Η ξενοιασιά που τους είχαν στερήσει
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
- 0 σχόλια
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Τσακώνονταν οι συμμαθητές μου στο Δημοτικό για τις ομάδες. Παράβγαιναν ποιανού ο πατέρας οδηγούσε καλύτερο αμάξι. Εγώ επεδίωκα να στρέψω την κουβέντα αλλού. Αν όχι στις θεωρίες του Φον Ντένικεν ότι οι θεοί ήταν εξωγήινοι, στα σήριαλ έστω που προβάλλονταν στο ΕΙΡΤ και στην ΥΕΝΕΔ και μάς άφηναν να τα βλέπουμε υπό τον όρο ότι είχαμε μελετήσει τα μαθήματά μας. "Λούνα Παρκ" με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, "Η Γειτονιά μας", "Χαβάη 5-0", που'χαμε βάλει στο τραγούδι των τίτλων ελληνικούς στίχους.
Μπάλα δεν παρακολουθούσαμε στο σπίτι ούτε καν από το ραδιόφωνο. Τη βδελύσσονταν η μητέρα μας αφότου η Χούντα είχε κάνει το Γούεμπλεϊ αιχμή της προπαγάνδας της και είχε φέρει την εικόνα της Παναγιάς από την Τήνο για να ευλογήσει τους παίκτες. Καραμανλική μέχρι το μεδούλι
Αυτοκίνητο ήθελε να αποκτήσει η μητέρα μας, ένα σκαραβαίο, αθάνατο – θα πηγαινοερχόμαστε στη Σπάρτη, ιδιαίτερη πατρίδα της. Και δεν μας άφησε ποτέ, άλλα χρόνια. Η ίδια δεν το χρησιμοποιούσε μέσα στη Κηφισιά καθόλου. Διαφύλαξε έτσι την υγεία της καρδιάς της.
Πέραν των αναγκαίων για τη διαβίωση, ξοδεύαμε ως οικογένεια τη δεκαετία του '70 αποκλειστικά σχεδόν σε βιβλία και σε δίσκους. Τα μεν βιβλία αποτελούν απόλαυση μονήρη, βουλιάζεις μέσα τους και χάνεσαι. Οι δίσκοι όμως ήταν πανηγύρι!
Υπήρχε κάτω στη Αθήνα κατάστημα δίσκων, που δισκοπωλείο στη Κηφισιά τότε. Εκεί ακούγαμε τις καινούργιες κυκλοφορίες του Χατζιδάκι, του Σαββόπουλου, του Θεοδωράκη - ένα τραγούδι αρκούσε συνήθως για να δελεαστούμε. Αλλά και τις ανθολογίες των ρεμπέτικων που έβγαζαν τότε οι εταιρείες. Μεταγραφές από προπολεμικές πλάκες των εβδομηνταοχτώ στροφών και επανεκτελέσεις-διασκευές. "Μάρκος ο Δάσκαλος μας" φόρος τιμής του Ξαρχάκου στον Βαμβακάρη. "Τα Ωραία της Σωτηρίας" νούμερο 1, 2, 3... Η Μπέλλου έτεινε να αποκτήσει αίγλη Ελληνίδας Μπίλι Χόλιντεϊ.
Στην οδό Ακαδημίας, εντός στοάς, βρισκόταν η "Λέσχη του Δίσκου". Ψυχή της ο Λάζαρος Γεωργιάδης, ρέκτης της τυπογραφίας και της κλασσικής μουσικής, ταγμένος να μυεί τους άσχετους και να καθοδηγεί τους μυημένους. "Η Βασική Δισκοθήκη" ήταν ένα βιβλιαράκι-κομψοτέχνημα, ο κανόνας που είχε ο ίδιος συγκροτήσει. Ξεκινούσε ασφαλώς από τους πυλώνες του δυτικού μέλους, Μπαχ, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Χάιντν. Από εκεί κι έπειτα, ο κάθε πιστός επέλεγε τη δική του διαδρομή. Κάποιοι ακολουθούσαν την εξέλιξη μέχρι τον 20ο αιώνα, έφταναν στον Στραβίνσκι και στον Ιάννη Ξενάκη. Άλλοι προσηλώνονταν στο ένδοξο κι αδιαφιλονίκητο παρελθόν, συνέλεγαν διαφορετικές εκτελέσεις του Missa Solemnis.
Από το δρόμο να φτάνουν φρεναρίσματα, γκαρίδες λαχειάδων και διαδηλωτών. Μέσα στη Λέσχη να φιλονικούν, να παθιάζονται για το εάν ξεπέρασε ποτέ κανένας τον Φουρτβένγκλερ στη διεύθυνση τής "Ενάτης" του Μπετόβεν. Ένα συμπέρασμα έβγαζα -ασυνείδητα μάλλον- ως πιτσιρικάς: Πως στην Ελλάδα είχες ελπίδα να μην συνθλιβείς ανάμεσα στο "ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο!" και στο "Να Παίζει το Τρανζίστορ τα Αμερικάνικα". Μπορούσες να ανακαλύψεις άκρως συναρπαστικότερα πράγματα. Έπρεπε όμως να σκάψεις κάτω από την επιφάνεια.
Μερικά τετράγωνα παρακεί, στο Κολωνάκι, είχαν ήδη ανοίξει οι αδελφοί Φαληρέα το Pop Eleven, το οποίο θα γινόταν ο ναός των μετεφηβικών μας χρόνων. Ας μην μπλέκω τις εποχές...
Τις γιορτινές μέρες επιστρέφαμε σπίτι φορτωμένοι. (Ψωνίζαμε κι από το παντοπωλείο του Κουκά ένα μασούρι αυγοτάραχο, που λογιζόταν έδεσμα υπερπολυτελείας.)
Στο σαλόνι δέσποζε το "συγκρότημα" - έτσι το αποκαλούσε η μητέρα μας. Πικάπ με ενισχυτή και προενισχυτή, ραδιόφωνο παγκόσμιας, στερεοφωνικής, λήψης και τέσσερα ηχεία. Με ένα κουζινομάχαιρο σκιζόταν το σελοφάν, η μάνα μου έπιανε ευλαβικά τον δίσκο από τις άκρες του, ξεσκόνιζε τη βελόνα. Εγώ θαύμαζα το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο - τα πιο φροντισμένα άλμπουμ περιείχαν φυλλάδια με τους στίχους των τραγουδιών, με το λιμπρέτο της όπερας. Με το που αντηχούσε η πρώτη νότα, η λιτή μονοκατοικία με το τεράστιο κήπο που η μητέρα μας καλλιεργούσε όλα τα ζαρζαβατικά απογειωνόταν. Γινόταν αερόπλοιο.
Βλέπω το γιό μου που ξεφαντώνει κάθε σχεδόν Σαββατοκύριακο με τους φίλους του και συνειδητοποιώ πως εγώ; -εμείς όλοι, που μεγαλώναμε στη Κηφισιά του τότε - ήμασταν προσκολλημένοι στον κόσμο των μεγάλων. Αγόμασταν και φερόμασταν από μαμάδες και μπαμπάδες. Δεν είχαμε αλάνες για να παίξουμε. Ούτε escape rooms και 5Χ5 όπως σήμερα.
Μας νοιάζονταν λιγότερο από όσο εμείς τα βλαστάρια μας; Δεν το πιστεύω. Υποψιάζομαι ότι οι γονείς μας, ως παιδιά της Κατοχής, μας είχαν ανάγκη διαρκώς κοντά τους. Ώστε να ξαναβρούν μαζί με εμάς, μέσα από εμάς, την ξενοιασιά που τόσο πρόωρα, τόσο βίαια τους είχαν στερήσει
«Δεν θα παραδώσουμε ερείπια στα παιδιά μας»-
Γιάννης Κατσίμπας
Ιστότοπος: www.kifisia-life.grΤελευταία άρθρα από τον/την Γιάννης Κατσίμπας
- Έχει γίνει η Ελλάδα ο «Δούρειος Ίππος» του Ισραήλ στον Περσικό Κόλπο;
- Μπισκοτογλυκό με σοκολάτα
- Ένα σπίτι που σε κάνει να θες να φύγεις για Μαδρίτη
- Ο μετασχηματισμός της ΕΕ, η εμπλοκή του Κιέβου στο σαμποτάζ του Nord Stream - ενημέρωση από το Κρεμλίνο
- Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ δεσμεύεται να προσθέσει 10 δισεκατομμύρια ευρώ στα 60 δισεκατομμύρια ευρώ που είχε υποσχεθεί νωρίτερα η ΕΕ στο Κίεβο — AFP
