ενημέρωση 3:30, 11 August, 2026

Eγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες

Η χρήση και το βάρος της λέξης «διάδοχος» στην ελληνική κοινωνία. Συμβαίνει το ίδιο κι αλλού;

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Το πρόβλημα -κατά την άποψή μου- δεν είναι ο Γιώργος Παπανδρέου. Ως πρώην πρωθυπουργός, που πιστεύει ότι οι εξελίξεις (ή οι μηχανορραφίες) τον έστυψαν και τον πέταξαν, δικαιολογείται να κάνει τα πάντα προκειμένου να δικαιωθεί, να του δοθεί ακόμα και μια δεύτερη ευκαιρία. Έστω και με υπερκινητικό, άγαρμπο, νευρωτικό σχεδόν τρόπο. Όπως περίπου εκείνοι που χάνουν μια δίκη και πεισμώνουν και αρχίζουν τις εφέσεις και τις αναιρέσεις και τις προσφυγές στα ευρωπαϊκά δικαστήρια και καταλήγει η ρεβάνς σκοπός της ζωής τους, που τους ρουφάει το μεδούλι.

Το πρόβλημα είναι η χρήση και το βάρος της λέξης «διάδοχος» στην ελληνική κοινωνία. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη και τα βάθη της. «Άντε, με το καλό ο διάδοχος!» εύχονται και σήμερα ακόμα στους μέλλοντες πατεράδες οι συγγενείς και οι φίλοι. Και όταν ο διάδοχος γεννηθεί και κάπως μεγαλώσει, το περιβάλλον του αρχίζει να τον προσανατολίζει –γλυκά και επίμονα- προς την ανάληψη της οικογενειακής επιχείρησης. Της όποιας οικογενειακής επιχείρησης.  

Σε όλες τις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, οι μετοχές μιας επιχείρησης πιθανόν να ανήκουν στους απόγονους του ιδρυτή τους. Η διοίκησή της ωστόσο ανατίθεται σε μάνατζερς

Θα ήταν αποκαλυπτική μια στατιστική που θα μας έδειχνε πόσα παιδιά στην Ελλάδα ακολουθούν το επάγγελμα των γονιών τους. Αναλαμβάνουν -κληρονομικώ δικαίω- το κατάστημα, το ιατρείο, ακόμα και την καλλιτεχνική σταδιοδρομία τους. Η μόνη πρόοδος που έχει σημειωθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι πως ο διάδοχος μπορεί να ανήκει και στο γυναικείο φύλο. Η θέση, κατά τα άλλα, πίσω απ'το ταμείο, η πανεπιστημιακή έδρα ή το μικρόφωνο που ανέδειξε το χρυσό λαρύγγι του γεννήτορά τους, δικαιωματικά τούς ανήκει.

Συμβαίνει το ίδιο κι αλλού; Κατά κανόνα όχι. Στην Αμερική, οι περισσότεροι –και οι πιο σημαντικοί- πρόεδροι έρχονταν από το πουθενά.

Ο πατέρας του Μπάρακ Ομπάμα ήταν ένας Κενυάτης φοιτητής στο πανεπιστήμιο της Χονολουλού, ο οποίος πολύ σύντομα χώρισε με την μάνα του και επέστρεψε για πάντα στην Αφρική. Ο πατέρας του Μπιλ Κλίντον ονομαζόταν Γουίλιαμ Μπλάιθ και σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τρεις μήνες πριν από τη γέννησή του. Η μάνα του παντρεύτηκε κάποιον Ρότζερ Κλίντον, έναν αλκοολικό, τζογαδόρο βενζινά, ο οποίος προφανώς δεν πληρούσε ούτε στο ελάχιστον τις προδιαγραφές για πατριός ενός προέδρου των ΗΠΑ. Ο Αβραάμ Λίνκολν, που πέρασε στην παγκόσμια Ιστορία καταργώντας τη δουλεία, είχε γεννηθεί σε μια καλύβα από γονείς σχεδόν αγράμματους.

Υπάρχουν –θα μου αντιτείνετε- και αντίθετα παραδείγματα. Οι Κένεντι όμως δεν θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να φτιάξουν δυναστεία – κανένα από τα παιδιά και τα ανίψια του Τζων και του Ρόμπερτ δεν διεκδίκησε ύπατο αξίωμα. Οι Μπους, πάλι, το έκαναν. Με καταστροφικά σχεδόν για τη χώρα τους και για τον πλανήτη αποτελέσματα. Η ευφυΐα, το ταλέντο, η πολιτική ή η επιχειρηματική ικανότητα δεν μεταβιβάζονται γονιδιακά. Ή κι αν μεταβιβάζονται, δεν μπορεί να υποχρεώνουν τους κληρονόμους.

Σε όλες τις χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, οι μετοχές μιας επιχείρησης πιθανόν να ανήκουν στους απόγονους του ιδρυτή τους. Η διοίκησή της ωστόσο ανατίθεται σε μάνατζερς.

Η ιδέα εξάλλου πως ο πλούτος οφείλει να επιστρέφει και να διαχέεται στην κοινωνία έχει εμπεδωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε τρεις κορυφαίοι εκπρόσωποι του καπιταλισμού -ο Μπιλ Γκέητς, ο Μαρκ Ζούγκεμπεργκ και ο Γουόρεν Μπάφετ- υπέγραψαν το 2010 ένα μεταξύ τους σύμφωνο που τους υποχρεώνει να διαθέσουν την μισή τουλάχιστον περιουσία τους σε αγαθοεργίες.

Όχι όμως στην Ελλάδα! Στην Ελλάδα, το οποιοδήποτε οικογενειακό κεφάλαιο, είτε αποτιμάται σε χρήματα είτε σε ψήφους είτε σε γνωριμίες, διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού. Εφόσον δε ο ιδιοκτήτης του ψιλικατζίδικου θεωρεί ιερή του υποχρέωση να το παραδώσει στα παιδιά του, γιατί να μην κρίνει ως απολύτως λογικό το Πασόκ του Ανδρέα να ανήκει δικαιωματικά στον γιό του και μάλιστα τον πρωτότοκο;  

Για έναν φροϋδικό ψυχαναλυτή δεν θα χωρούσε αμφιβολία: «Η ενηλικίωση του Γιώργου Παπανδρέου περνάει μέσα από τον συμβολικό φόνο του πατέρα του. Ο ΓΑΠ λαχταρούσε και λαχταράει το Πασόκ με σκοπό, υποσυνείδητα, να το καταστρέψει.».

Ο Γιώργος Παπανδρέου αποτελεί μια τραγική στην ουσία περίπτωση: Το 1981, οι γονείς του, σύμφωνα με τις δικές του διηγήσεις, τον πίεσαν να μπει στο ψηφοδέλτιο της Αχαΐας – «δεν θα κουνήσεις το δακτυλάκι σου για να εκλεγείς!» του έλεγαν, «δες το απλώς σαν εμπειρία!» προσέθεταν.

Εικοσιέξι χρόνια αργότερα -κι ενώ είχε διαγράψει μια πολιτική διαδρομή που περιελάμβανε αξιοπρόσεκτες καινοτομίες (ο ΓΑΠ, λόγου χάριν, ήταν ο μόνος από το Πασόκ που είχε ευθαρσώς τοποθετηθεί υπέρ της ελεύθερης ραδιοφωνίας) αλλά και κωμικές γκάφες- το 2007, όταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος διεκδικούσε με αξιώσεις το κόμμα, δεν δίστασε να συμμαχήσει με ό,τι πιο λαϊκίστικο και φαύλο προκειμένου να παραμείνει πρόεδρος και εν αναμονή πρωθυπουργός.

Το 2009, την μεγάλη νύχτα της ζωής του, όταν σάρωσε στις εκλογές, οι οπαδοί του τον υποδέχθηκαν με το σύνθημα «Σήκω Ανδρέα για να δεις το παιδί της Αλλαγής!». Πώς θα νοιώθατε εσείς εάν στα εξήντα σας σχεδόν σάς αποκαλούσαν ακόμα παιδί;

Για έναν φροϋδικό ψυχαναλυτή δεν θα χωρούσε αμφιβολία: «Η ενηλικίωση του Γιώργου Παπανδρέου περνάει μέσα από τον συμβολικό φόνο του πατέρα του. Ο ΓΑΠ λαχταρούσε και λαχταράει το Πασόκ με σκοπό, υποσυνείδητα, να το καταστρέψει.»

Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι οι ψυχολογικές διαδρομές του οποιουδήποτε Παπανδρέου αλλά το πώς αυτές διαπλέκονται με τις κυρίαρχες μας αντιλήψεις. Πώς η Ελλάδα παραμένει μια προνεοτερική κοινωνία, ένα άθροισμα από κάστες και από φάρες, όπου η προτίμηση –για παράδειγμα- του νεαρού βλαστού της Γιάννας Αγελλοπούλου προς τον Σύριζα καταγράφεται στην πολιτική ειδησεογραφία. Και όπου, το θλιβερότερο, εκείνοι που δεν φέρουν εύσημα καταγωγής –«ο γιός, ο ανηψιός ή ένας από εσάς;» ήταν το σύνθημα του Γιώργου Καρατζαφέρη- αποδεικνύονται συχνά πιο τυχάρπαστοι και αδηφάγοι από τους κληρονόμους.

«Εγώ με την αξία μου κι όχι με ξένες πλάτες...» τραγουδούσε κάποτε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ο Καζαντζίδης όμως δεν είχε παιδιά. Μια κλωτσιά ενός γαϊδάρου στα αχαμνά –ισχυρίζεται στην αυτοβιογραφία του- τον είχε καταστήσει στείρο. Η κληρονομιά του συνεπώς σχόλαζε. Ανήκε δηλαδή σε όλον τον κόσμο.-

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ένας χρόνος χωρίς τον Νέλσον Μαντέλα

Στις 5 Δεκέμβρη του 2013 έφυγε από τη ζωή ο Νέλσον Μαντέλα, ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Νότιας Αφρικής και σύμβολο του αγώνα κατά του απαρτχάιντ. Απεβίωσε στο σπίτι του, περιστοιχισμένος από τα μέλη της οικογένειάς του.

Φυλακίστηκε για 27 χρόνια  από το «καθεστώς των λευκών» αλλά απελευθερώθηκε το 1990 για να γίνει τέσσερα χρόνια αργότερα ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της χώρας  και να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στην πορεία προς την ειρήνη και την κατάργηση των θεσμοθετημένων φυλετικών διακρίσεων. Του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης το 1993.
 
Το χάρισμά του, το αυτοσαρκαστικό του χιούμoρ, η απουσία πικρίας για τη σκληρή μεταχείριση που δέχθηκε, καθώς και η εκπληκτική ιστορία της ζωής του, εξηγούν σε ένα μέρος την αξιοσημείωτη απήχησή του ανά την υφήλιο.
 
Από την παραίτησή του από την προεδρία το 1999 ο Νέλσον Μαντέλα υπήρξε ο ισχυρότερος πρεσβευτής της Νότιας Αφρικής. Μεταξύ άλλων, συμμετείχε ενεργά στην εκστρατεία κατά του HIV/Aids, στην εξάλειψη της πείνας, ενώ βοήθησε επίσης να διασφαλίσει η χώρα του το δικαίωμα να φιλοξενήσει το 2010 το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου. Συμμετείχε επίσης στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκο, το Μπουρούντι, σε άλλες αφρικανικές χώρες και αλλού.
 
Το 2004, σε ηλικία 85 ετών, ο Μαντέλα αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή περνώντας περισσότερο χρόνο με την οικογένεια και τους φίλους τους και επιδιδόταν σε «ήρεμο στοχασμό». «Μη με καλέσεις, θα σε καλέσω εγώ», προειδοποιούσε όποιον είχε σκοπό να τον προσκαλέσει σε υποχρεώσεις.
 
Μια σύντομη αναδρομή της ζωής του

Γεννήθηκε στις 18 Ιουλίου του 1918 στο χωριό Mvezo της πόλης Umtata (σήμερα Mthatha) που βρίσκεται στο Ανατολικό Ακρωτήρι της Νότιας Αφρικής.  Στη χώρα του συχνά αποκαλείται με το όνομα της  δυναστείας των Thembu «Madida». Thembu είναι η εθνοτική ομάδα στην οποία ανήκε o Μαντέλα .Το όνομα που του δόθηκε όταν γεννήθηκε ήταν Rolihlahla Dalibhunga ενώ το αγγλικό όνομα Νέλσον του το έδωσε ένας δάσκαλό του στα μαθητικά του χρόνια.

Ο πατέρας του, Madla Henry Mandela, τοπικός άρχοντας και  σύμβουλος της βασιλικής οικογένειας των Thembu, πέθανε όταν ο Νέλσον ήταν εννέα ετών. Τότε, η μητέρα του Νέλσον, Nongaphi Nosekeni, ανέθεσε τη φροντίδα του στον αντιβασιλέα των Thembu και εξάδελφο του πατέρα του, Jongintaba Dalindyebo και τη σύζυγό του στη Mqhekezweni.

Αν και δεν ξαναείδε τη μητέρα του για πολλά χρόνια, ο ίδιος ένιωθε ότι ο Jongintaba και η γυναίκα του Noengland του φέρθηκαν σα να ήταν δικό τους παιδί.

 

Όταν ενηλικιώθηκε, άρχισε τις προπτυχιακές του σπουδές στο Πανεπιστήμιου του Fort Hare, όπου σπούδασε κατά το πρώτο έτος αγγλικά, πολιτικές επιστήμες, ρωμαϊκό και ολλανδικό δίκαιο και τοπική αυτοδιοίκηση, σπουδές που τελικά δεν ολοκλήρωσε.

Τον Δεκέμβριο του 1940, σε ηλικία 22 ετών, γυρνώντας στο Mqhekezweni ο Μαντέλα ανακάλυψε ότι ο Jongintaba είχε προγραμματίσει τους γάμους του ίδιου και του Justice (του γιου του Jongintaba με τον οποίο ο Μαντέλα μεγάλωσε μαζί). Εξοργισμένοι, έφυγαν για το Γιοχάνεσμπουργκ.

 

Το 1943, ξεκίνησε νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Witswaterand, του οποίου οι φοιτητές ήταν κυρίως λευκοί και όπου γνώρισε ανθρώπους με διαφορετικά φυλετικά και πολιτισμικά υπόβαθρα. Ήρθε σε επαφή με τη φιλελεύθερη, τη ριζοσπαστική καθώς και την αφρικανιστική (παν-αφρικανιστική) σκέψη , που τροφοδότησαν το πάθος του για την πολιτική.

Το 1944, εντάχθηκε στο Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο (African National Congress, θα αναφέται και ως ANC)  και αργότερα έγινε συνιδρυτής της Νεολαίας του.

Παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο Evelyn Mase, ακτιβίστρια του ANC τον Οκτώβριο του 1944. Έφεραν στον κόσμο τέσσερα παιδιά και πήραν διαζύγιο το 1958.

Η αντίσταση στο απαρτχάιντ μεγάλωνε, μετά και τους νέους νόμους του 1952, γνωστοί με την ονομασία «Pass Laws» οι οποίοι όριζαν πού είχαν το δικαίωμα οι μαύροι να ζουν και να εργάζονται και πού όχι. Οι μαύροι ήταν υποχρεωμένοι να έχουν ένα έγγραφο μαζί τους, όταν βρίσκονταν σε περιοχές λευκών, σαν έναν εσωτερικό διαβατήριο, το οποίο περιείχε στοιχεία τους, όπως αποτυπώματα, φωτογραφία, το όνομα του εργοδότη τους και άλλες πληροφορίες. Ο νόμος όριζε πού, πότε και για πόσο μπορούσε ένας μαύρος να παραμείνει σε περιοχή λευκών.

Τον Δεκέμβριο του  1952 ο Μαντέλα, ο οποίος είχε πλέον την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και μπορούσε να ασκήσει τη δικηγορία, άνοιξε ένα δικηγορικό γραφείο– το πρώτο στη Νότια Αφρική που ανήκε σε μαύρο- μαζί με τον συνεργάτη του Όλιβερ Τάμπο.

Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Μαντέλα και ο Τάμπο υπερασπίστηκαν εκατοντάδες πολίτες που πλήττονταν από τους νόμους του απαρτχάιντ.

Το ίδιο έτος, ο Νέλσον Μαντέλα και ακόμη 19 αρχηγικά μέλη και ακτιβιστές του Νοτιοαφρικανικύ Κογκρέσου (Congress Alliance-Επρόκειτο ουσιαστικά για μια συμμαχία ακτιβιστικών ομάδων στην οποία συμμετείχε και το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο) συνελήφθησαν με το νόμο της «Κομμουνιστικής Καταστολής» (Suppression of Communism Act). Ο Μαντέλα, όπως και οι υπόλοιποι ακτιβιστές, καταδικάστηκαν σε 9 μήνες φυλάκισης και σκληρή εργασία με τριετή αναστολή. Του απαγορεύτηκε επίσης να συμμετέχει σε δημόσιες συγκεντρώσεις για 6 μήνες και να φύγει από το Γιοχάνεσμπουργκ. Για τους επόμενους 9 μήνες οι απαγορευτικές εντολές ανανεώνονταν συνεχώς.

Παρόλο που ο Μαντέλα ήταν ο επίσημος αντιπρόεδρος του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, δεν του επιτρεπόταν από τον νόμο να παίξει οποιοδήποτε ρόλο στις δραστηριότητες του Κογκρέσου εξαιτίας των προαναφερθεισών απαγορευτικών αποφάσεων εναντίον του. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να συναντά κρυφά την ηγεσία τόσο του ANC τόσο και του Congress Alliance. Έτσι, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό όλων των μεγάλων εκστρατειών εναντίον του απαρτχάιντ τη δεκαετία του 1950. 

Το 1955, η εκστρατεία ενάντια στο ρατσιστικό καθεστώς του απαρτχάιντ κορυφώθηκε με τη σύγκληση του ιστορικού Κογκρέσου του Λαού (Congress of the People) στις 25-26 Ιουνίου στο Κλιπτάουν. Εκεί, το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, το Κομουνιστικό Κόμμα, οι Δημοκρατικοί και άλλα κινήματα διαμαρτυρίας υιοθέτησαν μια χάρτα δικαιωμάτων, με την οποία θα καταργούνταν όλες οι φυλετικές διακρίσεις στη Νότια Αφρική, θα εγκαθίστατο δημοκρατικό καθεστώς και ένα πολιτικό πρόγραμμα αγροτικής και σοσιαλιστικής μεταρρύθμισης ενώ η μεγάλη βιομηχανία θα κρατικοποιείτο.

Το 1956, ο  Νέλσον Μαντέλα με ακόμη 155 ακτιβιστές (συνολικά 156 άτομα: Μαύροι, 21 Ινδοί, 23 Λευκοί και 7 Μιγάδες) συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία, με την κατηγορία ότι σχεδίαζαν την ανατροπή της κυβέρνησης με τη βία και την εγκαθίδρυση κομουνιστικού καθεστώτος.

1956, Ο Νέλσον Μαντέλα (στα δεξιά) μαζί με άλλους συλληφθέντες ακτιβιστές λίγο πριν την έναρξη της δίκης.

Εντέλει, μετά από μια πολυετή δίκη, το 1961 όλοι οι συλληφθέντες αθωώθηκαν.

Το 1958, ο Νέλσον Μαντέλα παντρεύτηκε τη Winnie Madikizela, η οποία αργότερα έπαιξε ενεργό ρόλο στην εκστρατεία για την αποφυλάκιση του.

Το κίνημα εναντίον του απαρτχάιντ διαιρείται το 1959, όταν οι ριζοσπαστικοί εγκαταλείπουν το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο και ιδρύουν το Παναφρικανικό Κογκρέσο, αργότερα γνωστό ως Παναφρικανικό Κογκρέσο της Αζανίας. 

Εν τω μεταξύ, το 1960 το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο τέθηκε εκτός νόμου. Η αγανάκτηση κορυφώθηκε όταν, το ίδιο έτος, 69 μαύροι πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν ενώ περίπου 131 τραυματίστηκαν από την αστυνομία, στη σφαγή της Sharpeville.

Αυτό το αιματηρό περιστατικό σηματοδότησε το τέλος της «ειρηνικής αντίστασης» και ο Νέλσον Μαντέλα, ως αντιπρόεδρος του ΑΝC, ξεκίνησε μια εκστρατεία οικονομικού σαμποτάζ.

Συγκεκριμένα, μετά τη σφαγή της Sharpeville, όπου δεκάδες ειρηνικοί διαδηλωτές κατά του απαρτχάιντ σφαγιάστηκαν στις 21 Μαρτίου 1960, χιλιάδες Μαύροι Νοτιοαφρικανοί κατέστρεψαν το "πάσο" τους, η κυβέρνηση κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης στις 8 Απριλίου1960 και απαγορεύτηκε η λειτουργία στο Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο και στο Παναφρικανικό Κογκρέσο, θέτοντας σε ισχύ το νόμο περί καταστολής του κομουνισμού.


Ο Νέλσον Μαντέλα καίει το "πάσο" του ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σφαγή του Sharpeville και αντιτιθέμενος στους νόμους που όριζαν σε ποιες περιοχές μπορούσαν να κινούνται οι μαύροι στης Νοτίας Αφρικής.

Σε διεθνές επίπεδο, φθίνει το στάτους της Νοτίου Αφρικής για πρώτη φορά, καθώς τίθεται εκτός από την Κοινοπολιτεία των Εθνών, την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, την ΟΥΝΕΣΚΟ και τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας.

Αφού είχε ληφθεί πλέον η απόφαση περί τερματισμού της «ειρηνικής αντίστασης», τo 1961, ιδρύθηκε το Δόρυ του Έθνους (Umkhonto we Sizwe) (συντομογραφία ΜΚ), το στρατιωτικό παρακλάδι του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, και ξεκίνησε την εκστρατεία σαμποτάζ. Οι πρώτες επιθέσεις αφορούσαν κυβερνητικά κτίρια. Γρήγορα όμως οι αρχηγοί του κινήματος συνελήφθησαν τον Ιούνιο του 1963 στη Ριβονία, προάστιο του Γιοχάνεσμπουργκ, και καταδικάστηκαν σε ισόβια το 1964, ανάμεσα τους ήταν και ο Νέλσον Μαντέλα.

Ισόβια κάθειρξη

Ο Νέλσον Μαντέλα συνελήφθη και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για σαμποτάζ και προσπάθειας βίαιης ανατροπής της κυβέρνησης.  Μιλώντας στο δικαστήριο ο Μαντέλα δήλωσε: «Έχω τιμήσει το ιδανικό μιας δημοκρατικής και ελεύθερης κοινωνίας στην οποία όλοι οι άνθρωποι ζουν αρμονικά με ίσες ευκαιρίες». «Είναι είναι ιδανικό για το οποίο ελπίζω να ζήσω και να το καταφέρω. Αλλά αν χρειαστεί, είναι ένα ιδανικό για το οποίο είμαι έτοιμος να πεθάνω».

Το 1964 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.


Ο Νέλσον Μαντέλα μετά την απόφαση ισόβιας κάθειρξης μεταφέρεται στις φυλακές του Robben Island.

Μέσα σε έναν χρόνο, από το 1968 ως το 1969, η μητέρα του Νέλσον Μαντέλα πέθανε και ο μεγαλύτερος γιος του σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Δεν του επετράπη να παραστεί στις κηδείες τους.

Έμεινε στις φυλακές του Robben Island για 18 χρόνια και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Φυλακή Pollsmoor στην ηπειρωτική χώρα το 1982.

Ενώ ο Μαντέλα και άλλοι ηγέτες του ΑΝC βρίσκονταν στη φυλακή ή ζούσαν στην εξορία, νέοι από τις «πόλεις των μαύρων» στη Νότια Αφρική έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό στον αγώνα ενάντια στην κυριαρχία της λευκής μειονότητας. Εκατοντάδες σκοτώθηκαν και χιλιάδες τραυματίστηκαν κατά τη βίαιη καταστολή της εξέγερσης των μαθητών.

Το 1980, το ANC με αρχηγό τον εξόριστο Τάμπο, ξεκίνησε μια διεθνή εκστρατεία εναντίον του απαρτχάιντ και έξυπνα αποφάσισε να στρέψει το ενδιαφέρον στο πρόσωπο του Νέλσον Μαντέλα και το αίτημα για την απελευθέρωσή του.

Αυτή η προσπάθεια κορυφώθηκε το 1988 στη συναυλία στο στάδιο Wembley στο Λονδίνο όπου 72.000 άνθρωποι –και εκατομμύρια άλλοι που παρακολουθούσαν μέσω τηλεόρασης σε όλο τον κόσμο- είπαν «Ελευθερώστε τον Νέλσον Μαντέλα». (Free Nelson Mandela).

Η πίεση της κοινής γνώμης οδήγησε ηγέτες ανά τον κόσμο να ενισχύσουν τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν για πρώτη φορά στη Νότια Αφρική το 1967 κατά του καθεστώτος του απαρτχάιντ. Το 1973, ένα ψήφισμα από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αναγνώριζε το απαρτχάιντ ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Η απελευθέρωση

Το 1989, η εξουσία περνάει στον Φρεντερίκ ντε Κλερκ, τον τελευταίο λευκό πρόεδρο της Νοτίου Αφρικής. Κατά τη διάρκεια της κυβέρνησής του, απελευθερώνεται ο Νέλσον Μαντέλα στις 11 Φεβρουαρίου 1990.

Τον Δεκέμβριο του 1993, ο Μαντέλα και ο ντε Κλερκ βραβεύτηκαν με το Νόμπελ Ειρήνης «για τη συνεισφορά τους στον ειρηνικό τερματισμό του απαρτχάιντ και για τη θεμελίωση μιας νέας δημοκρατικής Νότιας Αφρικής».

Πέντε μήνες αργότερα, το 1994, για πρώτη φορά στην ιστορία της Νότιας Αφρικής, οι πολίτες από όλες τις φυλετικές και εθνοτικές ομάδες ψήφισαν σε δημοκρατικές εκλογές και ο Νέλσον Μαντέλα εξελέγη με συντριπτική πλειοψηφία πρόεδρος της χώρας.

Στο μεταξύ, ο Μαντέλα χώρισε από τη δεύτερη σύζυγό του, τη Winnie, το 1992.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Μαντέλα κατά τηνπροεδρική του θητεία (1994-1999) ήταν οι άστεγοι και φτωχοί των παραγκουπόλεων.

Ανέθεσε στον αναπληρωτή του, Thabo Mbeki, τις γραφειοκρατικές και καθημερινές εργασίες της κυβέρνησης, ενώ ο ίδιος ο Μαντέλα επικεντρώθηκε στα επίσημα καθήκοντα ενός ηγέτη, χτίζοντας μια νέα διεθνή εικόνα της Νότιας Αφρικής. Σε αυτό το πλαίσιο, κατάφερε να πείσει τις πολυεθνικές εταιρείες της χώρας να παραμείνουν και να επενδύσουν στη Νότια Αφρική.

Το 1997 ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από την προεδρεία του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, δεν είναι ξανά υποψήφιος πρόεδρος της χώρας. Το 1999 τελείωσε η προεδρική του θητεία και αποχωρεί από την πολιτική ζωή της χώρας, με τη στενή τουλάχιστον έννοια.

Έναν χρόνο νωρίτερα, το 1998, στα ογδοηκοστά του γενέθλια παντρεύτηκε την Graca Machel, τη χήρα του πρώην προέδρου της Μοζαμβίκης. Συνέχισε να ταξιδεύει ανά τον κόσμο, να συναντά ηγέτες, να συμμετέχει σε συνδιασκέψεις καθώς και να συλλέγει σειρά βραβεύσεων, αφότου παραιτήθηκε από την προεδρία της χώρας του.


Με τον Φιντέλ Κάστρο το 2001.

Μετά την επίσημη αποχώρησή του, οι δημόσιες εμφανίσεις του ήταν κυρίως συνδεδεμένες με τις εργασίας του Ιδρύματος Μαντέλα, το οποίο είναι ένας φιλανθρωπικός οργανισμός που ό ίδιος ίδρυσε.

Στα ογδοηκοστά ένατα γενέθλιά του ίδρυσε τουςΠρεσβύτερους,  µια ανεξάρτητη οµάδα που αποτελείται από διακεκριμένους ηγέτες παγκόσμιου βεληνεκούς. Οι Πρεσβύτεροι προσφέρουν τη συλλογική επιρροή και εμπειρία τους για να υποστηρίξουν την εγκαθίδρυση της ειρήνης, να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των κυριότερων αιτιών του ανθρώπινου πόνου και να προωθήσουν τα κοινά συμφέροντα της ανθρωπότητας.

Το 2005, σε μια χρονική περίοδο που τα ταμπού ακόμη περιέβαλαν την επιδημία του AIDS, ο Μαντέλα ανακοίνωσε ότι ο γιος του πέθανε από AIDS και κάλεσε του Νοτιοαφρικανούς να μιλήσουν για το AIDS «για να φαίνεται ως μια κανονική ασθένεια».

Αργότερα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση να φιλοξενήσει η Νότια Αφρική το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου το 2010 και εμφανίστηκε κατά την τελετή λήξης του. 

Ο Νέλσον Μαντέλα χαρακτήριζε τον ευατό του ως ένα πατριώτη, που ασπαζόταν τις ιδέες της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού. Το κενό που αφήνει στην μαύρη Αφρική που αγάπησε και υπήρέτησε αλλά και σε όλο τον κόσμο, είναι δυσαναπλήρωτο. 

Πηγές:
nelsonmandela.org
sahistory.org.za
bbc.co.uk

Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων

Ο δημοφιλής συγγραφέας με αφορμή το βιβλίο "Περί Λογοτεχνίας και Άλλων Δαιμονίων" που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Gutenberg

Ο Βασίλης Βασιλικός έκλεισε φέτος 60 χρόνια προσφοράς στα ελληνικά γράμματα. Με την πεζογραφία κυρίως και ελάχιστα με την ποίηση στόχευσε σε μια αφήγηση ρεαλιστική, καλώντας τον αναγνώστη, μέσα από κάθε λέξη και φράση του, σε έναν ιδιότυπο, έμμεσο “διάλογο”. Διεθνώς, η φήμη του απογειώθηκε με το Ζ, το “φανταστικό ντοκυμαντέρ” όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, όταν γυρίστηκε σε ταινία από τον Κώστα Γαβρά. Το συναρπαστικό Ζ καθιέρωσε ένα πρωτοποριακό λογοτεχνικό είδος στην Ελλάδα, στα χνάρια του Τρούμαν Καπότε, όπου μια πολιτική δολοφονία, εν προκειμένω του Γρηγορίου Λαμπράκη, εμπλουτίζεται με τις φανταστικές συγγραφικές λεπτομέρειες ενός εγκληματικού μηχανισμού.  

Στην συνέντευξη που ακολουθεί, ο πολυγραφότατος Βασιλικός σχολιάζει σημαντικές πτυχές του βιβλίου του Περί Λογοτεχνίας και Άλλων Δαιμονίων που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Gutenberg. Πρόκειται για μια ανθολογία δοκιμίων και συνεντεύξεων όπου εντοπίζονται οι κυριότερες σκέψεις του Βασιλικού σχετικά με το γράψιμο, την ανάγνωση, την λογοτεχνική κριτική και εν γένει τη “δαιμονική” ώθηση που δίνεται στον συγγραφέα, έτσι ώστε να εκφραστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο κοινό του.  

Πρόκειται για μια ανθολογία δοκιμίων και συνεντεύξεων όπου εντοπίζονται οι κυριότερες σκέψεις του Βασιλικού σχετικά με το γράψιμο, την ανάγνωση, την λογοτεχνική κριτική και εν γένει τη "δαιμονική" ώθηση που δίνεται στον συγγραφέα, έτσι ώστε να εκφραστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο κοινό του.  

Οι σκηνοθέτες μας δεν διαβάζουν αρκετά λογοτεχνία. Στο εξωτερικό, όπου έζησα 45 χρόνια, ο σκηνοθέτης ήταν πάντα ένας φανατικός αναγνώστης. Τρεφόταν από τα βιβλία...

Kύριε Βασιλικέ, πώς σκεφθήκατε να φτιάξετε ένα βιβλίο με συνεντεύξεις σας και δοκίμια; Το συγκεκριμένο δίνει αρκετά την αίσθηση μιας αυτοβιογραφίας, τύπου memoirs. Το βιβλίο αυτό οφείλεται στους δύο ανθολόγους μου, τον Θανάση Αγάθο και Αριστοτέλη Σαϊνη, οι οποίοι έχοντας επιμεληθεί αρκετά βιβλία μου, αγαπούσαν τα γραπτά μου. Επειδή εγώ μέσα στην εξηκονταετία έγραψα πάρα πολλά βιβλία, δυσανάλογα πολλά, αποφασίσαμε και οι τρεις αυτό το βιβλίο να αφορά τη λογοτεχνία και όχι τα κοινωνικά θέματα, όχι την επικαιρότητα. Σταχυολογήσανε, από το 1952 μέχρι το 2012, ορισμένα κείμενα τα οποία θεώρησαν ότι ήταν σημαντικά. Εκεί μέσα, μου είπαν, θα έπρεπε να μπουν και μερικές συνεντεύξεις—ένας αναγνώστης θα μάθει πάρα πολλά πράγματα από τις συνεντεύξεις, για το πως σκέφτεσαι και πως αντιμετωπίζεις ορισμένα θέματα της δουλειάς σου. Έτσι, σ’έναν βαθμό, τα βιογραφικά στοιχεία και οι αναμνήσεις βγαίνουν από αυτές τις συνεντεύξεις. Τους ευχαριστώ γι’αυτό. Επίσης η έκδοση του βιβλίου είναι πολύ προσεγμένη γιατί ο εκδοτικός οίκος Gutenberg ασχολείται με την τεχνική της τυπογραφίας, η οποία έχει πλέον εκλείψει. Αφιερώνω ένα κείμενο στον Γιάννη Μαμάη, τον επιμελητή της έκδοσης και μαθητή των παλιών τυπογράφων, με τίτλο “Ψηφίδες.” Του είχε αρέσει πολύ όταν είπα ότι εκείνο που βλέπω πιο ευαίσθητο σ’ένα βιβλίο είναι όταν κόβω τις σελίδες και πετάγονται τα χαρτάκια.  

Η παραγγελία κειμένων για τις εφημερίδες και τα περιοδικά δεν είναι αναγκαία κακό. Οι συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Μπαλζάκ και ο Ντοστογιέφσκι, έγραφαν στις εφημερίδες κατά παραγγελία..

Μπορεί η κατά παραγγελία συγγραφή κειμένων στα περιοδικά και τις εφημερίδες, όπως συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση, να είναι εξίσου δημιουργική με την αυτόβουλη συγγραφή; Η παραγγελία κειμένων για τις εφημερίδες και τα περιοδικά δεν είναι αναγκαία κακό. Οι συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Μπαλζάκ και ο Ντοστογιέφσκι, έγραφαν στις εφημερίδες κατά παραγγελία. Τα αφιερώματα και τα θέματα, όπως λ.χ. “Λογοτεχνία και Δημοσιογραφία”, είναι αρκετά ερεθιστικά. Επίσης, αν δεν στα ζητήσει κάποιος, μπορεί και να μην τα γράψεις. Για παράδειγμα, είχα βγάλει μια ανθολογία που λέγεται Λύρα Ελληνική και ως επίμετρο, με την προτροπή του φίλου μου εκδότη και ποιητή Μιχάλη Μεϊμάρη, έγραψα έξι φανταστικές συνεντεύξεις με ποιητές που δεν ζούνε πια, όπως ο Ρήγας, ο Κάλβος, ο Βιζυηνός, ο Παλαμάς, ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης.  

Τη λέξη “συγγραφέας” αναλύετε με έναν τρόπο ιδιαίτερο μέσα στο βιβλίο σας, τουτέστιν αυτός που γράφει έχει μαζί του πάντα και τον αναγνώστη (συν-γραφέας). Σωστά. Η λέξη “συγγραφέας” στα γαλλικά είναι ecrivain, writer στα αγγλικά, schriftsteller στα γερμανικά και scrittore στα ιταλικά. Όλες αυτές οι λέξεις βγαίνουν από τη “γραφή”. Το συν που έχουμε εμείς είναι η “προστιθέμενη αξία”! Όπως και η λέξη μυθιστόρημα που βγαίνει από τον μύθο και την ιστορία, τα δύο μοναδικά συστατικά της πεζογραφίας που δεν γίνεται να εκφραστούν μέσα από τη λέξη novel.  

Αναφέρετε σε ένα από τα κείμενά σας ότι η νουβέλα και η μαρτυρία μπορούν ν’αποδώσουν καρπούς στην Ελλάδα, ενώ το μυθιστόρημα όχι. Γιατί; Ο λόγος που δεν ευδοκίμησε στην Ελλάδα το μυθιστόρημα είναι ότι δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές στις κοινωνικές τάξεις και αυτό είναι ένα εμπόδιο. Είμαστε μια κοινωνία λίγο-πολύ χύμα. Οι τάξεις ήταν το λούμπεν προλεταριάτο, το προλεταριάτο, ο μικροαστός, ο αστός, ο μεγαλοαστός, ο αριστοκράτης. Στην Ελλάδα δεν είχαμε αστική τάξη όπως στις άλλες χώρες, οι οποίες δεν περάσανε 450 χρόνια Οθωμανικής κατοχής. Και γι’αυτόν το λόγο ο πεζογράφος στον τόπο μας υστερούσε απέναντι στους συναδέλφους του των άλλων χωρών. Έτσι, οι βιωματικοί συγγραφείς είχαν μεγάλη απήχηση, όπως ο Σκαρίμπας και ο Πεντζίκης.    

Οι σκηνοθέτες μας δεν διαβάζουν αρκετά λογοτεχνία. Στο εξωτερικό, όπου έζησα 45 χρόνια, ο σκηνοθέτης ήταν πάντα ένας φανατικός αναγνώστης. Τρεφόταν από τα βιβλία. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, ο σκηνοθέτης διαβάζει πολύ λιγότερο. Υπάρχουν λογοτεχνικά κείμενα Ελλήνων συγγραφέων που μπορούν αυτούσια να χρησιμοποιηθούν ως σενάρια. Το διήγημα του Παπαδιαμάντη "Χρήστος Μηλιόνης" είναι ντεκουπαρισμένο σενάριο  

Σε μια από τις συνεντεύξεις του βιβλίου μιλάτε για έναν καιρό δύσκολο και καταπιεστικό για σας, αλλά και γι’άλλους Έλληνες συγγραφείς, όσον αφορά την αναγνώριση από τους εκδότες, τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό. Με αφορμή την κατάσταση αυτή είχατε πει ότι όταν γράφετε βιβλία “μεταναστεύετε” σε δικές σας χώρες. Ποια είναι η πατρίδα του συγγραφέα; Η μόνη πατρίδα για τον συγγραφέα είναι η γλώσσα. Για μένα είναι η ελληνική γλώσσα. Μέσα στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν πέντε γλώσσες: η Αττική διάλεκτος, η ελληνιστική, η βυζαντινή, η δημοτική, η καθαρεύουσα. Η διαχρονικότητά των ελληνικών διατηρήθηκε μέσα στους αιώνες. Ο Σεφέρης όταν πήρε το Νόμπελ αναφέρθηκε στο συνεχές της γλώσσας μας με το παράδειγμα της αρχαίας φράσης “φάος ηελίοιο”, που είναι το “φως ηλίου” στα νέα ελληνικά. Η ελληνική γλώσσα δεν έσβησε, δεν νεκρώθηκε, αλλά μεταλλάχθηκε. Κορυφώθηκε μια σύγκρουση, όταν η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος. Εκεί υπήρξε η διγλωσσία, ο διχασμός. Μάθαινες στο σχολείο “οίνος” στο σπίτι άκουγες “κρασί”. Μάθαινες “ύδωρ” και έλεγες “νερό,” “άρτος”, “ψωμί.” Πήγαινε ο χωρικός που έκλεψε πέντε “κότες” και άκουγε να κατηγορείται για “όρνιθες”. Ή για “αίγα” αντί “κατσίκι” και δεν καταλάβαινε τίποτα! Το 1978 έγινε η μεταρρύθμιση Ράλλη, γεγονός πολύ σημαντικό, γιατί πέρασε η δημοτική στα επίσημα κείμενα. Δηλαδή, τα κείμενα του αστικού κώδικα, του ποινικού. Υπήρξε επιτέλους για τους συγγραφείς μια απελευθέρωση. Από κει και πέρα το βασικό τους μέλημα ήταν τι θα πουν και όχι πώς θα το πουν. Αλλά μέχρι και μια πολύ πρόσφατη εποχή ήταν πώς θα το πεις εις βάρος του τι έχεις να πεις.  

Λόγω των σπουδών σας στην Αμερική πάνω στην τηλεόραση, αλλά και της επαγγελματικής σας εμπειρίας, παραθέτετε πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις για τη σχέση κινηματογράφου-λογοτεχνίας. Έχω το εξής παράπονο. Οι σκηνοθέτες μας δεν διαβάζουν αρκετά λογοτεχνία. Στο εξωτερικό, όπου έζησα 45 χρόνια, ο σκηνοθέτης ήταν πάντα ένας φανατικός αναγνώστης. Τρεφόταν από τα βιβλία. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, ο σκηνοθέτης διαβάζει πολύ λιγότερο. Υπάρχουν λογοτεχνικά κείμενα Ελλήνων συγγραφέων που μπορούν αυτούσια να χρησιμοποιηθούν ως σενάρια. Το διήγημα του Παπαδιαμάντη “Χρήστος Μηλιόνης” είναι ντεκουπαρισμένο σενάριο. Δηλαδή, το σενάριο περιττεύει, εφόσον μπορείς να γυρίσεις το διήγημα, παράγραφο προς παράγραφο! Διότι κάθε παράγραφος είναι μια σκηνή, μια γωνία λήψης. Ξέρεις ακόμα από που το βλέπει ο Παπαδιαμάντης και μπορείς να τοποθετήσεις την κάμερα ανάλογα. 

Πηγή: lifo

Velvet Underground σε ένα κουτί

Με αφορμή την κυκλοφορία ενός επετειακού box set, τα δύο εναπομείναντα μέλη θυμούνται την πιο δύσκολη εποχή του θρυλικού σχήματος

Με αφορμή την επανακυκλοφορία ενός box set του τρίτου ομώνυμου άλμπουμ των Velvet Underground, το Rolling Stone έγραψε αναλυτικά για τα δύσκολα χρόνια που πέρασε το γκρουπ από την δημιουργία του μέχρι την διάλυση του. Το box set που αποτελείται από 5 CD του The Velvet Underground και παρουσιάζει μια εκτενή ματιά στο δίσκο συμπεριλαμβάνοντας τρεις διαφορετικές μίξεις του άλμπουμ, μαζί με όλα τα session του στούντιο που θα μπορούσαν να είναι ένα ακυκλοφόρητο τέταρτο άλμπουμ και δύο δίσκους από ζωντανές τους  ηχογραφήσεις.  

«Είναι η απόλυτη σκιαγράφηση εκείνης της εποχής» σύμφωνα με τον συντάκτη του άρθρου Kory Crow που συνομίλησε με τα δύο εναπομείναντα μέλη της μπάντας Maureen Tucker και Doug Yule που συμμετείχαν στο άλμπουμ. Αν και έχουν περάσει σχεδόν 5 δεκαετίες από τότε που κυκλοφόρησε, ακόμη θυμούνται εκείνη την περίοδο στην ζωή του συγκροτήματος λίγο πριν ο Yule γίνει μέλος της μπάντας.  

Ο άγριος ήχος του γκρουπ τράβηξε την προσοχή του Andy Warhol που τους προμόταρε και τους βοήθησε να κυκλοφορήσουν το εξαιρετικά ανατρεπτικό πρώτο τους LP The Velvet Underground & Nico στο οποίο συμμετείχε η Γερμανίδα τραγουδίστρια Nico με την βαριά τευτονική προφορά της σε 3 κομμάτια τον Μάρτιο του 1967.    

Ο John Cale είχε αποχωρήσει το 1968 πριν αρχίσουν τις ηχογραφήσεις και είχε φέρει τα πάνω κάτω στο γκρουπ.  Πιο αναλυτικά θυμάται η Tucker: «Δεν ήμουν χαρούμενη τότε» λέει σήμερα η ντράμερ που έχει κλείσει τα 70. «Σκεφτόμουν τι θα γίνει, πώς θα διαμορφωθεί ο ήχος μας και ήλπιζα ότι θα μείνουμε μαζί.»   Το άρθρο περιγράφει πόσο σημαντικός δίσκος ήταν για την εποχή του και για το συγκρότημα και πόσο είχε παραβλεφθεί την εποχή που κυκλοφόρησε με αποτέλεσμα να σημάνει την αρχή του τέλους για το σχήμα.   

"Αν και το γκρουπ είχε μόλις κυκλοφορήσει το πιο βίαιο δίσκο του το WhiteLight/WhiteHeat, είχε αρχίσει ήδη να δουλεύει πάνω στον δίσκο που έμελλε να γίνει η πιο ώριμη δουλειά τους. Κάθε άλμπουμ της μπάντας είτε εξερευνούσε τα όρια του παραμορφωμένου ήχου, είτε τελειοποιούσε την ποπ,  θεωρούνταν μοναδικό.    

Η φωτογραφία του εξωφύλλου δείχνει ένα χαμογελαστό Reed που κρατάει ένα τεύχος του Harper’s Bazaar καθώς τον κοιτούν ο Yule και η Tucker ενώ ο Morrison κοιτάει αλλού.   Με το τρίτο τους δίσκο, έμοιαζαν να βρίσκονται στην πιο ευάλωτη στιγμή τους. Δεν ήταν πια ένα συγκρότημα από ηρωινομανείς, σεξομανείς, χίψτερς. Η νέα φουρνιά των τραγουδιών του Reed έδειχνε πώς ήταν ευαίσθητοι καλλιτέχνες, με αυτοπεποίθηση και ωριμότητα που πάλευαν με την αγριότητα της καθημερινής τους ζωής.  

Με τον ερχομό του μπασίστα Doug Yule, ο ασταθής και απρόβλεπτος Reed οδήγησε τον ήχο της μπάντας σε πιο εσωτερικά μονοπάτια για το art rock. Μια προσέγγιση που άφησε ανεξίτηλα σημάδια αργότερα στην μουσική καλλιτεχνών όπως οι REM, Glen Campbell, Beck. Επηρέασε ακόμη και τους Nirvana.   Οι Velvet Underground σχηματίστηκαν το 1964 όταν ο Reed γνώρισε τον κλασικό βιολιστή από την Ουαλία John Cale που τότε πειραματιζόταν με τον La Monte Young. Ο Reed προσκάλεσε τον Morrison που τον ήξερε από το πανεπιστήμιο να παίξει κιθάρα μαζί τους και πήραν το όνομα τους συγκροτήματος από τον τίτλο ενός βιβλίου του Michael Leigh από το 1963 που αφορούσε την εναλλακτική σεξ κουλτούρα των σίξτις. Πήραν την Tucker στα ντραμς όταν την πρότεινε ο Morrison. Στην αρχή είχαν άλλο ντράμερ.  

«Ήθελαν να βρουν κάποιον γρήγορα γιατί θα έπαιζαν την πρώτη τους συναυλία,» λέει, φέρνοντας στην μνήμη της το ντεμπούτο της μπάντας τον Νοέμβριο του 1965. Όσο περνούσε ο καιρός η Tucker είχε δημιουργήσει ένα δικό της στυλ, παίζοντας όρθια που την βοήθησε να αποδομήσει τις υπάρχουσες συμβάσεις στο ροκ. «Αυτοσχεδιάζαμε πολύ και δεν νομίζω ότι θα λειτουργούσε με ένα κανονικό drum set. Η μουσική ήταν άγρια μερικές φορές με τον Cale και τον Lou. Ένοιωθα ότι λειτουργούσε καλύτερα όταν έπαιζα κάτι άλλο από τον συνηθισμένο ρυθμό.»    

Ο άγριος ήχος του γκρουπ τράβηξε την προσοχή του Andy Warhol που τους προμόταρε και τους βοήθησε να κυκλοφορήσουν το εξαιρετικά ανατρεπτικό πρώτο τους LP The Velvet Underground & Nico στο οποίο συμμετείχε η Γερμανίδα τραγουδίστρια Nico με την βαριά τευτονική προφορά της σε 3 κομμάτια τον Μάρτιο του 1967. Το γκρουπ ανέπτυξε ένα πυκνό θορυβώδες ήχο, παίζοντας απλά και με στίχους που αφορούσαν το  σεξ, τα ναρκωτικά και την κρυφή ζωή στην Νέα Υόρκη που καθόρισε την εναλλακτική και ανεξάρτητη ροκ σκηνή των δεκαετιών που ακολούθησαν.   Για τon Reed το The Velvet Underground εξυπηρετούσε ένα μεγαλύτερο σκοπό. Στιχουργικά, είχε βάλει τα τραγούδια σε μια τέτοια σειρά σαν να αφηγείται μια ιστορία ή σαν να κάνει μια συζήτηση για την αγάπη, το σεξ, την απιστία και την εξιλέωση.  

Ένα χρόνο μετά χωρίς τη Nico, τράβηξαν τον ήχο τους ακόμη περισσότερο στα άκρα με το επόμενο άλμπουμ τους White Light/White Heat, στο οποίο ο Cale άρχισε να πειραματίζεται με την ηλεκτρική βιόλα και τα πλήκτρα και  με τον θόρυβο να δονεί την βελόνα του πικ απ. Αυτή η εποχή δεν θα διαρκούσε πολύ. Εντάσεις εμφανίστηκαν στην σχέση του Reed με τον Cale με αποτέλεσμα ο τραγουδιστής να τον διώξει από την μπάντα.   Ο Cale έπαιξε την τελευταία του συναυλία με το γκρουπ στις 28 Σεπτεμβρίου του 1968 και οι Velvet Underground έπαιξαν το πρώτο τους σόου με τον αντικαταστάτη του τον μπασίστα Doug Yule – που καταγόταν από το Long Island και έπαιζε στην Βοστόνη «με μια τοπική μπάντα που ποτέ δεν απογειώθηκε» τους Grass Menagerie - στις 4 Οκτωβρίου. Του έδωσαν να μάθει ένα νέο τραγούδι στο soundcheck που το έπαιξαν μάλιστα και την ίδια νύχτα. Ήταν εκείνη την περίοδο που  ο Reed ξεκίνησε να του δείχνει κομμάτια που ήταν αργότερα στον τρίτο δίσκο.     

«Είχα καλή προϊστορία με το rock’n’roll» λέει ο Yule που τώρα είναι 67 χρονών. «Μεγάλωσα μέσα στην ίδια μουσική σούπα που μεγάλωσαν ο Lou, η Mauren και ο Sterling. Ο αγαπημένος κιθαρίστας του Sterling ήταν ο Mickey Baker , ένας μουσικός που είχα ακούσει σε πολύ μικρή ηλικία και τον ήξερα καλά. Έτσι ήταν εύκολο για μένα να γίνω μέλος του γκρουπ. Είχα κλασική παιδεία και έπαιζα μόνο Μπαχ και Μότσαρτ αλλά επειδή είχα παρόμοιες εμπειρίες με τους άλλους, όλα ήταν πολύ εύκολα.»    Με φιλοδοξία, το γκρουπ μπήκε στα T.T.G. Studios του Χόλιγουντ με παραγωγό τον Val Valentin τον Νοέμβριο του 1968 και άρχισε να ηχογραφεί το τρίτο του άλμπουμ. Σε σχέση με την θορυβώδη βαρβαρότητα του White Light/White Heat, τα κομμάτια που ο Reed έγραψε για το The Velvet Underground ηχούσαν σχετικά συγκρατημένα και ευγενικά. Ο Morrison είπε κάποτε ότι τα πέταλα της κιθάρας του γκρουπ κλάπηκαν στο ταξίδι προς την Καλιφόρνια αλλά ο Reed είχε γράψει μια σειρά από κομμάτια που ήταν γενικά πιο ήσυχα και πιο στοχαστικά.  

Χωρίς τον Cale και την βιόλα του που είχε χορδές κιθάρας, η μπάντα πλησίασε τα κομμάτια με έναν πιο ευθύ τρόπο – σαν ένα τυπικό ροκ συγκρότημα όσο συνηθισμένο μπορείς να θεωρήσεις ένα κομμάτι σαν το The Murder Mystery όπου τα φωνητικά γίνονται από όλα τα μέλη της μπάντας και ακούγονται το ένα πάνω στο άλλο.    

Για τon Reed το The Velvet Underground εξυπηρετούσε ένα μεγαλύτερο σκοπό. Στιχουργικά, είχε βάλει τα τραγούδια σε μια τέτοια σειρά σαν να αφηγείται μια ιστορία ή σαν να κάνει μια συζήτηση για την αγάπη, το σεξ, την απιστία και την εξιλέωση.  

Το άλμπουμ ξεκινάει με το παραπονιάρικο και επιβλητικό “Candy Says” – είναι για την Candy Darling, την διεμφυλική σταρ του Warhol – στο οποίο μια γυναίκα δηλώνει ότι μισεί το σώμα της και αναρωτιέται για την ζωή  της πριν περάσει στο υπερ-αρρενωπό “What Goes On” για έναν άντρα που απαντάει συγχυσμένος στην γυναίκα.     Το ιδιόρρυθμο “Some Kinda Love” και ο στίχος “put jelly on your shoulder” ήταν η συνειδητοποίηση «ότι όλα τα είδη της αγάπης είναι τα ίδια αρκεί να είναι αγάπη»,  είπε ο Reed. Το υπνωτικό “Pale Blue Eyes” ήταν για την μοιχεία («μια άλλη μορφή αγάπης», έλεγε ο τραγουδιστής). Το “Jesus” ήταν για την χριστιανική αγάπη, το “Beginning to See the Light” ήταν η επανεξέταση της σχέσης που οδηγεί στην ελευθερία ("I'm Set Free"), στην αιτιολόγηση ("That's the Story of My Life") και στην σύγχυση ("The Murder Mystery"). Ο δίσκος κλείνει με το “After Hours" ένα κομμάτι για την απομόνωση από τον έξω κόσμο το οποίο τραγουδούσε η Tucker επειδή σύμφωνα με τον Reed, «ο κόσμος δεν θα με πίστευε αν το τραγουδούσα εγώ.»   

Αν και ο Reed όμως είχε μια καθαρή εικόνα για τα κομμάτια του δίσκου, δεν τη μετέφερε στα άλλα μέλη της μπάντας. Όταν αποφάσισε ότι δεν ήθελε να τραγουδήσει το "Candy Says," το έδωσε στον Yule. «Δεν είχα ιδέα για τι μιλούσε επειδή δεν ήμουν από την πόλη», λέει ο μπασίστας «Δεν είχα ποτέ έρθει ποτέ σε επαφή με την γκέι κοινότητα της Νέας Υόρκης. Έτσι όταν το τραγουδούσα, ήταν για ένα νεαρό κορίτσι. Κάποια που είχε προβλήματα. Έμαθα αργότερα ποια ήταν η Candy Darling και το τι έλεγε το κομμάτι. Τα καλά κομμάτια όμως πάντα είναι παγκόσμια.»   Παρά τους δύσκολους καιρούς, οι Velvet Underground δεν σταμάτησαν ποτέ να ηχογραφούν. Αντίθετα συμμετείχαν σε σποραδικά στούντιο session μεταξύ του Μαΐου και του Οκτωβρίου στην Νέα Υόρκη όπου δημιούργησαν αρκετά κομμάτια για τον τέταρτο δίσκο τους. Μόνο ένα από αυτά μπήκε στο επίσημο τέταρτο άλμπουμ τους, Loaded. Όλες αυτές οι ηχογραφήσεις συμπεριλαμβάνονται στο box set.  

Ένα κομμάτι από το άλμπουμ που ακούγεται αρκετά περίτεχνο, το  "The Murder Mystery," πήρε δυο απογεύματα για να ηχογραφηθεί. Το 9λεπτο κομμάτι βρίσκει τα μέλη της μπάντας να απαγγέλλουν υπαρξιακούς στίχους όπως “Exit the pig/Enter the owl and gorgeous" και "Lust is a must/Shaving my heads made me bolder” σε διαφορετικά ηχεία. Σαν ένα αυτόνομο ποίημα το "The Murder Mystery" θεωρήθηκε τόσο σημαντικό που το συμπεριέλαβαν στο χειμερινό τεύχος του 1972 του Paris Review. «Ενδιαφέρον θα ήταν η λέξη που θα χρησιμοποιούσα γι’ αυτό» λέει η Tucker ενώ προσθέτει ο Yule «Ακούγεται περίπλοκο αλλά είναι πιο πολύ χαοτικό»  

Αν και η Tucker τραγούδησε μαζί με τα άλλα μέλη της μπάντας στο "The Murder Mystery," η πρώτη φορά που έπιασε το μικρόφωνο μόνη της ήταν για το τραγούδι που έκλεινε τον δίσκο το "After Hours". Ο Reed της έδωσε το κομμάτι επειδή όπως είχε δηλώσει «είχε μια πολύ αθώα φωνή» αλλά η ντράμερ δεν ήταν τόσο ενθουσιασμένη. «Ήμουν υπερβολικά νευρική» θυμάται. «Έπεισα τους άλλους να φύγουν από το στούντιο. Έμεινε μόνο ο Lou επειδή έπαιζε κιθάρα και ο ηχολήπτης. Έκανα μερικές αποτυχημένες προσπάθειες μέχρι να ηρεμήσω και να το κάνω σωστά. Δεν το περίμενα ότι θα έβγαινε τόσο αξιοπρεπές.»     

Όταν τελείωσε το άλμπουμ, το γκρουπ πήγε στο Factory του Warhol για μια χαλαρή φωτογράφηση με τον Billy Name που ισχυρίζεται ότι ήταν σε σχέση τότε με τον Reed και ότι είναι ο Billy  του κομματιού "That's the Story of My Life." «Θυμάμαι τον Lou στα χειρότερα του, όταν είχε εκρήξεις θυμού και όλοι συμπεριφέροταν σαν να περπατούσαν πάνω σε αυγά, προσπαθώντας να μην σπάσουν το τσόφλι,» λέει «Αυτός ήταν ο πραγματικός του εαυτός. Μετά όμως μου έρχονται και άλλες αναμνήσεις όπου απλά έρχοταν προς το μέρος μου και με έπαιρνε αγκαλιά. Το λάτρευα αυτό και του το ανταπέδιδα με μια μεγάλη αγκαλιά. Ήταν τόσο καλός φίλος και συχνά μου έδειχνε την αγάπη του και έτσι προτιμώ να τον θυμάμαι»  

Η φωτογραφία του εξωφύλλου δείχνει ένα χαμογελαστό Reed που κρατάει ένα τεύχος του Harper’s Bazaar καθώς τον κοιτούν ο Yule και η Tucker ενώ ο Morrison κοιτάει αλλού. «Η φωτογραφία που διάλεξαν ήταν μια χαλαρή στιγμή που κάθοντουσαν στον καναπέ. Ήταν πολύ ήρεμοι,» θυμάται.    Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 1969. Τον ίδιο μήνα που συνέλαβαν τον Jim Morrison για άσεμνη συμπεριφορά σε μια συναυλία των Doors και τον ίδιο μήνα που o John Lennon παντρεύτηκε την Yoko Ono. Όπως τα προηγούμενα άλμπουμ τους που δεν πούλησαν καθόλου έτσι και αυτό πέρασε απαρατήρητο.  

«Οι Velvets δεν έκαναν ποτέ λεφτά όσο ήμουν μαζί τους,» λέει ο Yule. «Όλα τα χρήματα περνούσαν από τον μάνατζερ του γκρουπ, Steve Sesnick και απλά μας τα μοίραζε όταν χρειαζόταν να πληρώσει κάποιος από μας το νοίκι ή για μερικές μπύρες. Ζούσαμε συνέχεια με χαρτζιλίκι. Πάντοτε έπρεπε να ζητήσεις λεφτά για να πληρώσεις τους λογαριασμούς. Θυμάμαι ήθελα να αγοράσω ένα στέρεο και έπρεπε να πάω να ζητήσω από τον Steve 150 δολάρια για το αγοράσω και μου φαινόταν πολύ ειρωνικό αλλά έτσι ήταν τα πράγματα.»    

Η Tucker θυμάται να νοικιάζει διαμερίσματα στην πόλη μόνο όταν μπορούσε να τα πληρώσει για 4-6 μήνες συνήθως, μέχρι να τις τελείωναν τα λεφτά και μετά έπρεπε να γυρίζει στο σπίτι της μητέρας της στο Long Island για να κάνει οικονομίες. Εκείνη την εποχή δούλευε κιόλας σε ένα γραφείο καταχώρισης δεδομένων.  

Παρά τους δύσκολους καιρούς, οι Velvet Underground δεν σταμάτησαν ποτέ να ηχογραφούν. Αντίθετα συμμετείχαν σε σποραδικά στούντιο session μεταξύ του Μαΐου και του Οκτωβρίου στην Νέα Υόρκη όπου δημιούργησαν αρκετά κομμάτια για τον τέταρτο δίσκο τους. Μόνο ένα από αυτά μπήκε στο επίσημο τέταρτο άλμπουμ τους, Loaded. Όλες αυτές οι ηχογραφήσεις συμπεριλαμβάνονται στο box set.  

Τo 1969 όμως όταν το γκρουπ δεν δούλευε στο λεγόμενο "χαμένο" άλμπουμ του, περιόδευε την Αμερική και τον Καναδά αλλά ζορίζονταν αρκετά με το να τα βγάλει πέρα με την περιοδεία. Το πρόβλημα σύμφωνα με την Tucker ήταν η φτωχή διανομή του δίσκου, κρίνοντας από τον αριθμό των ατόμων που πήγαιναν στην συναυλίες και της έλεγαν ότι δεν μπορούσαν να βρουν τα άλμπουμ. «Δεν ήταν μόνο δυο άνθρωποι που μας το έλεγαν αυτό, αλλά αρκετοί το ανέφεραν κατά την διάρκεια της περιοδείας», λέει. «Έλεγαν  ‘Τι στο καλό γίνεται;’ Δεν μπορούμε να βρούμε τους δίσκους σας’  Και ήμασταν σε πόλεις όχι έξω από την χώρα κάπου μακριά. Ήταν πολύ ενοχλητικό.»     Η MGM κυκλοφόρησε ένα single που περιείχε το "What Goes On", και μετά το "Jesus,"για το ραδιόφωνο αλλά δεν είχε κανένα αντίκτυπο. «Το ραδιόφωνο δεν μας έπαιζε και οι δισκογραφικές εταιρείες δεν πίεζαν τα πράγματα για να βοηθήσουν με την περιοδεία, δεν έκαναν τίποτα ούτε καν διανομή» λέει η Tucker. «Δεν αισθανόμουν απογοήτευση αλλά ενοχλημένη.»   Ο Yule θυμάται τις συναυλίες στο Matrix [που συμπεριλαμβάνονται στο box set] επειδή «ήταν από τις σπάνιες φορές που έπαιξα, πίνοντας κάτι άλλο εκτός από μπύρα» αφού ένας φίλος είχε έρθει στα παρασκήνια πριν και τους είχε προσφέρει ένα μπάφο. «Ήταν η μόνη φορά που είδα τον Loυ να παίρνει μια τζούρα» λέει ο μπασίστας «Μόνο ο Sterling κάπνιζε μερικές φορές. Η Maureen δεν κάπνιζε ποτέ τίποτα.»  

«Θα ακουστεί παράξενο αλλά ποτέ δεν είδα τον Lou... μαστουρωμένο. Έτσι δεν το λένε; Εγώ πίνω μόνο μπύρα. Αυτό που εννοώ είναι ότι ήμουν πολύ αφελής με αυτά τα πράγματα εκείνη την εποχή αλλά υποθέτω αν παίρνεις ηρωίνη, φαίνεσαι κάπως διαφορετικά. « λέει και γελάει. «Μπορεί να ακούγομαι σαν ηλίθια αλλά ποτέ δεν τον είδα να χάνει τον έλεγχο. Ή ίσως δεν έπαιρνε ναρκωτικά όταν κάναμε μουσική.»   Την άνοιξη του 1970, οι Velvet Undergound ξανασυναντήθηκαν για να ηχογραφήσουν το τέταρτο πιο ποπ άλμπουμ τους, το Loaded που περιείχε 2 κομμάτια ("Rock & Roll" και "Sweet Jane") που είχαν παίξει στο Matrix. Αλλά δεν ήταν το ίδιο. Η Tucker ήταν έγκυος εκείνη την εποχή και δεν συμμετείχε. Ο Morrison ερχόταν μόνο όταν χρειαζόταν να παίξει κάτι. Και έτσι ο Υule έκανε τα πάντα σχεδόν μόνος του.  

«Ο Sterling ήταν τσαντισμένος και δεν το κατάλαβα παρά στο τέλος. Ένοιωθε ότι εγώ και ο Lou τον παραγκωνίζαμε. Αλλά αυτό στ’ αλήθεια που νομίζω ότι συνέβαινε ήταν ο Sesnick, ο μάνατζερ μας μας πίεζε να γράψουμε χιτ και ο Lou αντιδρούσε. Εγώ ήμουν απλά ευτυχισμένος που βρισκόμουν στο στούντιο.»   Ο Reed άφησε την μπάντα πριν τελειώσει ο χρόνος και ξεκίνησε την σόλο καριέρα του, ηχογραφώντας τελείως διαφορετικές βερσιόν των κομματιών των Velvets για τα άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1972, τα LouReed και Transformer. Οι Velvet Underground συνέχισαν με την προσθήκη ενός νέου μπασίστα, του Walter Powers αλλά ο Morrison τα παράτησε τον Αύγουστο του 1971 και τον ακολούθησε η Tucker, τον Δεκέμβριο.  O Υule κυκλοφόρησε το Squeeze το 1973 με αποτυχία και η μπάντα διαλύθηκε τον ίδιο χρόνο.    

Οι Velvet Underground με τον John Cale επανασυνδέθηκαν για μια σειρά από συναυλίες το 1992. Ο Morrison πέθανε από λέμφωμα το 1995, μια μέρα πριν γίνει 53 ετών. Το γκρουπ επανασυνδέθηκε για μια τελευταία φορά το 1996 χωρίς τον κιθαρίστα τους για να αποτίσει φόρο τιμής στον Morrison.  [Ο Yule δεν ήταν παρόν] Ο  Reed συναντήθηκε πάλι με τον Yule το 2009 αλλά για την προώθηση του βιβλίου The Velvet Underground: New York Art. Δεν έπαιξαν μουσική. Ο Yule συμμετείχε  σε ένα άλμπουμ του Reed στα μέσα της δεκαετίας του 70.  Τέσσερα χρόνια μετά ο Reed έφυγε από την ζωή.  

«Ο Loυ ήταν φανατικός με την αφοσίωση,» λέει ο Yule. «Αν νόμιζε ότι τον προδίδεις, αντιδρούσε πολύ έντονα πάντοτε σε σχέση με τα φάρμακα που έπαιρνε εκείνη την περίοδο και η αντίδραση του μπορεί να ήταν πολύ βίαιη... Ποτέ δεν ήμασταν κολλητοί φίλοι όπως ήταν με την Maureen.»   «Αγαπούσα τον Lou πάρα πολύ,» λέει η Tucker. «Ήμασταν σαν αδέρφια. Τον έβλεπα κάθε τόσο και πάντοτε περνάγαμε καλά. Αγαπούσα όλα τα μέλη της μπάντας, τους είχα σαν αδέρφια μου και ανησυχούσα γι’ αυτούς και ήμουν χαρούμενη όταν τους τύχαινε κάτι καλό.»   «Ο Lou ήταν μια δύναμη της φύσης,» προσθέτει ο Yule «Είχε πολύ ισχυρή προσωπικότητα σαν άτομο. Την ίδια στιγμή μπορούσε να ήταν ένας αυταρχικός τύραννος και την άλλη ένα ζεστό, τρυφερό άτομο. Ήταν απλά άνθρωπος.» Σήμερα ο Yule δουλεύει σαν κατασκευαστής βιολιών και μουσικών οργάνων στο Σιάτλ. H Tucker έχει αποσυρθεί στην Georgia και το σπίτι της είναι γεμάτο με αναμνηστικά από τα χρόνια της στο γκρουπ. «Έχω φωτογραφίες παντού στο σπίτι. Δεν κάθομαι και στεναχωριέμαι αλλά συχνά σκέφτομαι το συγκρότημα. Περνάγαμε πολύ όμορφα μαζί, σαν παρέα.»  

Πηγή: lifo