ενημέρωση 7:05, 16 August, 2026

Κυβερνοεπίθεση στα καταστήματα Playstation και Xbox

Πιθανόν να σχετίζεται και πάλι με το «The Interview»

Κυβερνοεπίθεση δέχθηκαν το ηλεκτρονικό κατάστημα Playstation της Sony και η ιστοσελίδα του Xbox της Microsoft, την ημέρα των Χριστουγέννων.   Όπως ανακοίνωσε η Sony σήμερα Παρασκευή, τα προβλήματα παρουσιάστηκαν ανήμερα των Χριστουγέννων όταν χρήστες είχαν δυσκολία σύνδεσης στο δίκτυο και οι μηχανικοί της εταιρείας άρχισαν έρευνα για το θέμα. Ανάλογα προβλήματα εμφανίστηκαν και στη Microsoft που ειδοποίησε τους χρήστες με το εξής μήνυμα: «Δυσκολεύεστε να συνδεθείτε στο Xbox Live; Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι έχει συμβεί. Σας ευχαριστούμε για την υπομονή σας».  

Την ευθύνη για τις διακοπές στη σύνδεση, την ημέρα μάλιστα που πελάτες είχαν πάρει τις καινούργιες παιχνιδομηχανές τους και προσπαθούσαν να συνδεθούν, ανέλαβε, μέσω Twitter, μια οργάνωση με την ονομασία «Lizard Squad».   Τα προβλήματα ενδέχεται να μην είναι και πάλι άσχετα με την ταινία «The Interview» και την προσπάθεια χρηστών να την κατεβάσουν μέσω Xbox Video καθώς και άλλων ηλεκτρονικών πηγών.   

Έρχεται το smartphone της Kodak

H πάλαι ποτέ κραταιά εταιρεία φωτογραφικών ειδών και φιλμ ετοιμάζει δυναμικό comeback

Μια πρώτη σχεδιαστική εικασία για το πως περίπου θα είναι το Kodakphone όταν κυκλοφορήσει  

Ενώ όλοι οι παρατηρητές της αγοράς είχαν σχεδόν "ξεγράψει" την αμερικανική εταιρεία με το ένδοξο παρελθόν και εφευρέτη της ψηφιακής φωτογραφίας, μεταξύ άλλων, η Kodak ετοιμάζει ένα μεγάλο come back δανείζοντας το όνομα και την τεχνογνωσία της σε ένα επερχόμενο "έξυπνο" κινητό τηλέφωνο.  

Όπως αναφέρει το Engadget, το νέο "έξυπνο" τηλέφωνο της KODAK, που θα δημιουργηθεί με τη βοήθεια της βρετανικής εταιρείας Bullitt, δημιουργό των ανθεκτικών smartphones που φέρουν την υπογραφή της Caterpillar, θα δίνει όλη του την έμφαση στις φωτογραφικές δυνατότητες, αλλά μέχρι στιγμής, το δελτίο τύπου της εταιρείας δεν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό.  

Η πρώτη παρουσίαση του φωτογραφικού smartphone της Kodak πρόκειται να γίνει στην έκθεση ηλεκτρονικών CES στο Las Vegas, τον Ιανουάριο και τα στελέχη της ιστορικής φωτογραφικής μάρκας, εκφράζουν τον ενθουσιασμό τους για την επιστροφή της εταιρείας στην ενεργό δράση μέσω του επερχόμενου smartphone, που θα φέρει την υπογραφή της.   

  • Κατηγορία GADGETS
  • 0

Οι τελευταίες γιορτές της αθωότητας για ένα δωδεκάχρονο αγόρι

Ο Χρήστος Χωμενίδης γράφει γα τα Χριστούγεννα του 1978

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Τα Χριστούγεννα του 1978 στάθηκαν τα τελευταία της παιδικής μου ηλικίας. Όχι επειδή είχα μπει σε καμιά καλπάζουσα εφηβεία που θα με έκανε, στα δώδεκά μου, άντρα – ένα αγοράκι παρέμενα αντιθέτως, ψηλό και μεγαλόσωμο μεν, απρόθυμο δε να εγκαταλείψει τον παιδικό του κόσμο. Καλπάζων ήταν ο καρκίνος του πατέρα μου, ο οποίος θα τον σκότωνε πριν βγει το καλοκαίρι. Μέσα σε έξι μήνες από όταν έδωσε, μέσα Ιανουαρίου, τα πρώτα του συμπτώματα. Τα Χριστούγεννα του 1978 όλα ακόμα έδειχναν να πηγαίνουν πρίμα – τίποτα δεν προοιωνιζόταν τον κεραυνό που θα μας χτύπαγε. Ήμασταν μια οικογένεια που είχε κάθε δικαίωμα να χαίρεται και να ελπίζει στο καλύτερο.

Μέναμε σε ένα ρετιρέ εξήντα τετραγωνικών στο νούμερο τέσσερα της οδό Δροσοπούλου, απέναντι σχεδόν από τον Πανελλήνιο. Η πολυκατοικία εκείνη ήταν - στα μάτια μου τουλάχιστον- ένα κοινωνικό πανόραμα: Στέγαζε όλες σχεδόν τις τάξεις. Στο οροφοδιαμέρισμα του τέταρτου ορόφου, κατοικούσε ένας εφοπλιστής, με την γυναίκα και τις κόρες του, οι οποίες έμοιαζαν βγαλμένες από τεκνικολόρ ταινία της Βουγιουκλάκη, «άσπρες κορδέλες τα κορίτσια φοράνε...». Το έγχρωμο προσωπικό τους βολευόταν στο δεύτερο υπόγειο, σε κάτι μικροσκοπικές κάμαρες δίπλα στον καυστήρα του καλοριφέρ. Στο πρώτο υπόγειο ήταν το διαμέρισμα του θυρωρού, θυρωρός όμως πλέον δεν υπήρχε, η κυρία Ελισάβετ είχε απολυθεί με υπογραφές των ενοίκων όταν, ανύπανδρη ούσα, κατέστη έγκυος, η θέση σχόλαζε εδώ και πέντε σχεδόν χρόνια... Στο ισόγειο ζούσαν κάτι γραίες με περλέ νύχια, που με κερνούσαν καραμέλες. Στον πρώτο ένας κουρέας κι ένας λογιστής, στον δεύτερο ένας ανάπηρος πολέμου που δεν τον βλέπαμε σχεδόν ποτέ...  

Άκουγε με μανία κλασσική μουσική, κάπνιζε στο κρεββάτι ανοίγοντας τρύπες στα σεντόνια και διαβάζοντας συνεπαρμένος το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου και τον «Φύλακα στη Σίκαλη». Εμπιστευόταν, όπως και αρκετοί καψαλισμένοι αριστεροί, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και απεχθανόταν τον Ανδρέα Παπανδρέου. «Δεν το καταλαβαίνουν ότι τους δουλεύει ψιλό γαζί;» απορούσε όποτε τον έβλεπε να υπόσχεται στις λαοθάλασσες τα πάντα.

Εξίσου ποικιλόχρωμη ήταν και η γειτονιά, η Κυψέλη. Με αυστηρούς καθηγητές και ψηλομύτηδες ιατρούς αλλά και μεροκαματιάρηδες - μανάβηδες, τσαγκάρηδες, περιπτεράδες, που κατοικούσαν δίπλα στις μικρές επιχειρήσεις τους. Στην οδό Πατησίων δέσποζαν τα αριστοκρατικά ζαχαροπλαστεία, το «Τέλειον» και ο «Μηλιώνης», πάστες-ποντικάκια, πάστες-γατάκια, ξυλόγλυπτες καρέκλες, κρυστάλλινες βιτρίνες, γκαρσόνια με παπιγιόν, που είχανε –λες- γεράσει κουβαλώντας δίσκους... Απέναντι, δύο από τα πενήντα και πλέον σινεμά της Κυψέλης: Το πολυτελές «Τριανόν», που η οροφή του τα καλοκαίρια άνοιγε αυτόματα και το οποίο είχε –έλεγαν- επισκεφθεί στα εγκαίνια του ο Αλαίν Ντελόν αυτοπροσώπως. Και το πιο παρακατιανό αλλά και πιο κουλτουριάρικο «Άλμα».

Διακόσια μέτρα στα αριστερά σου, προς την Ομόνοια, ήταν η ΑΣΟΕΕ –η Ανωτάτη Εμπορική όπως την αποκαλούσαν τότε- με κόκκινα πανώ στα κάγκελά της και φοιτητές να μπαινοβγαίνουν με ταγάρια, γένια και εφημερίδες κομμουνιστικών κομμάτων και γκρουπούσκουλων παραμάσχαλα. Η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά είχε τότε μεγάλη διείσδυση στην νεολαία. Υπήρχε το ΚΚΕ μ-λ, το μ-λ ΚΚΕ, το ΕΚΚΕ, που διάθετε και εκδοτικό οίκο, τις εκδόσεις «Να Υπηρετούμε τον Λαό». Η εισβολή του Βιετνάμ στην Καμπότζη και της Κίνας στο Βιετνάμ φούντωνε τις κουβέντες στα πηγαδάκια περισσότερο από τις εσωτερικές ειδήσεις.

Ο μπαμπάς μου ήταν δικηγόρος. Είχε γραφείο απέναντι το δικαστικό μέγαρο της οδού Σανταρόζα – τα δικαστήρια δεν είχαν ακόμα μεταφερθεί στην Ευελπίδων. Τον χαρακτήριζε μια προσωπική αντίληψη που θα μπορούσες να την πεις και εκκεντρική σε σχέση με τις δοξασίες της εποχής. «Αγοράζουν σαν μαλάκες ΙΧ, για να πηγαίνουν τις Κυριακές στις ταβέρνες και το καλοκαίρι στα χωριά τους!» χλεύαζε τον συρμό. «Εάν βγάζεις λεφτά, καλύτερα να τα επενδύεις σε ωραία κοστούμια.» Είχε τον ράφτη του, τον πουκαμισά του, όταν κέρδισε μια σοβαρή υπόθεση και εισέπραξε την αμοιβή του, έφτιαξε και καλαπόδι σε έναν περίφημο υποδηματοποιό. Άκουγε με μανία κλασσική μουσική, κάπνιζε στο κρεββάτι ανοίγοντας τρύπες στα σεντόνια και διαβάζοντας συνεπαρμένος το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου και τον «Φύλακα στη Σίκαλη». Εμπιστευόταν, όπως και αρκετοί καψαλισμένοι αριστεροί, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και απεχθανόταν τον Ανδρέα Παπανδρέου. «Δεν το καταλαβαίνουν ότι τους δουλεύει ψιλό γαζί;» απορούσε όποτε τον έβλεπε να υπόσχεται στις λαοθάλασσες τα πάντα.

Τα τρόλλεϋ είχαν τότε εισπράκτορες, οι οποίοι κάθονταν στο πίσω μέρος του οχήματος, γυρνούσαν τη μανιβέλα σε ένα μηχάνημα σαν καβουρνιστήρι και εξέδιδαν τα εισιτήρια. Η μαμά μου έπαιρνε το εισιτήριο, το τύλιγε και το έβαζε για να μην το χάσει στο δάχτυλό της, μέσα από τη βέρα της. Φορούσε πελώρια γυαλιά ηλίου –τύπου Τζάκι- και δερμάτινα παντελόνια. Όποτε δεν είχα σχολείο, με έπαιρνε μαζί της όπου κι αν πήγαινε, στα πλεκτήρια-πρατήρια της Ιεράς Οδού για να μου ψωνίσει πουλόβερ, στο Αιγάλεω –εξωτικός τότε τόπος, άλλαζες δύο λεωφορεία από την οδό Ακαδημίας- για να επισκεφθούμε μια κυρία που μας βοηθούσε κάποτε στις δουλειές, σε θείους και σε θείες... Με ξεναγούσε εν ολίγοις σε μιαν Αθήνα που ανοικοδομούνταν με φρενήρη ρυθμό, παρέμενε όμως εκτός κέντρου έντονα συνοικιακή, με κουτούκια, μηχανουργεία και με αυλές.

Σε ένα περίπτερο στα Χαυτεία, είχα μπανίσει από το καλοκαίρι του 1978 ένα αεροπλανάκι το οποίο -δεμένο με διαφανή σπάγγο- πετούσε κυκλικά, γδέρνοντας τις κρεμασμένες εφημερίδες. Το είχα μπανίσει, το είχα ερωτευτεί! Επρόκειτο για ακριβή απομίμηση Σπίτφαϊρ, με τον έλικα και τα πολυβόλα του και με το σήμα της RAF στην ουρά του. Πόσο να έκανε; Εκατό δραχμές; Διακόσιες; Στο κάτω-κάτω δεν το πουλούσαν καν σε παιχνιδάδικο, λαθραία θα το είχε πάρει –σκεφτόμουν- ο περιπτεράς από κανέναν ναυτικό. Το ζήτησα για τα Χριστούγεννα. Η μαμά μου το παζάρεψε, ο περιπτεράς το τύλιξε σε μια παλιά «Αθλητική Ηχώ», δεν είχε καν συσκευασία. «Θα περιμένεις τον πατέρα σου για να το στήσετε» με προειδοποίησε η μαμά αυστηρά.

Σκαρφάλωσε ο μπαμπάς στη σκάλα και έμπηξε ένα καρφί στο ταβάνι του παιδικού δωματίου μου. Μέτρησε προηγουμένως τον σπάγγο του αεροπλάνου, μην τυχόν και στην τροχιά του συγκρουστεί με το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Γυρίσαμε τον διακόπτη στο "on", το παιχνίδι δεν πήρε μπροστά. "On – off", "on – off", τίποτα... Βγήκαμε παραμονή Χριστουγέννων, σούρουπο, στη γειτονιά να βρούμε μπαταρίες. Τζάμπα κόπος, το αεροπλανάκι παρέμεινε νεκρό. «Κορόιδα σάς έπιασε ο περιπτεράς!» μας ανακοίνωσε ο πατέρας μου, δίχως να μας κατηγορήσει για αυτό, το πάθημά μας μάς αρκούσε. «Ας ακούσουμε για παρηγοριά το Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο του Μπαχ!»

Ακούμπησα το Σπίτφάιρ σε ένα ράφι δίπλα στο κρεββάτι μου και το κοιτούσα διαρκώς με πίκρα και με προσμονή. Μέχρι που το έβλεπα στον ύπνο μου, να βάζει εμπρός τη μηχανή και να απογειώνεται χωρίς καν να έχει ανάγκη τον σπάγγο. Πετούσε πάνω απ'την Κυψέλη θριαμβευτικά, έκανε θεαματικές φιγούρες, εφορμούσε κάθετα και ένα δευτερόλεπτο πριν συντριβεί, ανέβαινε ξανά στον αττικό ουρανό. Εγώ ήμουν ταυτόχρονα και πιλότος και πολυβολητής και αλεξιπτωτιστής άμα λάχει. Κάβλωνα –κάβλωνα κυριολεκτικά, για πρώτη φορά στη ζωή μου- στην ιδέα.

Μετά ο πατέρας μου αρρώστησε.  

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0