100 χρόνια Μισέλ Φουκό
Από το επαρχιακό Πουατιέ της Κατοχής στα κατάμεστα αμφιθέατρα του Παρισιού: Η ζωή και το έργο του φιλοσόφου που έμαθε στον κόσμο να κοιτάζει πίσω από τους θεσμούς.
Οταν ο Μισέλ Φουκό έφυγε από τη ζωή το 1984 από επιπλοκές του AIDS, θεωρούνταν ο πιο διακεκριμένος φιλόσοφος της Γαλλίας. Είχε καταφέρει νεότερος να μπει στις λίστες των ευπώλητων εκδόσεων με το πυκνό και δύσκολο βιβλίο του «Οι λέξεις και τα πράγματα: Μια αρχαιολογία των επιστημών του ανθρώπου», επί δεκατέσσερα χρόνια δίδασκε στο Collège de France, το πιο περίβλεπτο ακαδημαϊκό ίδρυμα της Γαλλίας, ήταν εξόχως γνωστός και στις ΗΠΑ και χάρη στις μεταφράσεις των έργων του είχε αποκτήσει φήμη στα πέρατα του κόσμου. Οπως μάλιστα αναφέρει ο Ντέιβιντ Μέισι στη βιογραφία με τίτλο «The Lives of Michel Foucault», ο γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας, ο οποίος διαφωνούσε με αρκετές από τις πεποιθήσεις του γάλλου συναδέλφου του, είχε πει: «Από τον κύκλο των φιλοσόφων της γενιάς μου που εξετάζουν την εποχή μας, ο Φουκό έχει επιδράσει στο πνεύμα των καιρών με τον πιο σταθερό τρόπο».
Σήμερα, στις 15 Οκτωβρίου, συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννησή του και η Γαλλία τιμά την επέτειο με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο: εκδίδοντας βιβλία. Ο οίκος Gallimard κυκλοφορεί μια ανθολογία από τα «Dits et écrits», πενήντα πέντε κείμενα από το 1961 έως το 1984, ανάμεσά τους και μία ανέκδοτη εκδοχή της περίφημης διάλεξης «Τι είναι ένας συγγραφέας;». Εχουν προηγηθεί τα ρεπορτάζ του από την ιρανική επανάσταση, ενώ η Flammarion φέρνει στο φως ανέκδοτα κείμενα με τον τίτλο «La croisade des enfants». Τον προσεχή Νοέμβριο θα δημοσιευθούν για πρώτη φορά οι διαλέξεις που έδωσε στην Τυνησία στα τέλη των 60s. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κυκλοφορούν ένα κόμικ για τη ζωή του και δύο δοκίμια από τους σημαντικότερους μελετητές του. Επίσης, θα προβληθεί ένα εμβριθές ντοκιμαντέρ-αφιέρωμα στη γαλλική τηλεόραση.

Ο νεαρός από το Πουατιέ
Γεννήθηκε ως Πολ-Μισέλ Φουκό στο Πουατιέ της κεντροδυτικής Γαλλίας, σε μια εύπορη αστική οικογένεια γιατρών. Ο πατέρας του, Πολ Φουκό, χειρουργός και καθηγητής Ανατομίας, ήθελε ο γιος του να ακολουθήσει τα χνάρια του. Εκείνος αφαίρεσε από νωρίς το όνομα Πολ από τη ζωή του, μαζί με την προοπτική τού να πιάσει νυστέρι στα χέρια του. «Είμαι γιος χειρουργού» θα πει ωστόσο σε μια συνέντευξη του 1968, εξηγώντας το λογοτεχνικό ύφος του. Στο «Becoming Foucault – The Poitiers Years», το πιο ενδιαφέρον βιβλίο που γράφτηκε τα τελευταία χρόνια για τη νεότητά του, ο αμερικανός ιστορικός Μάικλ Μπέρεντ υποστηρίζει ότι οι πλέον διάσημες ιστοριογραφικές μέθοδοι του Φουκό, οι οποίες προσομοιάζουν με μια «διανοητική νεκροψία», θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως μια έμμεση κριτική στην ιατρική ιδιότητα του πατέρα του, καθώς αναδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο η θεσμική γνώση ασκεί κοινωνικό έλεγχο.
Ο Μπέρεντ ξεκινά, μάλιστα, από το τέλος: από τη νεκρική πομπή του 1984 στο Πουατιέ, όταν ο παγκόσμιος σταρ του στοχασμού επέστρεψε στην επαρχιακή πόλη την οποία είχε κάνει τα πάντα για να αφήσει πίσω του. Εκεί είχε συμβεί κάτι που, παραδόξως, έχει απασχολήσει ελάχιστους: γνώρισε την εξουσία στην πιο ωμή της μορφή στα δεκατρία του έτη, όταν τα γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στην πόλη. Ακολούθησαν τα σχολικά χρόνια της Κατοχής, όπου διάβασε για πρώτη φορά Καντ, και οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί τού 1944, που κατά τον Μπέρεντ καλλιέργησαν μια εμμονή με τον θάνατο η οποία δεν θα τον εγκατέλειπε ποτέ.
Με την ίδια περίοδο ασχολείται και το «Foucault avant Foucault: Archéologie d’une jeunesse» του γάλλου ανθρωπολόγου Νταβίντ Πιό, που κυκλοφόρησε πριν από περίπου έναν μήνα. Ουδείς από τους δύο ισχυρίζεται ότι η παιδική ηλικία εξηγεί τα πάντα. Αμφότεροι όμως προσπαθούν να λύσουν το ίδιο μυστήριο: πώς ένα «καλό παιδί» της επαρχίας έγινε ο πιο ανήσυχος στοχαστής της γενιάς του. Η απάντηση περνά, εν μέρει, από την École Normale Supérieure, την ελίτ σχολή του Παρισιού στην οποία εισήχθη το 1946. Εκεί πέρασε μια βαθιά προσωπική κρίση, που είχε να κάνει και με την ομοφυλοφιλία του σε μια εποχή που αυτός ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν ήταν αποδεκτός. Γράφτηκε για λίγο στο Κομμουνιστικό Κόμμα και αποχώρησε σύντομα.
Ο Μισέλ Φουκό απέρριψε τον υπαρξισμό του Σαρτρ, ανακάλυψε και μελέτησε ξανά και ξανά τον Χέγκελ, τον Νίτσε και τον Χάιντεγκερ. Σπούδασε Φιλοσοφία, αλλά και Ψυχολογία, και επισκεπτόταν ψυχιατρικά νοσοκομεία. Τη δεκαετία του ’50 την πέρασε στην Ουψάλα της Σουηδίας, στη Βαρσοβία και στο Αμβούργο, δουλεύοντας ως μορφωτικός ακόλουθος. Στη βιβλιοθήκη της Ουψάλας, με τα αμέτρητα ιατρικά αρχεία, γράφτηκε το μεγαλύτερο μέρος της «Ιστορίας της τρέλας» (1961). Ο φιλόσοφος και ιστορικός της επιστήμης Ζορζ Κανγκιλέμ αναγνώρισε αμέσως το έργο ως αυτό που ήταν: ένα βιβλίο που δεν ρωτούσε «τι είναι η τρέλα», αλλά «πώς αποφασίσαμε ποιος είναι τρελός και τι κερδίσαμε κλείνοντάς τον μέσα σε ιδρύματα».
Το 1963 έγραψε για τη γέννηση της κλινικής ιατρικής και το 1966 ήρθε το βιβλίο που τον κατέστησε πασίγνωστο, το «Οι λέξεις και τα πράγματα». Στις σελίδες του περιέγραφε μια εικόνα που έμεινε: ο «άνθρωπος», όπως τον επινόησαν οι ανθρωπιστικές επιστήμες του 19ου αιώνα, είναι μια πρόσφατη εφεύρεση, που μπορεί να σβηστεί «σαν πρόσωπο ζωγραφισμένο στην άμμο, στην άκρη της θάλασσας». Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ ενοχλήθηκε. Το κοινό ενθουσιάστηκε.
Ο Φουκό, ως συνήθως, θέλησε να βρεθεί αλλού: στην Τυνησία, στο χωριό Σίντι Μπου Σαΐντ, πάνω από τον κόλπο της Τύνιδας, στης οποίας το πανεπιστήμιο δίδαξε έως το 1968 και είδε από κοντά τη σκληρή καταστολή των φοιτητών. Μετά τις ταραχές του Μάη του ’68 δίδαξε στο πειραματικό Πανεπιστήμιο της Βανσέν και το 1970 έγινε καθηγητής στο Collège de France, σε μια έδρα που την ονόμασε ο ίδιος «Ιστορία των συστημάτων σκέψης». Οι διαλέξεις του έγιναν κοσμικό γεγονός. Το αμφιθέατρο γέμιζε ώρες πριν, οι ακροατές στριμώχνονταν στους διαδρόμους, τα κασετόφωνα στοιβάζονταν στην έδρα. Ο ίδιος παραπονιόταν ότι μιλούσε σε ένα κοινό που δεν ήξερε, χωρίς τη δυνατότητα διαλόγου.

Φουκό και Σαρτρ, πλάι-πλάι, έξω από τα εργοστάσια της Renault το 1972, διαμαρτύρονται για τη δολοφονία του μαοϊκού εργάτη Πιερ Οβερνέ. Φωτογραφία: Josee Lorenzo
Παράλληλα, έγινε ακτιβιστής. Το 1971 ίδρυσε μαζί με τον σύντροφό του, τον κοινωνιολόγο Ντανιέλ Ντεφέρ, και άλλους διανοούμενους την «Ομάδα πληροφόρησης για τις φυλακές» (GIP), που δεν ζητούσε να μιλήσει εξ ονόματος των κρατουμένων αλλά να μιλήσουν οι ίδιοι οι κρατούμενοι. Από αυτή την εμπειρία γεννήθηκε το «Επιτήρηση και τιμωρία – Η γέννηση της φυλακής» (1975), ίσως το βιβλίο του που έχει διαβαστεί περισσότερο έξω από τα πανεπιστήμια. Εκεί ανακάλυψε για όλους μας το Πανοπτικόν, το σχέδιο φυλακής του άγγλου φιλοσόφου και κοινωνιολόγου Τζέρεμι Μπένθαμ: ένας κυκλικός πύργος με κελιά γύρω-γύρω και έναν φρουρό στο κέντρο, που βλέπει τους πάντες χωρίς να τον βλέπει κανείς. Το κόλπο, έλεγε ο Φουκό, είναι ότι ο φρουρός δεν χρειάζεται καν να είναι εκεί. Αρκεί ο κρατούμενος να πιστεύει ότι μπορεί να τον βλέπουν, για να συμπεριφέρεται σαν να τον βλέπουν.
Από εκεί προέκυψε η ιδέα ότι η εξουσία δεν είναι κάτι που κατέχει ένας βασιλιάς ή ένα κράτος, αλλά ένα πλέγμα σχέσεων που περνά μέσα από τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τους στρατώνες, τα εργοστάσια και, τελικά, μέσα από εμάς τους ίδιους. Και ότι φτιάχνει υποκείμενα, κατηγορίες, «κανονικούς» και «ανώμαλους». Το 1976, στον πρώτο τόμο της «Ιστορίας της σεξουαλικότητας – Η βούληση για γνώση», έκανε το ίδιο με το σεξ. Υποτίθεται, έλεγε, ότι η νεωτερικότητα κατέπνιξε τη σεξουαλικότητα. Κι όμως, ποτέ άλλοτε δεν μιλήσαμε τόσο πολύ για αυτή: στον εξομολογητή, τον γιατρό, τον ψυχαναλυτή. Εκεί εμφανίζεται και η λέξη που θα έκανε τεράστια καριέρα, η «βιοπολιτική», η διαχείριση της ζωής ολόκληρων πληθυσμών από το κράτος: γεννήσεις, θνησιμότητα, υγιεινή, δημόσια υγεία.
Από τους αγιατολάχ στους στωικούς
Δεν ήταν άγιος, ούτε αλάθητος. Το φθινόπωρο του 1978 πήγε δύο φορές στο Ιράν ως ανταποκριτής της ιταλικής εφημερίδας «Corriere della Sera» και έγραψε με θαυμασμό για την «πολιτική πνευματικότητα» της εξέγερσης κατά του σάχη. Λίγους μήνες αργότερα, το καθεστώς των αγιατολάχ τον διέψευσε με τον πιο βίαιο τρόπο. Στα τελευταία του χρόνια ο Φουκό, που είχε περάσει μια ζωή αναλύοντας πώς μας καθορίζουν οι άλλοι, στράφηκε στους αρχαίους Ελληνες και τους Ρωμαίους για να καταλάβει πώς μπορούμε να αυτοπραγματωθούμε.
Οι τελευταίοι τόμοι στην «Ιστορία της σεξουαλικότητας», με τίτλους «Η χρήση των ηδονών» και «Η επιμέλεια εαυτού», κυκλοφόρησαν τον Ιούνιο του 1984. Λένε ότι πρόλαβε να δει τα πρώτα αντίτυπα στο νοσοκομείο. Στα μαθήματά του εκείνων των χρόνων, οι ελληνικές λέξεις επανέρχονται σαν ρεφρέν. «Επιμέλεια εαυτού»: η φροντίδα του εαυτού ως ηθική άσκηση και όχι ως εγωισμός. «Παρρησία»: το θάρρος να λες την αλήθεια ακόμη και όταν σου κοστίζει. Ηταν σαν να βρήκε, στο τέλος, στον Σωκράτη και τους στωικούς ένα όπλο απέναντι στο Πανοπτικόν: αν δεν μπορείς να γκρεμίσεις τον πύργο, μπορείς τουλάχιστον να αποφασίσεις ποιος θα είσαι μέσα στο κελί.
Χρειαζόμαστε τον Φουκό στα εκατό του; Μάλλον ναι, και αρκεί να κοιτάξει κανείς γύρω του για να καταλάβει γιατί. Ζούμε σε ένα ψηφιακό Πανοπτικόν, μόνο που σε αυτό οι κρατούμενοι μπαίνουν οικειοθελώς, ανεβάζουν οι ίδιοι τη φωτογραφία τους στο κελί και περιμένουν τα «μου αρέσει». Οι αλγόριθμοι αποφασίζουν τι είναι «κανονικό», τα δεδομένα της υγείας μας γίνονται εμπόρευμα και η εξομολόγηση έχει μετακομίσει από το εξομολογητήριο στα podcasts και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο Φουκό δεν θα μας έλεγε τι να κάνουμε με όλα αυτά. Δεν του άρεσαν οι αυτοπροσδιορισμοί: «Μη με ρωτάτε ποιος είμαι και μη μου ζητάτε να παραμείνω ο ίδιος» έγραφε το 1969. Εχει ωστόσο αφήσει πίσω του ένα έργο που μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι τίποτα από όσα θεωρούμε φυσικά και αυτονόητα δεν ήταν ανέκαθεν έτσι.
