Μας “γλεντάνε” στο γόνατο
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
- 0 σχόλια
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Τι ωραία που είναι τα νούμερα! Τι ψυχικά ανέξοδες οι στατιστικές! Σου τις παρουσιάζουν ειδικοί επιστήμονες κι εσύ εντυπωσιάζεσαι, μπαίνεις σε σκέψεις, ξύνεις την κούτρα σου να κατεβάσει ερμηνείες για το τάδε φαινομένο, λύσεις για το δείνα πρόβλημα. Το μόνο που δεν σού περνάει από τον νου; Πως και η αφεντιά σου -αργά ή γρήγορα, έτσι ή αλλιώς- θα προσμετρηθεί σε κάποια θλιβερή στατιστική.
«Δέκα με δεκαπέντε διαρρήξεις συμβαίνουν στην Κηφισιά καθημερινά.» Εάν το άκουγα την περασμένη Τρίτη, θα προβληματιζόμουν εκ του ασφαλούς για τα δεινά της φίλτατης μου ισόβιας γειτονιάς. Δίχως επ’ουδενί να υποψιαστώ ότι -την επομένη κιόλας μέρα- η καμπάνα θα χτυπούσε και για αδελφικό μου φίλο.
Το κλειδί γύρισε. Η εξώπορτα ξεκλείδωσε. Και τότε συνειδητοποιήσαμε κατάπληκτοι ότι ο σύρτης ήταν τραβηγμένος από μέσα. Από το άδειο, υποτίθεται, διαμέρισμά μας. «Σιγά μωρέ, αποκλείεται! Εμπλοκή έχει πάθει -να βράσω τις προδιαγραφές ασφαλείας της! Εμείς εξάλλου είμαστε άνθρωποι καθημερινή, μεροδούλι-μεροφάι, εμάς θα κλέψουν;» Σαν τις μωρές παρθένες σπαταλήσαμε κάνα τρίλεπτο τραντάζοντας την πόρτα. Και έπειτα η διακριτικότητα μας πήγε περίπατο και βαρέσαμε νυχτιάτικα το κουδούνι των γειτόνων.
Το αγοράκι που θυμάσαι έχει θεριέψει, έχει γίνει κοτζάμ άντρας, στύβει την πέτρα. Κυρίως δε διαθέτει ευλυγισία σχοινοβάτη και θάρρος λοκατζή.
Σκαρφαλώνει απ’το μπαλκόνι του στο δικό σου, τρυπώνει απ’την κουζίνα, διασχίζει το σαλόνι, «όλα καλά!» σού φωνάζει και σου ανοίγει. Χαμογελάς με ανακούφιση. Τα πάντα φαίνονται όπως τα’χες άφησει, έξι ώρες πριν. Ώσπου κλίνεις την κεφαλή επ’αριστερά και αντικρίζεις το υπνοδωμάτιο άνω-κάτω. Τα φύλλα της ντουλάπας να χάσκουν, το στρώμα σπαρμένο με άδεια κουτιά, τα συρτάρια πεταμένα στο πάτωμα. Τα κοσμήματά της να λείπουν.
«Δεν θέλει ρώτημα…» σου εξηγούν οι αστυνομικοί, όταν έχουν χρόνο αφήνοντας στη μέση τις δικές τους «τις δουλειές». «Σάλταραν από την ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας. Άνοιξαν το παράθυρο του μπάνιου – γιατί το είχατε σε ανάκληση;» «Διότι είναι καλός καιρός ακόμα» θες να του απαντήσεις «για να αερίζεται το σπίτι…» Θα ακουστείς όμως γελοίος. «Μπούκαραν στην καμαρά σας κι άρχισαν να ψάχνουν. Και να βρίσκουν.» «Μα δεν τα πήραν όλα!» «Σούφρωσαν ότι πρόφτασαν. Αν είχατε καθυστερήσει μισή ώρα, θα βρίσκατε το διαμέρισμα γης μαδιάμ. Τυχεροί σταθήκατε στην ατυχία σας.» «Όταν βάλαμε δηλαδή το κλειδί, εκείνοι μας έκλεβαν;» ανατριχιάζεις. «Το πιθανότερο… Φαντάζεστε αντί να γίνονταν μπουχός, να τράβαγαν πιστόλια; Ακολουθήστε μας στο τμήμα για να υποβάλετε μήνυση κατ’αγνώστων.»
Τι σημαίνουν τα δαχτυλίδια, τα σκουλαρίκια, τα κολιέ που η καθεμιά σας -απ’τη γιαγιά στην εγγονή- φυλάει στην μπιζουτιέρα της; Πλούτο; Επιδεικτικότητα; Καμία σχέση. Ενθύμια είναι. Αποτυπώματα σημαντικών στιγμών. «Αυτό μού το χάρισε ο μπαμπάς μου όταν αποφοίτησα… Το άλλο το αγόρασα με τον μισθό μου… Εκείνο ο άντρας μου στο τρίτο ραντεβού μας…» Και οι πιο αδύναμοι οικονομικά κατέχουν μερικά γραμμάρια χρυσού, μια-δυό πολύτιμες πέτρες που χαίρονται να τις φοράνε κι αγάλλονται όταν τις δωρίζουν στην επόμενη, στη μεθεπόμενη γενιά. «Στη μια εγγόνα μου αφήνω το διαμαντάκι. Στην άλλη τον βαφτιστικό σταυρό μου» γράφει με χέρι τρεμάμενο κι αισθάνεται σαν να ξορκίζει κάπως τον θάνατο. Ότι θα τη θυμούνται όταν στολίζονται κι όταν γλεντάνε.
Τι θα τα κάνουν τα κοσμήματά σας οι κλέφτες; Θα τα πουλήσουν το συντομότερο, θα τα σκοτώσουν όσο-όσο. Οι φουκαράδες που εισβάλλουν σε ξένα σπίτια διατελούν αναντίρρητα σε κατάσταση συνολικής εξαθλίωσης. Είναι ψυχικά σακατεμένοι, ηθικά ισοπεδωμένοι, ανθρώπινα ράκη που τρέχουν τρεμάμενα στον κλεπταποδόχο, δίνουν ό,τι σουφρώνουν για τη δόση τους.
Οι κλεπταποδόχοι -τύποι αηδιαστικοί, σύγχρονοι γερολαδάδες- αγοράζουν και ρημάζουν. Πετάνε τα κλοπιμαία στο καμίνι, τα λιώνουν για να τα πουλήσουν ως μέταλλο. Το πιο εξοργιστικό, το πιο ασυγχώρητο δεν είναι ότι αρπάζουν τη μετρημένη κινητή περιουσία σας, που και εκείνη για τους εργαζόμενους ανθρώπους αποτελεί προϊόν μόχθου. Αλλά που σάς στερούν ότι υλικό σάς δένει με αγαπημένα πρόσωπα τα οποία δεν υπάρχουν πιά. Που ρίχνουν κυριολεκτικά τα μαργαριτάρια στα γουρούνια.
Τις πρώτες ώρες ξεχειλίζεις από οργή, φαντασιώνεσαι την εκδίκηση, ξυπνά μέσα σου το μανιάτικο. Αισθάνεσαι βιασμένος. Μονάχα η σκέψη του συντοπίτη μας Αλέξανδρου Σταματιάδη που έπεσε ηρωϊκά υπερασπίζοντας τη γυναίκα και τα παιδιά του από τους ληστές, μόνο η ανάμνηση του τρισχειρότερου απαλύνει κάπως την οδύνη σου.
Σταδιακά το μανιάτικο δίνει τη θέση του στο μικρασιάτικο. Στο πνεύμα με το οποίο σε γαλούχησαν οι πρόσφυγες παππούδες σου. «Τα δακτυλίδια αν χάθηκαν, τα δάκτυλα όμως μένουν…» σκέφτεσαι. «Υγεία να’χουμε και θα αποκτήσουμε καινούργια, ομορφότερα κοσμήματα. Όσο για τις αναμνήσεις, οι πιο πολύτιμες ζουν πάντα μέσα μας. Όπου χτυπάει η καρδιά μας, εκεί βρίσκεται ο θησαυρός μας. Κανείς δεν μπορεί από εκεί να τον κλέψει..-
Γιάννης Κατσίμπας
Ιστότοπος: www.kifisia-life.grΤελευταία άρθρα από τον/την Γιάννης Κατσίμπας
- Κουφονικολάκου - Άδωνις, δεν θα πληρωθούν τα δάνεια της Ν.Δ...
- Ο Πούτιν υπογραμμίζει τις εξωτερικές προσπάθειες αποσταθεροποίησης του ενεργειακού τομέα της Ρωσίας
- Βουλή - «Βόμβες» Σαλμά κατά Γεωργιάδη – «Να ανοίξει ξανά η υπόθεση Novartis»
- Κουφονικολάκου - Μια προοδευτική κυβέρνηση οφείλει να στραφεί στη θωράκιση του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος
- Το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Χίτλερ στην Αυστρία έγινε αστυνομικό τμήμα
