ενημέρωση 7:38, 13 August, 2026

Τσάτνεϊ λωτού όχι μόνο για τη γαλοπούλα

Σερβίρεται με λευκά κρέατα αλλά και με ωμά λαχανικά. Ταιριάζει εξαιρετικά με το κρέας της γαλοπούλας γιατί στη σχεδόν ουδέτερη, άπαχη  σάρκα, δίνει μια γλυκόξινη, πικάντικη γεύση. 

Υλικά

  • 6-8 υπερώριμοι λωτοί
  • 4 σκελίδες σκόρδο
  • 4 κουταλιές της σούπας λάδι
  • 4 κουταλιές της σούπας καστανή ζάχαρη
  • 1 κουταλιά της σούπας (κοφτή) μέλι
  • 1 κουταλάκι του γλυκού αλάτι
  • 3 κουταλιές του γλυκού, γεμάτες, κάρυ
  • 1 μεγάλη καυτερή πιπεριά ή 2 μικρές
  • 1 ½  κούπα ξύδι

Εκτέλεση 

Βάλτε το λάδι σε μια πλατιά κατσαρόλα. Προσθέστε το κρεμμύδι, την πιπεριά και το σκόρδο ψιλοκομμένα. Αφήστε τα να μαραθούν ρίχνοντας και το αλάτι. Προσθέστε το κάρυ και τη σάρκα των λωτών.

Στη συνέχεια χαμηλώστε τη φωτιά. Ανακατέψτε για λίγα δευτερόλεπτα, πασπαλίστε με τη ζάχαρη, προσθέστε και το μέλι. Ανακατέψτε και σβήστε με το ξύδι. Αφήστε να βράσει 4-5 λεπτά, ανακατεύοντας κατά διαστήματα για να μην κολλήσει.

Στο μεταξύ δοκιμάστε και φέρτε τη γεύση στα μέτρα σας, προσθέτοντας είτε αλάτι είτε κάρυ είτε ξύδι. Όταν πυκνώσει ελαφρώς, κατεβάστε από τη φωτιά.

Φυλάσσεται σε γυάλινα αποστειρωμένα βάζα στο ψυγείο.

χειμωνιάτικη μακαρονάδα

Δεν την αποκαλώ εγώ “την ωραιότερη και πιο φίνα” χειμωνιάτικη μακαρονάδα. Εμπνευστής της είναι ο Τζέιμι Όλιβερ κι αυτός ο συνδυασμός “ωραιότερης και φίνας” με τσίγκλισε. Επιπλέον προβλέπει λαχανίδες που επιτέλους μας τις επεσήμανε χτες η Αγλαϊακαι που είμαι σίγουρη ότι αύριο στη λαϊκή μου θα βρω – αν όχι εν αφθονία, τουλάχιστον δειγματοληπτικά.  Πέραν αυτού μπορώ να καταφύγω και στον Άντυ που σίγουρα στο μποστάνι του στο Φάληρο θα μεγαλώνει λαχανίδες (ελπίζω να με διαβάζει και να προθυμοποιηθεί). 

Έτερον στοιχείο για το οποίο θεώρησα τη συνταγή του Όλιβερ άξια επισήμανσης. Η σημασία του καλού λαδιού! Το αγουρέλαιο και το καλύτερο δυνατό λάδι, λέει ο τάχιστος εγγλεζομάγειρας, απογειώνει το πιάτο. Όσο καλύτερο το λάδι τόσα σκαλιά ανεβαίνει η κατά τα λοιπά σεμνή (πλην φίνα!) μακαρονάδα μας.

H πιο φίνα του χειμώνα μακαρονάδα

  • 1 μεγάλο πράσο καθαρισμένο και κομμένο στα έξι (λευκό και χλωρό πράσινο μέρος)
  • 6 σκελίδες σκόρδο καθαρισμένες
  • 2 μεγάλες χούφτες από λαχανίδα
  • 100 ml αγουρέλαιο
  • 500 γρ. ζυμαρικό (σπαγγέτι, λινγκουίνι, πένες)
  • 100 γρ. και παραπάνω παρμεζάνα φρεσκοτριμμένη

Σε κατσαρόλα βάζω αλατισμένο νερό. Μόλις πάρει βράση, ρίχνω το πράσο (κομμένο κλπ) και τις σκελίδες το σκόρδο, γυμνές, άνευ φλοίδας. Μετά από 3 λεπτά ρίχνω και τη λαχανίδα και μαγειρεύω αυστηρά για 3 – 3 ½ λεπτά, ούτε στιγμή περισσότερο.
Τα σουρώνω (έχοντας κρατήσει για σφάλεια λίγο από το ζωμό στην άκρη μπας και χρειαστεί) και με το “μπαστούνι” τα λιώνω, προσθέτοντας και το ΑΑΑ (επαναλαμβάνω) λάδι μου. Θα προκύψει μια χλοερά καταπράσινη κρέμα. Αν μου φανεί ότι παραείναι πηκτή, ρίχνω λιγάκι από το νερό που φύλαξα πριν. Την νοστιμίζω με αλάτι και πιπέρι και την αφήνω στην άκρη, μέσα στην κατσαρόλα της. 

Βράζω τα μακαρόνια όσο λέει το πακέτο (προσωπικά αφαιρώ καλού κακού και κανένα λεπτό, γιατί τα παραβρασμένα μακαρόνια είναι σαν το πιο βαρετό φιλί του κόσμου).
Σουρώνω τα μακαρόνια στο τσάκα τσάκα και τα ρίχνω στην κατσαρόλα με την πράσινή μου κρέμα. Δυναμώνω τη φωτιά σε μεσαία ένταση και μόλις αρχίζει να βράζει ρίχνω στα γρήγορα την τριμμένη παρμεζάνα.

Τα μακαρόνια, ως γνωστόν, δεν περιμένουν, αντιθέτως τα περιμένουν: τρώμε αμέσως τρίβοντας έξτρα πιπέρι και προσθέτοντας παρμεζάνα στο πιάτο μας.

 

Μπιθικώτσης: Ό ένας και μοναδικός «σερ» του ελληνικού τραγουδιού

 
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, λαϊκός τραγουδιστής που αγαπήθηκε απ' όλους τους Έλληνες και η φωνή του συνδέθηκε με ιδιαίτερα σημαντικές στιγμές της νεότερης ελληνικής μουσικής ιστορίας γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1922, στη φτωχογειτονιά του Περιστερίου.
 
Παιδί οκταμελούς, πολύ φτωχής οικογένειας, άρχισε από τα παιδικά του χρόνια να ασχολείται με τη μουσική και, ενώ τα αδέλφια του, το 1940 έφυγαν για το ελληνοαλβανικό μέτωπο, εκείνος έμεινε πίσω, ασκούσε το επάγγελμα του υδραυλικού και μάθαινε κιθάρα

Εκείνος έκανε τα πρώτα του βήματα σ' ένα ταβερνάκι της γειτονιάς του, τραγουδώντας με μία κιθάρα, ευρωπαϊκά. Όλα άλλαξαν, όταν μια κρύα νύχτα του χειμώνα του 1937 πήγε ν' ακούσει τρεις μουσικούς που έπαιζαν με τα μπουζούκια τους σ' ένα κουτούκι. Ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μανώλης Χιώτης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Ο μικρός Γρηγόρης ενθουσιάστηκε κι από τότε ασπάστηκε το ρεμπέτικο και το λαϊκό.

Το 1947 εκτοπίστηκε μαζί με εκατοντάδες άλλους Έλληνες στη Μακρόνησο, όπου τα βράδια έπαιζε στη Λέσχη Αξιωματικών. Εκεί έγραψε τα πρώτα του τραγούδια και γνωρίστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μετά την απελευθέρωσή του, δημιούργησε το δικό του συγκρότημα και το 1949 μπήκε στη δισκογραφία ως συνθέτης. Τίτλος του πρώτου του δίσκου το Καντήλι τρεμοσβήνει, σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Στο τραγούδι, ο ίδιος ο Μπιθικώτσης, μαζί με τον Βαμβακάρη.

Από τα πρώτα του βήματα στο τραγούδι είχε το δικό του τρόπο ερμηνείας, συνεργάσθηκε με τους σπουδαιότερους συνθέτες -Θεοδωράκη (Της δικαιοσύνης, Ένα το χελιδόνι, Στο περιγιάλι το κρυφό, Βράχο - βράχο, Γωνιά - γωνιά), Χατζιδάκι (Ειμ' αϊτός χωρίς φτερά, Πάει ο καιρός, Στο Λαύριο γίνεται χορός, Μίλησέ μου), Τσιτσάνη κ.α.- έγραψε ο ίδιος τραγούδια που έγιναν επιτυχίες (Επίσημη Αγαπημένη, Το μεσημέρι καίει το μέτωπό μου, Μία γυναίκα φεύγει, Αμφιβολίες κ.ά.), εμφανίσθηκε στα κοσμικότερα κέντρα των Αθηνών κι ένιωσε τη χαρά της ανακάλυψης νέων, πολλά υποσχόμενων φωνών, ανάμεσά τους η Βίκυ Μοσχολιού και η Πόλυ Πάνου.

Η «δωρική» φωνή του αγκάλιασε τη μεταπολεμική Ελλάδα, έδωσε το δικό της βάρος και τη δική της λαϊκότητα στα μεγάλα έργα του Θεοδωράκη, που έγινε ο πιο αποτελεσματικός καταλύτης στο να φτάσουν οι στίχοι του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Λειβαδίτη, του Χριστοδούλου, στις πιο απόμερες γωνιές της Ελλάδας.
 
Σημαντική στιγμή στη σπουδαία καριέρα του ήταν και η συνεργασία του με τον Μάνο Χατζιδάκι, ενώ αξιοσημείωτη είναι η ερμηνεία του σε μουσικούς δίσκους του συνθέτη, όπως Της γης το χρυσάφι και η Επιστροφή.
 
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης συνεργάστηκε και με άλλους μεγάλους Έλληνες συνθέτες, όπως ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο Δήμος Μούτσης, ερμηνεύοντας αξέχαστα τραγούδια σε ποίηση του Νίκου Γκάτσου, του Λευτέρη Παπαδόπουλου και άλλων.
 
Ο Δημήτρης Ψαθάς έγραψε ένα χρονογράφημα για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στη στήλη του στην εφημερίδα Τα Νέα και τον χαρακτήριζε «σερ Μπιθί», ένας τίτλος που έμελλε να τον συνοδεύσει σε ολόκληρη τη μετέπειτα πορεία του.
 
Την εποχή που τραγουδούσε στα λαϊκά κέντρα τον άκουγαν όλα τα μεγάλα ονόματα του διεθνούς «τζετ σετ» που επισκέπτονταν τη χώρα μας, μεταξύ των οποίων, ο Αλέν Ντελόν και η Σοράγια, αλλά και ο Αριστοτέλης Ωνάσης.
 
Ο μουσικολόγος Κώστας Μυλωνάς τον χαρακτήρισε ως τον τραγουδιστή «που χάρισε στο ελληνικό τραγούδι τις συγκλονιστικότερες στιγμές του».
 
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είχε τιμηθεί από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο τον Ιανουάριο του 2003 με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα, καθώς και με το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών.
 
Τιμώντας το λαϊκό τραγουδιστή, ο Κωστής Στεφανόπουλος είχε δηλώσει ότι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι «ένας σπουδαίος μουσικός που εξέφρασε τη δυστυχία και την ευτυχία, τον πόνο και τα βάσανα του ελληνικού λαού».
 
Είχε αποκτήσει μια κόρη, την Αννα, και ένα γιο, το Γρηγόρη, ο οποίος είναι επίσης τραγουδιστής.

Πηγή:tvxs