιφάνειες στα πλευρικά και στο πίσω τμήμα που πλέον στέκεται ψηλότερα αποσκοπούν στη βελτίωση της ροής του αέρα πάνω από το αυτοκίνητο και στην αύξηση της κάθετης δύναμης κατά 30% και 50% αναλόγως με τη διαμόρφωση. 

Αυτό αντιστοιχεί σε 540 κιλά κάθετης δύναμης σε ταχύτητα 200 χλμ./ώρα έναντι των 230 κιλών της γνωστής LaFerrari. 

Την εικόνα της FXX K συμπληρώνουν τα slick αγωνιστικά ελαστικά της Pirelli τα οποία εφοδιάζονται με αισθητήρες που ανιχνεύουν τις δυνάμεις που ασκούνται, την θερμοκρασία και την πίεση. 

Τις προδιαγραφές της συμπληρώνουν το οικείο Manettino στο τιμόνι μέσω του οποίου παραμετροποιoύνται το ηλεκτρονικά ελεγχόμενο διαφορικό, το F1-Trac σύστημα traction control, το Racing SSC και το «αγωνιστικό» ABS. 

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

ο θησαυρός του χρόνου

ΜΕΝΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΕΑΣ
Ο θησαυρός του χρόνου
Εκδόσεις Πατάκη, 2014,
σελ. 480, τιμή 19,80 ευρώ

Μια φορητή γραφομηχανή Olivetti Lettera 22, χρώμα ανοιξιάτικο φιστικί, σε αχρησία λόγω τενοντίτιδας. Ενα όρθιο πιάνο Bösendorfer, που γνώρισε κάποτε δόξες στα σαλόνια της πατρικής οικογένειας και τώρα σιωπά. Μια αρσενική φασματική μορφή με εγγλέζικα κοστούμια που τραγουδά εμμονικά την άρια «Εri tu» του «Χορού μεταμφιεσμένων» του Βέρντι ανάμεσα στους καπνούς των αγγλικών τσιγάρων του. Ενα σπίτι βυθισμένο στους ίσκιους. Μια μοιραία άρρωστη που κοιμάται ύπνο δύσκολο κι ένας συγγραφέας που νυχοπατεί με τις κάλτσες για να μην την ταράξει. Ανησυχία και αναμνήσεις - πραγματικές και φαντασμένες. Το πρελούδιο της απώλειας. Η πορεία προς τον θάνατο του αγαπημένου προσώπου αφορμή για ανασκόπηση ζωής. Ο πόνος, το πένθος και ο φόβος της λήθης θρυαλλίδες αφηγήσεων για ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή και χάθηκαν, «σαν χαμένος θησαυρός».

Τρία χρόνια μετά την όψιμη έκδοση των Αλεπούδων του Γκόσπορτ (Κέδρος, 2011), του πρώτου του μυθιστορήματος που παρέμενε ανέκδοτο, με τον ενδιάμεσο σταθμό του πολιτικού μυθιστορήματος Θάνατος στο Βαλπαραΐζο (Πατάκης, 2013), ο Μένης Κουμανταρέας μιλάει για θέματα τολμηρά σε ένα πεζογράφημα που κινείται μεταξύ αποκαλυπτικής αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας των ανομολόγητων. Το 'χει συνήθειο ανά δεκαετία να αδειάζει τα συρτάρια του από ανέκδοτα miscellanea: Πλανόδιος σαλπιγκτής (Κέδρος, 1989),Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα (Κέδρος, 1999), Ξεχασμένη φρουρά(Καστανιώτης, 2010). Την τριλογία αυτή συντροφεύει ο πρόσφατος Θησαυρός του χρόνου(Πατάκης, 2014), ένα βιβλίο γραμμένο από το 2010, όταν ο καρκίνος της συζύγου του Λιλής βρισκόταν στην τελική ευθεία, ως το 2014. Εδώ όμως, αντιθέτως από τα τρία προηγούμενα, τα μυθοπλαστικά, δοκιμιακά, βιογραφικά και αυτοβιογραφικά κείμενα χάνουν τα περιγράμματά τους και συμπλέκονται σε μια ενιαία αφήγηση που καταλήγει τετράδιο μνήμης για τις προσωπικές αποφάσεις και τον τρόπο ζωής, για δασκάλους και μαθητές, για το γράψιμο και τη μουσική, για τον Θεό και τον θάνατο, για τους άντρες και τις γυναίκες.
 
Πρωταγωνίστρια της αφήγησης είναι η σύζυγος του αφηγητή, που ονομάζεται Λιλή, όπως του συγγραφέα. Για αυτήν γράφεται το βιβλίο, έστω κι αν δεν πρόκειται να το διαβάσει. Ο ανώνυμος αφηγητής ανατρέχει στα χρόνια της γνωριμίας τους, όταν, νόστιμος νεαρός με κοκάλινα γυαλιά εκείνος και νεαρή κοπέλα με πράσινα μάτια και όμορφες γάμπες εκείνη, εργάζονταν σε μια ασφαλιστική εταιρεία που ασφάλιζε πλοία και αεροπλάνα, στα Γραφεία. Η αρχή της κοινής ζωής τους σηματοδοτεί για τον αφηγητή την αρχή μιας διπλής ζωής: αγάπη και συντροφικότητα την ημέρα στην αστική ζωή με τη γυναίκα του, ξεπορτίσματα και ηδονή με τους ομοφύλους του το βράδυ σε λαϊκά ξενοδοχεία και ύποπτα μπαρ.

Καθοδηγητής και μέντορας στη μυσταγωγία της αρσενικής σεξουαλικότητας είναι ένα όραμα, το φάντασμα κάποιου παλιού αλληλογράφου στα Γραφεία, ονόματι Αναγνωστόπουλος ή Αναγνώστου. Ο «Παλαιός των Ημερών», όπως τον αποκαλεί ο αφηγητής, είναι ένας δανδής μεγαλοαστικής καταγωγής, με καβαφικά χαρακτηριστικά, καλοραμμένα κοστούμια και λατρεία στην όπερα. Μέσα από τις αφηγήσεις του τα μεσημέρια, αφότου έχουν σχολάσει οι υπάλληλοι των Γραφείων, ξεναγεί τον νεαρό αλληλογράφο και συνάδελφό του σε προπολεμικούς οίκους ανοχής μιας γκροτέσκας καρναβαλικής ατμόσφαιρας, σε παρακμιακά ξενοδοχεία με λερά σεντόνια και σε μισοφωτισμένα χαμαιτυπεία όπου φτωχά αγροτόπαιδα, αγόρια της εργατικής τάξης και άφραγκοι φαντάροι προσφέρουν το κορμί τους σε όσους μπορούν να πληρώσουν.

Αριστοτέχνης στη σκηνοθεσία, στη δημιουργία ατμόσφαιρας, ο Κουμανταρέας κατασκευάζει σταδιακά ένα υποβλητικό σκηνικό με σκιές και σκοτάδια για να υποβάλει εκείνο που αργότερα κατονομάζεται: «Υπάρχει μια σκιερή πλευρά στις σχέσεις μας. Ενας ίσκιος που αφήνει ανεξίτηλα το δακτυλικό αποτύπωμα στα έργα της ζωής μας και που το καλύτερο λαγωνικό της αστυνομίας αδυνατεί να εξιχνιάσει. Είναι εγκλήματα που έχω διαπράξει, έργω ή διανοία, όπως λέει και η Εκκλησία, τα οποία οι πιο στενοί μου άνθρωποι αγνοούν»παραδέχεται ο αφηγητής.

Στο σκοτάδι της νύχτας, σε μια Αθήνα που την καταπίνουν τα γκραφίτι ενώ ανθρώπινοι όγκοι τυλιγμένοι σε κουρέλια καταλαμβάνουν τα πεζοδρόμια, σε μια γειτονιά του κέντρου όπου τα πάλαι ποτέ πολυτελή ζαχαροπλαστεία έχουν μετατραπεί σε φαστφουντάδικα για να καταλήξουν θορυβώδη music cafés με μεγάλες οθόνες για καθημερινές ποδοσφαιρικές αναμεταδόσεις, ο αφηγητής-πρωταγωνιστής, ως άλλος Λεοπόλδος Μπλουμ, τριγυρίζει στην πόλη αναζητώντας την ηδονή σε μεταπολεμικά στέκια και στους εμπορεύσιμους νεαρούς μετανάστες. Στην αναζήτησή του θα έρθει σε επαφή με τον Ρουμάνο-τσιγγάνο Λούνα, τον πιτσαδόρο Καμικάζι, τον εντυπωσιακό Αλβανό Νουάρ. Σχέσεις σαρκικές και εφήμερες γνωριμίες σε ύποπτα μπαρ και καφενεία αλλοδαπών. Κάποια απ' αυτές, διαρκέστερη, δίνει την ψευδαίσθηση δεσμού. Στο σπίτι η Λιλή κοιμάται αλλά δεν αγνοεί. Ξέρει, παραπονείται, αντιδρά, αποδέχεται. Ο αφηγητής εξηγείται: «Ποτέ δεν είχα κρύψει τη σεξουαλικότητά μου παρεκτός από τους γονείς. Μου είναι αδιανόητο ότι υπάρχουν άντρες που μια ζωή κρύβουν από τη σύντροφό τους ότι πιθανώς να ποθούν έναν άλλον άντρα. Το ότι παντρεύτηκα για να κλείσω τα στόματα και να βολευτώ είναι το μεγαλύτερο ψέμα».

Αυτή η ζωή στο μεταίχμιο, αρσενική και θηλυκή, στο φως και στο σκοτάδι, φανερή σε όλους και φανερή στους ομοίους, είναι που κάνει τον φιλόδοξο αλληλογράφο συγγραφέα: «Στην παιδική και πρώτη εφηβική ηλικία υπήρχε μια συνέχεια και συνέπεια στα αισθήματα και στη ζωή μου. Κάποιος θεός με προστάτευε και δεν μ' άφηνε να κλυδωνίζομαι. Ομως ό,τι δημιουργικό έκανα, αν έκανα κάτι στη ζωή μου, είναι εξαιτίας αυτής της τραμπάλας. Πότε στα Ουράνια και πότε στα Τάρταρα. Πότε γράφω και παίζω μουσική καλύτερα; Μετά από ασωτίες, ντράβαλα και απιστίες. Λες και αυτά να είναι προϋποθέσεις για ανάταση ψυχής και δημιουργία. Κακούργα τέχνη!». Αυτός ο συγγραφέας, με την απρέπεια της τέχνης του, παρατηρεί τώρα την εξέλιξη της αρρώστιας της κατάκοιτης γυναίκας του και την αναμονή του θανάτου και καταγράφει μεθοδικά την αναμόχλευση σκέψεων, ενοχών, συναισθημάτων που του προκαλεί. Οι γραφιάδες είναι «ανάλγητα κτήνη», σημειώνει ο Κουμανταρέας σε ένα σχόλιο μετααφηγηματικό· τρέφονται σαν βρικόλακες εξίσου από τους χυμούς της ζωής και από τα σηπτικά υγρά του θανάτου.

Τη θλιβερή ατμόσφαιρα του πένθους γλυκαίνουν ο ερωτισμός των  παλιών μυστικών, ο κομψός λόγος και το αυτοσαρκαστικό χιούμορ καθιστώντας την αφήγηση έναν νοσταλγικό ύμνο στη ζωή και στα μυστήριά της, στην ποθητή συντροφικότητα που δεν συμβαδίζει πάντα με τους πόθους του κορμιού, στην αποδοχή του εαυτού και στην κατανόηση του Αλλου: της ερωτικής του ταυτότητας, της κοινωνικής του καταγωγής, της επαγγελματικής διαστροφής του.

Μεταξύ εξομολόγησης και συγκάλυψης

Βιωματικός συγγραφέας ο Μένης Κουμανταρέας, ταυτίζεται εδώ με τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή που γράφει για να ξεφορτωθεί το βάρος των γεγονότων και να λυτρωθεί απ' αυτά; Εκθέτει τα εσώψυχα και τα προσωπικά του στο φως «σαν μπουγάδα απλωμένη σε ταράτσα»; Μπορεί να τον εμπιστευθεί ο μελλοντικός βιογράφος του ή παραποιεί τα γεγονότα και τον παρασύρει, με δόλωμα κάποιες λεπτομέρειες της ζωής του, σε βιώματα επινοημένα; Δύσκολο να πει κανείς. Η γραφή του Κουμανταρέα, συνηθισμένη να κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, κινείται και εδώ μεταξύ νατουραλιστικών περιγραφών του εμπορίου της ηδονής στην Αθήνα και ονείρων, οραμάτων, παραισθήσεων, παραμιλητών που καταργούν τα όρια του χρόνου και υπερβαίνουν τα σύνορα του υλικού κόσμου.

Πρόσωπα σχηματικά, συμβολικά περισσότερο παρά ρεαλιστικά, οι χαρακτήρες της αφήγησής του ονοματίζονται συχνά με σκωπτικά παρατσούκλια (Μπαχλαμπάς, Πισπιρίγκος, Περισπωμένη) ή με ονόματα που κρύβουν συνωμοτικούς αναγραμματισμούς, όπως το Νουάρ. Η Βιολέτα έχει μάτια βιολετιά και ο Λάζαρος το ένα πόδι στον τάφο, ονόματα που μοιάζουν κι αυτά με ψευδώνυμα - όπως εκείνο του νεανικού φίλου και συνοδοιπόρου στη γεύση του έρωτα, του εκλεπτυσμένου στιχοπλόκου Νικόδημου. Ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς, καρικατούρες, τύπους ή σύμβολα το Λιλή μοιάζει με όνομα-κλειδί που ξεκλειδώνει ενδεχομένως την αφήγηση και αποκαλύπτει την αλήθεια της για πρόσωπα υπαρκτά και γεγονότα αληθινά.

Ας μη βιαστούν όμως όσοι αισθάνονται την έξαψη της βιογραφίας της κλειδαρότρυπας. Παρά το πρωτοπρόσωπον της αφήγησης και παρά την εκπεφρασμένη πρόθεση του αφηγητή για εξομολόγηση των ανομολόγητων, αυτό το πρώτο πρόσωπο δεν ακουμπά με σαφήνεια σε πρόσωπο πραγματικό. Καθώς οι λάμπες στο σπίτι του αφηγητή καίγονται η μία μετά την άλλη μετά τον θάνατο της Λιλής, τα σκοτάδια που τυλίγουν το κείμενο εντείνοντας τον ελεγειακό τόνο του θολώνουν τα περιγράμματα και τις αντιστοιχίσεις.  Η αμφισημία κυριαρχεί.

Χρησιμοποιώντας τους εκφραστικούς τρόπους της κλασικής ομοφυλοφιλικής λογοτεχνίας - την ποιητική της αμφισημίας και της απόκρυψης - το πεζογράφημα του Κουμανταρέα διαδέχεται την ποίηση του Κ. Π. Καβάφη, τη διηγηματογραφία του Γιώργου Ιωάννου, τη μυθιστοριογραφία του Κώστα Ταχτσή και τοποθετείται στο πλαίσιο της ελληνικής ομοφυλοφιλικής λογοτεχνίας σε μια θέση προνομιακή γιατί παρουσιάζει σε βάθος χρόνου, που καλύπτει όλον τον εικοστό αιώνα, την ανθρωπογεωγραφία της γκέι κουλτούρας της Αθήνας - και όταν δεν λεγόταν ακόμη έτσι - παρατηρώντας και σχολιάζοντάς την από ένα εποπτικό χρονικό σημείο της Ιστορίας όπου τα αλλοτινά τολμηρά θέματα «μοιάζουν κατάλληλα ακόμα και για μοναστήρια».

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

Η σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιός Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, επιστρέφει στην μεγάλη οθόνη με τον ρόλο της Κλυταιμνήστρας στη νέα δημιουργία του Πέτρου Σεβαστίκογλου, «Electra». Η ταινία πραγματοποιεί σήμερα, Τρίτη 2 Δεκεμβρίου στις 22:00, την επίσημη πρεμιέρα της στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος με την παρουσία όλων των συντελεστών. Την ερχόμενη Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη επισκέπτεται ξανά την Ταινιοθήκη της Ελλάδος, προσκεκλημένη του σκηνοθέτη για μια ανοιχτή συζήτηση με το κοινό, μετά την προβολή της ταινίας. 

Ο κύκλος των συγκεκριμένων συζητήσεων ξεκινάει τη Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου, με προσκεκλημένη την πρωταγωνίστρια της ταινίας, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Αφορμή είναι ο διάλογος, τόσο με τον σκηνοθέτη, όσο και με τους θεατές, γύρω από τον ρόλο της ως Κλυταιμνήστρα, τα γυρίσματα της «Electra» στη Σενεγάλη, τον αυτοσχεδιασμό, καθώς και την υποκριτική στον κινηματογραφικό φακό και επί σκηνής.

Απόφοιτος της δραματικής σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη είναι μία από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ηθοποιούς, που μετρά πολυάριθμες συνεργασίες στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της ιστορικής θεατρικής ομάδας της Θεσσαλονίκης με την Πειραματική Σκηνή της Τέχνη και στέλεχος του Ανοιχτού Θεάτρου (από το 1984 μέχρι το 1992), ερμηνεύοντας ρόλους σε έργα-σταθμούς του κλασικού ρεπερτορίου.  

Το 1984 έκανε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο με την ταινία "Ο έρωτας του Οδυσσέα" του Βασίλη Βαφέα, με τον οποίο συνεργάστηκε ξανά στο "120 Ντεσιμπέλ" το 1987, ενώ συμμετείχε στον"Μελισσοκόμο" του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1986) και στο "Πέρασμα" της Βασιλικής Ηλιοπούλου (1989). Ο ρόλος της Μάρθας στην τηλεοπτική σειρά "Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά" (1992-93) έφερε την καθολική αποδοχή και τη δημοσιότητα, καθώς και τον επόμενο πρωταγωνιστικό ρόλο στη σειρά"Το Τελευταίο Αντίο", την αμέσως επόμενη χρονιά.

Από το 1994 και μετά - και ενώ ακολουθούν σημαντικές τηλεοπτικές και κινηματογραφικές επιτυχίες - η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη καταξιώνεται στον χώρο του αρχαίου δράματος, κυρίως μέσα από τη συνεργασία της με το Εθνικό Θέατρο, ερμηνεύοντας με μεγάλη επιτυχία τους ρόλους της Ηλέκτρας, της Μήδειας και της Αντιγόνης.

Η «Electra» του Πέτρου Σεβαστίκογλου είναι η νέα της κινηματογραφική δουλειά, μετά τη συμμετοχή της στημικρού μήκους του Τάσου Γουδέλη "Ευαγγελισμός" (2010) και "Sevgilim Istanbul / Kωνσταντινούπολη Αγάπη μου" της Σετσκίν Γιασάρ, που γυρίστηκε το 1999, αλλά λόγω προβλημάτων στην παραγωγή, κυκλοφόρησε στις αίθουσες το 2007.

Οι συζητήσεις με τους συντελεστές της ταινίας και προσκεκλημένους Έλληνες δημιουργούς συνεχίζονται τον Δεκέμβριο του 2014 και τον Ιανουάριο του 2015 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, μετά την προβολή της ταινίας. Κάθε Δευτέρα και Παρασκευή, ο σκηνοθέτης θα βρίσκεται στην Ταινιοθήκη και μετά την προβολή θα ακολουθεί ανοιχτή συζήτηση με το κοινό. Στο πλαίσιο αυτό:

Τη Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου, καλεσμένη του Πέτρου Σεβαστίκογλου είναι η ανερχόμενη ηθοποιός Σοφία Κόκκαλη (την οποία πέρσι είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε στην ταινία «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη) και θέμα συζήτησης η υποκριτική με άλλο τρόπο.  

Τη Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου, οι σκηνοθέτιδες Στέλλα Θεοδωράκη (Παρά λίγο, παρά πόντο, παρά τρίχα, Ricordi mi, Ημερολόγια Αμνησίας) και η πρόσφατα βραβευμένη με Αργυρή Πυραμίδα στο Φεστιβάλ του Καΐρου, Μαργαρίτα Μαντά, θα μιλήσουν για μια διαφορετική προσέγγιση του σινεμά. 

Πηγή:tvxs

Ο ιμπρεσιονιστής Ρενουάρ

«Ποια πιστεύω ότι πρέπει να είναι τα δύο χαρακτηριστικά ενός έργου τέχνης; Πρώτον, πρέπει να είναι απερίγραπτο, και δεύτερον πρέπει να είναι μοναδικό» Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ

 
O Πιερ Ογκίστ Ρενουάρ είναι ένας από τους σημαντικότερους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του 1841 στη Λιμόζ της Γαλλίας και πέθανε στις 3 Δεκέμβρη του 1919. Ο Ρενουάρ ήταν μεγάλος θαυμαστής της ομορφιάς, ιδιαίτερα της γυναικείας, και έχει ειπωθεί ότι «είναι ο τελευταίος εκπρόσωπος μιας παράδοσης που απορρέει από τον Ρούμπενς και τον Βαττώ».

«Το έργο τέχνης πρέπει να σε κατακυριεύει, να σε ‘τυλίγει’ γύρω του και να σε συνεπαίρνει. Είναι το μέσο με το οποίο ο καλλιτέχνης μεταφέρει το πάθος του», έχει δηλώσει ο ίδιος.

Στα τρία του χρόνια, η οικογένειά του μετακόμισε στο Παρίσι. Στα επτά γράφτηκε σε καθολικό σχολείο, όπου, μεταξύ άλλων, πήρε τις βασικές γνώσεις μουσικής. Στην αρχή έδειξε εξαιρετική κλίση για τη μουσική κι ο δάσκαλός του, τον σπρώχνει σ' αυτό το δρόμο. Όμως, ο πατέρας του, θεωρώντας ότι θα ζούσε καλύτερα αν γινόταν τεχνίτης, αποφάσισε να σταματήσει το σχολείο και τον έβαλε μαθητευόμενο σε ένα εργαστήριο που έφτιαχνε πορσελάνες. Ο Ρενουάρ τα βράδια παρακολουθούσε μαθήματα στη Σχολή Σχεδίου και Διακόσμησης, ενώ επισκεπτόταν συχνά το Λούβρο για να μελετήσει έργα σημαντικών ζωγράφων.

Το 1862 ξεκίνησε τις σπουδές του στο ατελιέ του Σαρλ Γκλαιρ, ενώ συνδέεται στενά με τον Μονέ, τον Σίσλεϋ, τον Μπαζίλ. Το 1869 η διάσημη κρατική έκθεση τέχνης του Παρισιού, Salon, δέχεται έναν από τους πίνακές του, ενώ το 1874 συμμετέχει στην πρώτη έκθεση των ιμπρεσιονιστών κι εξακολουθεί να εκθέτει μαζί τους, μέχρι την έβδομη έκθεσή τους, το 1882.

Οι ιμπρεσιονιστές εμπνέονταν από τη φύση και την οπτική πραγματικότητα και προσπαθούσαν να την παρουσιάσουν με ένα φρέσκο και άμεσο τρόπο. Χρησιμοποιούσαν ζωντανά χρώματα, κυρίως με χρήση των βασικών χρωμάτων, ενώ έδιναν έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός. Ο Ιμπρεσιονισμός θεωρείται πως ξεκίνησε ουσιαστικά από τους Μονέα, Ρενουάρ και Σίσλεϋ.

Στη μικρή αυτή ομάδα προστέθηκαν σταδιακά, μεταξύ άλλων, οι Μανέ και Ντεγκά, ενώ και ο Σεζάν επηρεάστηκε από αυτό το κίνημα και αργότερα ο ίδιος αποτέλεσε τον κορυφαίο ίσως εκπρόσωπο της αποκαλούμενης και μετα-ιμπρεσσιονιστικής περιόδου.

Τη δεκαετία του 1880, ο Ρενουάρ άρχισε να διαχωρίζεται από τους υπόλοιπους ιμπρεσιονιστές και σταδιακά στράφηκε προς τον κλασικισμό. Το 1881 ταξίδεψε στην Αλγερία και κατόπιν στην Ισπανία και την Ιταλία, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Ραφαήλ από το οποίο επηρεάστηκε βαθιά. Το 1892 άρχισε να αναπτύσσει παραμορφωτική αρθρίτιδα, νόσος που τον καθήλωσε σε αναπηρική καρέκλα, ενώ αντιμετώπισε σημαντικό πρόβλημα παραμορφώσεων στα χέρια. Ωστόσο, ακόμα και όταν ένας ώμος του καθηλώθηκε εξαιτίας αγκύλωσης, δεν εγκατέλειψε την ζωγραφική.

Συνεχίζει να δημιουργεί αλλάζοντας την τεχνική του και δένοντας το πινέλο στο χέρι του. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 78 ετών, στις 3 Δεκεμβρίου του 1919. Πριν το θάνατό του, κατάφερε να δει έργα του να εκτίθενται στο μουσείο του Λούβρου.

Πηγή:tvxs