ενημέρωση 4:17, 21 August, 2026

Ρουμελιώτικο γκιούλμπασι

Όλα ήταν τέλεια προγραμματισμένα. Είχα στήσει το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς στην εντέλεια. Τα πάντα λειτουργούσαν ρολόι. O στολισμός, τα δώρα για τα παιδάκια, ακόμα και τα πυροτεχνήματα που θα ρίχναμε κατά την αλλαγή του χρόνου. Τα ορεκτικά, τα πρώτα, τα συνοδευτικά ήταν σε εξέλιξη. Το παπάκι και το γεμιστό με δαμάσκηνα ρολό γαλοπούλας - που ήθελα για το γιορτινό δείπνο και δεν μπορούσα να βρω στα πέριξ χωριά του Παρνασσού - θα ερχόταν από την Αθήνα στις 4.00, με τους πρώτους μας φιλοξενούμενους. Με άνεση, στις επόμενες τέσσερις ώρες που μου απέμεναν θα τα έψηνα.

Photo: delicieuses.forumotion.net

Είχα προβλέψει τα πάντα εκτός από τον καιρό. Η αγωνία μου ξεκίνησε όταν είδα έξω από το παράθυρο πυκνές νιφάδες χιονιού. Και μετατράπηκε σε πανικό όταν οι μεταφέροντες τα εδέσματα μας ειδοποίησαν τηλεφωνικά ότι ήταν μπλοκαρισμένοι από το χιόνι στην Εθνική οδό, κοντά στην έξοδο προς Κάστρο. Δεν με τιμά ιδιαιτέρως αυτό που θα πω, αλλά πρέπει να ομολογήσω την αλήθεια. Δεν μπόρεσα να συμμεριστώ το πρόβλημα των φίλων μου, οι οποίοι ήταν ακίνητοι στην Εθνική Αθηνών - Λαμίας με τρία παιδιά στο αυτοκίνητο. Στο μυαλό μου είχα τους 34 καλεσμένους μου.

Τη λύση μου έδωσε ο Μανώλης, ο κρεοπώλης της Μαριολάτας. «Φέρε μου δύο μεγάλες λαδόκολες», μου είπε, «πράσινες και κόκκινες πιπεριές, κρεμμύδι και κεφαλογραβιέρα. Θα σου φτιάξω ένα γκιούλμπασι με μοσχαράκι που θα το θυμάστε σε όλη σας τη ζωή. Θα το πετάξεις στον φούρνο και θα το ξεχάσεις. Σε τρεις ώρες θ' ανοίξεις τη λαδόκολα και θα το προσφέρεις.»

Επειδή δεν ήθελα να πάω αδιάβαστη, έψαξα και ανακάλυψα ότι “Γκιούλμπασι” (Yılbaşı) σημαίνει Πρωτοχρονιά στα τούρκικα. Πηγαίνοντας στη συνέχεια να πάρω τη βασιλόπιτα από τον φούρνο, ανακάλυψα ότι οι Ρουμελιώτες το συνηθίζουν για την παραμονή ή και ανήμερα της Πρωτοχρονιάς. Τη συνήθειά τους αυτή μου την αποκάλυψαν 4-5 πακετάκια που ψηνόντουσαν στον φούρνο της Γιάννας. Το αποτέλεσμα ήταν καταπληκτικό. Το μοσχαράκι ψημένο στη λαδόκολα ευωδίαζε.

Περάσαμε πολύ ωραία. Δεν παίζει ρόλο που οι τελευταίοι μας καλεσμένοι κατάφεραν να φτάσουν μετά τον καινούργιο χρόνο. Η ανακούφιση που ένιωσα όταν έφτασαν όλοι και το χαρμόσυνο, εορταστικό περιβάλλον βοήθησαν ώστε να διασκεδάσουμε πάρα πολύ και να πάμε για ύπνο παίζοντας χιονοπόλεμο.

Υλικά

  • 2 μεγάλες λαδόκολες
  • 3 κιλά μοσχάρι
  • 2 πιπεριές κόκκινες κέρατο
  • 2 πιπεριές πράσινες
  • ¼ κεφαλογραβιέρα
  • 4 σκελίδες σκόρδο
  • ένα κλωναράκι δενδρολίβανο
  • 1 κουταλάκι του γλυκού ρίγανη
  • ½ κουταλάκι του γλυκού μπούκοβο
  • 7- 8 μπαχάρια
  • αλάτι και πιπέρι
  • 4 κουταλιές της σούπας ελαιόλαδο
  • σπάγγο για να δέσουμε το δέμα μας

Κόβουμε το μοσχάρι σε μερίδες και το βάζουμε σε ένα ευρύχωρο μπολ. Χοντροκόβουμε τις πιπεριές και την κεφαλογραβιέρα και τις ρίχνουμε μέσα στο κρέας. Προσθέτουμε ολόκληρες τις σκελίδες του σκόρδου, ολόκληρο το κλωναράκι του δενδρολίβανου, τη ρίγανη, το μπούκοβο, τα μπαχάρια, το αλατοπίπερο, περιχύνουμε με το λάδι και ανακατεύουμε το μείγμα καλά.

Πάνω στον πάγκο εργασίας βάζουμε σταυρωτά τις δύο λαδόκολες, στο κέντρο τοποθετούμε το μείγμα του μπολ και κλείνουμε καλά. Δένουμε το πακέτο με σπάγγο, το βάζουμε σε ένα ταψί και το ψήνουμε στον φούρνο στους 200-220 °C για τρεις ώρες. Μου είπαν ότι το πακέτο ψήνεται επίσης εξαιρετικά μέσα σε γάστρα.

Παρόλο που ήταν δυνατό και πικάντικο, όλοι υπέκυψαν στη νοστιμάδα του. Ακόμα και τα παιδιά.

 

Σιμόν ντε Μποβουάρ: Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι

 
Σαν σήμερα το 1908 έρχεται στο κόσμο στο Παρίσι ένα κορίτσι που έγινε ένα από τα πιο φωτεινά γυναικεία σύμβολα του 20ού αιώνα και άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο νοείται η γυναίκα. Η ζωή και η σκέψη της Σιμόν ντε Μποβουάρ ξέφευγαν από τα στενά φεμινιστικά πλαίσια, περιπλέκονταν με τον υπαρξισμό, την Αριστερά, τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη Γαλλική διανόηση και επηρέασαν σε επίπεδο ιδεών και φαινομένων την κοινωνία.

Η Σιμόν γεννιέται στις 9 Ιανουαρίου 1908 στο Παρίσι, μεγαλώνει σε ένα συντηρητικό, μεγαλοαστικό και καθολικό περιβάλλον και σε μικρή ηλικία θέλει να γίνει καλόγρια. Στα 14 της χρόνια περνάει μια σημαντική υπαρξιακή κρίση που την απομακρύνει μια και καλή από το Θεό και την εθίζει στη φιλοσοφική αναζήτηση. Το πάθος της για τη φιλοσοφία την οδηγεί στα έδρανα της École Normale Supérieure, όπου ξεχωρίζει για την ανατρεπτική της σκέψη και το 1921 γνωρίζει τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός πως η «μητέρα του φεμινισμού» έχει αποτυπωθεί στη συνείδηση πολλών ως η σύντροφος ενός σπουδαίου άντρα, αλλά η σχέση της Μποβουάρ με τον Σαρτρ, τόσο στον έρωτα όσο και στη φιλοσοφία, είναι ιδιαίτερη, αμφίδρομη και ανεξάρτητη. Ως ζευγάρι, μένουν σε διαφορετικά σπίτια και ως ερωτικοί σύντροφοι, διατηρούν ανοιχτές ερωτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, ενίοτε και όλοι μαζί, καταστάσεις που η Μποβουάρ θα εξιστορήσει μέσα από το λογοτεχνικό της έργο.

Ο ελεύθερος έρωτας και η αυτοδιάθεση του σώματος βρίσκονται στην καρδιά της σχέσης τους και η λέξη «γάμος» αποτελεί ένα «κακό αστείο». Όταν το 1931 ο Σαρτρ ζητά από τη Μποβουάρ να παντρευτούν –για πρακτικούς κυρίως λόγους– η Γαλλίδα είναι κάθετη: «ο γάμος είναι περιορισμός, αστικοποίηση, αλλά και θεσμοθετημένη παρέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή των πολιτών».

Για να κερδίσει την οικονομική ανεξαρτησία της, η Σιμόν γίνεται καθηγήτρια, αλλά το ναζιστικό κατοχικό καθεστώς την απολύει το 1943, επειδή υποστηρίζει τη σχέση μαθήτριάς της με Ισπανό εβραϊκής καταγωγής. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Μποβουάρ έρχεται σε επαφή με τον Καμύ, τον Ζενέ, τον Πικάσο και άλλα «αντιστασιακά στοιχεία» του Παρισιού, ενώ παίρνει μέρος στην οργάνωση ‘Σοσιαλισμός και Ελευθερία’ που ιδρύει ο Σαρτρ στα πλαίσια της αντίστασης.

Συχνάζει στο θρυλικό παρισινό καφέ Les Deux Magots, όπου οι πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις της με τον Σαρτρ και τους υπόλοιπους μένουν στην ιστορία. Όταν ο πόλεμος τελειώνει, αρχίζει η χρυσή εποχή για τη Σιμόν, που εκδίδει μαζί με τον Σαρτρ το πολιτικό περιοδικό ‘Les Temps Modernes’ στις σελίδες του οποίου αντανακλάται η ανατρεπτική της σκέψη πάνω στην πολιτική, τη φιλοσοφία και το γυναικείο ζήτημα. Είναι χαρακτηριστικό πως οι συντηρητικοί και καθολικοί κύκλοι της Γαλλίας την βλέπουν ως «πορνογράφο» και ως «νυμφομανή».

Στα μέσα του 1949, η Σιμόν ντε Μποβουάρ δημοσιεύει ‘Το Δεύτερο Φύλο’ (Le Deuxième Sexe), ένα έργο που σήμερα είναι γνωστό ως «η βίβλος του φεμινισμού» και που, σε κάθε περίπτωση, δίνει μια ριζοσπαστική ερμηνεία στο τι είναι γυναίκα. Για πρώτη φορά, η ταυτότητα της γυναίκας παρουσιάζεται ως κάτι μη φυσικό και μη δεδομένο, ως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που συντηρεί συγκεκριμένες σεξουαλικές σχέσεις εξουσίας: «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι».

Υπό το πρίσμα του υπαρξισμού, η Μποβουάρ βλέπει τη Γυναίκα ως το σημαντικότερο παράδειγμα του κοινωνικού «Άλλου», ως μία ύπαρξη που ιστορικά ορίζεται σαν το αδύναμο, αφύσικο και μη ομαλό αντίθετο του Άντρα και το γεγονός αποτελεί τη ρίζα της καταπίεσης των γυναικών. Η θεώρηση αυτή είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία θα στηριχθεί η μετέπειτα φεμινιστική λογοτεχνία, που περιστρέφεται γύρω από το κοινωνικό κατασκεύασμα της θηλυκής ταυτότητας και την έννοια του σεξουαλικού «Άλλου».

Κάπως έτσι, η Σιμόν αναδεικνύεται σε αρχιέρεια του φεμινισμού κατά την ταραγμένη δεκαετία του ’60, ένα κίνημα που έχει ξεφύγει από τη διεκδίκηση ψήφου και ίσων δικαιωμάτων και θέλει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι γυναίκες. Παράλληλα, θεωρείται παραδειγματική η στάση που κρατάει σε πολιτικά τεκταινόμενα όπως ο γαλλοαλγερινός πόλεμος.

Το έργο της Μποβουάρ είναι πολυδιάστατο, αφού περιλαμβάνει από πολιτικές θέσεις και φιλοσοφικά δοκίμια μέχρι μυθιστορήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα. Η αλληλοεπιρροή με το Σάρτρ είναι εμφανής σε πολλές περιπτώσεις, τόσο στα κείμενα της Μποβουάρ, όσο και σε αυτά του Σάρτρ, ακόμα και στο μεγαλούργημά του «Το Είναι και το Μηδέν».

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ πεθαίνει στις 14 Απριλίου 1986 από πνευμονία και θάβεται στο νεκροταφείο Μονπαρνάς του Παρισιού, δίπλα στον αγαπημένο της Σαρτρ.

Το ιστορικό πρωτοσέλιδο του Charlie Hebdo για τη δικτατορία σε Ελλάδα και Χιλή

 
 

Με ένα σκληρό σκίτσο που σχολίαζε τη δικτατορία σε Ελλάδα και Χιλή  είχε κυκλοφορήσει η σατυρική εφημερίδα Charlie Hebdo, στις 26 Νοεμβρίου του 1973, λίγο μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα και τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή.