ενημέρωση 3:16, 23 August, 2026

«Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ»

 
 
«“Τάξη βασιλεύει στο Βερολίνο!” Ηλίθιοι μπράβοι! Η “τάξη” σας είναι χτισμένη στην άμμο. Αύριο κιόλας η επανάσταση θα ανυψωθεί με μια βροντή και με σαλπίσματα θα ανακοινώσει στον τρόμο σας: Ήμουν, Είμαι, Θα είμαι!». Ρόζα Λούξεμπουργκ.
 
Σαν σήμερα, στις 15 Ιανουαρίου του 1919, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μαρξίστρια και ηγετική μορφή των «Σπαρτακιστών», δολοφονείται από τα Freikorps, τις εθνικιστικές πολιτοφυλακές για την καταστολή της επανάστασης του Γενάρη στη Γερμανία.

Με αφορμή την επέτειο θανάτου της, το tvxs δημοσιεύει κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για την Ρόζα Λούξεμπουργκ:

«Κίνησα το πρωί για τον Διόνυσο, στην Πεντέλη. Κρατούσα τα "Γράμματα" της Ρόζας Λούξεμπουργκ κι ήθελα να τα διαβάσω ψηλά στη μοναξιά, κάτω από τα πεύκα.

Γυάλιζε ο αέρα ακίνητος κι άστραφτε σαν ατσάλι· απάνω του, σαν ξόμπλια σμαλτωμένα, τα δέντρα, οι πεταλούδες, τα σπίτια των ανθρώπων. Η Πεντέλη μπροστά μου, η μάνα, με τον ανοιχτό πληγωμένον κόρφο, που είχε γεννήσει τους Θεούς· ζερβά μου ο Πάρνης γαλάζιος και τραχύς. Μύριζε το θυμάρι, η αφάνα· οι βελόνες των πεύκων, διχαλωτές, έσταζαν τον ήλιο.

Στο Διόνυσο, βρήκα ένα παλιό μου φίλο. Είχα χρόνια να τον δω. Α! τους ηρωικούς αγώνες μας για τη δημοτική γλώσσα, τα μανιφέστα που ξαπολούσαμε, τις κρυφές μας συνεδρίες στα υπόγεια ενός μεγάλου σπιτιού, τους νέους που φέρναμε στα κατηχούμενα τούτα να τους φωτίσουμε, να πληθύνουμε, ν’ ανεβούμε από τα υπόγεια, να φωτίσουμε την Ελλάδα.

Έπειτα σκορπίσαμε. Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι βαρέθηκαν, άλλοι διορίστηκαν κι ησύχασαν. Όταν τους συναντώ στο δρόμο, κάνω πως δεν τους βλέπω από ευγένεια – φοβούμαι μήπως θυμηθούν και κοκκινίσουν. Μα σήμερα δεν μπόρεσα να ξεφύγω. Μόλις πρόβαλα στο μικρό ξενοδοχείο του Διονύσου, να ο φίλος μου με το μπαστούνι του, με το καπέλο γυριστό, να μην τον κάψει ο ήλιος γλυκοκουβέντιαζε με πέντ’ έξι κοπέλες. Πώς πάχυνε! Τα μάτια του ήταν πρησμένα, τα μάγουλά του κρέμουνταν, το πηγούνι του αναπαύονταν απάνου στο διπλό προγούλι.

-Πώς πάχυνες! του είπα.
-Ναι, πήρα τον κατήφορο. Στρώνω τραπέζι για τα σκουλήκια. Γεροντόπαχο. Δε σκοτίζομαι πια για τίποτα, δεν μπορώ να αφομοιώσω καμιά καινούρια ιδέα. Είμαι ήσυχος.
Και σε λίγο πρόσθεσε:

-Άλλαξαν οι συνήθειές μου. Παντρεύτηκα βλέπεις. Δεν περπατώ πια, βαριέμαι. Αγαπώ τις απλές κουβέντες, τη μαστίχα και τα παιδιά μου.

Θέλησα να του θυμίσω τους αγώνες μας. Όλα τα θυμόταν ήσυχα, χωρίς θλίψη, χωρίς ντροπή.
-Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Σήμερα οι νέοι άλλαξαν. Γίνηκαν επαναστάτες, δε σέβουνται.

Μα καθόλου δε θεράπευε πια την καρδιά μου όλη τούτη η ωραιότητα. Σαν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, που μάταια μάχουνταν να μας γοητέψει και να ξεχάσουμε το τραχύ, χωρίς γλύκα κι ωραιότητα σύγχρονο χρέος.

Ανέβαινα βιαστικός, κλεισμένος μέσα στην αγωνία μου. Σήμερα μια γυναίκα άσκημη, χλωμή, απελπισμένη, ανένδοτη, ήταν μαζί μου· ως άγγιζες το χέρι μου το μικρό βιβλιαράκι της Ρόζας Λούξεμπουργκ, έφρισσα, σα να με άγγιζε το νευρικό, νεκρό της χέρι και με οδήγαε.

Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».

Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!

Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.

Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια: «Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως μεόλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».
Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.

Και παρακάτω γράφει:

«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου· το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»

«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.

Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.

Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».

Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:

«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.

Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου· ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»

Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.

Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.

«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»

Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:

«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομον’η όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλω΄και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».
Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!

Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή: - Βοήθεια!

Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.

Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.

Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.

Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. ΄

Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.

Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας: -Βοήθεια!»

Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.

Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

«Ο μικρός σκορπιός είπε: - Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!"

Καλλιεργημένοι ανθρώπινοι μύες αρχίζουν τις συσπάσεις

Για πρώτη φορά, αμερικανοί ερευνητές δημιούργησαν στο εργαστήριο ανθρώπινους σκελετικούς μυς που συσπώνται
 
Καλλιεργημένοι ανθρώπινοι μύες αρχίζουν τις συσπάσεις
Οι καλλιεργημένες μυϊκές ίνες διατηρούν τα μορφολογικά και φυσιολογικά χαρακτηριστικά των κανονικών μυών. Credit: (Nenad Bursac, Duke University)
 

Ντέραμ, Βόρεια Καρολίνα 

Για πρώτη φορά, αμερικανοί ερευνητές δημιούργησαν στο εργαστήριο ανθρώπινους σκελετικούς μυς που συσπώνται και αντιδρούν σε ηλεκτρικά και χημικά ερεθίσματα. Ο καλλιεργημένος ιστός θα μπορούσε τώρα να χρησιμοποιηθεί για δοκιμές φαρμάκων και τη μελέτη μυϊκών παθήσεων.

Τα κύτταρα

Η ερευνητική ομάδα στο Πανεπιστήμιο Duke της Βορείου Καρολίνας χρησιμοποίησε ως πρώτη ύλη ανθρώπινα κύτταρα που παρήχθησαν από βλαστικά κύτταρα αλλά δεν είχαν διαφοροποιηθεί ακόμα σε ώριμα μυϊκά κύτταρα. Τα κύτταρα αυτά πολλαπλασιάστηκαν στο εργαστήριο και στη συνέχεια τοποθετήθηκαν μέσα σε μια τρισδιάστατη «σκαλωσιά», γεμάτη με ένα θρεπτικό τζελ, η οποία τους επέτρεψε να σχηματίζουν ευθυγραμμισμένες και λειτουργικές μυϊκές ίνες.

«Παρόλο που είχαμε μεγάλη εμπειρία στην παραγωγή βιοτεχνητών μυών από κύτταρα ζώων, χρειαστήκαμε ένα χρόνο για να ρυθμίσουμε μεταβλητές όπως η πυκνότητα των κυττάρων και του τζελ και να βελτιστοποιήσουμε την μήτρα και το μέσο καλλιέργειας για να δουλέψει η μέθοδος με ανθρώπινα κύτταρα» σχολιάζει η Λόρα Μάντον, πρώτη συγγραφέας τηςδημοσίευσης στην επιθεώρηση «eLife».

Τα τεστ

Τα εργαστηριακά τεστ που ακολούθησαν έδειξαν ότι ο καλλιεργημένος ιστός συμπεριφέρεται όπως οι φυσικοί μύες: συσπάται όταν δεχθεί ηλεκτρικά ερεθίσματα και αντιδρά όπως οι κανονικοί μύες σε φάρμακα. «Ένας από τους στόχους μας είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη μέθοδο για να προσφέρουμε στους ασθενείς υπηρεσίες εξατομικευμένης ιατρικής» αναφέρει ο Νέναντ Μπούρσακ, επικεφαλής της μελέτης. «Μπορούμε να κάνουμε μια βιοψία στον κάθε ασθενή, να καλλιεργήσουμε νέους μύες και να τους χρησιμοποιήσουμε σε δοκιμές και πειράματα για να δούμε ποια φάρμακα λειτουργούν καλύτερα για τον καθένα» εξηγεί.

Επισημαίνει ωστόσο ότι η βιοψία των μυών είναι δύσκολη σε ορισμένες παθήσεις όπως η μυϊκή δυστροφία Ντουσέν. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι μυϊκές ίνες θα μπορούσαν θεωρητικά να παραχθούν από κύτταρα δέρματος που μπορούν να μετατραπούν σε βλαστοκύτταρα.

Επιταχύνεται η άνοδος των θαλασσών

Ο ρυθμός αύξησης της στάθμης τους έχει υπερδιπλασιαστεί τις τελευταίες δεκαετίες
 
Επιταχύνεται η άνοδος των θαλασσών
Τα νερά των θαλασσών ψηλώνουν πλέον με ανησυχητικό ρυθμό
 
Η άνοδος της στάθμης των θαλασσών παγκοσμίως κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχει επιταχυνθεί πολύ περισσότερο από ό,τι νόμιζαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες, ενώ αντίθετα πιο πριν η άνοδος των υδάτων ήταν μικρότερη σε σχέση με τις παλαιότερες εκτιμήσεις, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.  Μετά το 1990, εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, η στάθμη αυξάνεται πολύ πιο γρήγορα από τις έως τώρα εκτιμήσεις, με ρυθμό υπερδιπλάσιο από ό,τι πριν το 1990.

Οι λάθος εκτιμήσεις

Ερευνητές των πανεπιστημίων Χάρβαρντ και Ράτγκερς, με εκτιμούν ότι μέχρι το 1990 υπήρχε υπερεκτίμηση της ανόδου της στάθμης των υδάτων. Ενώ οι επιστήμονες πίστευαν ότι η άνοδος σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα ήταν μεταξύ 1,5 και 1,8 χιλιοστών ετησίως, η νέα εκτίμηση μειώνει κατά περίπου 30% την μέση ετήσια αύξηση μεταξύ 1901-1990 στα 1,2 χιλιοστά. Πρόκειται για μια τεράστια διαφορά στην εκτίμηση του όγκου του νερού που θεωρείτο ότι είχε χυθεί στις θάλασσες. Με βάση τη νέα εκτίμηση, έως το 1990 χύθηκε στους ωκεανούς πολύ λιγότερο νερό, όσο θα χωρούσε σε τρία δισεκατομμύρια πισίνες Ολυμπιακών διαστάσεων.

Οι δραματικές αλλαγές

Ομως, μετά το 1990 και μέχρι σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά και έως τώρα υπήρχε υποεκτίμηση της ανόδου της στάθμης. Σύμφωνα με τη νέα εκτίμηση, που βασίζεται σε μια πιο εξελιγμένη μεθοδολογία, οι ωκεανοί και οι θάλασσες ανεβαίνουν πλέον με ρυθμό περίπου 3 χιλιοστών ανά έτος.

Οι ερευνητές επεσήμαναν ότι οι περισσότεροι πάγοι του πλανήτη λιώνουν σταδιακά λόγω της ανόδου της θερμοκρασίας και τα νερά τους χύνονται στις θάλασσες. Στην άνοδο της στάθμης συμβάλλουν και άλλοι παράγοντες, όπως η αύξηση της θερμοκρασίας της ατμόσφαιρας (που έχει ως συνέπεια να απορροφούν θερμότητα οι ωκεανοί και έτσι να φουσκώνουν), οι αλλαγές στα ωκεάνια ρεύματα, ακόμη και το συνεχιζόμενο λιώσιμο των πάγων μετά την τελευταία εποχή των παγετώνων. 

Η μελέτη

Η νέα μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Nature» αναμένεται να οδηγήσει σε ακριβέστερες -και πιο ανησυχητικές- εκτιμήσεις για το πόσο μπορεί να ανέβει η μέση στάθμη των θαλασσών έως το τέλος του αιώνα μας. Η έως τώρα εκτίμηση ήταν ότι, αν τα αέρια του θερμοκηπίου συνεχίσουν να συσσωρεύονται στην ατμόσφαιρα με τον ίδιο υψηλό ρυθμό, τότε η στάθμη μπορεί να αυξηθεί έως ένα μέτρο μέχρι το 2100. Αν αυτό όντως συμβεί, θα αποτελέσει σοβαρή απειλή για τις παράκτιες πόλεις και περιοχές του πλανήτη.

Σύμφωνα με την τελευταία επίσημη έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), η μέση παγκόσμια άνοδος της στάθμης των θαλασσών θα κυμανθεί από 52 έως 98 εκατοστά μέχρι το τέλος του αιώνα μας, αν οι εκπομπές διοξειδίου παραμείνουν υψηλές, ενώ η άνοδος της στάθμης θα περιοριστεί στα 28 έως 61 εκατοστά μέχρι το 2100, αν οι εκπομπές αερίων ρύπων μειωθούν. Όμως, μετά τις εκτιμήσεις της νέας αμερικανικής έρευνας, δεν αποκλείεται η άνοδος των υδάτων τελικά να ξεπεράσει ακόμη και το ένα μέτρο.

  • Κατηγορία GREEN LIFE
  • 0

Ο Benjamin Clementine, εξομολογείται

Ο νεαρός Λονδρέζος αποτελεί τη μεγάλη ελπίδα της βρετανικής μουσικής και μιλάει για την ειλικρίνεια που μπορεί να σκοτώσει
 
Η εξομολόγηση του Μπέντζαμιν Κλεμεντάιν
 
Ο Μπέντζαμιν Κλεμεντάιν τραγουδάει δυνατά, αλλά μιλάει πάρα πολύ χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά. 

Ο 26χρονος από τη Βρετανία έδωσε πριν από λίγο καιρό μια συναυλία στην Αθήνα, στο Gazarte, εντυπωσιάζοντας το κοινό με την επιδεξιότητά του στο πιάνο, την εκφραστική φωνή του, αλλά και τα ιδιοσυγκρασιακά τραγούδια του. Το ντεμπούτο άλμπουμ του «At Least for Now» κυκλοφορεί αύριο (12/01). Ακόμη δεν έχει συνειδητοποιήσει τι του έχει συμβεί, ότι αποτελεί δηλαδή καλλιτέχνη το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται (δικαίως) στις περισσότερες λίστες με τους πιο ραγδαία ανερχόμενους αστέρες της μουσικής: «Ισως να κατάλαβα ότι τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχό μου όταν γνώρισα τον Πολ Μακ Κάρτνεϊ στα παρα-σκήνια της τηλεοπτικής εκπομπής του Τζουλς Χόλαντ» λέει με καμάρι ανάμεικτο με ανησυχία.

Ο νεαρός Λονδρέζος μετακόμισε στο Παρίσι το 2008, και ήταν οι Γάλλοι που τελικά ανακάλυψαν το ταλέντο του. Στα τραγούδια του αναφέρεται συχνά στη σύντομη μετανάστευσή του. «Ουδείς προφήτης στον τόπο του» λένε οι στίχοι στο έξοχο «Winston Churchill's Boy»: «Ηταν δύσκολη η προσαρμογή, έπρεπε να μάθω τη ζωή από την αρχή. Το Παρίσι είναι μια πόλη γεμάτη φώτα και σε βοηθάει αυτό, όμως η γλώσσα, ο χώρος, οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί απ' ό,τι είχα συνηθίσει». Τη φωνή του τη συγκρίνουν συχνά με εκείνη της Νίνα Σιμόν. Δεν τον ενοχλεί αυτό: «Οι δημοσιογράφοι μπορούν να γράφουν ό,τι θέλουν. Αν με συγκρίνουν με έναν θρύλο, πρόκειται φυσικά περί κομπλιμέντου. Είναι ωραίο συναίσθημα, αλλά δεν δικαιούμαι ακόμη να το θεωρήσω δεδομένο».
 
Τα τραγούδια του σπανίως ακολουθούν μια καθορισμένη φόρμα και εκπλήσσουν με τις μεταπτώσεις τους. «Ισχύει αυτό. Ετσι και η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις και πρέπει να το αποδεχτούμε, δεν γίνεται να παραπονιόμαστε για αυτό. Πάντως, τα συναισθήματά μου με οδηγούν, δεν δημιουργώ τα τραγούδια μου βάσει στρατηγικής». Τον ρωτάω αν φοβάται καμιά φορά πως ίσως γίνεται υπερβολικά εξομολογητικός. «Λέω συχνά πως η ειλικρίνειά μου μπορεί μια μέρα να με σκοτώσει. Ωστόσο, δεν νιώθω ότι εκφράζω μόνο τον εαυτό μου, ούτε νιώθω μόνος, νομίζω πως μπορούν να ταυτιστούν πολλοί μαζί μου. Εσύ λες πως είναι αυτοβιογραφικοί οι στίχοι μου, αλλά θεωρώ πως εκφράζουν κι άλλους». Από τις βασικές καλλιτεχνικές επιρροές του ξεχωρίζει τον Ερίκ Σατί και τον Τζίμι Χέντριξ «γιατί ήταν ελεύθεροι. Τον Χέντριξ δεν τον ένοιαζε πώς θα έπαιζε την κιθάρα του, δεν το σκεφτόταν, απλώς το έκανε». Τελικά, τι κινητοποιεί την έμπνευσή του; «Ο άνθρωπος. Το πιο δυνατό πλάσμα στον κόσμο. Είμαστε τόσο έξυπνοι αλλά και τόσο αδύναμοι, ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο, γνωρίζουμε τόσο πολλά, αλλά ταυτόχρονα και τίποτα».