ενημέρωση 3:30, 11 August, 2026

Ferguson, Missouri

Αναμόχλευση και εκμετάλλευση

 

Γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου

Tα βίαια επεισόδια στο Φέργκιουσον του Μιζούρι μετά τον θανάσιμο πυροβολισμό εναντίον του νεαρού Μάικλ Μπράουν, τροφοδοτούν, όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, αντιαμερικανική προπαγάνδα και διεθνές μένος. Δεν θα αναλύσω εδώ τα ρατσιστικά φαινόμενα στις ΗΠΑ: το πρόβλημα είναι, φυσικά, πολύ πιο σύνθετο από μια αντιπαράθεση λευκών-μαύρων και πλουσίων-φτωχών ή από μια αντιπαράθεση μεταξύ θυτών και θυμάτων. Ο ρατσισμός είναι αμφίδρομος, περιλαμβάνει εθνικούς και φυλετικούς μύθους, ψευδοϊστορία, ηθικό σχετικισμό και πολιτιστικούς πολέμους. Θα σταθώ σε μερικά φαινόμενα που συνοδεύουν προφανείς κακοδικίες όπως αυτή της αθώωσης του αστυνομικού.

Tο πρώτο που αξίζει να σχολιαστεί είναι η δημιουργία μιας φαντασμαγορικής, αιματηρής εικόνας για την αμερικανική κοινωνία στην οποία εκτυλίσσεται φυλετικός και ταξικός πόλεμος. Πράγματι, σε ορισμένες περιοχές –κυρίως σε θύλακες φτώχειας και ανεργίας– υπάρχει ένταση· οι αιτίες όμως είναι και πάλι πολύ πιο σύνθετες (μορφωτικό επίπεδο, δημογραφικές πιέσεις, classism) από το παρελθόν της δουλείας και των διακρίσεων που υποτίθεται ότι διαχέεται, αναλλοίωτο, στο παρόν. Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ο φυλετικός χωροταξικός διαχωρισμός δεν προκύπτει από τον νόμο ή από κάποια σκοτεινή συνωμοσία των λευκών, αλλά από μια σειρά παράγοντες μεταξύ των οποίων είναι η αναμόχλευση των φυλετικών παθών εκ μέρους των μαύρων και λευκών δημαγωγών. Θα επανέλθω σ’ αυτό παρακάτω.

Οι κοινωνικές ταραχές και η δυναμική, στρατιωτικού τύπου, αστυνομική παρουσία είναι μάλλον σπάνιες – δεδομένου του μεγέθους και του πληθυσμού της χώρας. Η ιδέα ότι η αστυνομία δολοφονεί μαύρους πολίτες σε εξάρσεις ρατσιστικού μίσους βασίζεται στην αντικρατική ιδεολογία –«το κράτος σκοτώνει»– που έχει βαθιές ρίζες στη λαϊκή παράδοση ακόμα και στο εσωτερικό των ΗΠΑ: όμως, αντίθετα από τις πεποιθήσεις όσων μαθαίνουν για τις ΗΠΑ μέσω των χολιγουντιανών ταινιών και της διεθνούς προπαγάνδας, η αστυνομία κάνει, στις περισσότερες περιπτώσεις, τη δουλειά της, μια δουλειά που δεν είναι εύκολη. Γενικά μιλώντας, πρόκειται για μια μάλλον ευνομούμενη χώρα (εξαιρέσεις, εκκεντρικότητες και υπερβολές υπάρχουν), όπου όντως το ιδεώδες του Νόμου και της Τάξης διαφοροποιείται από το ευρωπαϊκό.

Από το 2000 έχουν σημειωθεί καμιά εικοσαριά βίαια επεισόδια στους αμερικανικούς δρόμους και στις πανεπιστημιουπόλεις, όπου η αστυνομία ενεπλάκη χωρίς όμως να σημειωθεί «φόνος»: έγιναν συλλήψεις και, ως είθισται, ακολούθησαν σποραδικοί βανδαλισμοί και λεηλασίες.

Κοντολογίς, η «ζούγκλα της ασφάλτου» δεν είναι και τόσο ζούγκλα: εξάλλου, η εγκληματικότητα μειώνεται σταθερά σχεδόν σε όλες τις πολιτείες, ενώ οι πολιτικές διαμαρτυρίες, όπως το κίνημα Occupy Wall Street, σπανίως περιλαμβάνουν ακρότητες είτε από την πλευρά των διαδηλωτών, είτε από την πλευρά της αστυνομίας. Το σίγουρο είναι ότι η αμερικανική αστυνομία –και το αμερικανικό κοινό γενικότερα– ανέχεται πολύ λιγότερη βία στον δημόσιο χώρο από όση θεωρείται «φυσιολογική» στην Ευρώπη και απαντά με πολύ περισσότερη. Νομίζω πως είναι περιττό να αναφέρω ότι, σε μια τόσο μεγάλη επικράτεια, πρέπει να θεωρηθεί σχεδόν αναπόφευκτη η παρουσία φοβικών, ρατσιστών ή ελαφρώς ψυχοπαθών στο αστυνομικό σώμα – παρ’ όλ’ αυτά το αναφέρω. Σε πολλές αναμετρήσεις υπόπτων ή φυγάδων με αστυνομικούς, οι αστυνομικοί απαντούν με πυροβολισμούς τους οποίους δικαιολογούν ως αμυντικούς (π.χ. στην περίπτωση του Αμάντου Ντιάλλο το 1999 και του Σων Μπελ το 2006). Προσθέτω επίσης ότι για θανατηφόρους πυροβολισμούς ευθύνονται κατά καιρούς μαύροι αστυνομικοί, όπως συνέβη πριν από λίγους μήνες στο Σολτ Λέικ Σίτι: επειδή το θύμα ήταν λευκός και, πιθανότατα, εγκληματίας –αν και άοπλος τη στιγμή του θανάτου του– δεν κουνήθηκε φύλλο και η υπόθεση ξεχάστηκε.

Δεύτερο ζήτημα: οι ΗΠΑ, ως δημοκρατική χώρα με ολοκληρωτικούς πειρασμούς –μιλιταρισμό, προτεσταντική θεμελιοκρατία– είναι πολιτικά και πολιτιστικά διχασμένη. Οι Ευρωπαίοι (και όλοι οι υπόλοιποι) βλέπουν τον αμερικανικό δικομματισμό σαν μια παραλλαγή στο ίδιο θέμα: ωστόσο, οι αποκλίσεις είναι τόσο ζωτικές και κεφαλαιώδεις ώστε η εσωτερική αντιπολίτευση καταλήγει σε διχασμό. Όπως παντού, οι Αμερικανοί πολιτικοί ευθυγραμμίζονται με τις επιθυμίες και τις ανάγκες των ψηφοφόρων τους – για να τους ικανοποιήσουν και για να επανεκλεγούν. Γεγονότα σαν αυτά του Φέργκιουσον –όχι μόνον ο αρχικός φόνος αλλά η συνακόλουθη αστυνομική βαναυσότητα– χρησιμεύουν στην αμαύρωση των υπαρχουσών εξουσιών (από τον τοπικό σερίφη μέχρι τον κυβερνήτη της πολιτείας και τον ίδιο τον Αμερικανό πρόεδρο) με παράλληλη ανάδειξη εναλλακτικών προσώπων και προτάσεων. Στην ουσία, οι φόνοι και οι φυλετικοί «μάρτυρες» είναι δώρο για τους δημαγωγούς. Μαύροι λαοκάπηλοι σαν τον Αλ Σάρπτον, ακόμα και σαν τον Τζέσσι Τζέιμς, τρίβουν τα χέρια τους κάθε φορά που εκδηλώνεται ρατσιστική βία – το ίδιο ισχύει για κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους όπως ο Γουίλλιαμ Λέισι Κλέι: η παράδοση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ περιορίζεται πια στις αγιογραφίες των σχολικών εγχειριδίων και δεν επηρεάζει τη στρατηγική των Αφροαμερικανών· δυστυχώς για τους ίδιους. Οι αντιδράσεις των πολιτικών είναι λοιπόν συναισθηματικές και ελάχιστα πρακτικές: δεν προσφέρουν απαντήσεις στα ερωτήματα πώς θα αποφευχθεί η αστυνομική βία και η κατάχρηση εξουσίας ή πώς θα περιοριστεί ή θα απαγορευτεί η οπλοφορία εκ μέρους των πολιτών (η οποία συντελεί, εκ των πραγμάτων, στο μοιραίο παιχνίδι νεύρων πολιτών-αστυνομίας). Εξάλλου, η απεριόριστη ελευθερία του λόγου στις ΗΠΑ καταλήγει σε ένα ακόμα, εκ φύσεως, ανεπίλυτο πρόβλημα: η λαϊκή αμερικανική τέχνη παροξύνει τα φυλετικά και ταξικά πάθη και δημιουργεί φαύλο κύκλο. (Έγραφα πριν από ένα δυο χρόνια για το πώς ο Κουέντιν Ταραντίνο με το “Django Unchained” επιδεικνύει πολιτική ανευθυνότητα – όσο για τους στίχους της ραπ και του χιπ-χοπ θα μπορούσαν να ενταχθούν σε νόμο εναντίον της εχθροπάθειας.)

Το τρίτο ζήτημα είναι η διεθνής αντίδραση στα γεγονότα του Φέργκιουσον, δηλαδή, στην ουσία, η διεθνής αντίδραση σε ό,τι δυσφημεί τις ΗΠΑ και ποτέ σε ό,τι τις διαφημίζει. Βρίσκω γελοίο το να διαμαρτύρονται κυβερνήσεις που σφαγιάζουν τους πολίτες τους όπως η Κίνα, η Αίγυπτος και, εδώ το πράγμα παραγίνεται κωμικό, η Βόρεια Κορέα η οποία αποκάλεσε τις ΗΠΑ «νεκροταφείο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Σε παρόμοιες δηλώσεις προέβη εκπρόσωπος του υπουργείου εξωτερικών της Ρωσίας και της Τουρκίας, ακόμα δύο χώρες που θα έπρεπε να κοιταχτούν πρώτα στον καθρέφτη. Όσο για το Ισλαμικό Κράτος και για τις δυνάμεις του παγκόσμιου ισλαμικού εξτρεμισμού δήλωσαν, η καθεμιά από την πλευρά της, ότι «θα εκμεταλλευτούν προς όφελός [τους] τη ρατσιστική ένταση στο Φέργκιουσον». Την έχουν ήδη εκμεταλλευτεί: το «Έθνος του Ισλάμ» και ο ηγέτης του Λούις Φάρρακαν –ένοχος «χωρίς hard evidence» για τη δολοφονία του Μάλκομ Χ– στρατολογεί νεαρούς μαύρους διασπείροντας φυλετικό, θρησκευτικό και σεξιστικό μίσος. Ανέκαθεν απορούσα πώς ο Φάρρακαν έχει ξεφύγει από την παγίδα του νόμου. Εδώ θα συμφωνήσω με τους εχθρούς των ΗΠΑ: η δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή, είναι φοβική – και επειδή δεν μπορεί και δεν θέλει να επιτεθεί εναντίον των πραγματικών ενόχων, όπως είναι ο Φάρρακαν και οι περί αυτού φασίστες, δημιουργεί υπαρξιακή ανησυχία στον λευκό πληθυσμό ο οποίος αποκρίνεται εξίσου φοβικά. Με τη σειρά της, η φοβία προκαλεί φυλετική αναδίπλωση σε κλειστές κοινότητες (μια αμερικανική εκδοχή του “communautarisme”) και αφήνει περιθώριο στην παρανομία, στην αυτοδικία και στον ρεβανσισμό.

Πηγή:athensvoice

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Θα βγει ο Κεν Λόουτς στη σύνταξη;

Το «Jimmy’s Hall» είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Τζίμι Γκράλτον, ενός Ιρλανδού που το 1933 απελάθηκε στην Αμερική καθώς η αίθουσα χορού και πολιτιστικό κέντρο που άνοιξε σε μια επαρχιακή πόλη της χώρας του κρίθηκε ότι διασπείρουν επικίνδυνες πολιτικές ιδέες. Ο Κεν Λόουτς είχε ήδη επισκεφθεί την ιστορία της Ιρλανδίας με το «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι», την ταινία που του χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα, και τώρα επιστρέφει λίγο πολύ στην ίδια περίοδο με μια ταινία που δεν μιλά μόνο για παρελθόν. Τον συναντήσαμε στις Κάννες, όπου το φίλμ συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό, και ξεκινήσαμε φυσικά την κουβέντα μας από το... τέλος.

Έχετε δηλώσει ότι αυτή θα είναι η τελευταία ταινία σας. Θα βγείτε στη σύνταξη, λοιπόν; 
Δεν είμαι σίγουρος ότι «θα βγω στη σύνταξη». Ήταν κάτι που το είπα κι όταν το είπα το εννοούσα, βρισκόμουν σε μια στιγμή μεγάλης πίεσης, όμως ακόμη κι αν δεν έχω κάποιο σχέδιο για μια επόμενη ταινία κι αν αυτή ήταν δύσκολο να γίνει, αυτό δεν σημαίνει ότι θα σταματήσω το σινεμά για πάντα. Ίσως κάνω ένα ντοκιμαντέρ, αλλά αυτή τη στιγμή δεν είμαι ακόμη σίγουρος για το ποια θα είναι η συνέχεια.

Επιστρέφετε στην Ιρλανδία με το «Jimmy’s Hall». Τι σας έλκει στη χώρα και την ιστορία της;
Υπάρχουν πολλά σημεία στην ιστορία της σχέσης της Αγγλίας με την Ιρλανδία που λένε πολλά για τον ιμπεριαλισμό για τις κοινωνικές τάξεις, για την πολιτική κατάσταση του σήμερα. Επίσης είναι ιστορίες που διαδραματίζονται δίπλα μας σε μια χώρα που μιλάει αγγλικά κι έχει έναν πολύ πλούσιο δικό της πολιτισμό. Συν τοις άλλοις, είναι πάντα ενδιαφέρον να δουλεύεις εκεί. Οι άνθρωποι είναι αστείοι, έχουν πάντα ενδιαφέρουσες ιστορίες να πουν, το τοπίο είναι συναρπαστικό, μιλούν τη γλώσσα μου, είναι πάντα απόλαυση να επιστρέφω.

Κι ο Τζίμι Γκράλτον; Θα έλεγε κανείς πως η ιστορία του είναι μάλλον περιφερειακή σε ένα τοπίο μιας χώρας με πολύ πιο έντονη πολιτική πραγματικότητα. Γιατί επιλέξατε να την αφηγηθείτε; 

Ίσως η ιστορία του να μη μοιάζει τόσο επείγουσα όσο αυτή στο «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι», όμως αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια συνέχειά της και βρίσκω ότι μιλά για μια σειρά από σημαντικά πράγματα. Για την ανάγκη ύπαρξης ενός ασφαλούς χώρου όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα και να υπάρχουν δίχως καταπίεση. Μιλά επίσης για το πως το να έχεις προοδευτικές ιδέες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να είσαι υπερβολικά σοβαρός ή δίχως χιούμορ. Και κυρίως μιλά για κάτι που ξέρουμε όλοι, ότι σε κάθε εποχή οι ιδέες που διαφέρουν από την κυρίαρχη ιδεολογία κρίνονται επικίνδυνες και καταπιέζονται με κάθε τρόπο.

Προφανώς βλέπετε το φιλμ και σαν μια παραβολή για τις μέρες μας. Ο σεναριογράφος σας Πολ Λάβερτι έλεγε ότι ο Τζίμι Γκράλτον του θυμίζει κάποιον σαν τον Τζούλιαν Ασάνζ του Wikileaks. 
Ασφαλώς. Η ιστορία του Τζίμι δεν αφορά μόνο την εποχή του. Και κατά κάποιον τρόπο κι ο Ασάνζ, όπως εκείνος, αποπειράθηκε να δώσει την ευκαιρία στους ανθρώπους να δουν ολόκληρη την εικόνα, δίνοντάς τους πρόσβαση στην αλήθεια. Κι φυσικά καταδιώχθηκε σκληρά. Όπως συνέβη και με τον Ασάνζ, ο οποίος σχεδόν εγκαταλείφθηκε στην τύχη του με σχεδόν σοκαριστικό τρόπο, τόσο από την αριστερά όσο κι από τον προοδευτικό τύπο.

Οι ταινίες σας είναι πάντα πολιτικές και η ματιά σας επίσης. Εξακολουθείτε να πιστεύετε στην πολιτική; 

Εξαρτάται από το τι περιγράφουμε ως πολιτική. Τα μεγάλα πολιτικά κόμματα σχεδόν σε κάθε χώρα μοιάζουν να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών κι όχι των ανθρώπων που τα εκλέγουν και κάπως έτσι όλο και περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν αποκομμένοι από την πολιτική και στρέφονται σε χώρους όπως αυτός της άκρας δεξιάς. Όμως πολιτική για μένα είναι κάτι πιο βασικό. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουμε ο ένας με τον άλλο, το σύστημα που δημιουργούμε για να μπορούμε να ζούμε μαζί κι αυτό, όπως καταλαβαίνετε, είναι κάτι στο οποίο δεν μπορείς να πάψεις να πιστεύεις. Δεν μπορώ να πάψω να πιστεύω στον άνθρωπο.

Ερχονται τα ελαστικά χωρίς αέρα από τη Michelin που... ξεχνάνε το κλατάρισμα

Το X Tweel, το ελαστικό χωρίς αέρα μπήκε σε γραμμή παραγωγής. Συγκεκριμένα, η Michelin άνοιξε στα τέλη Νοεμβρίου το νέο της εργοστάσιο στην Βόρεια Αμερική για την παραγωγή των επαναστατικών ελαστικών. 

Το νέο ελαστικό δεν έχει αέρα. Πρόκειται για μια ιδέα που παρουσιάστηκε αρχικά ως πρωτότυπο στην Έκθεση Αυτοκινήτου του Παρισιού το 2004. Το ελαστικό αυτό βασίζεται στην παραδοσιακή τεχνολογία των Ράντιαλ αλλά δεν χρειάζεται αέρα, για αυτό και εξαφανίζει το ρίσκο του κλαταρίσματος αλλά και τον έλεγχο της πίεσης του αέρα. 

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Η οικολογική γεωργία βγάζει ρίζες στην Ισπανία

Ο Χοσέ Μαρία Γκόμεζ σηκώνει μερικά καρότα και μερικά πράσα από το χώμα. Είναι αγρότης από τη νότια Ισπανία και πιστεύει ότι η βιολογική γεωργία είναι πολλά περισσότερα από το να μη χρησιμοποιεί κανείς φυτοφάρμακα ή άλλες χημικές ουσίες. «Είναι τρόπος ζωής» δηλώνει απλά τονίζοντας ότι απαιτεί δημιουργικότητα και σεβασμό για τη φύση.

Παρά την οικονομική κρίση στην Ισπανία που έχει οδηγήσει την ανεργία στα ύψη (25%), η οικολογική γεωργία δεν έχει τεθεί στο περιθώριο. Σύμφωνα με τοIPS, το 2012, οι βιολογικές καλλιέργειες κάλυπταν 1,7 εκατομμύρια εκτάρια γης, σε σύγκριση με 988.323 εκτάρια που κάλυπταν το 2007, σύμφωνα με το Υπουργείο Γεωργίας και Περιβάλλοντος της χώρας. Η βιολογική γεωργία άγγιξε τα € 913.610 το 2012, 9,6% περισσότερο από ό,τι το 2011.

«Η οικολογική γεωργία αυξάνεται στην Ισπανία και την Ευρώπη παρά την κρίση επειδή όσοι καταναλώνουν βιολογικά προϊόντα είναι πιστοί» σχολιάζει, o Βίκτορ Γκονθάλβεθ, συντονιστής της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Ισπανική Εταιρεία Βιολογικής Γεωργίας». 

Οργανικές αγορές τροφίμων

Οι οργανικές αγορές τροφίμων έχουν πολλαπλασιαστεί στους δρόμους και τις πλατείες των ισπανικών πόλεων και ορισμένες αλυσίδες σούπερ μάρκετ πωλούν πλέον οικολογικά προϊόντα. Στην περιοχή της Ανδαλουσίας έχει παρατηρηθεί η μεγαλύτερη επέκταση των βιολογικών καλλιεργειών που καλύπτουν 949.025 εκτάρια, που ισοδυναμούν με το 54% των αντίστοιχων καλλιεργειών της χώρας.

Το μεγαλύτερο κομμάτι της παραγωγής από την Ανδαλουσία εξάγεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία και η Βρετανία κάτι που φαίνεται αντιφατικό σε εκείνους που είναι υπέρ της χρήσης της βιολογικής γεωργίας ως εναλλακτικής οικονομικής λύσης σε τοπικό επίπεδο και ως αντίπαλο δέος της βιομηχανικής γεωργίας.

«Δεν έχει νόημα να μιλάμε για την εξαγωγή βιολογικών τροφίμων. Η παραγωγή θα έπρεπε να αποφέρει οφέλη για την τοπική οικονομία» σημειώνει η Πιλάρ Καρίγιοπου ζει και καλλιεργεί τη γη της στην Τενερίφη, ένα από τα Κανάρια Νησιά της Ισπανίας. Με τον σύντροφό της έχουν λιγότερο από μισό εκτάριο γης και ασκούν την permaculture (παραγωγή με την ελάχιστη ανθρώπινη παρέμβαση). Πωλούν τα προϊόντα τους κάθε Σάββατο στην κοντινή αγορά.

«Όταν αγοράζετε τοπικά οικολογικά προϊόντα, τρώτε υγιεινά τρόφιμα και έρχεστε σε επαφή με τους ανθρώπους από την ύπαιθρο δημιουργώντας πλούτο στο τοπικό σας περιβάλλον» λέει ο μηχανικός Χουάν Χοσέ Γκαλβάν που για πέντε χρόνια αγοράζει τρόφιμα στη βιολογική αγορά της Μάλαγα.

Έλεγχοι και πιστοποίηση

Ωστόσο, οι έλεγχοι και η πιστοποίηση της οικολογικής γεωργικής παραγωγής, που πραγματοποιούνται στην Ισπανία τόσο από δημόσιους όσο και ιδιωτικούς φορείς, δεν είναι ούτε απλή ούτε χωρίς κόστος. Για να πωλούνται ως βιολογικά, τα προϊόντα πρέπει να φέρουν σήμανση με τον κωδικό της αντίστοιχης αρχής σε κάθε κοινότητα.

Η πιστοποίηση μιας βιολογικής καλλιέργειας θέλει τουλάχιστον δυο χρόνια για να αποκτηθεί και οι έλεγχοι είναι διεξοδικοί, σύμφωνα με τους αγρότες, που σημειώνουν ότι οι πολλές προϋποθέσεις ανεβάζουν τις τιμές των βιολογικών προϊόντων.

Το κόστος 

Ο Κιλέθ, που καλλιεργεί αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά στην Τενερίφη, δηλώνει ότι πρέπει να πληρώσει για την πιστοποίηση και κατόπιν για την άδεια του πωλητή «κάτι που διπλασιάζει το κόστος. Ένα μεγάλο μέρος της τιμής των οικολογικών προϊόντων πηγαίνει στη γραφειοκρατία».

Την ίδια ώρα, ο Βίκτορ Γκονθάλβεθ, τονίζει ότι το χρήμα των δημόσιων ταμείων της Ισπανίας διοχετεύεται κυρίως προς τις συμβατικές καλλιέργειες και την έρευνα στον τομέα της βιοτεχνολογίας κι όχι στην υποστήριξη της οικολογικής γεωργίας. «Συχνά οι αγρότες φοβούνται να κάνουν το βήμα προς την εναλλακτική παραγωγή επειδή δεν υπάρχουν συμβουλευτικές υπηρεσίες όπως υπάρχουν για τη βιομηχανική γεωργία».

«Η οικολογική γεωργία είναι πολύ εμπειρική. Αν μια αφίδα (σ.σ. είδος ψείρας που προσβάλει καλλιέργειες) επιτεθεί στα πεπόνια μου, φυτεύω δίπλα φασόλια. Αυτά θα κρατήσουν τις αφίδες μακριά. Κάθε χρόνο γίνεσαι σοφότερος» εξηγεί ο Γκόμεζ.

«Η μεγάλη βιομηχανία παράγει προσανατολισμένη στην αγορά και το κέρδος. Η οικολογική γεωργία και ειδικά οι τοπικές καλλιέργειες βασίζονται στη γεωγραφική εγγύτητα και εστιάζουν στην ποιότητα των τροφίμων, διατηρώντας παράλληλα αναλλοίωτο το περιβάλλον και τη γονιμότητα του εδάφους» προσθέτει.

Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι τα βιολογικά προϊόντα είναι ακριβά και οι μέθοδοι παραγωγής αναποτελεσματικές, «αλλά αυτό εξαρτάται από το τι αγοράζετε και από που» σημειώνει η Εστέρ Βιβάς από το Κέντρο Μελετών Κοινωνικών Κινημάτων του Πανεπιστημίου Pompeu Fabra στη Βαρκελώνη στο άρθρο της «Ποιος φοβάται την οικολογική γεωργία;».

Η Βίβας λέει ότι παρόλο που το επίπεδο της κατανάλωσης των βιολογικών προϊόντων στην Ισπανία εξακολουθεί να είναι χαμηλό σε σύγκριση με αυτό των συμβατικών γεωργικών προϊόντων, η αγορά οικολογικών προϊόντων αυξάνεται, καθώς το ενδιαφέρον έχει ενισχυθεί μετά από διάφορα διατροφικά σκάνδαλα. «Εξάλλου είναι αλήθεια ότι παρά το υψηλότερο κόστος των βιολογικών προϊόντων η ζήτηση αυξάνεται σταθερά» συνηγορεί ο Χουάν Χοσέ Γκαλβάν.

Η επανάσταση του καταναλωτή

Ο Κιλέθ που άφησε μια καλά αμειβόμενη εργασία ως προγραμματιστής για να αφοσιωθεί στην οικολογική γεωργία υποστηρίζει ότι «η εκμετάλλευση της γεωργίας μείωσε την επισιτιστική κυριαρχία κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στις Καναρίους Νήσους όπου το 85% των προϊόντων που καταναλώνονται προέρχονται από το εξωτερικό».

«Η πραγματική επανάσταση πρέπει να έρθει από τα κάτω, από τον καταναλωτή που πηγαίνει στις αγορές για να ψωνίσει και απαιτεί προϊόντα υψηλής ποιότητας» τονίζει ο Γκόμεζ που σημειώνει επιπλέον την κοινωνική διάσταση της βιολογικής γεωργίας και των μικρών αλυσίδων εφοδιασμού τροφίμων: «είναι η αγάπη που οι πελάτες σας δίνουν καθώς γνωρίζουν τα οφέλη των τροφίμων για την υγεία τους και αρχίζουν να ενδιαφέρονται για τη βιωσιμότητα της παραγωγής».

Ο Γκόμεθ ετοιμάζεται τώρα να φυτέψει φασόλια, πατάτες, κουνουπίδι και μπρόκολο για να έχει μια καλή συγκομιδή τον Οκτώβρη και το Νοέμβρη. «Σηκώνομαι στις 5:30 το πρωί και δουλεύω για 15 ώρες. Αλλά είναι η καλύτερη δουλειά που είχα ποτέ στη ζωή μου». 

Πηγή:tvxs
 

  • Κατηγορία GREEN LIFE
  • 0