ενημέρωση 1:30, 3 October, 2026

"Dreams" - Μπορεί ένα iPhone να σώσει ζωές;

Ως μέρος της συνεχιζόμενης της καμπάνιας "You're more powerful than you think" η Apple παρουσίασε ένα νέο spot ενός λεπτού που ονομάζεται "Dreams". Το διαφημιστικό είναι αφιερωμένο στην ανάδειξη όλων των ανθρωπιστικών χρήσεων του iPhone, παρουσιάζοντας ένα σωρό έξυπνες εφαρμογές που χρησιμοποιούνται από γιατρούς, πυροσβέστες, περιβαλλοντολόγους, κτηνιάτρους κτλ καθημερινά σε ολόκληρο τον κόσμο. Μπορεί ένα iPhone να σώσει ζωές;  

Πηγή: lifo

  • Κατηγορία GADGETS
  • 0

Μάτα Χάρι: Χορεύοντας με τον θάνατο

Σαν σήμερα στις 7 Αυγούστου 1876, γεννήθηκε η γυναίκα που έμελλε να γίνει η διασημότερη κατάσκοπος όλων των εποχών με το όνομα Μάτα Χάρι.

Μάτα Χάρι: Τα μάτια της Ανατολής

«Ανέκαθεν λάτρευα τους αξιωματικούς. Προτιμούσα πάντα να είμαι η ερωμένη ενός αδέκαρου στρατιωτικού παρά ενός πλούσιου τραπεζίτη. Η μεγαλύτερη απόλαυση για μένα είναι να κάνω έρωτα μαζί τους δίχως να σκέφτομαι τα χρήματα. Επιπλέον μου αρέσει να τους συγκρίνω μεταξύ τους, αναλόγως εθνικοτήτων...» είπε η μοιραία γυναίκα στη δίκη της στον στρατηγό Πιερ Μπουσαρντόν.

Η πρώτη και καταστροφικότερη σχέση που είχε με αξιωματικό η Μαργκαρέτα Γκετρούιντα Ζέλε ή αλλιώς Μάτα Χάρι ήταν με τον σύζυγό της Τζόνι Μακ Λέοντ, έναν στρατηγό του ολλανδικού στρατού, τον οποίο και γνώρισε μέσω αγγελίας το 1895, σε μια εφημερίδα που κυκλοφορούσε στο Αμστερνταμ. Εκείνος ζητούσε νεαρή συντροφιά. Εκείνη, πληρώντας τα ζητούμενα της αγγελίας ­ ήταν μόλις 19 ετών και δίχως καμία απολύτως προοπτική, αφού η μητέρα της είχε προ πολλού πεθάνει και ο πατέρας της ήταν κατεστραμμένος οικονομικά ­, του απάντησε μέσω της εφημερίδας.

Η Νον βαν Μούρικ, νεότερη κόρη του Μακ Λέοντ από τον τρίτο γάμο του, λέει σήμερα ότι επρόκειτο πραγματικά για κεραυνοβόλο έρωτα: «Αν διαβάσεις την αλληλογραφία τους εκείνης της περιόδου, σου κόβονται τα γόνατα... Ηταν τρελοί ο ένας για τον άλλο» Υστερα από ένα σύντομο σχετικά ειδύλλιο και θυελλώδες, παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στο Αμστερνταμ. Εκεί γεννήθηκε και το πρώτο παιδί τους, ο Νόρμαν, λίγο προτού πάρει μετάθεση ο στρατηγός για τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες. Τα προβλήματα όμως στο ζευγάρι ήταν ήδη εμφανή, ακόμη και επάνω στο καράβι που τους μετέφερε στον προορισμό τους. «Ο πατέρας μου έλεγε πολύ αργότερα» συνεχίζει η Βαν Μούρικ «ότι εκείνη φλέρταρε με κάθε διαθέσιμο αξιωματικό στο πλοίο, τον οποίο γνώριζε ότι εκείνος μισούσε». Στις Ινδίες υπήρξε μια περίοδος ανακωχής για το ζευγάρι, η οποία επισφραγίσθηκε με τη γέννηση ενός δεύτερου παιδιού, της Νον (δεν πρόκειται για τη Νον βαν Μούρικ).

Σύντομα όμως επήλθε η καταστροφή. Μια ημέρα η (όπως αποδείχθηκε αργότερα ψυχοπαθής) υπηρέτρια που είχαν στο σπίτι τους οι Μακ Λέοντ επιχείρησε να ξεκληρίσει ολόκληρη την οικογένεια ρίχνοντας δηλητήριο στο φαγητό. Τελικά μοναδικό θύμα της απόπειράς της υπήρξε ο τρίχρονος Νόρμαν. Ο Μακ Λέοντ όμως θεώρησε υπεύθυνη τη σύζυγό του για το κακό που τους βρήκε και τη χώρισε άμα τη εσπευσμένη, λόγω του γεγονότος, επιστροφή του ζεύγους στην Ολλανδία. Εκεί η Μαργκαρέτα Γκετρούιντα Ζέλε-Μακ Λέοντ βρέθηκε κυριολεκτικά στον δρόμο. Και φυσικά είχε χάσει την επιμέλεια της κόρης της, η οποία πέθανε σε ηλικία 19 ετών, μετά το τέλος του πολέμου.

Χωρίς αποσκευές

Μη έχοντας σε τίποτε να ελπίζει από τη ζωή της στο Αμστερνταμ, μπήκε σε ένα τρένο για το Παρίσι, με άδειες τσέπες και δίχως αποσκευές. Οπως θα πει η ίδια αργότερα στη δίκη: «Εκεί ήξερα ποια ήταν η τελευταία μου ελπίδα επιβίωσης: η γοητεία μου. Το ότι κοιμήθηκα με πολλούς άντρες είναι αλήθεια. Το ότι πόζαρα γυμνή σε γλύπτες είναι επίσης αλήθεια. Το ότι χόρεψα στην Οπερα του Μόντε Κάρλο πάλι είναι αλήθεια. Θα ήταν δειλό εκ μέρους μου και επομένως κατακριτέο το να αρνηθώ πράξεις που έχω κάνει».

Σύντομα εγκλιματίστηκε στον νέο τρόπο ζωής της, ως «διεθνής γυναίκα» που είχε για σπίτι την Ευρώπη, ενώ η ζωή της όλη ήταν το θέατρο και οι εραστές της. Το 1905, στην καρδιά της Μπελ Επόκ, στη χρυσή εποχή δηλαδή για τον χορό, τη μουσική και τη μόδα στο προπολεμικό Παρίσι, έκανε θραύση στην τοπική μπουρζουαζία ως «ανεξάρτητη» γυναίκα. Φορώντας την αυθεντική χρυσοποίκιλτη στολή ανατολίτισσας χορεύτριας (η ιδέα ήταν δική της, προφανώς επηρεασμένη από τις Ινδίες) και με έντονο τον αισθησιασμό στην έκφραση του προσώπου και στις κινήσεις της, που είχαν σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα, έκανε την πρώτη μεγάλη επιτυχία της με την εμφάνισή της στο Musee Guimet.

Σε μια εποχή όπου το γυναικείο σώμα μετά βίας αποκαλυπτόταν ολόκληρο ακόμη και στην κρεβατοκάμαρα των παντρεμένων ζευγαριών, εκείνη δεν δίσταζε να το θέσει σε κοινή θέα στο φινάλε του χορού της συμπαρασύροντας το παριζιάνικο κοινό, που αποτελούνταν από διανοούμενους, δημοσιογράφους και διπλωμάτες, σε ρήξη. Υπήρχαν εκείνοι που τη λάτρεψαν, όπως ο βρετανός δημοσιογράφος Αστον Γουλφ που ήταν εκεί και ο οποίος έγραψε αργότερα: «Εξεπλάγην όταν είδα τη φιγούρα μιας όμορφης γυναίκας να υλοποιείται πίσω από μια εκθαμβωτική αραχνοΰφαντη χρυσαφένια γάζα... Απαλά, σχεδόν ανεπαίσθητα και με ανείπωτη λεπτότητα στην κίνησή της άρχισε να χορεύει...».

Αλλά υπήρξαν και εκείνοι οι οποίοι την περιφρόνησαν και στη συνέχεια, έπειτα από χρόνια, θα την εκτελούσαν ως σύμβολο παρακμής και διαφθοράς. Υστερα από την επιτυχία στο Musee Guimet, ο ιδιοκτήτης του μουσείου πρότεινε στην κυρία Μακ Λέοντ να μετονομαστεί Μάτα Χάρι, που σημαίνει «το μάτι της ημέρας (ή της ανατολής)» στα μαλαισιανά. Η συνέχεια της πορείας της ήταν ήδη προδιαγεγραμμένη. Η Μάτα Χάρι απέσπασε τα πιο θερμά χειροκροτήματα σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο όπου περιόδευσε χορεύοντας. Συγκρίθηκε ακόμη και με την περίφημη για την εποχή Ισιδώρα Ντάνκαν όσον αφορά τον αισθησιασμό και την τεχνική της πάνω στη σκηνή. Ενέπνευσε τον Μασνέ (ο οποίος την περιέλαβε ως ηρωίδα σε μια όπερά του) και δημιούργησε τεράστια αίσθηση όταν εμφανίστηκε στη Σκάλα του Μιλάνου.

Ευρισκόμενη όμως στην κορυφή της καριέρας της είχε ήδη αρχίσει να σπέρνει μόνη της τους σπόρους της καταστροφής της. Ανάμεσα στους ισχυρούς άνδρες που υπήρξαν εραστές της συγκαταλεγόταν εκείνη την εποχή και ο Αλφρεντ Κίπερτ, ένας πάμπλουτος βερολινέζος συνταγματάρχης του γερμανικού στρατού. Μαζί του έμεινε για δύο περίπου χρόνια, ως το 1908, κατά τα οποία εκείνος την πήγαινε συχνά για να της δείξει με υπερηφάνεια τα μυστικά γερμανικά στρατηγεία στη Σιλεσία και αλλού. Η Μάτα Χάρι φυσικά είχε την ευκαιρία να σχηματίσει τη δική της άποψη και για την Ιερή Συμμαχία μέσω διαφόρων επιφανών εραστών της, όπως ήταν ο γάλλος υπουργός Πολέμου, στρατηγός Αντόλφ-Πιερ Μεσιμί. Ακολούθησαν βεβαίως και άλλοι...

Πλησιάζοντας όμως τα 40, και ενώ στο μεταξύ είχαν βγει στην «πιάτσα» νεότερες, φρέσκες και καλλίγραμμες γυναίκες με προκλητικές αναλογίες, ο ανταγωνισμός είχε γίνει πολύ δύσκολος για τη Μάτα Χάρι σε όλους τους τομείς της καριέρας της: και ως χορεύτριας και ως πόρνης πολυτελείας. Το 1914 το παραμύθι είχε τελειώσει οριστικά. Χωρίς καθόλου χρήματα για μία ακόμη φορά και χωρίς δουλειά αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ολλανδία.

Ερωτας και κατασκοπεία

Οπως συνέβη παλαιότερα με τον χορό, έτσι και στις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες μπήκε κατόπιν τυχαίας παροτρύνσεως από έναν εραστή της. Το 1915 βρέθηκε να εκπαιδεύεται στην πρωτόγονη ακόμη τέχνη της κατασκοπείας, σε ένα ξενοδοχείο στην Κολονία. Η εκπαίδευση όμως κατέληξε απλώς σε μια σειρά ατέλειωτες πολιτικές συζητήσεις μεταξύ εκπαιδευτών και εκπαιδευομένης. Στην πρώτη της μυστική «επιχείρηση» απέτυχε να δώσει στους προϊσταμένους της χρήσιμα στοιχεία, παρά το γεγονός ότι εισέπραξε μια γερή αμοιβή για το «έργο» της.

Παρ' όλα αυτά, σύμφωνα με τον γάλλο δημοσιογράφο Ζαν-Πιερ Τυρμπέργκ, ειδικό σε θέματα κατασκοπείας, και μόνο το γεγονός ότι η Μάτα Χάρι είχε συνεργαστεί με τη γερμανική Μυστική Υπηρεσία, τη στιγμάτισε. Σύμφωνα με τον γαλλικό στρατιωτικό νόμο, η ολλανδή χορεύτρια θα κρινόταν ένοχη ακόμη και για το γεγονός ότι μίλησε με ξένους αξιωματικούς εν καιρώ πολέμου. Πόσο μάλλον αν αναλογιστεί κανείς τις ορδές ενστόλων που πέρασαν από την κρεβατοκάμαρά της. Με αυτό το παρελθόν δύσκολα θα μπορούσε να στηρίξει την υπεράσπισή της αργότερα. Το ήθος της «εξωτικής» χορεύτριας όμως αποτελεί ένα ξεχωριστό θέμα.

Σύμφωνα και πάλι με τον Τυρμπέργκ, το καθοριστικό στοιχείο για την τελική εθνική και πολιτική της τοποθέτηση ήταν ο έρωτας. Το 1916 ερωτεύτηκε στο Παρίσι τον νεαρό ρώσο αξιωματικό Βαντίμ ντε Μασλόφ. Προκειμένου να αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή και την πορνεία και να υποστηρίξει τον Ντε Μασλόφ, συμφώνησε να δουλέψει για τη γαλλική κατασκοπεία. Οι γερμανοί προϊστάμενοί της βεβαίως σύντομα πληροφορήθηκαν τον διπλό της ρόλο ως πράκτορα, οπότε και κινήθηκαν αναλόγως...

Κατά τον ιστορικό κατασκοπείας του Κέιμπριτζ Κρίστοφερ Αντριου, οποιαδήποτε στενή παρατήρηση της πορείας και των μεθόδων τής Μάτα Χάρι ως κατασκόπου αποδεικνύει ότι ουδέποτε λειτούργησε ως πραγματική πράκτορας. Η πρότασή της για μια «επιχείρηση» προς τον επικεφαλής της γαλλικής κατασκοπείας Ζορζ Λαντού υπήρξε τερατωδώς παράλογη, καθώς ήθελε να μεταβεί στο εμπόλεμο Βέλγιο και μετά στη Γερμανία με σκοπό να προσεγγίσει τον διάδοχο του θρόνου του Βελγίου. Επιπλέον όμως και μοιραία, καθώς παρέλειψε να ενημερώσει τον Λαντού σχετικά με την εκδούλευση που προσέφερε στον εχθρό. Αντιθέτως εν καιρώ υπηρεσίας του ζητούσε διαρκώς χρήματα για να αγοράσει καινούργια ρούχα, του τηλεφωνούσε στο γραφείο από δημόσιους χώρους και του έστελνε εμπιστευτικά έγγραφα μέσω ταχυδρομείου. «Ακολουθώντας αυτές τις τακτικές θεωρώ μάλλον παραλογισμό το να πιστεύει κανείς ότι η Μάτα Χάρι μετέφερε σημαντικά στρατηγικά μυστικά είτε στους Γάλλους είτε στους Γερμανούς» υποστηρίζει ο Αντριου.

Εν πάση περιπτώσει, αφού εξασφάλισε την υπόσχεση του Λαντού για ένα εκατομμύριο γαλλικά φράγκα αν έφερνε το σχέδιο σε πέρας, η Μάτα Χάρι προς τα τέλη του 1916 ξεκίνησε για το Βέλγιο μέσω Ισπανίας και Μεγάλης Βρετανίας. Στη Μαδρίτη συνάντησε τον ταγματάρχη Αρνολντ Κάλε, τον γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο στη χώρα, τον οποίο και προσπάθησε να σαγηνεύσει με την ελπίδα να του αποσπάσει σημαντικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμες στον Λαντού. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε προκειμένου να του αποσπάσει αυτές τις πληροφορίες θύμιζαν περισσότερο θεατρίνα παρά πόρνη. Πόσο δε μάλλον επαγγελματία κατάσκοπο... Οπως είπε αργότερα η ίδια κατά τη διάρκεια της ανάκρισής της:

«Φρόντισα να γίνω ο πιο ελκυστικός εαυτός μου! Επαιζα κυριολεκτικά μπροστά του θέατρο με τις γάμπες μου... Εκανα όλα όσα θα μπορούσε να κάνει μια γυναίκα για να προσελκύσει έναν άντρα. Και το ήξερα ότι τελικά ο Κάλε θα έπεφτε... θύμα της γοητείας μου! Μέσα στο γραφείο του έγιναν σημεία και τέρατα. Τελικά μου πρόσφερε και ένα δαχτυλίδι!». Σε αντάλλαγμα η Μάτα Χάρι του έδωσε μερικές πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει από γαλλικές εφημερίδες περασμένων εβδομάδων, σαν δόλωμα για να τον κάνει να της εμπιστευτεί τα πολύτιμα στρατηγικά μυστικά. Οπερ και εγένετο.

Το ένταλμα συλλήψεως

Τελικά γύρισε στο Παρίσι ικανοποιημένη, πιστεύοντας ότι είχε αποσπάσει από τον Κάλε στοιχεία που θα ήταν μεγάλης σημασίας για τον Λαντού. Εκείνος όμως ούτε καν τη δέχτηκε στο γραφείο του. Προς μεγάλη δε και δυσάρεστη έκπληξή της, αντί για επαίνους έλαβε ένα ένταλμα συλλήψεως που την οδήγησε κατευθείαν στις γυναικείες φυλακές του St Lazare. Σε μία από τις 17 ανακρίσεις της από τον στρατηγό Μπουσαρντόν εκείνος παρουσίασε στο στρατοδικείο καταδικαστικά τηλεγραφήματα, τα οποία ανέφεραν τον κωδικό της (πράκτορας Η21) και τα οποία αποδείκνυαν ότι όλες οι πληροφορίες που έδινε στη γαλλική κατασκοπεία ήταν πληρωμένες. Υπήρχε όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία του στρατηγού, και κάτι χειρότερο: οι πληρωμένες αυτές πληροφορίες για τη γερμανική κατασκοπεία στην Ισπανία ήταν επιπλέον και εσφαλμένες. Αδίκως, αφού, όπως αποδείχθηκε μετά την εκτέλεσή της, στην πραγματικότητα η Μάτα Χάρι είχε φέρει στον Λαντού τα αληθινά στοιχεία.

Μπροστά στο απόσπασμα

Σύμφωνα με τον Λέον Σίρμαν, ιστορικό και συγγραφέα του βιβλίου «The Mata Hari Affair - An Inquiry Into a Conspiracy», και μόνο αυτό το γεγονός, ότι παρουσιάστηκαν δηλαδή τα αληθινά στοιχεία της Μάτα Χάρι ως ψευδή στο στρατοδικείο, αποτελεί ένδειξη της αθωότητάς της. Κατά τον συγγραφέα, μάλιστα, υπάρχουν και άλλα στοιχεία υπέρ της, τα οποία τότε δεν αναφέρθηκαν προς την υπεράσπισή της. Η Μάτα Χάρι καταδικάστηκε σε θάνατο ύστερα από το στρατοδικείο που έλαβε χώρα κεκλεισμένων των θυρών τον Ιούλιο του 1917 στο Δικαστικό Μέγαρο του Παρισιού και εκτελέστηκε από μια ομάδα 13 στρατιωτών στο Βανσέν στις 15 Οκτωβρίου του 1917.

«Πρέπει να ήταν πολύ γενναία γυναίκα. Χαμογελώντας αρνήθηκε να της δέσουμε το μαντίλι γύρω από τα μάτια, μπροστά στο απόσπασμα. Λίγο προτού πυροβολήσουμε μας έκανε ένα μικρό νεύμα με το χέρι της. Πιστεύω ­ ελπίζω ­ ότι η δική μου σφαίρα ήταν η μόνη κενή στο απόσπασμα...» είπε το 1995 το μοναδικό εν ζωή μέλος του εκτελεστικού αποσπάσματος, ο Μορίς Αμπλίν, ο οποίος τότε παρέλαβε και το γαλλικό στρατιωτικό μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής. Πάντως το ομιχλώδες πρωινό του 1917 οι εκτελεστές της το μόνο που έβλεπαν στο ξαπλωμένο πάνω στο λασπωμένο χώμα του Βανσέν νεκρό σώμα της ολλανδής χορεύτριας ήταν η συντριβή ενός διεφθαρμένου συμβόλου της παρισινής παρακμής... Οσο για τον πρώην σύζυγο της Μάτα Χάρι, τον Τζόνι Μακ Λέοντ, όταν έμαθε τα νέα του θανάτου της, αναφώνησε εκνευρισμένος: «Μα πώς είναι δυνατόν να πυροβολεί ο στρατός μια γυναίκα;».

Πηγή : tvxs

Μέδουσα: «Ήταν ένα μικρό καράβι...»

Η ιστορία έχει το χάρισμα να εμπλέκει και να κρατά αναμεμειγμένα πολλά πράγματα διαφόρων ειδών. Όπως για παράδειγμα έναν πίνακα του γαλλικού ρομαντισμού, ένα παιδικό τραγούδι και μια τραγική ιστορία καννιβαλισμού. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι ας παρουσιάσουμε μια εικόνα: Ένα παιδί που σιγοτραγουδά το τραγούδι «ήταν ένα μικρό καράβι...» περνά μπροστά από τον πίνακα «η Σχεδία της Μέδουσας» που εκτίθεται στο Λούβρο, στην αίθουσα 61 της πτέρυγας Sully. 

Η ειρωνεία της παραπάνω εικόνας είναι τεράστια καθώς ένα απλό γαλλικό τραγουδάκι, που όλα τα παιδιά ξέρουν και τραγουδούν στην ουσία είναι η μελοποιημένη εξιστόρηση μιας μακάβριας ιστορίας ενός ναυαγίου και του κανιβαλισμού των επιζώντων του.

Το 1816, στις 17 Ιουνίου, σαλπάρουν από το Ροσφόρ στο Σαράντ Μαριτίμ της Γαλλίας τέσσερα πλοία με προορισμό το λιμάνι Πόρ Λουί της Σενεγάλης. Τα πλοία αυτά ήταν το μιρκό Argus, το ανεφοδιαστικό Loire, η κορβέτα Echo και η φρεγάτα Medusa. Στη Μέδουσα επέβαιναν και οι επιβάτες του ταξιδιού ανάμεσα στους οποίους ήταν ο νέος κυβερνήτης της Σενεγάλης, που ως τότε ήταν βρετανική αποικία, Ζυλιέν-Ντεζιρέ Σμαλτζ με την σύζυγό του.
 
Κυβερνήτης του πλοίου, το οποίο μετέφερε 400 επιβάτες και 160 άτομα πλήρωμα, ανέλαβε ο Υγκ Ντυρουά ντε Σωμερύ, που είχε να ταξιδέψει στην ανοιχτή θάλασσα περισσότερα από 20 χρόνια, χωρίς ποτέ να είναι κυβερνήτης πλοίου, και μοναδικό προσόν του ήταν η γνωριμία με τον αδερφό του βασιλιά.
 
Ο κυβερνήτης του Loire φέρεται να είχε δηλώσει μεταγενέστερα ότι «ο Ντυρουά ντε Σωμερύ ήταν ένας ευγενής αυλικός, αλλά όχι σοβαρά σκεπτόμενος, ενώ θεωρούσε ότι, λόγω της θέσης του, εγώ θα έπρεπε να είμαι υπάκουος υπηρέτης του».
 
Κατά τον απόπλου, λοιπόν, ο Σωμερύ προσπάθησε να δείξει τις ικανότητές του και να φύγει γρήγορα. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί στις 2 Ιουλίου του ίδιου έτους κατά 100 ναυτικά μίλια εκτός πορείας, προσαραγμένος στις ακτές της σημερινής Μαυριτανίας. Όσες προσπάθειες να απελευθερώσουν το πλοίο και αν έγιναν καμία δεν ήταν επιτυχής. Ο κυβερνήτης έδωσε έτσι την εντολή να εγκαταλείψουν το καράβι με τις σωσίβιες λέμβους, οι οποίες δεν έφταναν για όλους. Κατά συνέπεια κατασκευάστηκε η «σχεδία της Μέδουσας».
 
Δεκατρείς ημέρες έμεινε η σχεδία στην θάλασσα, αφού αποκόπηκε από τις σωσίβιες λέμβους. Οι μαρτυρίες των επιζόντων θέλουν είτε τον Σωμερύ να κόβει τα σκοινιά που κρατούν την σχεδία με τις λέμβους είτε αυτά να σπάνε. Επί δεκατρείς ημέρες οι καταιγίδες και τα κύμματα έπαιρναν τους επιβάτες της σχεδίας και τους εξαφάνιζαν. Την τρίτη ημέρα, μάλιστα, σημειώθηκε και μια μικρή ανταρσία επάνω στην σχεδία, με τους κατώτερους αξιωματικούς να σκοτώνουν ορισμένους επιβάτες. Όμως στην σχεδία δεν υπήρχαν τρόφιμα ή άλλες προμήθειες. Μέχρι να διασωθούν οι επιβαίνοντες έτρωγαν τις σάρκες των νεκρών για να επιβιώσουν. Όταν την δέκατη τρίτη ημέρα το πλοίο Argus εντόπισε την σχεδία βρήκε μόνο 15 από τους 147 επιβαίνοντες...
 
Όταν τα όσα συνέβησαν αυτές τις 13 ημέρες έγιναν γνωστά από τις μαρτυρίες των επιζώντων τέτοια ήταν η αποστροφή της γαλλικής κοινωνίας που παρουσίασε τον κανιβαλισμό, την απόγνωση και την ταλαιπωρία των επιβατών της σχεδίας της Μέδουσας σε πίνακες, όπως ο φημισμένος του Τεοντόρ Ζερικό (φωτογραφία), σε βιβλία, όπως το «Οι περιπέτειες του Αρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Ναντάκετ» του Ε. Α. Πόου, που λαμβάνει χώρα πάνω στο φαλαινοθηρικό πλοίο «Γράμπος» ή στο μυθιστόρημα «Η σφίγγα των πάγων» του Ιουλίου Βερν, το οποίο γράφτηκε ως συνέχεια του βιβλίου του Πόου.
 
Η τραγική ιστορία πέρασε ακόμη και σε παιδικά τραγούδια... «΄Ηταν ενά μικρό καράβι...και τότε ρίξανε τον κλήρο για να δούνε ποιος θα φαγωθεί...»

Πηγή : tvxs 

To προφίλ των Εκδόσεων «Περισπωμένη»

Έκανε την εμφάνισή της με τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε το 2011. Ιδρύθηκε στο απόγειο της κρίσης και ειδικεύεται στο δύσκολο εμπορικά είδος της ποίησης. Με δεκαοκτώ βιβλία στο ενεργητικό της (έργα των Νοβάλις, Υβ Μπονφουά, Λέοναρντ Κοέν, ποιήματα της Λιθουανής Γιαννινά Ντεκουτίτε, του Γιώργου Λίλλη κ.ά.), προτίμηση στον Ρίλκε και στη γερμανόφωνη λογοτεχνία, με σταθερούς συνεργάτες τους ποιητές ή/και μεταφραστές Κώστα Κουτσουρέλη, Θανάση Λάμπρου, Χρήστο (Διονύση) Μαρσέλλο, Γιώργο Χαβουτσά, Μάρκο Καλεώδη, εικαστικά εξώφυλλα που παραπέμπουν στη γοητευτική ατμόσφαιρα πότε της Art Nouveau και πότε της Art Deco, έναν κύκλο νέων ποιητών γύρω της και πολλή προσωπική δουλειά από τον εκδότη, που μεταφράζει, φιλοτεχνεί τα εξώφυλλα και αναλαμβάνει την παραγωγή, η «Περισπωμένη» αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ενός εκδοτικού μοντέλου που εκκολάφθηκε μέσα στην κρίση: του μικρού εκδοτικού οίκου, που αναπτύσσεται γύρω από ένα πρόσωπο και χάρη στην υποστήριξη φίλων καταφέρνει να πραγματοποιεί τις αισθητικές και τις θεματικές εμμονές του, ένα εκδοτικό όραμα. Εφέτος η «Περισπωμένη» έκλεισε τρία χρόνια εκδοτικής δραστηριότητας. Έχει ήδη κατακτήσει βραβεία και την εκτίμηση των αναγνωστών. Ο ιδρυτής της, ο τριαντατεπτάχρονος ποιητής Σωτήρης Σελαβής, κατά κόσμον Σωτήρης Φασούλας, μιλάει στο «Βήμα» για τα εκδοτικά του βήματα και το ελληνικό βιβλίο σε ζόρικους καιρούς.
 
 
Η «Περισπωμένη» ιδρύθηκε μέσα στην κρίση. Πώς πήρατε αυτήν την απόφαση σε μια τόσο επισφαλή εποχή;
 
«Η "Περισπωμένη" προέκυψε από μια βαθύτερη προσωπική ανάγκη· όταν η ιδέα της ωρίμασε μέσα μου και η ανάγκη αυτή έγινε ασφυκτική, πήρα την απόφαση. Από αυτή την άποψη η ώρα ήταν η σωστή, η ωριμασμένη, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες της εποχής, που πράγματι, με επιχειρηματικά κριτήρια, είναι απογοητευτικές. Αν καλοζύγιζε κανείς την πραγματικότητα, ίσως να αποφαινόταν πως το ξεκίνημα σήμερα ενός τέτοιου εγχειρήματος προϋποθέτει κάμποση "ρομαντική" αφέλεια, ωστόσο, υπάρχει ένας βαθύτερος υπαρξιακός αντίλογος: η δυσχέρεια, για την οποία κάνει λόγο ο αείμνηστος Χρήστος Μαλεβίτσης, ως γενεσιουργός πνευματική δύναμη. Η "Περισπωμένη" δεν γνώρισε την εκδοτική ευφορία παλαιότερων εποχών, ούτε τις μεγάλες διακυμάνσεις στην παραγωγή ή τον τζίρο. Χτίζει προσεχτικά το σκαλί που θα πατήσει, αντλώντας ανυπολόγιστη δύναμη από τις φίλες και τους φίλους που την αγκάλιασαν αυτά τα πρώτα χρόνια».
 
 
Εκδίδετε -σχεδόν αποκλειστικά- ποίηση. Ως θεωρούμενο αντιεμπορικό είδος δεν αντενδείκνυται για το ξεκίνημα ενός εκδοτικού οίκου;
 
«Λόγω της μακρόχρονης προσωπικής μου αγάπης για την ποίηση ήταν φυσικό και οικείο να ξεκινήσω από αυτήν. Η επιλογή του πρώτου τίτλου δεν ήταν διόλου τυχαία: Οι Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε, το κορυφαίο κατά τη γνώμη μου ποίημα του 20ού αιώνα, αφενός εγκαινίασαν την εκδοτική πίστη στη μεγάλη ποίηση, αφετέρου περιγράφουν ιδανικά το ψυχικό κλίμα του εκδοτικού. Τα ενδιαφέροντα του οποίου σαφώς και δεν σταματούν στην ποίηση (που, πράγματι, είναι είδος αντιεμπορικό, όμως ίσως όχι και τόσο όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε, και αυτό δείχνει η αξιοσημείωτη εμπορικά επιτυχία των Ελεγειών), αλλά επεκτείνονται, όπως θα ήταν και το εύλογο, στην κλασική λογοτεχνία εν γένει· στον εκδοτικό προγραμματισμό ήδη περιλαμβάνονται έργα κλασικής πεζογραφίας, όπως το αμετάφραστο έως τώρα στα ελληνικά έργο του Πόε Το ημερολόγιο του Ιούλιου Ρόντμαν. Ας σημειωθεί, πάντως, πως ήδη από το 2012, στις εκδοτικές σειρές "Οίστρος" (σπουδαία κείμενα συναντούν σπουδαίες εικονογραφήσεις) και "Βραχέα και Μακρά" (βιβλίδια σε σχήμα κασετίνας τσιγάρων), φιλοξενούνται κείμενα διαφορετικού είδους, ενώ πρόσφατα εκδόθηκαν και τα πρώτα βιβλία μελετών και δοκιμίων· το Pallaksch I, ένας τόμος με μικρές στοχαστικές καλλιγραφίες του Χρήστου Μαρσέλλου, και το Κάτω απ' τον ανοιχτό ουρανό, μια εκτενής πραγματεία του Θανάση Λάμπρου πάνω στον Φάουστ του Γκαίτε».
 
 
Πώς επιλέξατε το όνομα του εκδοτικού οίκου;
 
«Για μένα η περισπωμένη ήταν ανέκαθεν το ωραιότερο τυπογραφικό σημάδι. Το όνομα δε παραπέμπει στο πολυτονικό σύστημα, η χρήση του οποίου είναι βασική αρχή του εκδοτικού. Μου άρεσε επίσης να σκέφτομαι πως στο όνομα «Περισπωμένη» συνδηλώνεταιεκείνη, η προσοχή της οποίας ευκόλως περισπάται σε ρεμβασμούς και χίμαιρες…»
 
 
Πώς θα περιγράφατε, ως πρόθεση, το προφίλ του εκδοτικού οίκου;
 
«Δύο είναι οι παράμετροι που καθορίζουν το προφίλ ενός εκδοτικού: η πνευματική διάθεση που εκφράζει, με τις επιλογές των κειμένων και τους συγγραφείς του, και στην οποία ήδη αναφέρθηκα, και η αισθητική των βιβλίων. Εδώ η "Περισπωμένη" προσπαθεί να μεταγγίσει την αρμονία της κλασικής τυποτεχνίας (και τη θελκτική αίσθηση που εξακολουθεί αυτή να αποπνέει) στο μοντέρνο σώμα του βιβλίου. Τα πρότυπά της αναζητούνται κυρίως στην τυπογραφία της Κεντρικής Ευρώπης ― στις σελίδες των βιβλίων της προσπαθεί να εμφυσήσει κάτι από τις εμπνοές των παλαιών δασκάλων της Δύσης. Να παραπέμψει στη "Χρυσή εποχή του εικονογραφημένου βιβλίου", να συνομιλήσει μαζί της. Γι' αυτό και επιστρατεύονται ιταλικά χαρτιά γραφής, ειδικά χαρτιά εξωφύλλου, τυπογραφικά κοσμήματα, βινιέτες, συχνά και πλήρης εικονογράφηση σε δίχρωμες εκτυπώσεις· διακριτικά στοιχεία της προσπάθειας αυτής που μοιάζει σαφώς με μαθητεία. Και είναι πάντα ο Ρίλκε που θα την εμψυχώνει: "Ο θαυμασμός με τον οποίο η τέχνη ξεχύνεται στα πράγματα πρέπει να είναι τόσο ορμητικός, τόσο δυνατός, τόσο λαμπρός, που να μην αφήνει χρόνο στο αντικείμενο να αναλογιστεί την ασχήμια ή τη φθορά του"».
 
 
Οι επιλογές σας είναι ποιοτικές, χωρίς να είναι αποκλειστικά ελιτίστικες και αδιάφορες στο ευρύ κοινό. Πώς επιλέγετε τους τίτλους;
 
«Είτε πρόκειται για προσωπικές επιλογές είτε για προτάσεις που μου γίνονται, το βασικό κριτήριο είναι τα κείμενα, πρωτότυπα ή μεταφράσεις, να υπηρετούν την υπαρξιακή διάθεση που μόλις περιέγραψα· και η οποία πιστεύω πως αγγίζει εκείνους τους ολοένα και περισσότερους αναγνώστες, που, παρά την πληθώρα των εκδοτικών επιλογών και τη "διανοητική αφθονία" της εποχής, νιώθουν αποκαμωμένοι από μια ανεξήγητη εκ πρώτης πνευματική δίψα. Τη συνάντησή μαζί τους επιθυμεί η "Περισπωμένη", αλλά και τη συνάντηση με όσους εξακολουθούν να διατηρούν μια βαθιά και συνολική σχέση με την ανάγνωση· γι' αυτό και, παρά το υψηλό κόστος παραγωγής των βιβλίων, κρατά τις τιμές τους λίαν προσιτές».
  
Η αισθητική συμβαδίζει με τη μικρή παραγωγή; Όταν η παραγωγή εντείνεται, η αισθητική υποχωρεί αναγκαστικά;
 
«Έχω την αίσθηση πως το παράδειγμα της Άγρας είναι ενδεικτικό: Ο Σταύρος Πετσόπουλος εξακολουθεί, με ακαταπόνητη συνέπεια, να υπηρετεί μες στις δεκαετίες την αισθητική και το όραμά του, έχοντας εκδώσει έναν διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό βιβλίων. Εκτός κι αν μιλάμε για καταιγιστικούς ρυθμούς παραγωγής, οπότε, ναι, η αισθητική υποχωρεί αναγκαστικά· αν και, συνήθως, σε αυτές τις περιπτώσεις ουδέποτε υπήρξε και βασικό μέλημα του εκδότη».
 
Είστε από εκείνους που τόλμησαν μέσα στην κρίση. Ποιες ήταν οι ευκαιρίες που δημιούργησε στον χώρο του βιβλίου;
 
«Σίγουρα βοήθησε να ξεκαθαρίσουν, εν μέρει, προβληματικές καταστάσεις, που έτσι κι αλλιώς είχαν χρονίσει. Επιπλέον, η κρίση αναχαίτισε την ακατάσχετη ροή νέων τίτλων που χαρακτήριζε την αγορά του βιβλίου, κι αυτό μόνο στα θετικά θα μπορούσε να συγκαταλεχθεί. Από την άλλη, η γενική (οικονομική) αβεβαιότητα, η προβληματική ή μετρημένη ρευστότητα, η εισπρακτική δυσχέρεια είναι μόνο μερικά από τα κοινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εκδοτικές επιχειρήσεις. Μαζί με τη διάχυτη δυσθυμία».
 
Tρία χρόνια μετά, και ενώ ο εκδοτικός κόσμος δοκιμάζεται, τι σας διακινεί να εντείνετε τη δραστηριότητά σας;
 
«Ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή ένας εκδοτικός οίκος οφείλουν να είναι πρωτίστως εστίες όπου διάσπαρτες φωνές συναθροίζουν τελικά τη δύναμή τους κι αποκτούν συλλογικότητα. Αυτή η συλλογικότητα, η κοινή μοίρα είναι που διευρύνει το στίγμα του εκδοτικού, που διαδίδει τη δράση του πνεύματος. Γι' αυτό και η "Περισπωμένη" θα επιμείνει στη δημιουργία ενός πυρήνα, μιας ομάδας που να εκφράζει και να προκρίνει την ίδια σκέψη. Και ποια είναι η σκέψη αυτή; Είναι πως ο κόσμος παραμένει ένα mysterium tremendum και πως αυτό είναι η ομορφιά και η αγωνία του. Πως το παν τελεί βυθισμένο σ' αυτό μυστήριο και πως η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα "στραγγίζει μόρια φωτός σε ένα βαθύ σκοτάδι" (Κητς). Πως η ποίηση μελωδεί την αθέατη πλευρά των πραγμάτων, πως η δημιουργία δεν φράζει τους μεταφυσικούς αυλούς του πνεύματος. Πως μια τέτοια υπαρξιακή διάθεση βρίσκει την ιδανική της ένταση σε εκείνη την αφήγηση, τη σχεδόν ιερή, που ξεκινά από τον ιππότη της άπειρης παραίτησης Σαίρεν Κίρκεγκωρ και περνά μέσα από τον Dottor Serafico του Μεσοπολέμου Ράινερ Μαρία Ρίλκε».
 
Θα συστήνατε σε κάποιον νεότερο να ακολουθήσει το παράδειγμά σας;
 
«Μιλώντας για την "Περισπωμένη", μιλάμε απλώς για μια προσπάθεια. Για να αποτελέσει, ως εγχείρημα, παράδειγμα, θα πρέπει να έχει αφενός τη ζητούμενη διάρκεια, αφετέρου τη θετική ετυμηγορία του χρόνου. Γι' αυτό απαιτείται πολλή δουλειά και, εν προκειμένω, απαρέγκλιτη τήρηση των ποιοτικών κανόνων που έχουν τεθεί ως αίτημα αισθητικής και ως αίσθημα ευθύνης. Τώρα, από εκεί κι έπειτα, νομίζω πως είναι αυτονόητο: Ο καθένας οφείλει να ακολουθήσει το μονοπάτι εκείνο που ανοίγει επίμονα μπροστά του, ακόμα κι πρόκειται για φωτεινό ελιγμό της σκέψης του, κι όπου πηγαίνει. Θα 'ναι η διαδρομή, η μοναδική, του καθενός».