ενημέρωση 1:28, 25 July, 2026

Θαμμένοι στην Ασημαντολογία

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Για τα θέματα που ασχολείται σήμερα η πόλη - με τα χούγια Αυλίτη και ο χαμένος Πολιτισμός, η αισθητική

α) Με το εάν ένας κατά συρροήν δολοφόνος χαρακτήρων, ένας αμετανόητος τρομοκράτης ιδεών, έχει δικαίωμα να εκδηλώσει τον παρά φύση χαρακτήρα του.

β) Με το εάν ένας ομοφυλόφιλος έχει δικαίωμα σεβασμού σχετικά με την ερωτική του ταυτότητα.

Για τι συζητάμε δηλαδή; Για πράγματα αυτονόητα, ελευθερίες κατoχυρωμένες προ πολλού και αναφαίρετες στον δυτικό πολιτισμό.

Κανένα ποινικό δίκαιο καμμιάς δημοκρατικής χώρας δεν στερεί από οποιονδήποτε –όσο ειδεχθή εγκλήματα και αν έχει διαπράξει- την ελευθερία του λόγου. Η άποψη σχετικά με τον βίο και την πολιτεία του είναι η άποψη που το ίδιο το δικαστήριο θα τον καλέσει ενδεχομένως να εκφράσει κατά την απολογία του. Κάθε φιλίστωρ πολίτης θα ήθελε να μάθει τι έχει στο μυαλό και στην ψυχή του ο άνθρωπος που έδρασε ως «φαρμακοχέρης» και άφησε στο διάβα του μαζί με την απαράμιλλή αισθητική του και τόσους και τόσους δυσαρεστημένους πολίτες. Να μάθει όχι –προς Θεού!- για να τον δικαιώσει ούτε για να τον συγχωρέσει. Μα για να φωτιστεί και από αυτή την οπτική γωνία, την οπτική γωνία του θύτη, η πισώπλατη αυτοχειρία που θα αποκληθεί «ιδιόμορφη απόδοση επαναστατικής δικαιοσύνης».

Δεν επιτρέπεται –λένε- να βάζει τα λερωμένα τους με τις οποιες ιδιομορφίες της ζωής του. Προσωπικά πιστεύω ότι το πνεύμα των ακατανόμαστων ενεργειών του την παραμικρή σχέση δεν έχει με τις ιδιομορφίες του ίδιου χωρίς τα «υπόλοιπα». Θα πρόσθετα μάλιστα ότι κατά την μεσσιανική της αντίληψη και την ανθρωποκτόνα δράση της, ο «Βαγγέλης» μεγαλύτερες εκλεκτικές συγγένειες παρουσίαζει με τους Ναζί και με τους Χουντικούς παρά με εκείνους που τους αντιστάθηκαν…

Τα όποια σύμβολα ωστόσο, τα λάβαρα του και η ματωμένη σημασία των τεκτενόμενων, δεν τού ανήκουν. Δεν ανήκουν στον οποιονδήποτε ώστε να επιτρέπει ή να απαγορεύει τη χρήση τους. Ή μάλλον ανήκουν σε όλους μας εξ αδιαιρέτου. Όπως σε μια ανοιχτή κοινωνία, ένας άξεστος βλαξ μπορεί να εκδώσει ένα βιβλίο και να εμφανίζει την Παναγία ως πόρνη, αιμομίκτρια, λεσβία και να την εικονίζει και στο εξώφυλλο κι όπως η ενδεχόμενη «ιερά» αγανάκτηση της Εκκλησίας θα μας φαινόταν φαιδρή, έτσι και ο Βαγγέλης της Κηφισιάς δικαιούται να αναφέρεται σε αυτό ακόμα- και να διεκδικεί την κληρονομιά τους. Κι εμείς, βεβαίως, μπορούμε να φρίξουμε ή να καγχάσουμε με το «αιματηρό» -κυρίως όμως πλέον  ναρκισιστικό- του παραλήρημα.

Επεισόδιο δεύτερο: Μας πληροφορεί, ουχί σε πρώτο πρόσωπο, σοβαρά, αλλά αόριστα πως δεν προτίθεται να πολιτευτεί ξανά καθώς είναι αφοσιωμένος στα κοκορέτσια του αλλά και στον άντρα του. Κατά το τελευταίο σκέλος της, η φερόμενη δήλωσή του θα έπρεπε να περάσει εντελώς απαρατήρητη. Ουδόλως αφορά την κοινή γνώμη η αφοσίωση του καθενός στον άντρα του, στη γυναίκα του, στο παιδί ή στον σκύλο του. Το αληθινά ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο: Εάν ο Γιώργος Θωμάκος ανακοίνωσε την συνεχιζόμενη υποστήριξη του Βαγγέλη Αυλίτη δίχως να τον έχει ρωτήσει. (Αλλόκοτο φέρσιμο και ανεπίτρεπτο για έναν επικεφαλής πλέον πολιτικής παράταξης. Ο Θωμάκος όμως όλους τους υπόλοιπους τους ρώτησε και σεβάστηκε την τυχόν άρνησή τους.) Ή εάν ο Βαγγέλης ιδιωτικώς υποστήριξε τον Θωμάκο και στη συνέχεια δημοσίως τον κρέμασε και τον εξέθεσε.

Βγαίνει την επομένη ένας δημοσιογράφος τζου-μποξ, που λειτουργεί μόνο με το αντίστοιχα κέρμα, με εκφορά ουρακοτάγκου, επιτίθεται χυδαιότατα στον Βαγγέλη και ευτελίζει –όπως συχνότατα συμβαίνει- τη συζήτηση. Και μας βάζει, εν έτει 2021, να συζητάμε για το εάν κάποιος μπορεί να δημοσιοποιεί την ομοφυλοφιλία του. Ενώ δηλαδή στους κινηματογράφους παίζονται το “Nymphomaniac” και η «Ζωή της Αντέλ», ταινίες-ξυράφια που φτάνουν ως τα έγκατα της σεξουαλικότητας και της ανθρώπινης ψυχής, εμείς τυρβάζουμε περί ζητημάτων οριστικά λυμένων από δεκαετίες. Λες και βρισκόμαστε σε κανένα απομονωμένο χωριό στην άκρη του κόσμου.

Ας μου συγχωρεθεί η πικρία και η οργή. Πρόφτασα όμως να ζήσω σε μιαν άλλη Κηφισιά. Σε μιαν Κηφισιά ευρέων σχετικά οριζόντων, όπου ο καθένας κρινόταν κατά τα έργα του και όχι κατά τις ερωτικές του προτιμήσεις. Όπου ο Χατζιδάκις ήταν μουσικός, ο Τσαρούχης ζωγράφος, ο Κουν σκηνοθέτης, οι όποιες άλλες δε ιδιότητες τους ενδιέφεραν αποκλειστικά τους ίδιους και τον πολύ στενό τους κύκλο. Ούτε εκείνοι τις προέβαλλαν εξωκαλλιτεχνικά ούτε κανείς σοβαρός άνθρωπος διανοούνταν να τις κατακρίνει ή ακόμα και να τις υπερασπιστεί. Διότι απλούστατα δεν εντάσσονταν στον δημόσιο διάλογο.

Πρόφτασα να ζήσω σε μιαν Κηφισιά, όπου δηλώσεις του τύπου «έχω συνουσιασθεί με 9.000 άνδρες» ή «έχω πάει με την μισή Κηφισιά» θα καταδίκαζαν όποιον πολιτευόμενο τις έκανε σε ισόβια ανυποληψία. Όχι επειδή επικρατούσε πουριτανισμός. Αλλά διότι επεβίωνε ακόμα η αίσθηση του γελοίου.

Πρόφτασα να ζήσω σε μιαν Κηφισιά που δεν σκιαμαχούσε με φαντάσματα, δεν δημιουργούσε ήρωες και θύματα εκ του μη όντος, κυρίως δε δεν στρουθοκαμήλιζε από τα αληθινά και ζέοντα προβλήματά της παθιαζόμενη με παρωνυχίδες.

Εκείνη την Κηφισιά, που αντιλαμβανόταν την ουσία των πραγμάτων και που μοχθούσε με εντυπωσιακά αποτελέσματα (εάν αναλογιστούμε, μεταξύ των άλλων, τα δυο βραβεία Νόμπελ) να συμμετάσχει στο διεθνές γίγνεσθαι, εκείνη την Ελλάδα σάρωσε η κρίση. Και καταντήσαμε σήμερα σαν τις παλιές κυράτσες στους φωταγωγούς, να ξοδεύουμε χρόνο και φαιά ουσία για φληναφήματα, εκλαμβάνοντας μάλιστα τον επαρχιωτισμό και την εμμονική αυτοαναφορικότητα ως πολιτική ορθότητα.

Εκείνη την Κηφισιά θέλω πίσω. Και είμαι βέβαιος –από έμφυτη αισιοδοξία; από ιστορική γνώση;- ότι θαμμένη στον ορυμαγδό της ασημαντολογίας, εκείνη η Κηφισιά εξακολουθεί να υπάρχει και να δημιουργεί.

Αργά ή γρήγορα, θα αναδυθεί. Αργά ή γρήγορα, θα ξαναπάρει το πάνω χέρι. 

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2020 18:45

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.