ενημέρωση 6:32, 1 September, 2026

Το καλοκαίρι έκαψε τα γαλλικά αμπέλια, τους αγγλικούς κήπους και την ευρωπαϊκή οικονομία

Θερμοκρασίες-ρεκόρ κατέστρεψαν καλλιέργειες, έπληξαν επιχειρήσεις και αναστάτωσαν την καθημερινότητα. Όλα συνέβησαν ταχύτερα απ’ όσο περίμενε κανείς

Για 700 χρόνια, το Château Carbonnieux βασιζόταν στο νερό της βροχής για να θρέψει τα αμπέλια του, μια παράδοση που διατηρούσε τη σύνδεση του αμπελώνα με το τοπικό terroir.

Όμως, τον Ιούνιο, όταν οι θερμοκρασίες εκτοξεύτηκαν στο επίπεδο-ρεκόρ των 42,2 βαθμών Κελσίου, ο συνιδιοκτήτης του κτήματος, Φιλιμπέρ Περέν, παρατήρησε ότι τα φύλλα στα αμπέλια της ποικιλίας Cabernet Sauvignon άρχισαν να κιτρινίζουν και να μαραίνονται, ένα δυσοίωνο σημάδι. Έτσι έκανε κάτι αδιανόητο μέχρι τότε: έστειλε ένα τρακτέρ εξοπλισμένο με δεξαμενή νερού και σωλήνες μέσα στον αμπελώνα, προκειμένου να ποτίσει τα πιο ευάλωτα κλήματα.

«Για τα νεαρά αμπέλια έπρεπε να το κάνουμε, γιατί δε θα επιβίωναν ολόκληρο το καλοκαίρι», δήλωσε ο Περέν. «Κάποια στιγμή βλέπεις το φυτό να υποφέρει και πρέπει να κάνεις κάτι».

Η Ευρώπη μόλις πέρασε ένα καλοκαίρι που θα μείνει στην ιστορία. Μια σειρά από εξαντλητικούς καύσωνες κατέρριψε ρεκόρ θερμοκρασίας. Οι πυρκαγιές, που ενισχύθηκαν από τη ζέστη και την έλλειψη βροχοπτώσεων, κατέστρεψαν τεράστιες εκτάσεις στη Γαλλία και την Ισπανία και έκαναν την εμφάνισή τους σε απρόσμενες περιοχές, όπως η Ουαλία. Ποτάμια σε ολόκληρη την κεντρική Ευρώπη παραλίγο να στερέψουν. Οι καταπράσινοι λόφοι και τα πάρκα των πόλεων της Αγγλίας έγιναν καφέ από την ξηρασία. Καλλιέργειες μαράθηκαν, ποταμόπλοια έπεσαν σε αβαθή και τρένα εκτροχιάστηκαν.

Η ήπειρος ήταν ήδη η περιοχή του πλανήτη που θερμαίνεται ταχύτερα, με τις θερμοκρασίες να βρίσκονται περίπου 2,5 βαθμούς Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, έναντι περίπου 1,4 βαθμού για τη Γη συνολικά. Ειρωνικά, ένας από τους λόγους για τους οποίους η περιοχή ενδέχεται να θερμαίνεται ταχύτερα είναι η επιτυχία της στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης: το στρώμα των αερολυμάτων που αντανακλούν την ηλιακή ακτινοβολία προς το διάστημα έχει αραιώσει.

Το φετινό καλοκαίρι, ωστόσο, ανέβασε τον πήχη σε νέο επίπεδο.

Ήταν η θερμότερη περίοδος από τον Ιούνιο έως τον Ιούλιο που έχει καταγραφεί ποτέ στη Δυτική Ευρώπη, σύμφωνα με το Copernicus, το πρόγραμμα παρατήρησης της Γης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τον Ιούλιο έπεσαν στην Αγγλία μόλις 6,5 χιλιοστά βροχής, η χαμηλότερη ποσότητα από τότε που ξεκίνησαν οι καταγραφές, το 1836, και λιγότερο από τη μισή ποσότητα σε σχέση με τον αμέσως ξηρότερο Ιούλιο, το 1911. Τα επίπεδα υγρασίας του εδάφους στην Ιβηρική Χερσόνησο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ουγγαρία ήταν τα χαμηλότερα σε ένα σύνολο δεδομένων που εκτείνεται έως το 1979, πλήττοντας τις σοδειές. Τέσσερα από τα πιο γνωστά ποτάμια της Ευρώπης —ο Λίγηρας, ο Δούναβης, ο Ρήνος και ο Πάδος— έφτασαν τον Αύγουστο σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Το καυτό καλοκαίρι προσέφερε μια πρόγευση όσων ενδέχεται να ακολουθήσουν και αλλού, μεταξύ άλλων στις ΗΠΑ, καθώς οι εκπομπές άνθρακα συνεχίζονται και οι θερμοκρασίες θα αυξάνονται τα επόμενα χρόνια και τις επόμενες δεκαετίες. Ο ρυθμός των αλλαγών έχει αιφνιδιάσει πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, παρά τις πολυετείς προειδοποιήσεις των επιστημόνων.

«Νομίζεις ότι πρόκειται για λάθος στα δεδομένα, αλλά δεν είναι», δήλωσε ο Γκίντο Τσιόνι, ειδικός στα μετεωρολογικά δεδομένα που εργάζεται στην Airbus.

Οι μεταβολές του κλίματος θα μεταμορφώσουν τον τρόπο λειτουργίας των κυβερνήσεων, των επιχειρήσεων, των αγροτών και των απλών πολιτών.

Η Ευρώπη απολάμβανε επί μακρόν σχετικά ήπιες καιρικές συνθήκες, με αποτέλεσμα πράγματα όπως ο κλιματισμός να θεωρούνται πολυτέλεια. Οι βροχοπτώσεις ήταν σχετικά σταθερές, επιτρέποντας στη γεωργία να εξαρτάται πολύ λιγότερο από την άρδευση, ιδιαίτερα στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη.

Αυτό πλέον αλλάζει — και αλλάζει γρήγορα.

Μαραίνονται πάνω στο αμπέλι

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είχε καταγράψει ποτέ θερμοκρασία 38 βαθμών Κελσίου, πριν από το 2003. Έκτοτε το έχει κάνει έξι φορές, μεταξύ άλλων δύο φορές αυτό το καλοκαίρι. Το φετινό καλοκαίρι διπλασίασε επίσης το προηγούμενο ρεκόρ αριθμού ημερών με θερμοκρασίες άνω των 34 βαθμών Κελσίου: 14 ημέρες έναντι επτά το 1976, τη χρονιά του ιστορικού καύσωνα. Πριν από το 1975, το Ηνωμένο Βασίλειο έφτανε τους 34 βαθμούς μία ή δύο φορές ανά δεκαετία κατά μέσο όρο, σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία.

Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια χώρα όπου τα σχολεία και το μετρό μέχρι τα νοσοκομεία και τα σπίτια, έχουν ελάχιστο ή καθόλου κλιματισμό, μετατρέποντας την καθημερινότητα σε μια αποπνικτική δοκιμασία.

Εργοστάσια μείωσαν την παραγωγή και επιχειρήσεις έκλεισαν. Σχολεία σε ολόκληρη την Αγγλία και τη Γαλλία έστειλαν τους μαθητές στα σπίτια τους όταν οι θερμοκρασίες εκτοξεύτηκαν, ενώ οι αρχές στην Αγγλία εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο αλλαγής του σχολικού ημερολογίου, ώστε τα μαθήματα να ολοκληρώνονται αρκετές εβδομάδες νωρίτερα. Πολλοί εύποροι κάτοικοι της Νότιας Ευρώπης προσπαθούν ήδη να προσαρμοστούν στις αλλαγές μετακομίζοντας σε πιο δροσερές περιοχές, όπως σε περιοχές με μεγαλύτερο υψόμετρο στη βόρεια Ισπανία.

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ένα θερμότερο κλίμα θα μπορούσε να θεωρηθεί πλεονέκτημα — μια ευκαιρία για τους Βρετανούς και τους βορειοευρωπαίους, που έχουν στερηθεί τον ήλιο, να απολαμβάνουν καθαρούς ουρανούς και ζεστό καιρό, αλλά και μια τουριστική ευκαιρία για πιο δροσερούς προορισμούς όπως η Σκωτία και η Νορβηγία.

«Ας ευχαριστηθούμε με ορισμένα από αυτά τα πράγματα, αντί να είμαστε μονίμως μέσα στην καταστροφολογία και τη μαυρίλα», δήλωσε ο Ρίτσαρντ Τάις, αντιπρόεδρος του κόμματος Reform UK, το οποίο αντιτίθεται στην προσπάθεια της βρετανικής κυβέρνησης να περιορίσει τις εκπομπές άνθρακα και να επιτύχει μηδενικές καθαρές εκπομπές έως το 2050.

Ο Τάις υποστήριξε ότι ο θερμότερος καιρός έχει και θετικές πλευρές: το βρετανικό αφρώδες κρασί σύντομα θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τη γαλλική σαμπάνια.

Ωστόσο, τρεις στους τέσσερις Βρετανούς ανησυχούν για την κλιματική αλλαγή, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της εταιρείας δημοσκοπήσεων Ipsos. Ορισμένοι δήλωσαν ότι πριν από αυτό το καλοκαίρι δεν ανησυχούσαν.

Οι αγρότες, πάντως, δεν έχουν καμία διάθεση να ανοίξουν σαμπάνιες. Στα τρία τέταρτα της Αγγλίας επικρατούν συνθήκες ξηρασίας — η τρίτη τέτοια περίοδος μέσα σε πέντε χρόνια. Η φετινή συγκομιδή στη Βρετανία μπορεί να είναι η μικρότερη που έχει καταγραφεί ποτέ, οδηγώντας σε περαιτέρω άνοδο τις ήδη υψηλές τιμές των τροφίμων, σύμφωνα με τη βρετανική μη κερδοσκοπική Energy and Climate Intelligence Unit. Τα λαχανικά παραμένουν μικρά και καχεκτικά. Η παραγωγή γάλακτος έχει μειωθεί, καθώς οι αγελάδες υποφέρουν από το στρες της ζέστης και το γρασίδι δεν αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα για να τραφούν. Αυτό αναγκάζει τους αγρότες να αρχίσουν να χρησιμοποιούν τις ζωοτροφές που προορίζονται για τον χειμώνα.

«Δεν έχουμε ξαναζήσει κάτι παρόμοιο», δήλωσε ο Τιμ Ο’Μάλεϊ, πρόεδρος της Nationwide Produce, η οποία καλλιεργεί λαχανικά σε έκταση 1.000 στρεμμάτων στην Ανατολική Αγγλία.

Τον Ιούλιο έπεσαν μόλις 2 χιλιοστά βροχής στην Ανατολική Αγγλία, ξεραίνοντας τα χωράφια και μαραίνοντας τα λαχανικά σε μία από τις σημαντικότερες αγροτικές περιοχές της Βρετανίας.

«Να συνδυάζεις 2 χιλιοστά βροχής με 35 βαθμούς Κελσίου — είναι τρελό», είπε ο Ο’Μάλεϊ.

Αναμένει πλέον ότι θα υπάρξει shrinkflation, δηλαδή τα λαχανικά θα είναι μικρότερα αλλά θα έχουν την ίδια ή υψηλότερη τιμή. Κανονικά, όπως εξηγεί, οι λιανοπωλητές αγοράζουν μαρούλια iceberg σε κιβώτια των 12 τεμαχίων, με κάθε κεφάλι να ζυγίζει τουλάχιστον 400 γραμμάρια, για λίγο λιγότερο από μια λίρα. Φέτος, έχει ακούσει για αγοραστές που κατέβασαν το όριο στα 250 γραμμάρια, «όχι πολύ μεγαλύτερο από μια γροθιά».

Η εταιρεία του αναγκάστηκε να εισάγει λαχανικά από την Ευρώπη τον Αύγουστο — συνήθως μια περίοδο κατά την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο πλημμυρίζει από εγχώρια προϊόντα. Όμως και η Ισπανία και η Γαλλία επλήγησαν από καύσωνες που κατέστρεψαν σοδειές, ενώ η κρίση στα Στενά του Ορμούζ προκάλεσε εκτόξευση του κόστους των λιπασμάτων.

Όπως πολλοί οινοπαραγωγοί στην περιοχή του Μπορντό, έτσι και ο Περέν του Château Carbonnieux δεν είχε εγκαταστήσει ποτέ σύστημα άρδευσης. Δεν το είχε χρειαστεί ποτέ, χάρη στο ήπιο καλοκαιρινό κλίμα, τα δροσερά βράδια και τις περιστασιακές βροχοπτώσεις.

Στα μέσα Μαΐου, όμως, το Μπορντό είχε στεγνώσει εντελώς. Ακολούθησε μια σειρά από καύσωνες που έπληξαν την περιοχή. Ο Περέν και άλλοι 11 οινοπαραγωγοί της περιοχής ονομασίας προέλευσης Pessac-Léognan χρειάστηκε να λάβουν ειδική άδεια από τη γαλλική οινοποιητική αρχή για να ποτίσουν τα αμπέλια τους. Η ίδια αρχή έστειλε επιθεωρητές για να διαπιστώσουν ότι τα φυτά βρίσκονταν πράγματι σε αρκετά σοβαρή κατάσταση ώστε να δικαιολογείται η άρδευση.

Ο Περέν στη συνέχεια συγκρότησε μια αυτοσχέδια ομάδα ποτίσματος: ένας άνθρωπος οδηγούσε το τρακτέρ και άλλοι τέσσερις ακολουθούσαν κρατώντας τους σωλήνες. Το κόστος έφτανε περίπου τα 1.500 ευρώ, ή 1.750 δολάρια, την ημέρα. Στόχος ήταν τμήματα του αμπελώνα που αντιπροσωπεύουν το μέλλον του κτήματος: αμπέλια ηλικίας 4 έως 8 ετών, αρκετά ώριμα ώστε να παράγουν καρπούς, αλλά πολύ αδύναμα για να αντέξουν τη ζέστη. Τα παλαιότερα αμπέλια, με βαθύτερες ρίζες, αφέθηκαν στην τύχη τους.

Το νερό έσωσε τα νεαρά αμπέλια, όμως η ζέστη επιτάχυνε την ωρίμανση των σταφυλιών του κτήματος, αναγκάζοντας τον Περέν να ξεκινήσει τον τρύγο στις αρχές Αυγούστου, τρεις εβδομάδες νωρίτερα.

Ο 84χρονος Ντανιέλ Μπαρμπού εντάχθηκε στον μικρό στρατό των εργατών που έσπευσαν να μαζέψουν τα σταφύλια. Για πολλά από αυτά, όμως, ήταν ήδη αργά. Ολόκληρα τσαμπιά είχαν καεί από τον ήλιο. Άλλα είχαν μετατραπεί σε σταφίδες.

«Είναι η πρώτη φορά στα 23 χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά που βλέπω κάτι τέτοιο», δήλωσε ο Μπαρμπού.

Ο Περέν εκτιμά ότι η ζέστη θα μειώσει την παραγωγή λευκών σταφυλιών κατά ένα τρίτο και των κόκκινων σταφυλιών κατά το ήμισυ.

Το οικονομικό πλήγμα

Οι θερμοκρασίες-ρεκόρ αναμένεται τελικά να προσθέσουν 1 έως 2 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό των τροφίμων και να αφαιρέσουν περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη του ΑΕΠ της ευρωζώνης το τρίτο τρίμηνο, σύμφωνα με τον Τόμας Ντβόρακ, οικονομολόγο της Oxford Economics. Σε μια περιοχή όπου η ανάπτυξη είναι ήδη αναιμική, «αυτό μπορεί να είναι αρκετό για να οδηγήσει την οικονομία σε στασιμότητα», δήλωσε, αν και θεωρεί απίθανο να προκαλέσει ύφεση.

Παρότι είναι οι αγρότες που θα πονέσουν περισσότερο από την κατάσταση, το ισχυρότερο πλήγμα στη συνολική ανάπτυξη πιθανότατα θα προέλθει από τα χαμηλά επίπεδα νερού στον Ρήνο, τα οποία διαταράσσουν τη μεταφορά αγαθών από και προς τις γερμανικές μεταποιητικές επιχειρήσεις. Αυτό έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις στους προμηθευτές και τους πελάτες τους σε οικονομίες όπως της Πολωνίας, της Τσεχίας και της Σλοβακίας.

Ο συνδυασμός καυσώνων, ξηρασίας και πυρκαγιών αναμένεται να κοστίσει στη Γαλλία, τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, έως και 15 δισ. ευρώ, ή 0,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τη Γαλλίδα υπουργό Περιβάλλοντος Μονίκ Μπαρμπού. Αυτό βάζει τα δημόσια οικονομικά της χώρας σε ακόμη δυσκολότερη θέση, καθώς η κυβέρνηση προετοιμάζεται για τις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό στο τέλος του έτους, οι οποίες έχουν οδηγήσει στο παρελθόν σε πτώση κυβερνήσεων.

Μακροπρόθεσμα, ένα θερμότερο κλίμα θα σημαίνει μείωση της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Κάθε αύξηση της θερμοκρασίας κατά έναν βαθμό μεταξύ 30 και 35 βαθμών Κελσίου μειώνει την παραγωγικότητα των εργαζομένων κατά 3%, σύμφωνα με τη γερμανική ασφαλιστική εταιρεία Allianz. Εάν οι πέντε θερμότερες χρονιές της τελευταίας δεκαετίας επαναληφθούν μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ευάλωτες χώρες όπως η Γαλλία θα μπορούσαν να υποστούν σωρευτική απώλεια 5% έως 7% του ΑΕΠ έως το 2030, εκτιμά η εταιρεία, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 240 δισ. δολάρια.

Παρότι η Ευρώπη έχει μειώσει σημαντικά τις εκπομπές άνθρακα, πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι κυβερνήσεις έχουν καθυστερήσει να επικεντρωθούν στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Μεταξύ άλλων, πρέπει να βρεθούν τρόποι προστασίας ενός γηράσκοντος πληθυσμού, που δε διαθέτει κλιματισμό, ώστε να μην υπάρξουν μαζικοί θάνατοι κατά τους θερμούς καλοκαιρινούς μήνες. Οι ηγέτες καλούνται να κινηθούν γρήγορα για την εγκατάσταση κλιματισμού σε χώρους εργασίας όπως τα νοσοκομεία και τα σχολεία, να στηρίξουν τους αγρότες που αλλάζουν καλλιέργειες και να επεκτείνουν τα συστήματα άρδευσης και τις υποδομές αποθήκευσης νερού.

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει κατασκευάσει μεγάλο νέο ταμιευτήρα νερού από το 1992, την ώρα που ο πληθυσμός του έχει αυξηθεί κατά 12 εκατομμύρια ανθρώπους. Τώρα αντιμετωπίζει έλλειψη νερού σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση από τους καταναλωτές αυξάνεται, όπως και η ζήτηση από νέες βιομηχανίες, μεταξύ άλλων τα κέντρα δεδομένων.

Τα αγγλικά καλοκαίρια χαρακτηρίζονται ολοένα και περισσότερο από ένα κάποτε σπάνιο τελετουργικό: εταιρείες ύδρευσης επιβάλλουν απαγορεύσεις στη χρήση λάστιχων κήπου που διαρκούν μήνες. Έτσι, μια ολόκληρη χώρα κηπουρών αναγκάζεται είτε να ποτίζει τους κήπους της με το χέρι είτε να παρακολουθεί τα φυτά της να πεθαίνουν. Μία εταιρεία ύδρευσης ανακοίνωσε ότι η απαγόρευση θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι το τέλος του έτους, ανεξάρτητα από το πόσο θα βρέξει.

Ένα μεταμορφωμένο τοπίο

Στα 40 χρόνια της καριέρας του στην κηπουρική, ο Τιμ Άπσον έχει δει από πρώτο χέρι την κλιματική αλλαγή, μεταξύ άλλων την τελευταία δεκαετία στους κήπους της Royal Horticultural Society στο Γουίσλεϊ του Σάρεϊ. Πρόκειται για μια τεράστια έκταση 240 στρεμμάτων, όπου υπάρχουν περισσότερα από 25.000 διαφορετικά είδη φυτών και δέντρων.

Πριν από μερικές δεκαετίες, ο Άπσον παρατήρησε ότι η άνοιξη ερχόταν μερικές ημέρες ή εβδομάδες νωρίτερα. Τώρα, όπως λέει, συχνά έρχεται έξι ή επτά εβδομάδες νωρίτερα. «Είναι τρομακτικό», δήλωσε ο Άπσον, επικεφαλής των κήπων της RHS.

Φυτά που αποτελούν βασικά στοιχεία των αγγλικών κήπων —όπως οι ορτανσίες, τα ροδόδεντρα και οι αζαλέες, που αγαπούν το νερό— θα είναι όλο και πιο δύσκολο να διατηρηθούν στη νότια Αγγλία και θα γίνονται λιγότερο συνηθισμένα, εκτιμά. Οι κρανιές και οι κερασιές, που έχουν ρηχό ριζικό σύστημα, θα δυσκολευτούν επίσης.

Τα τοπία θα αλλάξουν καθώς το κλίμα πολλών αμερικανικών και ευρωπαϊκών πόλεων θα αρχίσει να μοιάζει με το κλίμα πόλεων που βρίσκονται εκατοντάδες μίλια νοτιότερα. Σε 60 χρόνια, η Νέα Υόρκη θα μοιάζει κλιματικά με την Ολα του Αρκάνσας, σύμφωνα με το Κέντρο Περιβαλλοντικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ. Το Λονδίνο θα μοιάζει με το Μπορντό.

Ήδη φέτος, χιλιάδες λευκά έλατα στην περιοχή γύρω από το Γουίσλεϊ είχαν αποκτήσει καφέ φύλλα στις αρχές Αυγούστου, ένδειξη ότι δεν θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν σε ένα θερμότερο κλίμα. Το ίδιο ισχύει για τις οξιές και τις βελανιδιές. Ο Άπσον αναμένει ότι τα είδη αυτά θα μετακινούνται σταδιακά βορειότερα ή προς πυθμένες κοιλάδων, αναζητώντας νερό. Το προσδόκιμο ζωής των χαρακτηριστικών αγγλικών βελανιδιών, εν τω μεταξύ, θα μπορούσε να μειωθεί δραματικά σε 100 έως 150 χρόνια σε θερμότερες συνθήκες, έναντι των σημερινών 400 ετών ή και περισσότερο.

Για να προετοιμαστεί για αυτή τη μεταβολή, η RHS στο Γουίσλεϊ καταγράφει περίπου 400.000 ποικιλίες φυτών και δέντρων στο Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να εντοπίσει ποια θα ευδοκιμήσουν σε ένα θερμότερο κλίμα, με παρατεταμένες ξηρασίες αλλά και αυξημένες πιθανότητες πλημμυρών εξαιτίας των πιο υγρών χειμώνων.

«Δεν είναι λύση απλώς να φέρουμε τροπικά ή μεσογειακά φυτά στους αγγλικούς κήπους, γιατί θα εξακολουθήσουμε να έχουμε κρύους χειμώνες», δήλωσε ο Άλιστερ Γκρίφιθς, διευθυντής επιστήμης της RHS.

Αντίθετα, η RHS εξετάζει δέντρα που ευδοκιμούν σε θερμότερες και πιο υγρές συνθήκες, όπως η αμερικανική ποταμίσια σημύδα ή η λαγκερστρέμια, αλλά και φυτά με βαθύτερες ρίζες, τα οποία μπορούν να αντέξουν την ξηρασία, όπως η αγριαψιθιά και το Lotus corniculatus. Τα φυτά και τα δέντρα θα πρέπει επίσης να είναι κατάλληλα για τους επικονιαστές, να δεσμεύουν άνθρακα και, φυσικά, να είναι όμορφα.

Ο Γκρίφιθς περιηγήθηκε στους κήπους του Γουίσλεϊ μια πρόσφατη ζεστή και ηλιόλουστη ημέρα. Δεν είχε βρέξει για 61 συνεχόμενες ημέρες, ξεπερνώντας το προηγούμενο ρεκόρ των 36 ημερών που είχε καταγραφεί το 1976. Έδειξε ένα από τα αγαπημένα του δέντρα, μια ιαπωνική κατσούρα, η οποία μυρίζει σαν μαλλί της γριάς όταν τα φύλλα της αρχίζουν να πέφτουν το φθινόπωρο. Η χαρακτηριστική μυρωδιά είχε ήδη αρχίσει να πλανάται στον αέρα στα μέσα Αυγούστου.

«Ερωτεύτηκα αυτό το δέντρο. Φύτεψα ένα στον κήπο μου», δήλωσε ο Γκρίφιθς. «Δεν πρόκειται να επιβιώσει στο μέλλον».

Προχωρώντας σε έναν κήπο με μεσογειακό χαρακτήρα, σημείωσε ότι είναι σημαντικό να παραμείνουμε αισιόδοξοι. «Κάποια φυτά θα πεθάνουν, αλλά άλλα θα ευδοκιμήσουν».

Στη νοτιοδυτική Γαλλία, ωστόσο, τα εμπόδια στην προσαρμογή είναι τεράστια. Η ακτογραμμή είναι γεμάτη θαλάσσια πεύκα, τα οποία φυτεύτηκαν αρχικά επί Ναπολέοντα Γ΄ για να προστατεύσουν τα τοπικά χωριά από τους «μετακινούμενους» αμμόλοφους. Χάρη στις βαθιές ρίζες τους, τα δέντρα ευδοκίμησαν στο αμμώδες έδαφος, δημιουργώντας το μεγαλύτερο τεχνητό δάσος της Ευρώπης και αποτελώντας βασικό μοχλό της οικονομίας της περιοχής.

Αυτό το καλοκαίρι, ένας συνδυασμός ξηρού αέρα, ισχυρών ανέμων και ξεραμένης βλάστησης μετέτρεψε την περιοχή σε μια «μικρή βόμβα», δήλωσε ο Ζαν-Ζακ Μορέν, τοπικός παραγωγός δέντρων.

Στα τέλη Ιουλίου, μια επιχείρηση καθαρισμού της βλάστησης προκάλεσε πυρκαγιά που έκαψε περισσότερα από 100.000 στρέμματα. Η φωτιά ανάγκασε 224.000 ανθρώπους να απομακρυνθούν από τις εστίες τους, μεταξύ άλλων από το παραθαλάσσιο θέρετρο Καπ Φερέ.

«Πρακτικά μας έσβησε από τον χάρτη», δήλωσε η Λουντιβίν Ντορινιάκ, το σπίτι της οποίας ήταν ένα από τα περισσότερα από 180 σπίτια που καταστράφηκαν ολοσχερώς στο κοντινό χωριό Λε Πορζ. Περίπου 10 εκατομμύρια δέντρα κάηκαν στη φωτιά, ποσότητα που αντιστοιχεί σε μια ολόκληρη ετήσια συγκομιδή, σύμφωνα με τον Μπρουνό Λαφόν, πρόεδρο της DFCI Aquitaine, μιας ένωσης τοπικών ιδιοκτητών δασών.

Η σταδιακή απεξάρτηση της περιοχής από τα εξαιρετικά εύφλεκτα πεύκα είναι δύσκολη, εξηγεί ο Λαφόν, επειδή η τοπική βιομηχανία είναι οργανωμένη γύρω από το πεύκο. Ο κλάδος αντιπροσωπεύει 60.000 θέσεις εργασίας και 10 δισ. ευρώ ετήσια έσοδα. «Αν κάνουμε κάτι διαφορετικό, τα εργοστάσια θα φύγουν», λέει ο Λαφόν.

Η γαλλική κυβέρνηση, η οποία διαθέτει περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια, έχει υποσχεθεί 12 εκατ. ευρώ άμεσης βοήθειας στην περιοχή. Η στήριξη αυτή θα μπορούσε να αυξηθεί έως και στα 100 εκατ. ευρώ, όταν συνυπολογιστούν φορολογικές ελαφρύνσεις και άλλα μέτρα.

Ο Μορέν δεν είχε ασφαλίσει τα πεύκα του. Τα προηγούμενα χρόνια είχε προσπαθήσει να αντισταθμίσει τον κίνδυνο αγοράζοντας εκτάσεις σε διαφορετικά σημεία του δάσους. Πίστευε ότι καμία πυρκαγιά δεν θα μπορούσε να εξαπλωθεί τόσο ώστε να καλύψει μια τόσο μεγάλη απόσταση.

Ο Μορέν είδε το 80% των πεύκων του να καίγεται. Το νωρίτερο που θα μπορέσει να τα ξαναφυτέψει είναι το 2029, είπε, ώστε να διασφαλιστεί ότι τυχόν παράσιτα από το καμένο ξύλο δε θα επηρεάσουν τα νέα δενδρύλλια.

Επειδή τα δέντρα χρειάζονται έως και 50 χρόνια για να φτάσουν στην ωριμότητα, τα θεωρούσε επένδυση για μια ολόκληρη γενιά — μια επένδυση που ο 60χρονος σχεδίαζε να παραδώσει στην κόρη του. Τώρα ο Μορέν περπατά ανάμεσα σε μαυρισμένους κορμούς δέντρων. Νεκρές πευκοβελόνες και κάρβουνο καλύπτουν το έδαφος του δάσους. «Θα προτιμούσα να είχε καεί το σπίτι μου αντί για το δάσος μου», είπε.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Κάποτε στην Αγγλία

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.